Αριθμός 1889/20... ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 20..., με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Χ. και της Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νίκου Μακρή, που προηγουμένως, ανακάλεσε την από 19-1-20... δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Π. του Τ. και της Α., 2) Παύλου ... του Δημητρίου και της Ελένης, 3) Ταξιάρχη ... του Δημητρίου και της Ελένης, κατοίκων ..., 4) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Έ. Α..Ε..", νόμιμα εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στην ..., 5) Χ. Δ. του Ν. και της Σ., κατοίκου Α.. Οι υπό στοιχείο 1, 2, 3 και 5 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κατρά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Η υπό στοιχείο 4 αναιρεσίβλητη, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Τελλή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 211/2019 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-7-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 12-7-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 211/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 20-6-2014 αγωγή του που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ο ενάγων ζητούσε ν' αναγνωριστεί κύριος της περιγραφόμενης επιμήκους λωρίδας γης και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης να παύσουν την προσβολή της κυριότητας του και να παραλείψουν την διατάραξη της στο μέλλον Το ως άνω Δικαστήριο εκδίκασε την αγωγή κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην των εναγομένων και εξέδωσε την υπ' αριθ. 80/2017 οριστική απόφαση, με την οποία, δέχθηκε την αγωγή λόγω του τεκμηρίου από την ερημοδικία των εναγομένων και αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο της περιγραφόμενης λωρίδας γης και υποχρέωσε τους εναγομένους, με την απειλή χρηματικής ποινής 150 € και προσωπικής κράτησης ενός μηνός, να παύσουν την προσβολή με τους τρόπους που αναλυτικά αναφέρονται, να παραλείψουν την προσβολή στο μέλλον. Κατά της απόφασης αυτής, οι εναγόμενοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, άσκησαν την από 19.10.2017 έφεση, επί της οποίας το Εφετείο εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων την υπ' αριθμ. 211/2019 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κράτησε την υπόθεση και δίκασε την από 20-6-2014 αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει και αναγνώρισε τον ενάγοντα συγκύριο σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως της περιγραφόμενης επίδικης λωρίδας γης. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης Α. Ν.. Μ. βρίσκεται ένα οικόπεδο εμβαδού 1.909,37 τμ το οποίο εμφαίνεται στο συνημμένο στην αγωγή από τον Αύγουστο του 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ... Κ./νου Μ. με τους με αριθμούς ..., και συνορεύει ανατολικά, σε πλευρά ..., μήκους 33,77 μ, με ιδιοκτησία της τέταρτης εναγομένης και πριν ιδιοκτησία του πέμπτου εναγόμενου σε άλλη πλευρά ..., μήκους 20,72 μ., με ιδιοκτησία Α. Γ. σε άλλη πλευρά ..., μήκους ...,89 με ιδιοκτησία Δ. Γ., δυτικά, σε πλευρά τεθλασμένη ..., μήκους 19,96 μ, + 4,13 μ., με ιδιοκτησία των πρώτου, δευτέρου και τρίτων των εναγόμενων, σε άλλη πλευρά ... μήκους 22,12 μ., με ιδιοκτησία Α. Γ. και σε άλλη πλευρά ..., μήκους 32, 78 μ., με τη δημοτική οδό Α. Σ., βόρεια, σε πλευρά 24-... μήκους 32,96 μ., με τη δημοτική οδό Α. Σ. και σε άλλη πλευρά ..., μήκους 1,36 μ., με ιδιοκτησία Δ. Γ. και νότια, σε πλευρά ..., μήκους 4,19 μ., με τη δημοτική οδό ..., σε άλλη πλευρά ..., μήκους 10,69 μ., με την ιδιοκτησία της υπό στοιχείο 4 εναγόμενης, σε άλλη τεθλασμένη πλευρά ..., μήκους 7,57 μ. + 9,74 μ. με ιδιοκτησία των πρώτου, δευτέρου και τρίτου των εναγόμενων, σε άλλη πλευρά ..., μήκους 7,31 μ., με ιδιοκτησία Σ.. Χ. και σε άλλη πλευρά ..., μήκους 28,25 μ., με ιδιοκτησία Α. Γ.. Τμήμα του οικοπέδου αυτού, εμβαδού 1.071,10 τμ με μία ισόγεια κατοικία εμβαδού 114, 09 τμ και με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο παραπάνω ενιαίο οικόπεδο 560,97/...0 όπως εμφαίνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τον αριθμό 2 εντός κύκλου και με τους αριθμούς ...-9-...-13-...-16-...-4...2-47-...-4 και συνορεύει ανατολικά, σε πλευρά 5-9, μήκους 33,77 μ., με ιδιοκτησία της τέταρτης εναγόμενης, σε άλλη πλευρά ..., μήκους 20,72 μ., με ιδιοκτησία Αφροδίτης Γλίτη και σε άλλη πλευρά 21-4\7, μήκους 1,00 μ., με ιδιοκτησία Δ.. Γ., δυτικά, σε πλευρά τεθλασμένη ..., μήκους 19,96 μ. + 4,13 μ., με ιδιοκτησία των πρώτου, δεύτερου και τρίτου εναγόμενου με σε άλλη πλευρά ... μήκους 22,12 μ., με ιδιοκτησία Α. Γ. και σε άλλη πλευρά ..., μήκους 6,95 μ., με τη δημοτική οδό Α. Σ., βόρεια, σε πλευρά τεθλασμένη ..., μήκους 24,35 μ. + 9,64 μ. + 22,33 μ., με το υπόλοιπο τμήμα του ως άνω ενιαίου οικοπέδου και σε πλευρά ..., μήκους 1,36 μ., με ιδιοκτησία Δ.. Γ. και νότια, σε πλευρά ..., μήκους 4,19 μ., με τη δημοτική οδό ..., σε άλλη πλευρά ..., μήκους 10,69 μ., με ιδιοκτησία τέταρτης εναγόμενης, σε άλλη τεθλασμένη πλευρά ..., μήκους 7,57 μ. + 9,74 μ., με ιδιοκτησία των πρώτου-δευτέρου και τρίτου των εναγόμενων, σε άλλη πλευρά ..., μήκους 7,31 μ., με ιδιοκτησία Σ.. Χ. και σε άλλη πλευρά ..., μήκους 28,25 μ., με ιδιοκτησία Α.. Γ., περιήλθε στον ενάγοντα με τον ακόλουθο τρόπο. Με την υπ' αριθ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... Ε. Κ.-Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου ... (τόμ. …. και αριθ. ….), περιήλθε στον ενάγοντα, ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομιά του αποβιώσαντος, στις 15.12.1959, στον ..., πατέρα του, Χ. Π., ο οποίος δεν κατέλειπε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ' αδιαθέτου από τη σύζυγο του και μητέρα του ενάγοντα, Μ. χήρα Χ. Π. και τα τέκνα του ήτοι τον ενάγοντα και τα αδέλφια του τελευταίου, τον Τ. Π. και την Β. συζ. Θ. Π., οι οποίοι και αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά με την ίδια ως άνω πράξη αποδοχής. Στον κληρονομούμενο είχε περιέλθει το ως άνω μείζον ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον κατείχε αυτό με διάνοια κυρίου 20 και πλέον έτη έως το θάνατο του που το νεμόταν συνεχώς, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, ήτοι συνέχισε την ανέγερση την ήδη υπάρχουσας επ' αυτού παλαιός οικίας, καλλιεργούσε στον περιβάλλοντα χώρο κηπευτικά και εν γένει το επέβλεπε αυτό ως κύριος διαδεχόμενος στη νομή και κατοχή τον πατέρα του και παππού του ενάγοντα, Τ. Π., ο οποίος ασκούσε όμοιες διακατοχικές πράξεις επί του μείζονος οικοπέδου μετά της οικίας πριν ακόμα το έτος 1915 όταν τμήμα αυτού κατασχέθηκε από τον Α. Ρ. - απώτερο δικαιοπάροχο του πρώτου εναγομένου (...) - και απέμεινε το υπόλοιπο εμβαδού 1.909,37 τμ που περιγράφεται παραπάνω και το οποίο είχε μοναδική διέξοδο - πρόσβαση στον κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο, την οδό ..., από τη νότια πλευρά του οικοπέδου, μέσω μιας λωρίδας γης, σχήματος επιμήκους τραπεζίου, από βορρά προς νότο - όπου η οδός ... - και συνορεύει (λωρίδα γης) ανατολικά και δυτικά με τις ιδιοκτησίες των δικαιοπαρόχων - και πλέον των ίδιων - των εναγομένων. Η επικοινωνία των ως άνω κληρονομούμενων με την οδό ..., γινόταν αποκλειστικά μέσω της λωρίδας αυτής έως το έτος 1980 περίπου οπότε και διανοίχθηκε η οδός ... στη βόρεια πλευρά του οικοπέδου επί της οποίας και απέκτησαν άμεση πρόσβαση. Τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής συνέχισαν να ασκούν στο ακίνητο αυτό οι κληρονόμοι του Χ. Π., με διάνοια κυρίων, από τότε που περιήλθε σ' αυτούς με την κληρονομιά του πατέρα τους είτε οι ίδιοι είτε μέσω τρίτων. Στις 24.6.1996 απεβίωσε στην ... η Μ. χήρα Χ. Π., η οποία δεν κατέλειπε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της ήτοι τον ενάγοντα και τους προαναφερθέντες αδελφούς του Τ. Χ.. Π. και Β. συζ. Θ. Π. οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά της στην οποία περιλαμβάνονταν και το προπεριγραφόμενο ακίνητο κατά ποσοστό 1/3 (ή το 1/12) εξ' αδιαιρέτου έκαστος οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομιά της με την με αριθ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... και αριθμό .... Η προαναφερόμενη δικαιοπάροχος του ενάγοντα διαδέχθηκε στη νομή και συνέχισε να ασκεί στο ακίνητο αυτό με διάνοια κυρίας από το θάνατο του συζύγου της για την ίδια και για τα τέκνα της έως τον θάνατο της όπως και οι αδελφοί του ενάγοντα και ο ίδιος ο οποίος αν και κατοικεί μόνιμα στη ... επισκέπτονταν αυτό τακτικά, το επέβλεπε και μεριμνούσε για τη διατήρηση της οικίας. Έτσι το ακίνητο αυτό περιήλθε, κατά το χρόνο αποδοχής της κληρονομιάς της, στη συγκυριότητα του ενάγοντα και των συγκληρονόμων του αδελφών του, με παραγωγό τρόπο ήτοι με κληρονομική διαδοχή από αληθή κυρία η οποία είχε καταστεί κύρια του ακινήτου κατά το αναλογούν ποσοστό εξ' αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία με "συνεχή νομή είκοσι και πλέον έτη πριν το θάνατο της το έτος 1996 προσμετρώντας και τη νομή του κληρονομούμενου συζύγου της Χ. Π. και του απώτερου δικαιοπαρόχου του τελευταίου και με χρησικτησία καθόσον κατείχε αυτό με διάνοια κυρίου από εικοσαετίας έως την άσκηση της αγωγής. Με την υπ' αριθ. ... πράξη συστάσεως ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου αυτής της ως άνω συμβολαιογράφου ... που νόμιμα μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών (τομ. ... και αριθ. ...), το ως άνω κληρονομιαίο ακίνητο, το οποίο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, υπήχθη, από τους συγκυρίους του ήτοι τον ενάγοντα και τα αδέλφια του, στις διατάξεις του ν.δ 1024/1971 και ...2 και 1117 ΑΚ και συστήθηκαν δυο αυτοτελείς και ανεξάρτητες διηρημένες και διακεκριμένες ιδιοκτησίες, μια εκ των οποίων η βρίσκεται στη νότια πλευρά του εμβαδού 1.071 τμ οικοπέδου, με ποσοστό συνιδιοκτησίας 560,97/...0 όποιος περιγράφεται παραπάνω και εμφαίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με τον αριθμό δύο και μια ιδιοκτησία με αριθμό ένα σε κύκλο με στοιχεία ... και ... με ποσοστό συνιδιοκτησίας 439,03/...0 εξ' αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του κάθε τμήματος επί του όλου ενιαίου οικοπέδου. Με τα με αριθ. ... και ... συμβόλαια πώλησης και δωρεάς της παραπάνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκαν νόμιμα (τομ. ... με αυξ. αριθ. ... και ... αντίστοιχα) οι προαναφερόμενοι αδελφοί του ενάγοντα Τ. Π. και Β. Π. μεταβίβασαν σ' αυτόν, λόγω πωλήσεως και δωρεάς, τα ιδανικά τους μερίδια, επί της αυτοτελούς, ανεξάρτητης, διηρημένης και διακεκριμένης ιδιοκτησίας με αριθ. 2 με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 560, 97/...0 όπως περιγράφεται παραπάνω. Ενόψει των διατάξεων του ΝΔ/τος 1024/1071, του Ν.3741/1929 και των άρθρων ...2 και 1117 ΑΚ σε συνδυασμό με τις περί τις διατάξεις των άρθρων 1033,1113 ΑΚ ο ενάγων με τις ως άνω πράξεις δεν κατέστη παρά μόνον συγκύριος σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της υπό στοιχ. 2 αυτοτελούς και ανεξάρτητης διηρημένης και διακεκριμένης ιδιοκτησίας με αποκλειστική χρήση του τμήματος αυτού του οικοπέδου, επί του οποίου στο νότιο μέρος αυτής βρίσκεται η επίδικη λωρίδα γης, η οποία έχει μορφή επιμήκους, σχήμα τραπεζίου, εμβαδού 86 τμ προσδιορίζεται με τα στοιχεία ... στο επισυναπτόμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά μήκους 21 μ με ιδιοκτησία της τέταρτης εναγόμενης, δυτικά σε πλευρά μήκους 19,96 με ιδιοκτησία των υπό στοιχεία πρώτου, δευτέρου και τρίτου των εναγόμενων, βόρεια, σε πλευρά μήκους 3,90 μ με την υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντα και νότια, σε πλευρά μήκους 4,19 μ με την οδό .... Οι εναγόμενοι αρνούνται γενικά την αγωγή και δεν αμφισβητούν ειδικά την κυριότητα του ενάγοντα και των δικαιοπαρόχων του, όπως είχαν ισχυριστεί σε προγενέστερη δίκη. Σημειωτέον ότι ο ενάγων είχε ασκήσει την με αριθ. εκθ. καταθ. 43/7.9.2001 όμοια αγωγή απευθυνόμενη κατά των πρώτου και πέμπτου εναγομένου ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 37/2002 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Ο ενάγων άσκησε την με αριθ. εκθ. καταθ. 20/8.10.2002 έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου το οποίο δίκασε σε πρώτο βαθμό και με την υπ' αριθ. 263/2007 οριστική του απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε την κυριότητα του ενάγοντα επί της ίδιας λωρίδας γης αλλά απέρριψε την σωρευόμενη αρνητική αγωγή κατά παραδοχή της ένστασης των εναγόμενων ότι την προσβολή της κυριότητας του ενάγοντος ενήργησαν δυνάμει δικαιώματος του δουλείας διόδου με χρησικτησία υπέρ των ακινήτων τους. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι διάδικοι με τις υπ' αριθ 379/8.11.2007 και 416/10.12.2007 εφέσεις τους επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 480/2009 απόφαση του Εφετείου τούτου που εξαφάνισε την πρωτόδικη ως προς την αρνητική μόνον αγωγή. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 1272/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διότι, αφενός, δεν ανέφερε το στοιχείο της κυριότητας τόσο στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος όσο και στο πρόσωπο των συγκληρονόμων του πατέρα του, αφετέρου διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κυριότητας του ενάγοντα και παρέπεμψε την απόφαση για περαιτέρω εκδίκαση. Με την 35/2014 απόφαση του Εφετείου Λάρισας απορρίφθηκε η αγωγή λόγω αοριστίας (διότι αν και αμφισβητήθηκε η κυριότητα του δικαιοπαρόχου του πατέρα του και των συγκληρονόμων αυτού, ο ενάγων δεν συμπλήρωσε την έλλειψη αυτή με τις προτάσεις του. Με τον πέμπτο λόγο της ένδικης έφεσής τους οι εκκαλούντες-εναγόμενοι προβάλουν μόνον δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου στην επίδικη λωρίδα με έκτακτη χρησικτησία ισχυριζόμενοι ότι διέρχονταν με διάνοια δικαιούχου δουλείας διόδου πεζοί και με αυτοκίνητα μεταβαίνοντας μέσω αυτής από την οδό ... στο βόρειο τμήμα των όμορων ακινήτων τους από το έτος 1960. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων ...8 και 1118 ΑΚ, 262 παρ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο πρώτος, ο δεύτερος, ο τρίτος και η τέταρτη των εναγόμενων είναι κύριοι ομόρων ακινήτων που συνορεύουν με την επίδικη λωρίδα γής. Ειδικότερα ο πρώτος Δ. Π. έχει την επικαρπία, ο δεύτερος Π. Π. τη ψιλή κυριότητα της ισόγειας κατοικίας και ο τρίτος Τ. Π. τη ψιλή κυριότητα του πρώτου υπέρ του ισογείου ορόφου της οικοδομής η οποία ανεγέρθη επί οικοπέδου που συνορεύει ανατολικά για τον εισερχόμενο από την οδό ... με την επίδικη λωρίδα γης και η τέταρτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία έχει στην κυριότητα της, από το έτος 2009, μια διώροφη με υπόγειο οικοδομή που βρίσκεται στο στάδιο της τοιχοποιίας η οποία ανεγέρθη σε οικόπεδο που βρίσκεται δυτικά από τον ερχόμενο από την οδό ... από τον δικαιοπάροχο της Χ. Δ.. Στα συμβόλαια κτήσεως τόσο των ιδίων των εναγομένων που καταρτίστηκαν τα έτη 1983, 2002-2006 και 2009 όσο και στους τίτλους των δικαιοπαρόχων τους των ετών 1875, 1980 αλλά και στις άδειες για την ανέγερση των προπεριγραφόμενων οικοδομημάτων που εκδόθηκαν 1983 και 1978 αντίστοιχα η επίδικη λωρίδα, γης περιγράφεται ως ιδιωτική οδός. Εξάλλου ο ίδιος ο ενάγων στο από τον Ιούλιο του 1977 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Α. που κατέθεσε στην Πολεοδομία ... και προσκομίζουν με επίκληση οι εναγόμενοι, προκειμένου να εκδώσει άδεια για την κατασκευή προσθήκης στην υφιστάμενη οικία, εμφανίζει την επίδικη λωρίδα γης, ως ιδιωτική οδό. Μέσω της οδού αυτής, όπως αποδείχθηκε, διέρχονταν οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντα και ο τελευταίος προκειμένου να εισέλθουν στην ιδιοκτησίας τους και οι κύριοι των όμορων ακινήτων και δικαιοπάροχοι των εναγόμενων κατά ανοχή ή οικειότητα. Από τις αρχές όμως του 1983 διέρχονταν από την οδό αυτή, πλην της μητέρα του ενάγοντα και των συγκληρονόμων του, οι εναγόμενοι έως την άσκηση της αγωγής (2014), με διάνοια δικαιούχων δουλείας διελεύσεως. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί αδιάλειπτου ασκήσεως διανοία δικαιούχου δικαιώματος δουλείας σε βάρος του ακινήτου του ενάγοντος και υπέρ των όμορων ακινήτων των εναγόμενων ενισχύεται από το ότι η εν λόγω λωρίδα γης ήταν ελεύθερη πρόσβασης σε τρίτους καθόσον δεν είχε κιγκλίδωμα ή φράχτη, και από το ότι οι κατοικίες των εναγομένων ανεγέρθησαν με τέτοιο τρόπο έτσι να διέρχονται αυτοί από την επίδικη λωρίδα γης για να επικοινωνούν με τον αύλειο όπισθεν των οικοπέδων τους χώρο όπου διατηρούν αποθήκες και χώρο για τη στάθμευση των αυτοκινήτων τους. Μάλιστα ο δεύτερος εναγόμενος ανήγειρε, δυνάμει της από 11.5.2007 άδειας που εκδόθηκε από το Πολεοδομικό γραφείο ..., τον υπέρ το ισόγειο όροφο έτσι ώστε η μοναδική είσοδος του να είναι από την επίδικη λωρίδα γης στην πλευρά της οποίας έχει τοποθετήσει αυλόθυρα και στη συνέχεια αυτής κατασκεύασε υπόστεγο χώρο στάθμευσης με θύρα προς την λωρίδα γης από όπου και μόνον δύναται να διέλθει με το αυτοκίνητο του. Η πεποίθηση των εναγόμενων ότι διέρχονταν μέσω της λωρίδας-οδού διανοία δικαιούχων προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς και από τις από 1995 και 1999 αιτήσεις του πρώτου και του δικαιοπαρόχου της τέταρτης εναγόμενης προς τον δήμο ... με τις οποίες αιτήθηκαν τον χαρακτηρισμό της επίδικης λωρίδας γης ως δημοτικής οδού. Οι αιτήσεις όμως απερρίφθησαν με την αιτιολογία ότι η εν λόγω οδός δεν εξυπηρετεί το κοινωνικό σύνολο αλλά τα ιδιωτικά συμφέροντα των αιτούντων. Κατ' ακολουθίαν αυτών, η ένσταση των εναγόμενων ότι ενήργησαν την προσβολή της κυριότητας του ενάγοντος δυνάμει δικαιώματος τους, συνισταμένου σε πραγματική δουλεία σε βάρος του ακινήτου του ενάγοντος και υπέρ των ακινήτων του, που απέκτησαν με χρησικτησία και συνιστά τον πέμπτο λόγο της έφεσης, παρίσταται ουσιαστική βάσιμη. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η δουλεία έχει αποσβεσθεί διότι τα ακίνητα των εναγόμενων εξυπηρετούνται ευχερώς από την οδό ... στην οποία έχουν πρόσοψη και άμεση πρόσβαση και επομένως έπαυσε ο λόγος ύπαρξης της δουλείας γιατί τα δεσπόζοντα όμορα ακίνητα έχουν αποκτήσει αυτάρκεια ενώ το υπέρ το ισόγειο όροφος του δεύτερου εναγόμενου μπορεί να επικοινωνεί με την οδό ... μέσω του αύλειου χώρου και όλα τα όμορα ακίνητα μπορούν να επικοινωνούν μέσω των αύλειων χώρων τους με το οπίσθιο τμήμα αυτών. Ο ισχυρισμός αυτός περί απόσβεσης δουλείας είναι νόμω αβάσιμος και απορριπτέος διότι δεν πληρούται το πραγματικό του άρθρου 1136 ΑΚ αφού απαιτούνται δαπάνες για τη διαμόρφωση των χώρων, προκειμένου να εξυπηρετούνται κατά τον ίδιο τρόπο και το ίδιο μέτρο οι ανάγκες των δεσποζόντων, τις οποίες εξυπηρετεί η υπάρχουσα δουλεία. Όπως έχει γίνει δεκτό, η αυτάρκεια του δεσπόζοντος πρέπει να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας, γιατί αν περιλαμβάνει μέρος εκείνου, η δουλεία, κατ' εφαρμογή του αδιαιρέτου των δουλειών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1122, 1130, 1131 και 1138 ΑΚ διατηρείται ακέραιη. Απορριπτέος τυγχάνει ως αβάσιμος στην ουσία του υπό τα ως άνω γενόμενα ως δεκτά πραγματικά περιστατικά και ο ισχυρισμός περί παραγραφής της δουλείας με την οποία διατείνεται ο ενάγων ότι επί 30 χρόνια από την πρώτη προσβολή της κυριότητας του που έλαβε χώρα τα έτη 1997-1998 ουδείς εκ των εναγομένων και των δικαιοπαρόχων τους χρησιμοποίησαν στην επίδικη λωρίδα. Τέλος ο ενάγων ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα δουλείας διέλευσης δια της επιδίκου διόδου των εναγομένων που αρνείται, ασκείται καταχρηστικά για τους λόγους που ανέφερε σχετικά με την απόσβεση και διότι οι εναγόμενοι χρησιμοποιούν την επίδικη λωρίδα με προκλητικότητα αφήνοντας ανοιχτές τις πόρτες χώρων στάθμευσης των αυτοκινήτων τους, πλένοντας επί της λωρίδας τα αυτοκίνητα τους με αποτέλεσμα να πλημμυρίζουν το οικόπεδο του με λιμνάζοντα ύδατα ενώ πραγματοποιούν επικινδύνους για τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειας του που διέρχονται από την επίδικη λωρίδα ελιγμούς με τα οχήματα τους. Η αντένσταση αυτή ανεξάρτητα του ότι μόνο έναντι υπαρκτού δικαιώματος μπορεί να προβληθεί ενώ ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος αμφισβητεί το δικαίωμα δουλείας των εναγομένων, ουδόλως αποδείχθηκε. Τα όσα κατέθεσε σχετικά ο μάρτυρας του ενάγοντα περί της επικινδυνότητας των μηχανημάτων που κινούν μέσω της λωρίδας οι εναγόμενοι δεν ενισχύονται από κανένα αποδεικτικό μέσο και δεν αρκεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στην κρίση ότι οι εναγόμενοι ασκούν το δικαίωμά τους καθ' υπέρβαση των ακραίων αξιολογικών ορίων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και πρέπει, συνεπώς να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να αναγνωρισθεί ο ενάγων, κατά παραδοχή του επικουρικά προβαλλόμενου αιτήματος του, συγκύριος σε ποσοστό 1/3 εξ' αδιαιρέτου με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της επίδικης λωρίδας γης αλλά να απορριφθεί η αρνητική αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.". Με βάσει τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της αγωγής την οποία δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν αναγνωρίζοντας τον ενάγοντα (συγ)κύριο κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως της επίδικης εδαφικής λωρίδας. Ειδικότερα δέχθηκε ότι ο ενάγων κατέστη (συγ)κύριος της επίδικης εδαφικής λωρίδας κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, με παράγωγο τρόπο, με αποκλειστικό δικαίωμα χρήσεως σύμφωνα με την αναφερόμενη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και τις αναφερόμενες μεταβιβάσεις πωλήσεως και δωρεάς των αδελφών του προς αυτόν και έκτακτη χρησικτησία. Επίσης δέχθηκε τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι αυτοί ως κύριοι των όμορων της επίδικης εδαφικής λωρίδας ιδιοκτησιών, κυριότητα την οποία απέκτησαν και με έκτακτη χρησικτησία απέκτησαν επ' αυτής, δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία. Τούτο δε διότι δέχθηκε ότι από τις αρχές του 1983 διερχόταν από την οδό αυτή οι εναγόμενοι αδιαλείπτως και με διάνοια δικαιούχου δικαιώματος δουλείας διελεύσεως έως την άσκηση της αγωγής (2014). Απέρριψε δε ως νόμω αβάσιμο τον ισχυρισμό του ενάγοντα περί απόσβεσης της δουλείας και ως αβάσιμους κατ' ουσίαν τους ισχυρισμούς αυτού περί παραγραφής του δικαιώματος της δουλείας και καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτού από τους εναγόμενους. Τέλος δε, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αρνητική αγωγή του ενάγοντα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/1999). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 1446/2019). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 790/2020, ΑΠ 85/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολ. 14/2004, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 87/2013) και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Α.Π 1175/2015), χωρίς υποβολή αντίστοιχου αιτήματος μη συνδεόμενα δηλαδή (αν περιέχονται στην απόφαση) με έννομες συνέπειες. Ακόμη, κατά τα άρθρα 261 και 263 ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής (Α.Π 687/2014). Τόσο η παραγραφή, που συνιστά ένσταση, όσο και η διακοπή της παραγραφής, που θεμελιώνει αντένσταση του δικαιούχου, δεν λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά πρέπει να προταθούν και μάλιστα ορισμένως (άρθρο 262 ΚΠολΔ) και με αίτημα, αντιστοίχως, να γίνει δεκτή η ένσταση παραγραφής (επί προβολής της ενστάσεως) ή να απορριφθεί αυτή, επί αντενστάσεως περί διακοπής της παραγραφής. (Α.Π 343/2007). Το αίτημα αυτό είναι δυνατόν να καλυφθεί από το περιεχόμενο, κατά κανόνα στο τέλος των προτάσεων, γενικό αίτημα του ενισταμένου ή αντενισταμένου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης ή αντένστασης (ΑΠ 212/2019, ΑΠ 1357/2010, ΑΠ 496/2007). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1120, 1121,1045 και 1051 ΑΚ επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία και προς τούτο απαιτείται άσκηση πάνω στο δουλεύον από τον κύριο του δεσπόζοντος αντίστοιχης οιονεί νομής, δηλαδή νομής που αποτελεί περιεχόμενο πραγματικής δουλείας με διάνοια δικαιούχου αντίστοιχης δουλείας, για μια συνεχή εικοσαετία, προς συμπλήρωση της οποίας επιτρέπεται να συνυπολογιστεί, επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής στην οιονεί νομή, και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 974, 975 και 1045 ΑΚ συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία, επιφέρει την κτήση μεν της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), την κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μία ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή). Αν η οιονεί νομή ασκείται κατά παράκληση δεν υφίσταται διάνοια δικαιούχου και δεν μπορεί να αποκτηθεί δικαίωμα δουλείας με χρησικτησία. Σύμφωνα με το άρθρο 975 ΑΚ στο δικαίωμα της δουλείας η νομή συνίσταται στην άσκηση αυτού με διάνοια δικαιούχου.(Α.Π 95/2019, ΑΠ 1484/2001). Περαιτέρω από τις πιο πάνω διατάξεις και των άρθρων 1119, και 1125 ΑΚ προκύπτει ότι στοιχεία της βάσεως της ένστασης περί αναγνωρίσεως πραγματικής δουλείας επί ακινήτου είναι α) το δικαίωμα της πραγματικής δουλείας, δηλαδή η κυριότητα του ενισταμένου στο δεσπόζον ακίνητο, το οποίο πρέπει να περιγράφεται με σαφήνεια και ο τρόπος κτήσεως της δουλείας, β) η προσβολή κατά την άσκηση της δουλείας καθολική ή μερική, η οποία μπορεί να προέρχεται από τον κύριο του δουλεύοντος ακινήτου ή από τρίτο, ανεξάρτητα από το αν αυτός έχει στη νομή του το δουλεύον (ΑΠ 1382/2014). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις από τους αριθμούς 8,1 και επικουρικά 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στην μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα του ισχυρισμού του ότι δεν συμπληρώθηκε η απαιτούμενη εικοσαετία για την σύσταση της δουλείας διόδου εκ μέρους των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, "αφού διέκοψε την εις βάρος του αποσβεστική παραγραφή και την υπέρ των εναγομένων κτητική του δικαιώματος παραγραφή" η άσκηση υπ' αυτού (ενάγοντος-αναιρεσείοντος) της υπ' αριθμ. κατ. 43/7-9-2001 όμοιας με την επίδικη αγωγής, κατά του πρώτου και πέμπτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, σε συνδυασμό με την άσκηση της ένδικης αγωγής εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη για τυπικούς λόγους (λόγω αοριστίας) απόρριψης της πρώτης και στην ευθέως και επικουρικά εκ πλαγίου παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 1121, 1045, 261 επ., 263 και 1047 επ. ΑΚ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι κατά το πρώτο σκέλος του ως άνω λόγου αναίρεσης, ο επικαλούμενος από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμός, σύμφωνα με το περιεχόμενο και το αίτημα των προτάσεων του αναιρεσείοντος, μετά από την επιτρεπτή επισκόπησή τους κατ' άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ήταν απαράδεκτος, διότι δεν διελαμβάνετο αίτημα περί αποδοχής του ως άνω ισχυρισμού και ως εκ τούτου το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και συνεπώς δεν αποτελούσε πράγμα, σύμφωνα με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρονται. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άριθμ. 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επίσης, το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1121 και 1045 ΑΚ, δεχόμενο ότι οι εναγόμενοι έχουν αποκτήσει επί της αναφερόμενης και περιγραφόμενης επίδικης λωρίδας δικαίωμα διελεύσεως με έκτακτη χρησικτησία. Ορθά επίσης, δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 261επ., 263 και 1047 επ. ΑΚ, οι οποίες σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές δεν ήταν εφαρμοστές, αφού το Εφετείο διέλαβε διηγηματικά το γεγονός της άσκησης από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο της υπ' αριθμ. 43/7.9.2001 όμοιας αγωγής με την ένδικη, απευθυνόμενη κατά των πρώτου και πέμπτου εναγομένων ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., η οποία τελικώς απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ.35/2014 απόφαση του Εφετείου Λάρισας λόγω αοριστίας, χωρίς να διαλαμβάνονται παραδοχές περί αναστολής-διακοπής ή μη της έκτακτης χρησικτησίας δυνάμει της οποίας συνεστήθη υπέρ των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων το δικαίωμα δουλείας διελεύσεως. Περαιτέρω, με πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε το Εφετείο στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του, δηλαδή ότι οι εναγόμενοι απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία δικαίωμα δουλείας διελεύσεως επί της επίδικης λωρίδας. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στην μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψιν τον ισχυρισμό περί αοριστίας της ένστασης των εναγομένων ότι απέκτησαν το δικαίωμα δουλείας διόδου επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας χωρίς να επικαλούνται ότι το δουλεύον ακίνητο ανήκει σ' αυτόν (ενάγοντα) και ότι από την επίκληση από τους εναγόμενους άλλοτε ότι α) επί της επίδικης λωρίδας απέκτησαν δικαίωμα δουλείας διόδου β) ότι η επίδικη λωρίδα ανήκει στην κυριότητά τους ή έστω (συγ)κυριότητά τους, και γ) ότι είναι κοινόχρηστη προκλήθηκε σύγχυση και ασάφεια ως προς το δικαίωμα που προβάλλουν στην επίδικη εδαφική λωρίδα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι, το Εφετείο έκρινε νόμιμη και ορισμένη την ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, περί αποκτήσεως δικαιώματος δουλείας διελεύσεως επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας με έκτακτη χρησικτησία, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας της ενστάσεως αυτής ισχυρισμό του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ως ακολούθως "Με τον πέμπτο λόγο της ένδικης έφεσής τους, οι εκκαλούντες-εναγόμενοι προβάλουν μόνον δικαίωμα πραγματικής δουλείας διόδου στην επίδικη λωρίδα με έκτακτη χρησικτησία ισχυριζόμενοι ότι διέρχονταν με διάνοια δικαιούχου δουλείας διόδου πεζοί και με αυτοκίνητα μεταβαίνοντας μέσω αυτής από την οδό ... στο βόρειο τμήμα των όμορων ακινήτων τους από το έτος 1960. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων ...8 και 1118 ΑΚ, 262 παρ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν", προσδιορίζοντας με την λέξη "μόνο", ότι δεν διαλαμβάνεται άλλος ισχυρισμός εκτός της προαναφερόμενης ένστασης την ιστορική βάση και αίτημα της οποίας αφού έλαβε υπόψη έκρινε πρωτίστως ορισμένη, χωρίς ρητά να το αναφέρει αλλά να το υποδηλώνει παραθέτοντας την διάταξη του άρθρου 262 παρ.1 του ΚΠολΔ που αναφέρεται στο περιεχόμενο της ένστασης. Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμ. 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 221 παρ. 1 εδ. α' και 222 του Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι όταν επέλθει, μετά την κατάθεση της αγωγής, εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα, αν δε κατά τη διάρκεια της ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της, εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη. Για να υπάρχει εκκρεμοδικία πρέπει οι δύο δίκες να ταυτίζονται πλήρως, να έχουν δηλαδή το ίδιο αντικείμενο ή το αντικείμενο της πρώτης να είναι ευρύτερο εκείνου της δεύτερης, οπότε η δεύτερη είναι, κατά λογική αναγκαιότητα, περιττή. Αντίθετα, αν οι δυο δίκες δεν ταυτίζονται πλήρως είτε γιατί έχουν διαφορετικό αντικείμενο είτε γιατί το αντικείμενο της δεύτερης είναι ευρύτερο εκείνου της πρώτης, τότε η δεύτερη δίκη δεν είναι περιττή, αφού με αυτήν ζητείται διαφορετική ή μείζων προστασία απ' ότι ζητήθηκε με την πρώτη. Για την ύπαρξη της εκκρεμοδικίας απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, αλλά και σύμπτωση του αιτήματος των αγωγών (ΑΠ 215/2021,1175/2017, ΑΠ 139/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμό 8β η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν τον ισχυρισμό του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος περί εκκρεμοδικίας των ισχυρισμών των εναγομένων περί δήθεν κτήσεως εκ μέρους τους, του δικαιώματος δουλείας διελεύσεως επί της επιδίκου λωρίδας με έκτακτη χρησικτησία, που είχαν τεθεί από αυτούς με την από 1-2-2017 αγωγή τους υπό την κρίση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία συζητήθηκε πριν συζητηθούν ενώπιον του Εφετείου η ένδικη αγωγή και έφεση των αναιρεσιβλήτων στις 20-4-2018. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τούτο δε διότι όπως αναφέρεται ότι προβλήθηκε από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα με τον σχετικό λόγο αναίρεσης του, ο πιο πάνω περί εκκρεμοδικίας ισχυρισμός ήταν αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται εάν υπάρχει ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας των δύο δικών, σύμπτωση των αιτημάτων και εάν οι διάδικοι είχαν την ίδια ιδιότητα. Συνεπώς δεν αποτελούσε "πράγμα", σύμφωνα με όσα στην οικεία νομική σκέψη αναφέρονται, και το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η από 12-7-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 211/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας. Τέλος, στον αναιρεσείοντα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους, το οποίο οι τελευταίοι νόμιμα και βάσιμα υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-7-2021 αίτηση του Σ. Π. του Χ., για αναίρεση της 211/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων εις βάρος του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για το κάθε διάδικο μέρος, που παρέστη με χωριστό δικηγόρο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 19 Οκτωβρίου 20.... ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 19 Δεκεμβρίου 20.... Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ