Αριθμός 149/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Α. Α. Τ. Β. Ε. Κ. Ο. Ε." και το διακριτικό τίτλο "Α. Α..Ε..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Γεωργούντζου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Β..Π.. Α. Ν. Α..Ε..", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανδελένη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/4/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 98/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/4/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 19-4-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθ.98/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, επί της από 25-2-2014 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την έφεσή της κατά της υπ'αριθ.79/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, με την οποία έχει απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 23-4-2009 αγωγή της για επιδίκαση του ποσού των 334.912,28 ευρώ λόγω αναπροσαρμογής της συμφωνημένης εργολαβικής της αμοιβής εξαιτίας συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 288 και 388 ΑΚ για τις εργασίες ασφαλτόστρωσης του έργου. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Η γενική ρήτρα του άρθρου 288 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάσταχτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή. Αντίθετα έτσι με τη ρήτρα του άρθρου 200 Α.Κ., που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βουλήσεως, δηλαδή τον καθορισμό ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρυθμίσεως, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρ. 288 ΑΚ έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όταν κατά τα παραπάνω χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν, για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού. Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθος τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσής τους (Ολ. Α.Π. 9/1997, Α.Π.63/2000, Α.Π. 398/2008, Α.Π. 756/2003). Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ' αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί όμως παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται χωρίς άλλο στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του. Ωστόσο και στην περίπτωση αυτή που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους, η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη από αυτή παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας, στην περίπτωση αυτή, η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές (Α.Π.494/2021, Α.Π.670/2019, Α.Π.292/2019, Α.Π. 334/2015). Σε κάθε περίπτωση, όμως, η διορθωτική επέμβαση στην ενοχή με βάση την Α.Κ.288 θα πρέπει να γίνεται μόνο όταν υπάρχει ιδιαίτερος σοβαρός λόγος και οπωσδήποτε να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, αντλημένα από την ίδια την έννομη τάξη και τις κρατούσες αντιλήψεις, καθόσον κανόνας παραμένει ότι η καλή πίστη απαιτεί την τήρηση των συμπεφωνημένων, όπως αυτά συμπληρώνονται από τις ειδικές διατάξεις του νόμου (Α.Π.710/2022, Α.Π.1231/2020). Συνεπώς, η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί (Ολ.Α.Π. 972/1982, Α.Π.710/2022, Α.Π.495/2021, Α.Π.946/2019, Α.Π.660/ 2019, Α.Π. 1287/2015, Α.Π.334/2015). Δηλαδή, το άρθρο 288 ΑΚ εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθρ. 388 Α.Κ. (Α.Π.710/2022, Α.Π.1271/2012), που απαιτεί η εκ των υστέρων μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, στις οποίες κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη από κοινού τα μέρη στήριξαν τη σύναψή της (Α.Π.1038/1998), να οφείλεται σε όλως έκτακτους, αλλά και απρόβλεπτους λόγους, χωρίς όμως υπαιτιότητα των μερών, προκειμένου η σύμβαση να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί ή να λυθεί εξ ολοκλήρου από το δικαστήριο κατά το μέρος που δεν εκτελέσθηκε ακόμη, εφόσον από την παραπάνω μεταβολή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, έγινε υπέρμετρα επαχθής (Ολ Α.Π. 927/1982, Α.Π.946/2019, Α.Π.1088/2017, Α.Π.1290/2011, Α.Π.398/2008). Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρ.388 Α.Κ. προβλέπει την υποχώρηση της αρχής του απαραβίαστου των συμβάσεων (pacta sunt servanda), αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα δικαστικής αναθεωρήσεως ή λύσεως αμφοτεροβαρούς συμβάσεως σε περίπτωση απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών και ανατροπής της ισορροπίας παροχής και αντιπαροχής. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής απαιτείται η συνδρομή των εξής προυποθέσεων: α)να πρόκειται για αμφοτεροβαρή σύμβαση, η οποία δεν έχει εκτελεστεί πλήρως, β)η μεταβολή να αφορά περιστατικά στα οποία τα συμβαλλόμενα μέρη από κοινού στήριξαν κυρίως τη σύναψη της σύμβασης εν όψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δηλαδή αμφότερα τα μέρει πρέπει να έθεσαν τα νομικά ή πραγματικά γεγονότα που αποτέλεσαν το θεμέλιο της συμβάσεως ως όρο της ισχύος της, υπό την έννοια ότι δεν θα προέβαιναν στην κατάρτισή της εάν γνώριζαν τη μεταβολή που επρόκειτο να επέλθει, γ)η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη της συνάψεως της συμβάσεως και να οφείλεται σε λόγους έκτακτους που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και δ)από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να έγινε υπέρμετρα επαχθής, αυτό δε συμβαίνει, όταν συνεπεία έκτακτων γεγονότων, επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και μάλιστα σε τέτοια έκταση, ώστε ο μεν οφειλέτης εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, ο δεν αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα, από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί (Α.Π.1377/2018, Α.Π.1225/2015). Λόγοι έκτακτοι και απρόβλεπτοι είναι περιστατικά που δεν επέρχονται κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κλπ (Α.Π.8000/2020, Α.Π.946/2019, Α.Π.1171/2004). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ'αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προυποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν, ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π.11/2018, ΟλΑΠ4/2005, 7/2006, 2/2013). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ'επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π.325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ενστάσεων των διαδίκων, σύμφωνα με την κυριαρχική εκτίμηση των δικογράφων τους από το δικαστήριο αυτό, δηλαδή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην απόφασή του ως ιστορικό αίτημα της αγωγής ή των ενστάσεων, όπως επίσης ελέγχονται και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π.1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποία αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2008, ΟλΑΠ7/2006, Α.Π.917/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί δεν αποδείχθηκε ή αποδείχθηκε. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων, διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογίες της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19, να δημιουργείται λόγος αναίρεσης και να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 46/2020, Α.Π.485/2019). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της ένδικης αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη εταιρεία, ως φορέας ιδρύσεως του Βιοτεχνικού Πάρκου Αγίου Νικολάου Λασιθίου Κρήτης, προκήρυξε διαγωνισμό με την διαδικασία της απ'ευθείας αναθέσεως με διαπραγμάτευση, με το σύστημα της προεπιλογής, για το έργο "κατασκευή έργων υποδομής του ΒΙΟ.ΠΑ. Αγίου Νικολάου Λασιθίου Κρήτης". Ο διαγωνισμός έγινε βάσει των διατάξεων του π.δ. 214/1999, που ρυθμίζει αποκλειστικά την ανάθεση, εκπόνηση και επίβλεψη μελετών και έργων Βιομηχανικών και Επιχειρηματικών Περιοχών και που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 8 § 4 του Ν. 2545/1997. Σύμφωνα με την σχετική διακήρυξη και τους ειδικότερους όρους αυτής, το έργο αφορούσε την κατασκευή των απαραίτητων έργων υποδομής για την υλοποίηση του Επιχειρησιακού Σχεδίου της εναγομένης και την ανάπτυξη Βιοτεχνικού Πάρκου ("ΒΙΟ.ΠΑ.") στην περιοχή "…" ..., επρόκειτο δε ειδικότερα για την κατασκευή έργων οδοποιίας, υδρεύσεως, αποχετεύσεως ομβρίων και ακαθάρτων και βιολογικού καθαρισμού, τα οποία θα εκτελούντο σε έκταση επιφανείας 250 περίπου στρεμμάτων, η οποία οριοθετήθηκε με την σχετική υπουργική απόφαση συστάσεως της εναγομένης ως φορέας ΒΙΟ.ΠΑ. Ανάδοχος εργολάβος στον εν λόγω διαγωνισμό αναδείχτηκε η ενάγουσα εταιρία, στην οποία, με την από 15-2-2007 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, ανατέθηκε η εκτέλεση του παραπάνω έργου. Εν όψει δε της αναθέσεως του έργου αυτού στην εναγομένη, καταρτίσθηκε και υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων και δη της εναγομένης, ως αναθέτουσας αρχής και κυρίου του έργου και της ενάγουσας, ως αναδόχου, η με ημερομηνία 22-2- 2007 σύμβαση εκτελέσεως έργου για το έργο "Κατασκευή έργων υποδομής ΒΙΟ.ΠΑ Αγ. Νικολάου Λασιθίου Κρήτης". Στην εν λόγω σύμβαση ορίστηκε ότι τα συμβατικά στοιχεία του έργου είναι η ίδια η σύμβαση ("εργολαβικό συμφωνητικό"), η διακήρυξη δημοπρασίας (καθώς και η διακήρυξη για την προεπιλογή με το σύνολο των στοιχείων που τη συνοδεύουν), ο προϋπολογισμός προσφοράς και η οικονομική προσφορά (τιμές αριθμητικώς) του αναδόχου, το τιμολόγιο προσφοράς του αναδόχου, η τεχνική προσφορά του αναδόχου, όπως κατατέθηκε στην Α' φάση της προεπιλογής, με όλα τα στοιχεία που την συνοδεύουν και τις τυχόν διευκρινίσεις, το χρονοδιάγραμμα κατασκευής του έργου, όπως τελικά θα εγκριθεί από την Υπηρεσία, η Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων, η Γενική Συγγραφή Υποχρεώσεων, η Τεχνική Περιγραφή του Έργου, οι οριζόμενες στην Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων Πρότυπες Τεχνικές Προδιαγραφές και Τεχνικές Συγγραφές Υποχρεώσεων (Γ.Τ.Σ.Υ. και Ε.Τ.Σ.Υ.), οι οριζόμενες στην Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων Συμπληρωματικές Τεχνικές Προδιαγραφές, Οδηγίες Μελετών, Οδηγίες Ποιότητας, το Πρόγραμμα Ποιότητας του έργου, όπως τελικά θα εγκριθεί από την Υπηρεσία, η τεχνική μελέτη κατασκευής του έργου (οριστικές μελέτες, μελέτες εφαρμογής, καθώς και κατασκευαστικά σχέδια που συντάσσει ο Ανάδοχος, όπως τελικά θα εγκριθούν από την Υπηρεσία), τα τυπικά σχέδια της Υπηρεσίας, το Τιμολόγιο της Μελέτης ("περιγραφικό τιμολόγιο") και ο Προϋπολογισμός της Μελέτης. Συμφωνήθηκε δε, ότι η ενάγουσα-ανάδοχος του έργου αναλαμβάνει την εκτέλεση των εργασιών σύμφωνα με τους όρους της διακήρυξης, των λοιπών συμβατικών τευχών και των μελετών που τη συνοδεύουν, του Ειδικού Διαγράμματος Προθεσμιών του Έργου και των ελάχιστων απαιτήσεων του έργου που συνοδεύουν τη σύμβαση. Το συνολικό τίμημα για την ολοκλήρωση του έργου ορίστηκε στο ποσό των 3.608.122,79 ευρώ εκ των οποίων το ποσό των 3.032.035,96 ευρώ αντιστοιχούσε στο κατ' αποκοπήν τίμημα και το ποσό των 576.086,83 ευρώ στον αναλογούντα Φ.Π.Α. Το παραπάνω κατ' αποκοπήν τίμημα διαμορφώθηκε με βάση τον "Προϋπολογισμό Προσφοράς" και το "Τιμολόγιο Προσφοράς" του αναδόχου, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούν συμβατικά στοιχεία του έργου. Ειδικότερα, αφού η ενάγουσα μελέτησε, σύμφωνα με τις επιταγές των συμβατικών τευχών, τις ειδικές συνθήκες του έργου διαμόρφωσε, κατά την εκτίμησή της, τον προϋπολογισμό του έργου και συνέταξε την προσφορά της. Όπως δε προκύπτει από τον "Προϋπολογισμό Προσφοράς" της ενάγουσας, η τελευταία διαμόρφωσε τον προϋπολογισμό των εκτελούμενων εργασιών στο ποσό των 3.608.122,80 ευρώ (μαζί με τον αναλογούντα Φ.Π.Α.), ενώ, όπως προκύπτει από το "Τιμολόγιο Προσφοράς" της ενάγουσας, η τελευταία διαμόρφωσε την αρχική προσφορά της για την πλήρη κατασκευή των έργων υποδομής (έργα οδοποιίας, δικτύου ύδρευσης, δικτύου αποχέτευσης και ακαθάρτων και βιολογικού καθαρισμού) στο κατ' αποκοπήν τίμημα των 2.630.000 ευρώ, χωρίς να υπολογίζεται το ποσοστό 18% που αντιστοιχεί σε γενικά έξοδα (Γ.Ε. και εργολαβικό όφελος (Ο.Ε.) και ο αναλογών Φ.Π.Α., στην συνέχεια δε η ίδια προσέφερε έκπτωση ποσοστού 6,5% επί του πιο πάνω προϋπολογισμού μελέτης που η ίδια είχε συντάξει, με αποτέλεσμα το κατ' αποκοπήν τίμημα του εν λόγω έργου, να ανέλθει στο ποσό των 2.569.562 (καθαρή δαπάνη έργων προ Γ.Ε. και Ο.Ε. 18% και Φ.Π.Α. 19%). Εξάλλου, ως συμβατικό πέρας της εκτελέσεως του έργου ορίστηκε η 20-3-2008, ενώ ορίσθηκε ότι η υπογραφή της συμβάσεως από τον ανάδοχο "είναι σύμφωνη με την ελεύθερη διαμορφούμενη προσφορά του, αποτελεί αμάχητο τεκμήριο και δεν επιτρέπει για κανέναν λόγο εκ των υστέρων υπαναχώρηση ως προς το προσφερθέν τίμημα". Περαιτέρω, στο άρθρο 13 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί συμβατικό στοιχείο του έργου ("συμβατικό τεύχος") και, επομένως, οι όροι της έχουν ισχύ κανόνα δικαίου, ορίζεται ότι: "Το Εργολαβικό Αντάλλαγμα καλύπτει το σύνολο των απαιτήσεων του Εργολήπτη για την εκτέλεση του Έργου, την πλήρη αποπεράτωση, τη λειτουργία του και την οριστική παραλαβή του. Είναι ίσο με τον αντίστοιχο προϋπολογισμό Προσφοράς, που αποτελεί συμβατικό στοιχείο του παρόντος διαγωνισμού. Ορίζεται ως εφάπαξ αποζημίωση, η οποία δεν προσαυξάνεται για κανένα λόγο, ειμή, μόνον, για βελτιώσεις του έργου ή πρόσθετα αντικείμενα που θα ζητήσει ο κύριος του έργου και δεν συμπεριλαμβάνονται στις αρχικές μελέτες και τα συμβατικά τεύχη. Η σύμβαση που θα υπογράφει θεωρείται σύμβαση κατασκευής και παράδοσης του έργου "με το κλειδί στο χέρι" (turn key)". Σε συνάφεια με τα ανωτέρω, στο άρθρο 1.9.1 παράγραφος 3 της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, η οποία επίσης αποτελεί συμβατικό τεύχος και έχει ισχύ κανόνα δικαίου για την επίδικη σύμβαση, ορίζεται ότι: "Ο Ανάδοχος οφείλει να περαιώσει το έργο χωρίς κανένα πρόσθετο αντάλλαγμα ή και καμία πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση, πέραν από την τιμή της προσφοράς του κατά την έννοια της ερμηνείας (8) της παραγράφου 1.3. της παρούσας. Για το λόγο αυτό: Ο Ανάδοχος, κατά την υποβολή της προσφοράς του, δικαιούται να ζητήσει πρόσθετο χρόνο προετοιμασίας, πέραν αυτού που θα του παρασχεθεί από τον Κύριο του Έργου κατά τη γνωστοποίηση της σχετικής πρόσκλησης για την υποβολή της Προσφοράς. Κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα θα προβεί σε κάθε αναγκαίο κατά την κρίση του έλεγχο, έρευνα κλπ. των μελετών και των ειδικών και γενικών συνθηκών του έργου, όπως φύση εδάφους, προσβάσεις, πηγές υλικών κλπ. Θα ελέγξει την πληρότητα, επάρκεια, εφαρμοσιμότητα κλπ. των μελετών, θα συντάξει τις αναγκαίες προσμετρήσεις για τις προβλεπόμενες ποσότητες εργασιών - βάσει των μελετών - και θα ελέγξει τον προϋπολογισμό τον έργου, προκειμένου να συντάξει και να επιδώσει την οικονομική του προσφορά. Στο ως άνω χρονικό διάστημα, και μέχρι 3 ημέρες από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής προσφοράς, δικαιούται να υποβάλλει γραπτά ερωτήματα προκειμένου να λάβει τις αναγκαίες διευκρινήσεις από τους Μελετητές των έργων. Μετά την υποβολή της οικονομικής προσφοράς, το εργολαβικό αντάλλαγμα δεν μεταβάλλεται για κανένα λόγο και για καμία αιτία, έστω και αν από μεταγενέστερο (μετά την υπογραφή της σύμβασης) έλεγχο ή έρευνα των μελετών και των συνθηκών τον έργου, προκύψουν στοιχεία τα οποία δεν είχε εξακριβώσει κατά την προ του Διαγωνισμού περίοδο". Παράλληλα, στο άρθρο 4.11. της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, προβλέπεται ότι: "(1) Ο ανάδοχος αποδέχεται με την υπογραφή της σύμβασης ότι το συμφωνημένο εργολαβικό αντάλλαγμα επαρκεί για την κάλυψη των κάθε φύσης υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη σύμβαση. (2) Οι διαγωνιζόμενοι θα πρέπει κατά την υποβολή της Προσφοράς τους, να έχουν συνεκτιμήσει με επάρκεια τους επιχειρηματικούς κινδύνους και όλες τις συνθήκες που θα επηρεάσουν τη διαμόρφωση της Προσφοράς τους". Εξάλλου, στο άρθρο 13.8. της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων ορίζεται ότι: "Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 13 της Ε.Σ.Υ., αποκλείεται η αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος ή η διάλυση της παρούσας σύμβασης εκτέλεσης του έργου κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 288 ή 388 του Αστικού Κώδικα, ένεκα της τυχόν αυξομείωσης των τιμών". Τέλος, στο άρθρο 14.1.1 της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων προβλέπεται ότι: "οι συμβατικές τιμές μονάδας που αναφέρονται στο Περιγραφικό Τιμολόγιο και με βάση τις οποίες συντάχθηκε ο προϋπολογισμός του έργου, αναφέρονται σε εργασίες πλήρως περαιωμένες σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. Οι τιμές αυτές, προσαυξημένες κατά το κατά νόμο ποσοστό γενικών εξόδων και εργολαβικού οφέλους του Αναδόχου, περιλαμβάνουν όλες τις απαραίτητες εργασίες για την πλήρη και έντεχνη κατασκευή των έργων, καλύπτοντας όλες τις δαπάνες του Αναδόχου ...". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων της συμβάσεως, καθώς και από τις διατάξεις των οικείων συμβατικών τευχών αυτής (και ιδιαίτερα την συνοδεύουσα αυτήν Γενική και Ειδική συγγραφή υποχρεώσεων), αποδεικνύεται πως εν προκειμένω είχε συναφθεί σύμβαση με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μορφώματος, που διέπλασε η συναλλακτική πρακτική στο πλαίσιο εκτελέσεως σύνθετων και πολύπλοκων τεχνικών έργων, στις οποίες και προσέδωσε την ονομασία ως συμβάσεων "με το κλειδί στο χέρι" (turn key). Ειδικότερα, αποδεικνύεται πως από την πλευρά του κυρίου του έργου, ήτοι της εργοδότριας - εναγομένης, ο στόχος ήταν η κατασκευή των απαραίτητων έργων υποδομής στο Βιοτεχνικό Πάρκο ("ΒΙΟ.ΠΑ.") του Αγίου Νικολάου (κατασκευή έργων οδοποιίας, ύδρευσης, αποχέτευσης ομβρίων και ακαθάρτων και βιολογικού καθαρισμού), για την οποία - κατασκευή- έθεσε γενικές προδιαγραφές, καταλείποντας στην εργολήπτρια και ανάδοχο του έργου ενάγουσα την ρύθμιση των λεπτομερειών και των ειδικότερων επιμέρους στοιχείων της κατασκευής του έργου. Το κόστος του έργου προϋπολογίστηκε με αποκλειστική ευθύνη της ενάγουσας αναδόχου, η οποία είχε υπ' όψιν της ή, σε κάθε περίπτωση, όφειλε και μπορούσε να είχε υπ' όψιν της, και το σύνολο των ειδικότερων τεχνικών δυσκολιών και προδιαγραφών και οικονομικών εν γένει παραμέτρων του έργου, ενώ η εργοδότρια εταιρία ανέλαβε ως κύρια υποχρέωση την καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος, το οποίο ορίστηκε κατ' αποκοπή στο ποσό των 2.569.562 ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζεται Γ.Ε. και Ο.Ε. 18% και Φ.Π.Α. 19% (μαζί δε με αυτά στο ποσό των 3.608.122,80 ευρώ) και χωρίς να συναρτάται με ειδικότερα στοιχεία του έργου, όπως με τυχόν μονάδες εργασιών, ή να αποτελεί χρονική αμοιβή. Από την παράθεση των ανωτέρω ρυθμίσεων προκύπτει με ευκρίνεια και η σαφής συμβατική βούληση για την κατ' αρχήν μη αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος. Οι ανωτέρω ρυθμίσεις δεν είχαν, βέβαια, σκοπό να ανατρέψουν τον χαρακτήρα του εργολαβικού ανταλλάγματος από κατ' αποκοπήν αμοιβή σε αμοιβή βάσει προϋπολογισμού, αφού από το περιεχόμενο της συμβάσεως προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη ήθελαν, απλώς, να περιορίσουν τις πιθανότητες αυξήσεως του τιμήματος στις ελάχιστες δυνατές περιπτώσεις. Άλλωστε, τον χαρακτήρα της παραπάνω συμβάσεως ως συμβάσεως "με το κλειδί στο χέρι" (turn key) και με κατ' αποκοπήν σταθερό εργολαβικό αντάλλαγμα, τον αποδέχεται και η ενάγουσα, όπως σαφώς συνάγεται από το με ημερομηνία 2- 3-2007 υπόμνημά της, που κατέθεσε στην Διεύθυνση Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Κρήτης και στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, προκειμένου να αντικρούσει ισχυρισμούς άλλων εργοληπτικών εταιριών που δεν επιλέχτηκαν για την ανάθεση του συγκεκριμένου έργου. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν την μη εφαρμογή των άρθρων 288 και 388 ΑΚ, κατά το μέρος που αφορά στην αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος (άρθρο 13.8. της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων). Όμως, δεδομένου ότι οι εν λόγω διατάξεις (ΑΚ 288 και 388) είναι αναγκαστικού δικαίου, η συνομολόγηση ρήτρας μη εφαρμογής των εν λόγω άρθρων σε συμβατικό κείμενο είναι άκυρη. Στην προκείμενη, συνεπώς, ένδικη σύμβασή τα άρθρα 288 και 388 ΑΚ εφαρμόζονται. Τούτο, άλλωστε, επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι ακόμη και στην περίπτωση των δημοσίων έργων η κρατούσα ερμηνεία της οικείας διατάξεως συστέλλει το πεδίο εφαρμογής της σε συγκεκριμένες μόνο περιπτώσεις, την ερμηνεία δε αυτή είχαν υπ'όψιν τους και τα διάδικα μέρη κατά την συνομολόγηση του σχετικού όρου και ως εκ τούτου, ο τρόπος ερμηνείας της σχετικής διατάξεως καθίσταται ουσιαστικά και ερμηνευτικό εργαλείο κατά την αξιολόγηση των επίδικων συμβατικών όρων. Όμως, από το σύνολο των συμβατικών ρυθμίσεων και με αναγωγή τόσο στην υποκειμενική βούληση των συμβαλλομένων, όσο και στην αντικειμενική καλή πίστη, που διέπει την λειτουργία της ένδικης συμβάσεως και την εκπλήρωση των εκατέρωθεν παροχών, αποδεικνύεται ότι αφενός μεν δε συντρέχουν οι όροι εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ, αφετέρου η κατά το άρθρο 288 ΑΚ εκπλήρωση των παροχών των συμβαλλομένων δεν πρέπει να οδηγήσει σε τροποποίηση της ενοχικής σχέσης κατά το μέρος που αφορά στο εργολαβικό αντάλλαγμα με αναπροσαρμογή του τελευταίου. Ειδικότερα, η επικαλούμενη από την ενάγουσα μεγάλη αύξηση της τιμής του πετρελαίου, πάντα σε σχέση με το παραπάνω συμβατικό πλαίσιο όπως ερμηνεύθηκε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γεγονός ακραίο και απρόβλεπτο, δεδομένου ότι οι αυξομειώσεις, ακόμη και μεγάλες, στην τιμή του πετρελαίου είναι σύνηθες φαινόμενο, ιδίως, μετά την μεγάλη πετρελαϊκή κρίση του 1973, δεδομένης της διαχρονικά ρευστής - και συχνά έκρυθμης - πολιτικής καταστάσεως στις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας και Βορειοδυτικής Αφρικής-όπου βρίσκονται οι περισσότερες πετρελαιοπαραγωγές χώρες. Συνεπώς, την ενδεχόμενη - ακόμη και πολύ μεγάλη - αύξηση της τιμής του πετρελαίου, προφανώς, έπρεπε να λάβει υπ' όψιν της η ενάγουσα κατά την διαμόρφωση της προσφοράς εκ μέρους της του εργολαβικού ανταλλάγματος, στα πλαίσια της αναλήψεως από αυτήν του σχετικού επιχειρηματικού κινδύνου, ενώ, επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα, ως έμπειρη στις σχετικές συναλλαγές και έχοντας εκτελέσει και κατά το παρελθόν παρόμοια έργα (όπως η ίδια ισχυρίζεται), είχε την δυνατότητα, αν όχι την υποχρέωση, να "κλείσει" τις τιμές για τα παραπάνω είδη ευθύς εξαρχής που καταρτίσθηκε η επίδικη σύμβαση (ή και νωρίτερα, εν όψει της προοπτικής να επιλεγεί ως ανάδοχος). Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι συνεπεία των αυξήσεων που συντελέστηκαν στις τιμές του πετρελαίου προέκυψε μεγαλύτερο πραγματικό κόστος εργασιών από το προυπολογιζόμενο. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι για τις εργασίες ασφαλτικής προεπάλειψης προέκυψε διαφορά κόστους ανερχόμενη στο ποσό των 14.363,80 ευρώ, για τις εργασίες συγκολλητικής επάλειψης προέκυψε διαφορά κόστους ύψους 6.188.16 ευρώ, για τις εργασίες ασφαλιστικής στρώσης (Π….) προέκυψε διαφορά κόστους ύψους 92.609,92 ευρώ και για τις εργασίες ασφαλιστικής στρώσης (….) προέκυψε διαφορά κόστους ύψους 283.823,97 ευρώ. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού της προσκομίζει το περιγραφικό τιμολόγιο της εναγομένης, με τις τιμές των επίδικων εργασιών, βάσει του οποίου γινόταν ο υπολογισμός και οι πληρωμές αυτών και τιμολόγια προμηθευτών της, από τους οποίους αγόρασε τα υλικά που απαιτούνταν για την εκτέλεση των συμφωνηθέντων εργασιών. Από τα ανωτέρω προκύπτει μεν διαφορά μεταξύ του προϋπολογιζόμενου κόστους των επίδικων εργασιών σε σχέση με το πραγματικό κόστος εκτελέσεως των ίδιων εργασιών, ύψους 283.832,97 ευρώ, πλην όμως, οι αποτυπωμένες τιμές μονάδος στα τιμολόγια αγοράς δεν επαρκούν για την εξαγωγή οποιουδήποτε ασφαλούς συμπεράσματος, προεχόντως, διότι δεν αποτελούν αντικειμενικά στοιχεία προσδιοριστικά της αυξήσεως της τιμής του πετρελαίου, καθόσον οι τιμές που χρεώνει ο κάθε προμηθευτής δεν αποτελούν κριτήριο της αυξήσεως της τιμής του πετρελαίου, δευτερευόντως δε, διότι δεν συνοδεύονται από αντίστοιχα δελτία αποστολής, από το οποία να προκύπτει με ασφάλεια ότι τα τιμολόγια αυτά αφορούν την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου. Επιπλέον, η ενάγουσα προσδιορίζει τις εκτελεσθείσες ποσότητες των εργασιών σε 31.000 τ.μ. χωρίς να προσκομίζει κάποιο στοιχείο που να αποδεικνύει την ποσότητα αυτή. Σημειώνεται ότι οι ποσότητες αυτές δεν αναφέρονται ούτε στο περιγραφικό τιμολόγιο, ούτε στις τεχνικές μελέτες του έργου, ούτε προκύπτουν από κάποιο έγγραφο της εναγομένης, κυρίας του έργου. Εν όψει των ανωτέρω, κρίνεται ότι η ενάγουσα, η οποία φέρει το σχετικό βάρος, δεν απέδειξε με την επίκληση και προσκόμιση συγκεκριμένων στοιχείων ότι συνέτρεξε στην περίπτωσή της εξαιρετικό γεγονός, ικανό να τεκμηριώσει τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ, λαμβανομένου υπ'όψιν και του ύψους του συνολικού εργολαβικού ανταλλάγματος (2.630.000 ευρώ), αλλά και του γεγονότος ότι δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη έκταση της ζημίας της από την εκτέλεση της ένδικης συμβάσεως και μάλιστα σε βαθμό που υπερβαίνει, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τον επιχειρηματικό κίνδυνο, τον οποίο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είχε αναλάβει......". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσία την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω μη συνδρομής των προυποθέσεων των άρθρων 388 και 288 Α.Κ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 388 και 288 Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω νομικές διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις των διορθωτικών της σύμβασης ρητρών των άρθρων 388 και 288 Α.Κ., καθ'όσον, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δεν υπήρξε μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως αμφότερα τα μέρη, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, στήριξαν την σύναψη της ένδικης αμφοτεροβαρούς σύμβασης έργου, και δη μεταβολή οφειλόμενη σε λόγους έκτακτους και μη δυνάμενους να προβλεφθούν, δηλαδή σε ασυνήθιστα γεγονότα, ούτε και, μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης, τόσο μεγάλη μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης και των προϋποθέσεων εκπλήρωσης της συμβατικής παροχής της αναιρεσείουσας, στο μέτρο που αυτή είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, που να ανέτρεψαν πλήρως τις αρχικές συνθήκες εκτέλεσης του έργου και να δικαιολογεί, με αντικειμενικά κριτήρια κατά τις συναλλακτικές αντιλήψεις, τη δικαστική αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος, με μετακύλιση στην αναιρεσίβλητη του επιπλέον κατασκευαστικού κόστους, δεδομένου ότι ανελέγκτως έγινε δεκτό ότι: α)με τις ένδικες συμβάσεις (κύρια και συμπληρωματική) και τα αποτελούντα αναπόσπαστο μέρος των συμβάσεων συμβατικά τεύχη, για το επίδικο συμφωνημένο έργο, της κατασκευής των απαραίτητων έργων υποδομής στο Βιοτεχνικό Πάρκο του Αγίου Νικολάου (κατασκευή έργων οδοποιίας, ύδρευσης, αποχέτευσης ομβρίων και ακαθάρτων και βιολογικού καθαρισμού), ορίστηκε κατ'αποκοπή εργολαβική αμοιβή, ποσού 2.630.000 ευρώ και οι εργασίες ασφαλτικής στρώσης, για την εκτέλεση των οποίων χρησιμοποιούνται τα παράγωγα του πετρελαίου (πίσσα, άσφαλτος κλπ), αποτελούν μόνο ένα μικρό τμήμα του έργου αυτού β) συμβατικά επίσης προβλέφθηκε ότι η αναιρεσείουσα θα προβεί σε κάθε αναγκαία, κατά την κρίση της έρευνα, των ειδικών και γενικών συνθηκών του έργου, όπως των πηγών των απαιτούμενων για την κατασκευή του υλικών, και έτσι είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει και να προϋπολογίσει το κόστος των υλικών, όπως και έκανε, και με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας των ανωτέρω παραμέτρων, συνέταξε το δικό της προϋπολογισμό και την ελεύθερα διαμορφούμενη έγγραφη οικονομική της προσφορά, χωρίς να μεταθέτει στη σφαίρα ευθύνης της αντισυμβαλλομένης της (της αναιρεσίβλητης) τη μεταβολή της αξίας των υλικών εκτέλεσης μέρους του έργου (της ασφαλτόστρωσης) που είχε η ίδια προϋπολογίσει και αποτελούσε δικό της βάρος (της αναιρεσείουσας εργολάβου) στα πλαίσια της εκτέλεσης της συμβατικής της υποχρέωσης, λαμβανομένου επιπρόσθετα υπόψη ότι ήταν έμπειρη στις σχετικές συναλλαγές, έχοντας εκτελέσει και κατά το παρελθόν παρόμοια έργα, και είχε τη δυνατότητα να "κλείσει" τις τιμές των υλικών που απαιτούνταν για τις εργασίες ασφαλτόστρωσης αμέσως με την κατάρτιση της σύμβασης, αλλά και νωρίτερα, ενόψει της προοπτικής να επιλεγεί η ίδια ανάδοχος του έργου. Μάλιστα για να επιλεγεί η ίδια ανάδοχος του έργου αυτού, αφού διαμόρφωσε την αρχική προσφορά της για την εκτέλεσή του στο συνολικό ποσό των 2.630.000 ευρώ, στη συνέχεια προσέφερε έκπτωση ποσοστού 6,5% επί του πιο πάνω προϋπολογισμού, που η ίδια είχε συντάξει, με αποτέλεσμα η κατ'αποκοπή εργολαβική της αμοιβή να ανέλθει τελικά στο ποσό των 2.569.562 ευρώ, να κριθεί αυτή συμφέρουσα από την αντισυμβαλλομένη της και να της ανατεθεί το έργο γ) το ανωτέρω συνολικό εργολαβικό αντάλλαγμα, των 2.569.562 ευρώ, στην καταβολή του οποίου και μόνον υποχρεούτο η αναιρεσίβλητη-εργοδότρια, προϋπολογίστηκε με αποκλειστική ευθύνη της αναδόχου εργολήπτριας, η οποία είχε υπόψη της το σύνολο των προδιαγραφών και των οικονομικών εν γένει παραμέτρων και με βάση αυτές εκτίμησε ότι το έργο που ανέλαβε με την ανωτέρω κατ'αποκοπή εργολαβική αμοιβή είναι οικονομικά συμφέρον για την ίδια δ) η επικαλούμενη μεγάλη αύξηση της τιμής του πετρελαίου, δεν είναι γεγονός ακραίο και απρόβλεπτο, αλλά σύνηθες, δεδομένου ότι η τιμή του πετρελαίου δεν ήταν σταθερή από το 1973 και εντεύθεν, όπως και η ενάγουσα γνώριζε, ως έμπειρη στις σχετικές συναλλαγές, ε) η συμβατικώς εκφρασθείσα βούληση της αναιρεσείουσας προς εκτέλεση του έργου υπό τις περιγραφόμενες συνθήκες, έναντι σταθερού εργολαβικού ανταλλάγματος, ακόμη και μετά την αύξηση της τιμής του ανωτέρω υλικού- του πετρελαίου- για την εκτέλεση τμήματος μόνο- και μάλιστα όχι του μεγαλύτερου-του συμφωνημένου έργου, δεν υπερέβαινε τον επιχειρηματικό κίνδυνο, που κατά την αντικειμενική καλή πίστη αυτή είχε αναλάβει, με αποτέλεσμα, με βάση τις παραδοχές αυτές να μην πληρούται το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 288 και 388 ΑΚ και να δικαιολογείται η απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί επιβαλλόμενης εφαρμογής της διορθωτικής λειτουργίας αυτών, ώστε να διαγνωσθεί ότι στη συμβατική παροχή της αναιρεσίβλητης περιλαμβάνονται και οι αιτούμενες με την αγωγή απαιτήσεις της αναιρεσείουσας, αναπροσαρμογής, με αύξηση, της συμφωνημένης κατ'αποκοπή εργολαβικής της αμοιβής. Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια για παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 288 και 388 Α.Κ., είναι αβάσιμος. Η προβαλλομένη με τον ίδιο ως άνω λόγο περαιτέρω αιτίαση ότι το Εφετείο με την παραδοχή "..την ακόμη και πολύ μεγάλη αύξηση της τιμής του πετρελαίου έπρεπε να λάβει υπόψη της η ενάγουσα κατά τη διαμόρφωση της προσφοράς εκ μέρους του εργολαβικού ανταλλάγματος....είχε τη δυνατότητα, αν όχι την υποχρέωση, να κλείσει τις τιμές για τα παραπάνω είδη ευθύς εξαρχής που καταρτίσθηκε η σύμβαση...", απαίτησε για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 Α.Κ., και μόνον, πρόσθετη προϋπόθεση, που δεν απαιτεί η διάταξη αυτή, ήτοι την άνευ υπαιτιότητας απρόβλεπτη μεταβολή των συνθηκών, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον αυτή έχει διατυπωθεί πλεοναστικώς, αφού δεν ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάστρωση του υπαγωγικού συλλογισμού και τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, και διατυπώθηκε, κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού, προς άντληση επί πλέον επιχειρήματος περί μη συνδρομής απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών. Περαιτέρω, το Εφετείο, κρίνοντας όπως πιο πάνω αναφέρεται, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών, ελλιπών, ανεπαρκών και ενδοιαστικών αιτιολογιών, καθόσον διέλαβε σ' αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 388 και 288 Α.Κ., τις οποίες έτσι δεν παραβίασε, ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε διότι εκτίθενται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς ενδοιασμούς και αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα περί της μη συνδρομής των προϋποθέσεων των διορθωτικών της σύμβασης ρητρών 388 και 288 Α.Κ. προσδιορίζοντας με σαφήνεια και πληρότητα ότι δεν υπήρξε μεταβολή των περιστατικών στα οποία κυρίως αμφότερα τα μέρη ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών στήριξαν τη σύναψη της ένδικης αμφοτεροβαρούς σύμβασης έργου και δη μεταβολή οφειλόμενη σε λόγους έκτακτους και μη δυνάμενους να προβλεφθούν δηλαδή σε ασυνήθιστα γεγονότα, ούτε και μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης τόσο μεγάλη μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης και των προϋποθέσεων εκπλήρωσης της συμβατικής παροχής της αναιρεσείουσας, στο μέτρο που αυτή είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων που να ανέτρεψαν πλήρως τις αρχικές συνθήκες εκτέλεσης του έργου και να δικαιολογεί με αντικειμενικά κριτήρια κατά τις συναλλακτικές αντιλήψεις, τη δικαστική αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος με μετακύλιση στην αναιρεσίβλητη του επιπλέον κατασκευαστικού κόστους. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που διαλαμβάνονται στον λόγο αυτό, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο δέχθηκε: α) με ενδοιαστική και ελλιπή αιτιολογία ότι είχε τη δυνατότητα αν όχι υποχρέωση προκαταβολικής προμήθειας των υλικών για την εκτέλεση του έργου β) ότι έπρεπε να λάβει υπόψη της την αύξηση της τιμής του πετρελαίου και των παραγώγων του, χωρίς καμία αιτιολογία από πού προκύπτει η δυνατότητά της αυτή γ) ότι με αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε το μεν ότι υπήρξε διαφορά μεταξύ του προυπολογιζόμενου κόστους των επιδίκων εργασιών σε σχέση με το πραγματικό κόστος εκτέλεσης των εργασιών αυτών ύψους 283.832,97 ευρώ και το δε ότι δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη έκταση της ζημίας της από την εκτέλεση της ένδικης σύμβασης, ενώ από τα προσκομιζόμενα έγγραφα αποδεικνυόταν η ανωτέρω ζημία του, οι μεν υπό στοιχείο α' και β' αφορούν επιχειρήματα, που χρησιμοποίησε το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και όχι ζητήματα κατά την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, έτσι ώστε σφάλμα για πληρότητα και σαφήνεια των αιτιολογιών να μην ιδρύει τον αναιρετικό αυτό λόγο, οι δε υπό στοιχείο γ' δεν συνιστούν παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης αλλά αναφερόμενους σε αυτήν ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και δεν ιδρύουν τον αναιρετικό αυτό λόγο. Κατά τη διάταξη από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε "πράγματα", τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ειδικότερα, ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε δέχθηκε "πράγματα" χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη είτε δέχθηκε "πράγματα", χωρίς να εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, ενώ δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 9/1997, Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 365/2020, Α.Π. 138/2020, Α.Π.31/2019, Α.Π. 402/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής του άρθρου 388 Α.Κ. και η κατ'άρθρο 288 Α.Κ. εκπλήρωση των παροχών των συμβαλλομένων δεν μπορεί να οδηγήσει σε τροποποίηση της ενοχικής σχέσης κατά το μέρος που αφορά στο εργολαβικό αντάλλαγμα με αναπροσαρμογή του τελευταίου, απορρίπτοντας τον αγωγικό της ισχυρισμό περί επιβαλλόμενης εφαρμογής της διορθωτικής λειτουργίας των άρθρων 288 και 388 Α.Κ. και αναπροσαρμογή της συμβατικής της παροχής με αύξηση αυτής, δεχόμενο ότι οι αυξομειώσεις ακόμη και μεγάλες στην τιμή του πετρελαίου είναι σύνηθες φαινόμενο, ιδίως μετά την μεγάλη πετρελαική κρίση του 1973 και ότι είχε τη δυνατότητα να κλείσει τις τιμές για τα ασφαλτικά είδη ευθύς εξ αρχής που καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση, χωρίς να στηρίζονται το συμπέρασμα και οι παραδοχές αυτές σε κανένα αποδεικτικό μέσο αλλά εμφανίζεται ως αυθαίρετο συμπέρασμα της προσβαλλομένης απόφασης. Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο παραπάνω αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως και όλων των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ενώ δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα. Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση δεν δέχθηκε παρά τον νόμο πράγματα τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. ερευνώμενος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά. Δεν απαιτείται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Α.Π. 1409/2019, Α.Π. 779/2019, Α.Π. 342/2016, Α.Π. 1633/2009). Συνεπώς, η ύπαρξη αμφιβολιών σχετικά με το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη των κρίσιμων, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, θεμελιώνει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενη ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη ούτε αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν μεταξύ δε αυτών και τα προσκομιζόμενα δελτία αποστολής που αντιστοιχούσαν σε κάθε ένα από τα μνημονευόμενα στην αγωγή της τιμολόγια, τα οποία αυτή νόμιμα επικαλέστηκε με τις προτάσεις της και προσκόμισε στην κατ' έφεση δίκη, προς απόδειξη της βασιμότητας του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού της εκ των άρθρων 288 και 388 Α.Κ. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, καταδεικνύεται, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης ως προς τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, το Εφετείο, σύμφωνα και με τη γενική, ρητή βεβαίωσή του, έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία συνεκτίμησε και αξιολόγησε, είτε ως άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς, εκ του γεγονότος της μη ρητής αναφοράς ορισμένων εξ αυτών, να συνάγεται ότι δεν προσέδωσε σ' αυτά τη δέουσα αποδεικτική δύναμη, δεδομένου ότι δεν επιβάλλεται από οποιαδήποτε διάταξη η ειδική μνεία και η χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και η διάκριση από ποία εξ αυτών προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη εκτιθέμενα, ενώ το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει την κρίση του για την αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία, την οποία προσέδωσε σε ένα έκαστο των ανωτέρω ισοδύναμων αποδεικτικών μέσων, τα οποία εκτίμησε ελεύθερα και κυριαρχικά.. Η δε αναφορά σε σημείο της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλομένης απόφασης της περικοπής "....όμως, από το σύνολο των συμβατικών ρυθμίσεων και με αναγωγή τόσο στην υποκειμενική βούληση των συμβαλλομένων, όσο και στην αντικειμενική καλή πίστη, που διέπει την λειτουργία της ένδικης συμβάσεως και την εκπλήρωση των εκατέρωθεν παροχών..." έγινε μόνο στα πλαίσια εκτίμησης και διερεύνησης από το δικαστήριο της βούλησης των συμβαλλομένων μερών για το είδος της συνομολογημένης και οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής, που ορίσθηκε κατ'αποκοπήν για έργο "με το κλειδί στο χέρι" και δεν δημιουργεί οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ελήφθησαν από το Εφετείο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία συνεκτίμησε και αξιολόγησε, όπως ρητά βεβαιώνεται με την προσβαλλομένη απόφαση κατά την έναρξη της ουσιαστικής έρευνας της ένδικης διαφοράς, και καθίσταται έτσι αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν αυτά υπόψη. Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι με τις προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε δελτία αποστολής ούτε αυτοτελώς ούτε ως συνημμένα σε αντίστοιχα τιμολόγια, μάλιστα στις προτάσεις της αρκείται στην αναφορά ότι προσκομίζει με επίκληση "αντίγραφα των τιμολογίων τα οποία εξέδωσε ο προμηθευτής των υλικών προς την εταιρεία μας για την παροχή τους" χωρίς οποιονδήποτε ειδικότερο προσδιορισμό αυτών και χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε δελτία αποστολής. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ Κ.Πολ.Δ. και ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, (όπως στις καταθέσεις μαρτύρων) όχι, όμως, και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (ΑΠ 1592/2018, ΑΠ 1023/2019), διότι η εκτίμηση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα διατείνεται, ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του πιο πάνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε μεν υπόψη, τα τιμολόγια αγοράς ασφαλτικών που προσκόμισε η ίδια, όμως εμμέσως αμφισβήτησε την αποδεικτική τους ισχύ, καθώς απαίτησε για την απόδειξη των αναγραφομένων στα έγγραφα αυτά στοιχείων προσκόμιση και επιπλέον εγγράφων και συγκεκριμένα δελτίων αποστολής. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν αμφισβήτησε την αποδεικτική δύναμη των προσκομιζόμενων τιμολογίων αντίθετα τα έλαβε υπόψη του μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, σταθμίζοντας και αξιολογώντάς τα ελεύθερα κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο είτε στην ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης) κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ'αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό και εξήρε με την απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 763/2018) καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του. Αντίθετα δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σε αυτό, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.Α.Π.2/2008, 346/2016, Α.Π. 630/2020, Α.Π.262/2020). Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 374/2013, ΑΠ 1643/2005). Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διατεινόμενη ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των τιμολογίων που επικαλέστηκε και προσκόμισε και αφορούσαν προμήθεια ασφαλτικών προιόντων για το επίδικο έργο με εκδότρια την εταιρία "…. ΑΕ." από την οποία προμηθευόταν τα προιόντα αυτά και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν αποδεικνύεται το έργο για το οποίο προοριζόταν τα είδη αυτά, ενώ αν λάμβανε υπόψη το πραγματικό περιεχόμενό τους θα κατέληγε στην παραδοχή ότι τα προμηθεύτηκε για την εκτέλεση του επίδικου έργου και θα αποδεικνυόταν η έκταση της ζημίας της από την εκτέλεση της επίδικης σύμβασης και θα έκανε δεκτή την έφεση και την αγωγής της. Ο λόγος αυτός κρίνεται απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο των επίμαχων εγγράφων, καθώς και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που τους προσέδωσε το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, αλλά εκτίθεται μόνο το περιεχόμενο, που τους αποδίδει η αναιρεσείουσα. Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον από την επιτρεπτή επισκόπηση, κατ'άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, αλλά αξιολογώντας τα περιστατικά που περιέχονται στα έγγραφα αυτά, τα οποία σωστά ανέγνωσε, συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί η αναιρεσείουσα ορθό. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 176, 180 παρ.1, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-4-2021 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Α. Α. Τ. Β. Ε. Κ. Ο. Ε." για αναίρεση της υπ'αριθ.98/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ