Αριθμός 1985/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. -Χ. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βλάχο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Π., ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Α. Κ., κατοίκων ... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Καλαμπαλίκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 524/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 3952/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 15-12-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 4-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Εισάγεται προς κρίση αίτηση προς αναίρεση απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο έκρινε για επιδίκαση υπέρ της ήδη αναιρεσίβλητης, διατροφής για παρελθόντα χρόνο, από μέρους του ήδη αναιρεσίβλητου, φυσικού πατρός του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων. ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτός ο λόγος αναιρέσεως υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδώς ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνος ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ'ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα, ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν σ'αυτήν (Ολ.ΑΠ 36/1988 Ολ.ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004). Ψευδής ερμηνεία συντρέχει, όταν ο δικαστής της ουσίας αποδίδει στο νόμο νόημα διαφορετικό από αυτό που, στην πραγματικότητα, έχει. Το σφάλμα εδώ, περιορίζεται στην μείζονα πρόταση, στην ανεύρεση και στην ερμηνεία του κανόνα δικαίου (ΑΠ 943/2006). Πρόκειται, δηλαδή, κατά τα παραπάνω, για ευθεία παράβαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 254/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1498 ΑΚ, διατροφή για το παρελθόν δεν οφείλεται παρά μόνο από την υπερημερία. Κατά το άρθρο 340 ΑΚ ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος, αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή. 'Οχληση δε, κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, συνιστά και η επίδοση αίτησης, για επιδίκαση προσωρινής διατροφής, υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι η όχληση αφορά νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη απαίτηση, η οποία - σε περίπτωση άρνησής της από τον υπόχρεω - θα αναγνωρισθεί, με (τελεσίδικη) δικαστική απόφαση κατά την σχετική τακτική δίκη. Ενόψει τούτων, είναι νομικώς αβάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, υποχρέωσε τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα να καταβάλει στην ενάγουσα, για λογαριασμό του (εκτός γάμου) ανηλίκου τέκνου του, διατροφή για παρελθόντα χρόνο, και δη από της προς αυτόν επιδόσεως αιτήσεως για επιδίκαση προσωρινής διατροφής, παρόλο που η αίτηση αυτή κρίθηκε ουσιαστικά αβάσιμη (και ανεξαρτήτως του ότι - όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση - κρίθηκε ήδη αμετακλήτως ότι "η ανήλικη είναι γνήσιο τέκνο του εναγομένου, το οποίο ο ίδιος αρνείται επίμονα να αναγνωρίσει εκουσίως", πράγμα που δημιουργεί γι' αυτόν υποχρέωση διατροφής). ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η απόφαση του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα", νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.ΑΠ 3/1997). Για να υπάρξει λόγος από τη μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού, προϋποτίθεται: 1)να ασκεί αυτός ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά και να έχει προβληθεί από τον ίδιο τον ασκούντα την αναίρεση διάδικο, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 12/2000, Ολ.ΑΠ 2/2001). Επί πλέον δε, απαιτείται να είναι και ο ίδιος νόμιμος (Ολ.ΑΠ 14/2004). "Πράγματα", με την πιο πάνω έννοια, είναι αναμφίβολα, και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που στηρίζουν, εκτός των άλλων, και ουσιαστικές ενστάσεις, όπως εκείνη της κατάχρησης δικαιώματος (αρθρ.281 ΑΚ), (ΑΠ 90/2004). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η κοινή πίστη ή τα χρηστά ήθη η ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται, ότι ασκείται καταχρηστικά, και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη, όμως, η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ'αυτού, δεν αρκεί, κατ'αρχήν, να καταστήσει και αρχηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν, όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, οι οποίες συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί, εκ των υστέρων, ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς, για τα συμφέροντα του υπόχρεου, επιπτώσεις. Στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή, κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, άρα, καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.ΑΠ 17/1994, ΑΠ 13/2004 βλ. και Ολ.ΑΠ 62/1990). Εδώ, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης του, εκθέτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εξέτασε, ούτε έλαβε υπόψη, την από το άρθρο 281 ΑΚ, ένστασή του, αν και την είχε προτείνει, νόμιμα, και ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και με λόγο έφεσης στο Εφετείο. Στήριξε δε την ένστασή του αυτή στο ότι, ως ο ίδιος εκθέτει: α)από την απόρριψη της αίτησης για προσωρινή επιδίκαση, στις 5-5-2003, μέχρι την άσκηση της αγωγής, στις 24-7-2007 πέρασαν πέντε, σχεδόν, έτη και β)έτσι, είχε την απόλυτη βεβαιότητα πως δεν θα κατέβαλε διατροφή, γ)αδυνατεί να καταβάλει το αιτούμενο ποσό των 11.700 ευρώ, γιατί έχει πενιχρά εισοδήματα, και κατάκοιτο πατέρα και δ)οι ανάγκες της αντιδίκου του, για τον παρελθόντα χρόνο, έχουν πλέον, καλυφθεί. Με τέτοιο, όμως, περιεχόμενο, δεν πρόκειται περί ισχυρισμού, του οποίου τα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, θα ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κι' αυτό γιατί: α)μόνη η πάροδος του χρόνου, δεν αποτελεί, κατά προεκτεθέντα, βάση, για τη στήριξη της πιο πάνω ένστασης, β)το αν ο αν αναιρεσείων είχε την παραπάνω εντύπωση, και, αν ακόμη αδυνατεί να καταβάλει τα αιτούμενα, δεν συνιστούν όρους που θεμελιώνουν την ίδια ένσταση, κατά τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν. Κατά συνέπεια, εφ'όσον πρόκειται για μη νόμιμο ισχυρισμό (ένσταση), κατά τα προαναφερθέντα, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. IV. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι: α)κατά το άρθρο 1489 εδ.2 του ΑΚ, οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν από κοινού, το τέκνο τους, ανάλογα με τις δυνάμεις τους, β)στο πλαίσιο των οριζομένων από τη διάταξη αυτή και σύμφωνα με τα όσα έχουν αποδειχθεί, έπρεπε η δική του συμμετοχή να καθοριστεί, στο ποσό των 253 ευρώ μηνιαίως, αντί των 300 και της αντιδίκου του στο ποσό των 247 ευρώ αντί των 200 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω, ο λόγος αυτός στηριζόμενος, κατά του αναιρεσείοντα στη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει ν'απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι: α)αναφέρεται στην ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά τα προεκτεθέντα, ουσιαστική κρίση της απόφασης. β)εντελώς αόριστα, γίνεται αναφορά στην προβαλλόμενη παραβίαση της προμνημονευθείσας διάταξης χωρίς να αναφέρεται όπως έπρεπε, το νομικό σφάλμα, δηλαδή η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης για την έννοια της παραπάνω διάταξης. Κατά ταύτα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρ. 178, 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-12-2009 αίτηση του Γ. - Χ. Π. περί αναιρέσεως της 3952/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ