Αριθμός 1501/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη, Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 1066/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 97/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου με αριθμό 151/11.04.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ., την υπ΄αριθμ. 156/4-12-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Αθηνών Κωνσταντίντο Μιχαλόπουλο, δυνάμει της από 4-12-2006 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του υπ΄αριθ. 1066/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα: 1. Το Συμβουλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ΄αριθ. 3230/2005 βούλευμά του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ1, καθώς και την Χ2, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, κατά συναυτουργία και κατ΄εξακολούθηση. Εναντίον του παραπάνω βουλεύματος οι παραπεμφθέντες κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες με το υπ΄αριθ. 1066/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1 με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 28-11-2006 με θυροκόλληση, σύμφωνα με τις επιταγές των διατάξεων των άρθρων 155 παρ. 2 και 273 Κ.Π.Δ., η δε αίτηση ασκήθηκε την 4-12-2006 (άρθρ. 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ΄αριθ. 156/4-12-2006 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικώς οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιατικής ποινικής διατάξεως. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ακολούθως να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 εδ. α΄ Π.Κ., όπως η παρ. 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 α΄ Ν. 2721/1999 και η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 Ν.2408/1996, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του, ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος, ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νομίμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και επί πλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή, ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολικά αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, κατά το άρθρο 5 Ν.2943/2001, με το οποίο δόθηκε η επίσημη αντιστοιχία, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεσή του αυτή. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως καθίσταται και ο εντολοδόχος, ο οποίος, κατά τα άρθρα 713 και 719 ΑΚ, έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση, νομικής ή υλικής φύσεως, που του ανατέθηκε από τον εντολέα και αρνείται να αποδώσει στον τελευταίο το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κινητό πράγμα, που αυτός του εμπιστεύθηκε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, είτε με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό. Επί υπεξαιρέσεως ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου είναι αναγκαίος, όταν αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης ή μικρής, αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία την πραγμάτων, από τη συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής. Τέλος το έγκλημα της υπεξαιρέσεως θεωρείται τετελεσμένο αφότου ο υπαίτιος επιχείρησε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, με την οποία εκδηλώνεται και εξωτερικεύεται η χωρίς δικαίωμα ιδιοποίηση του ξένου κινητού πράγματος (ΑΠ 1882/2006, ΑΠ 1571/2006, ΑΠ 1364/2006, ΑΠ 960/2006, ΑΠ 825/2006). 3. To παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σαυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 544/2005 ΠΧ ΝΣΤ 19, ΑΠ 114/2004 ΠΧ ΝΒ'29), β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006 ΠΧ ΝΣΤ'819, ΑΠ 345/2006 ΠΧ ΝΣΤ' 829). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1071/2005 ΠΧ ΝΣΤ 135, ΑΠ 1364/2006). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1074/2006). 4. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρει και προσδιορίζεται κατ΄είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, των πολιτικώς εναγόντων, τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τις απολογίες των κατηγορουμένων, καθώς και τα υπομνήματά τους, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 υπήρξε διευθύνων σύμβουλος και Πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΙΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΑΕ". Η έδρα της εταιρείας αυτής βρισκόταν στην Καλλιθέα και επί της οδού Ελ. Βενιζέλου αριθ. 4 και ως αντικείμενο εργασιών είχε μεταξύ άλλων και τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, στα πλαίσια των οποίων ανελάμβανε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου των πελατών της, επενδύοντας στην αγορά μετοχών, αμοιβαίων κεφαλαίων κ.λ.π. Η δεύτερη κατηγορουμένη, Χ2, αρχικά υπήρξε υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας. Μετά την παραίτηση της από αυτή, το έτος 1996 εργάσθηκε ως συνεργάτης της ανωτέρω εταιρείας και συγκεκριμένα ερχόταν σε επαφή με τους πελάτες - επενδυτές για την αγορά των αμοιβαίων κεφαλαίων και κάθε είδους κινητών αξιών εισηγμένων στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών μέσω της ανωτέρω εταιρείας. Στα πλαίσια της δραστηριότητας της αυτής ήλθε σε επαφή με το μηνυτή, Ψ1, με τον οποίο είναι μακρινοί συγγενείς και, διαβεβαιώνοντας αυτόν ότι τα χρήματα του θα είχαν μεγάλη απόδοση, έδωσε στη συνέχεια ο ανωτέρω μηνυτής στους κατηγορουμένους, το μεν το ποσό των 5.800.000 δρχ. που ανήκε στον ίδιο προσωπικά, το δε το ποσό των 5.800.000 δρχ. που ανήκε στον αδελφό του επίσης μηνυτή, Ψ2, ο οποίος διέμενε στη Γερμανία, με την προφορική εντολή να τα επενδύσουν επί ονόματι τους και για λογαριασμό τους σε ασφαλείς επενδύσεις στο Χρηματιστήριο Αθηνών μέσω της ανωτέρω εταιρείας. Παράλληλα η ανωτέρω κατηγορουμένη γνώρισε το μηνυτή, Ψ3, μέσω του ως άνω συγγενικού της προσώπου Ψ1 ο οποίος για τον ίδιο ως άνω λόγο και σκοπό τους παρέδωσε το ποσό των 11.600.000 δρχ., με την προφορική εντολή σ' αυτούς να τα επενδύσουν μέσω της ανωτέρω εταιρείας για λογαριασμό του στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Στα πλαίσια των ανωτέρω προφορικών εντολών προς αμφότερους τους κατηγορουμένους καταρτίσθηκε την 4.2.1997 έγγραφη σύμβαση διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου, Χ1, ως διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας "ΑΚΤΙΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε." και των μηνυτών, Ψ1 και Ψ2, διάρκειας δώδεκα μηνών, σύμφωνα με τον υπ' αριθμό 6 όρο αυτής. Η ανωτέρω σύμβαση ανανεώθηκε διαδοχικά τα τρία επόμενα έτη, ήτοι την 4.2.1998, την 4.2.1999 και την 4.2.2000. Επίσης ίδια σύμβαση καταρτίσθηκε μεταξύ της ανωτέρω εταιρείας και του μηνυτή, Ψ3, την 7.12.1998, δωδεκάμηνης διάρκειας, η οποία ανανεώθηκε την 7.12.1999, της οποίας η διάρκεια ορίσθηκε εξάμηνη. Σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων οι μηνυτές κατέβαλαν, κατά τα προεκτεθέντα, τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή αμφοτέρων των κατηγορουμένων και τα οποία όφειλαν αυτοί, ως εντολοδόχοι, να τα διαχειρισθούν κατά τρόπο αποδοτικό για λογαριασμό των εντολέων τους μηνυτών και στη συνέχεια να τα αποδώσουν κατά τη λήξη των σχετικών συμβάσεων μαζί με το κέρδος που θα προέκυπτε από τις επενδύσεις αυτές. Μάλιστα δε κατά την κατάρτιση της από 4.2.2000 ιδιωτικής σύμβασης αξιοποίησης χαρτοφυλακίου, που συνήφθη μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου ως εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρείας και των μηνυτών Ψ1 και Ψ2, οι κατηγορούμενοι εγγυήθηκαν ρητά με όρο που αναγράφεται σ' αυτήν ετήσια καθαρή απόδοση 21% και συγκεκριμένα ότι το συνολικό ποσό των 11.600.000 δρχ. (5.800.000 + 5.800.000) που κατέβαλαν σ' αυτούς οι τελευταίοι θα ανερχόταν την 4.2.2001 στο ποσό των 14.036.000 δρχ. Επίσης με την από 7.6.1999 ίδια σύμβαση που συνήφθη μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου ως εκπροσώπου της ανωτέρω εταιρείας και του μηνυτή, υποσχέθηκαν οι κατηγορούμενοι σ' αυτόν ότι το ποσό των 11.600.000 δρχ. που τους κατέβαλε θα ανερχόταν την 7.6.2000 στο ποσό των 12.818.000 δρχ. Τα ανωτέρω ποσά που κατέβαλαν οι μηνυτές στους κατηγορούμενους προφανώς να επένδυσαν αρχικά οι τελευταίοι μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, γεγονός όμως που δεν προκύπτει με απόλυτη βεβαιότητα από τα στοιχεία που προσκομίζουν αυτοί. Τούτο, διότι τα μόνα ποσά που προκύπτει ότι επένδυσαν οι κατηγορούμενοι την 20.10.99 και 29.12.99 είναι αυτά των 536.239 και 501.407 δρχ. αντίστοιχα, με τα οποία αγόρασαν τίτλους αμοιβαίων κεφαλαίων της εταιρείας "Α/Κ ΑΣΠΙΣ ΜΕΤΟΧΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ" για λογαριασμό του μηνυτή, Ψ1, όπως προκύπτει από τις σχετικές βεβαιώσεις της ανωτέρω εταιρείας που προσκομίζουν οι κατηγορούμενοι. Μάλιστα δε οι τελευταίοι, προκειμένου να καθησυχάζουν τους μηνυτές, παρέδιδαν σ' αυτούς αντίγραφα των ανωτέρω συμβάσεων από τις οποίες προέκυπτε ότι ανανεωνόταν η επένδυση τους και το ύψος της απόδοσης αυτής κατά τη λήξη τους, ενώ παράλληλα τους κατέβαλαν ενδιάμεσα κάποια ποσά, που αφορούσαν τα κέρδη που προερχόταν από την επένδυση τους αυτή. Την 4.2.2001, οι μηνυτές Ψ1 και Ψ2 κατά τη λήξη της ανωτέρω σύμβασης τους, θέλησαν να ενημερωθούν για την πορεία του χαρτοφυλακίου τους, προκειμένου να αποφασίσουν, εάν θα συνέχιζαν τις επενδύσεις τους ή θα ζητούσαν τη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου τους. Το ίδιο ακριβώς έπραξε και ο μηνυτής, Ψ3, κατά τη λήξη της σύμβασης του, την 7.6.2000. Όμως οι κατηγορούμενοι αρχικά τους διαβεβαίωναν ότι τα χρήματα τους έχουν επενδυθεί επωφελώς και ότι θα τους τα απέδιδαν, πράγμα όμως που δεν έπραξαν παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους και στη συνέχεια εξαφανίσθηκαν και δεν απαντούσαν στις τηλεφωνικές κλήσεις τους. Μετά δε από έρευνα που πραγματοποίησαν οι μηνυτές διαπιστώθηκε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν ρευστοποιήσει τα χαρτοφυλάκια τους και τα χρήματα που είχαν εισπράξει τα ιδιοποιήθηκαν παράνομα από κοινού ενθυλακώνοντας τα στην περιουσία τους. Οι εκκαλούντες, τόσο κατά την απολογία τους στον Ανακριτή, όσο και με τις υπό κρίση εφέσεις τους και τα υπομνήματα τους, αρνούνται τις ανωτέρω κατηγορίες. Ειδικότερα ο πρώτος από αυτούς διατείνεται ότι διαχειρίσθηκε τα καταβληθέντα σ' αυτόν από τους μηνυτές ποσά για την αγορά μετοχών στο Χ.Α.Α. κατά τρόπο επωφελή, έχοντας μάλιστα επενδύσει μέσω της από αυτόν εκπροσωπούμενης εταιρείας "ΑΚΤΙΟΝ ΑΕ" και σε τίτλους μετοχικού αμοιβαίου Κεφαλαίου της εταιρείας "ΑΣΠΙΣ ΑΕΔΑΚ", καθώς και μετοχών των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο εταιρειών ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΕ και ΑΛΤΕ κ.λ.π. και ότι η μη απόδοση της επένδυσης των μηνυτών οφείλεται στην κάθετη πτώση του χρηματιστηρίου. Επί πλέον ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στους μηνυτές Ψ1 και Ψ2 το ποσό των 3.048.000 δρχ., εκδίδοντας προς τούτο τη με αριθμό .... επιταγή της ASPIS BANK, με ημερομηνία εκδόσεως την 24.2.99, την οποία και εισέπραξαν, ενώ το κεφάλαιο του επενδύθηκε εκ νέου, υπογραφείσης προς τούτο της από 4.2.99 συμβάσεως. Όσον αφορά δε το μηνυτή, Ψ3 ισχυρίζεται ότι τον εξόφλησε πλήρως δια της καταθέσεως σε λογαριασμό του στην ALFA BANK ΠΙΣΤΕΩΣ (αριθ. λογαρ. .....) την 16.6.2000 το ποσό των 800.000 δρχ. το οποίο αποτελούσε το τελικό ποσό της ρευστοποιήσεως των μετοχικών τίτλων, από τους οποίους αποτελείτο το χαρτοφυλάκιο του. Προς θεμελίωση των ισχυρισμών του ο κατηγορούμενος προσκομίζει μηνιαία ανάλυση χαρτοφυλακίου στο όνομα του μηνυτή, Ψ1, στην οποία εμφαίνεται η κατάσταση του χαρτοφυλακίου του ανά μήνα έως και την 4.2.01. Την τελευταία αυτή ημερομηνία εμφαίνεται να διαθέτει 2.190 τίτλους τρέχουσας αξίας 2.432 δρχ. και συνολικής 5.326.080 δρχ. Όσον αφορά το μηνυτή, Ψ3, προσκομίζει και πάλι την κίνηση του χαρτοφυλακίου του και τη μηνιαία ανάλυση του χαρτοφυλακίου του, από την οποία προκύπτει ότι η τελική αποτίμηση των τίτλων του στις 16.6.2000 είχε φθάσει στο ποσό των 800.000 δρχ. Όμως από τα ανωτέρω προσκομιζόμενα έγγραφα ουδόλως αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, καθόσον πρόκειται για καταστάσεις και έγγραφα που έχει συντάξει ο ίδιος ως εκπρόσωπος της εταιρείας "AKTION AE" και επομένως αυτά κρίνονται αναξιόπιστα, ενώ από κανένα άλλο στοιχείο δεν προκύπτει ότι έχουν πραγματοποιηθεί οι αναγραφόμενες αγορές των τίτλων που απεικονίζονται σ΄ αυτές. Ουδόλως προσκομίζει κάποιους τίτλους ή κάποιες βεβαιώσεις από τις χρηματιστηριακές εταιρείες, μέσω των οποίων ισχυρίζεται ότι επένδυσε τα ανωτέρω ποσά των μηνυτών από τις οποίες να προκύπτει ότι πράγματι προέβη στην αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων ή τίτλων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων επ' ονόματι των τελευταίων. Μια δε από τις εταιρείες αυτές που συνεργαζόταν με την ως άνω εταιρεία του πρώτου εκκαλούντα ήταν και η χρηματιστηριακή εταιρεία "ΑΣΠΙΣ Α.Ε Δ.ΑΚ" από την οποία όμως, όπως προαναφέραμε, μόνο δύο βεβαιώσεις αυτής προσκομίζονται, από τις οποίες προκύπτει ότι τα επενδυόμενα ποσά επ' ονόματι του Ψ1 είναι αυτά των 536.239 και 501.407 δρχ. την 22.10.1999 και την 29.12.99 αντίστοιχα. Προσέτι οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου σε σχέση με το μηνυτή, Ψ3, αναιρούνται από την 7.12.1999 ιδιωτική σύμβαση αξιοποίησης χαρτοφυλακίου, στην οποία αναγράφεται, όπως ήδη εκθέσαμε, ότι το ποσό του χαρτοφυλακίου του ύψους 11.600.000 δρχ., θα έχει ετήσια καθαρή απόδοση 21% και στις 7.6.00 θα έφθανε στο ποσό των 12.818.000 δρχ. Όμως και αν ακόμη γίνει δεκτόν ότι δεν υπήρξε η προσδοκώμενη αυτή απόδοση του 21%, λόγω κάθετης πτώσης του χρηματιστηρίου, δεν αντέχει στην κοινή λογική ένα τόσο μεγάλο ποσό ύψους 11.600.000 δρχ. να μειώθηκε στο ποσό των 800.000 δρχ. σε έξι μόνο μήνες. Αντίθετα με τα έγγραφα αυτά που προσκομίζει ο εκκαλών επιβεβαιώνει τον εμπαιγμό των μηνυτών και την υπεξαίρεση των χρηματικών ποσών που τους κατέβαλαν οι μηνυτές. Η δε καταβολή των ανωτέρω ποσών στους τελευταίους δεν αποτελεί έστω και μερική απόδοση του κεφαλαίου τους, αλλά μέρος των τόκων που εισέπραξαν οι κατηγορούμενοι κατά την αξιοποίηση των χρημάτων που τους έδωσαν οι μηνυτές για να τα επενδύσουν για λογαριασμό τους, όταν μάλιστα τα έτη 1997 και 1998, που τους τα χορήγησαν ήταν έτη άνθησης των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω θεμελιώνεται κατά την αντικειμενική και υποκειμενική του υπόσταση το αδίκημα της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που τελέσθηκε από εντολοδόχο και διαπράχθηκε από κοινού και κατ' εξακολούθηση και της οποίας το αντικείμενο ανέρχεται συνολικά στο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ποσό των 23.200.000 δρχ. (αρθρ. 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 98, 375 παρ. 2α, 1β ΠΚ, όπως η παράγραφος 2 αντικατ. με άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/96). Προσέτι θα πρέπει να επισημανθεί ότι και οι δύο κατηγορούμενοι ενεργούσαν ως εντολοδόχοι κατά την έννοια του νόμου, αφού αμφότεροι οι κατηγορούμενοι έλαβαν προφορική εντολή από τους μηνυτές να επενδύσουν τα χρήματα τους κατά τον επωφελέστερο γι αυτούς τρόπο μέσω του χρηματιστηρίου, ο δε πρώτος κατηγορούμενος υλοποίησε την εντολή αυτή δια της υπογραφής των σχετικών συμβάσεων αξιοποίησης χαρτοφυλακίου, καθόσον όπως προαναφέραμε, ήταν ο μόνος αρμόδιος, ως εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας, να συμπράξει σ' αυτές. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Χ1 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, κατά συναυτουργία και κατ΄εξακολούθηση. Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26,27,45, 98 και 375 παρ. 1 εδ. α΄ και 2 εδ. α΄ ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητη η αναφορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα του τρόπου κατά τον οποίο οι μηνυτές παρέδωσαν τα υπεξαιρεθέντα χρηματικά ποσά στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, αφού το στοιχείο αυτό δεν είναι αναγκαίο για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως. Περαιτέρω ρητώς αναφέρεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι ο αναιρεσείων και η συγκατηγορουμένη του χρησιμοποίησαν πολύ μικρό τμήμα από τα χρηματικά ποσά που παρέλαβαν εκ μέρους των μηνυτών για να το επενδύσουν στο χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, ενώ το μέγιστο τμήμα από αυτά ενσωμάτωσαν στην ατομική τους περιουσία, στη συνέχεια δε ρευστοποίησαν και όσους τίτλους αγόρασαν για λογαριασμό των μηνυτών, ιδιοποιούμενοι και τα ποσά που εισέπραξαν από την ρευστοποίηση αυτή. Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα με πλήρη και σαφή αιτιολογία απάντησε σε όλους τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα. Επίσης στο προσβαλλόμενο βούλευμα παρατίθενται ειδικές σκέψεις, σύμφωνα με τις οποίες τον αναιρεσείοντα και τους μηνυτές συνέδεε σύμβαση εντολής κατά τις διατάξεις των άρθρων 713 επόμ. ΑΚ και κατά την έννοια αυτή ο εντολοδόχος δεν αποκτά την κυριότητα των παραδοθέντων σ΄αυτόν χρημάτων (ΑΠ 1882/2006). Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που προβάλλονται στα πλαίσια των παραπάνω λόγων αναιρέσεως, με τις οποίες επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου. Κατά ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ΄αυτόν τα δικαστικά έξοδα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η υπ΄αριθ. 156/4-12-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 , κατά του υπ΄αριθ. 1066/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 28 Φεβρουαρίου 2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με το προσβαλλόμενο υπ΄ αριθμ. 1066/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος και της Χ2 κατά του πρωτοδίκου υπ΄ αριθμ. 3230/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν αυτοί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικασθούν για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση.(άρθρ. 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 98, 375 παρ 1 και 2 εδ. α' Π.Κ., όπως η παράγραφος 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 α' Ν. 2721/1999 και η παρ. 2 αυτού αντικατ. με άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/96) πράξεις που φέρονται απ' αυτούς τελεσθείσες στην Αθήνα την 4-2-2001 εις βάρος των Ψ1 και Ψ2 και 7-6-2000 εις βάρος του Ψ3. Για τους λόγους που εκτίθενται στην εισαγγελική πρόταση, στους οποίους ως ορθούς, νομίμους και βασίμους και το Συμβούλιο αυτό αναφέρεται εξ ολοκλήρου για την αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αφού οι περιεχόμενοι σ΄ αυτή λόγοι από το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β΄ και δ΄ ΚΠΔ και συγκεκριμένα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 εδ. α' Π.Κ., όπως η παρ. 1 συμπληρώθηκε με το άρθρο 14 παρ. 3 α' Ν. 2721/1999 και η παρ. 2 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996 είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και αναφέρονται διεξοδικώς στην εισαγγελική πρόταση διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού περιέχονται σ΄ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα ως άνω αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου κατά συναυτουργία και κατ΄εξακολούθηση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις, για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς επίσης και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 εδ. α' ΠΚ, τις οποίες εφάρμοσε σωστά, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Επομένως, μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ΄ αριθμ. 156/4.12.2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του υπ΄ αριθμόν 1066/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2007.- Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ