Αριθμός 2241/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Αγροτικής Συνεταιριστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Επαρχίας Λασιθίου", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Μεταξά. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Π., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 268/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-7-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 21-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Όπως αποδεικνύεται από την .../28-11-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Λασιθίου …(με τις στην συνέχεια αυτής από 28-11-2012 απόδειξη παραλαβής δικογράφου του αρμοδίου αστυνομικού υπαλλήλου και από 29-11-2012 βεβαίωση ταχυδρομικής αποστολής έγγραφης ειδοποίησης), ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού της αρχικά ορισθείσης δικασίμου της 5-3-2013, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο και επομένως, εφόσον αυτός, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, δεν παρέστη καθοιονδήποτε τρόπο ενώπιον αυτού κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο και για την οποία δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή του, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία του (άρθ. 226 § 4, 573 § 1, 576 § 2 ΚΠολΔ). ΙΙ. Κατά το άρθρο 5 § 3 του ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 § 4 του ν. 2556/1997, η καταγγελία της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη θεωρείται έγκυρη εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στο τηρούμενο για το ΙΚΑ μισθολόγιο ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή με την ποινή της ακυρότητας πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η δήλωση βούλησης του εργοδότη για την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου και το τελευταίο αυτό να εγχειρισθεί, καθοιονδήποτε τρόπο, στον απολυόμενο, ώστε να μπορεί να λάβει γνώση του περιεχομένου του, καθώς και ότι η καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις (υποβολή μήνυσης για αξιόποινη πράξη, ανωτέρα βία), ανεξάρτητα από το λόγο που την προκάλεσε, πρέπει να συνοδεύεται με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης στον απολυόμενο. Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη, εκτός των ανωτέρω περιπτώσεων, υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού. Όταν όμως ο μισθωτός δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή εκπληρώνει αυτές κακόβουλα και συγκεκριμένα με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει την αποζημίωση του ν. 2112/1920, στην οποία και μόνο αποβλέπει, τότε η ενάσκηση της αξίωσης για αποζημίωση λόγω απόλυσης ή η προβολή της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη τήρησης των ανωτέρω διατυπώσεων του νόμου και η εντεύθεν αναγνώριση της υπερημερίας του εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών προς αυτόν του ενάγοντος μισθωτού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και συνεπώς μπορούν να αποκρουσθούν με την προβολή από τον εργοδότη της ένστασης από το άρθ. 281 ΑΚ για καταχρηστική άσκηση των ως άνω δικαιωμάτων του μισθωτού. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (1) Με την από 20-5-2005 ένδικη αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι η εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα αγροτική συνεταιριστική οργάνωση "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Επαρχίας Λασιθίου" τον προσέλαβε την 3-1-1988 με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οδηγός φορτηγού ψυγείου στην επιχείρηση -τυροκομείο που διατηρεί στο ..., με τους αναφερόμενους εκεί ειδικότερους όρους, ότι εργάσθηκε συνεχώς με την ιδιότητα αυτή μέχρι την 3-3-2005, όταν η εναγομένη τον απέλυσε ακύρως, καθόσον δεν του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ότι η καταγγελία αυτή της σύμβασης εργασίας του ήταν άκυρη και ως καταχρηστική, ερειδομένη στον ισχυρισμό ότι δήθεν η σύζυγός του, κατά παράβαση του κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας της εναγομένης, διατηρούσε ανταγωνιστική προς αυτήν επιχείρηση (σούπερ μάρκετ), με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε, εκτός άλλων, την καταβολή ποσού 10.860,28 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και επικουρικά, εάν η απόλυσή του κριθεί έγκυρη, ποσού 17.988,46 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης (2) Ενώπιον τόσο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσο και του Εφετείου Κρήτης, στο οποίο η υπόθεση μεταβιβάσθηκε με την άσκηση από αμφοτέρους τους διαδίκους εφέσεων κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχθηκε ενμέρει την αγωγή, η εναγομένη ισχυρίσθηκε, κατ' εκτίμηση, ότι η άσκηση των αξιώσεων του ενάγοντος είναι καταχρηστική, καθόσον ο ενάγων με την αναφερομένη εκεί αντισυμβατική συμπεριφορά του εξανάγκασε την εναγομένη να προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του για να εισπράξει την αποζημίωση απόλυσης. Το Εφετείο Κρήτης με την προσβαλλομένη 268/2008 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι η εναγομένη διατηρεί στο ... επιχείρηση - τυροκομείο και ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε την 3-1-1988 προσέλαβε τον ενάγοντα για να εργασθεί στην επιχείρησή της ως οδηγός φορτηγού - ψυγείου, ότι με την ειδικότητα αυτή ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης μέχρι την 3-3-2005, όταν η εναγομένη επέδωσε στον ενάγοντα το 2/2005 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της, με το οποίο κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του και τον απέλυσε, εξαιτίας του γεγονότος ότι η σύζυγός του λειτουργούσε κατάστημα, παντοπωλείο - οπωρολαχανοπωλείο, δηλ. δραστηριότητα ασυμβίβαστη και ανταγωνιστική σύμφωνα με τα άρθ. 10 και 59 του εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας της εναγομένης, ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε παράλληλα την οφειλομένη κατά νόμον αποζημίωση για την καταγγελία της σύμβασης, μη περιεχομένης, άλλωστε, στον ως άνω κανονισμό πρόβλεψης για μη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης στις αναφερόμενες στο άρθ. 59 αυτού περιπτώσεις λύσης της σχέσης εργασίας, ότι η εναγομένη από τον Σεπτέμβριο του έτους 2002, όταν λειτούργησε στον ... το κατάστημα, παντοπωλείο - οπωρολαχανοπωλείο, η σύζυγος του ενάγοντος Γ. Σ., όχι μόνο γνώριζε το γεγονός της λειτουργίας του, αλλά είχε αποδεχθεί και την ύπαρξή του, αφού πουλούσε σ' αυτήν τυροκομικά προϊόντα της τα έτη 2002, 2003 και 2004, το κατάστημα δε αυτό είναι μικρό (30-35m2) και σ' αυτό πωλούνται κυρίως φρούτα, λαχανικά και τυροκομικά αποκλειστικά της εναγομένης, ενώ απέχει 7km περίπου από τον ..., όπου βρίσκεται το σούπερ - μάρκετ αυτής και κατά συνέπεια δεν λειτουργούσε ανταγωνιστικά με την επιχείρηση σούπερ - μάρκετ της εναγομένης, ότι επομένως ο ισχυρισμός της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος "ο οποίος αν και ζήτησε και έλαβε προθεσμία για να εκπληρώσει όλες τις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι της εναγομένης, κλείνοντας το κατάστημα, όμως επίτηδες δεν συμμορφώθηκε για να υποχρεώσει την εναγομένη να καταγγείλει τη σύμβαση με σκοπό να εισπράξει την αποζημίωση απόλυσης" είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος και ότι κατά συνέπεια ο ενάγων λόγω της άκυρης απόλυσης δικαιούται αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο μέχρι και τον Οκτώβριο του 2005 που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 10.275,92 ευρώ. Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά περιστατικά το Εφετείο, αφού απέρριψε σχετικό λόγο της έφεσης της εναγομένης, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση που είχε επίσης απορρίψει την ως άνω ένσταση αυτής περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, επεδίκασε σ' αυτόν το ως άνω ποσό (μαζί με άλλα ποσά για άλλες αιτίες), κατά μερική παραδοχή της αγωγής, ύστερ' από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σε σχέση με την προβληθείσα ως άνω από την εναγομένη ένσταση, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ, διέλαβε δε συναφώς επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου, χωρίς αρίθμηση, πρώτος και δεύτερος, κατά σειρά προβολής τους, λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 αντίστοιχα του άρθ. 559 ΚΠολΔ (οι οποίοι ειδικά ως προς την αποζημίωση απόλυσης ερείδονται και σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά μερική παραδοχή της κύριας βάσης της αγωγής επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα μισθούς υπερημερίας και όχι αποζημίωση απόλυσης). Ειδικότερα, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αφενός ότι η επιχείρηση της συζύγου του ενάγοντος δεν λειτουργούσε ανταγωνιστικά προς την επιχείρηση της εναγομένης και αφετέρου ότι η εναγομένη κατήγγειλε την 3-3-2005 την σύμβαση του ενάγοντος, εξαιτίας του γεγονότος ότι η σύζυγος αυτού λειτουργούσε κατάστημα παντοπωλείου κ.λπ., ανέπτυσσε δηλ. δραστηριότητα ασυμβίβαστη και ανταγωνιστική, σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της εναγομένης, διότι η τελευταία αναφέρεται στον προβληθέντα από την εναγομένη λόγο καταγγελίας. Εξάλλου, το Εφετείο κρίνοντας την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος άκυρη λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και επιδικάζοντας σ' αυτόν μισθούς υπερημερίας (κατά παραδοχή του συναφούς κυρίου αιτήματος της αγωγής) λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας για τον ως άνω λόγο (εξαιτίας της μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης), όπως ακριβώς διαλαμβανόταν και στην αγωγή, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενό της, ουδόλως επεδίκασε σ' αυτόν περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή κάτι που δεν ζητήθηκε, αφού στην αγωγή ρητά περιεχόταν, όπως προαναφέρθηκε, αντίστοιχη βάση, στηρίζουσα το ως άνω αίτημα, και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο κατά σειρά προβολής τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 9 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, καθώς και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 6-7-2009 αίτηση της Αγροτικής Συνεταιριστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Επαρχίας Λασιθίου" για αναίρεση της 268/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ