Αριθμός 1464/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ: Α) Της αναιρεσείουσας: Μ. Α. του Δ., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά της ως επιτρόπου του ανηλίκου θήλεος τέκνου που γεννήθηκε στο Μαρούσι Αττικής την 22-3-2018. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κουρεντά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Π. του Α., κατοίκου ... και 2) Γ. Α. του Γ., κατοίκου .... Ο πρώτος αναιρεσίβλητος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος καθώς και με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Γερογιάννη και Μαρία Δαμασκοπούλου, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ασημακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Β) Της αναιρεσείουσας: Γ. Α. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ασημακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Π. του Α., κατοίκου ... και 2) Μ. Α. του Δ., κατοίκου ..., υπό την ιδιότητά της ως επιτρόπου του ανηλίκου θήλεος τέκνου που γεννήθηκε στο Μαρούσι Αττικής την 22-3-2018. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος καθώς και με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Γερογιάννη και Μαρία Δαμασκοπούλου, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Κουρεντά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις δύο από 17-9-2018 αγωγές των ήδη αναιρεσειουσών Μ. Α. και Γ. Α. καθώς και την από 25-9-2019 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας Γ. Α., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3589/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 1540/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 19-5-2022 και 18-5-2022 αιτήσεις τους και τους από 20-2-2023 προσθέτους αυτών λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος Λ. Π. και οι πληρεξούσιοι αυτού δικηγόροι ζήτησαν την απόρριψη των αιτήσεων και των προσθέτων αυτών λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (27-3-2023) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: α) η από 19-5-2022 αίτηση αναίρεσης της Μ. Α. κατά των Λ. Π. και Γ. Α. και β) η από 18-5-2022 αίτηση αναίρεσης της Γ. Α. κατά των Λ. Π. και Μ. Α.. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ` αριθ. 1540/2022, τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε στις 20-4-2022 και οι αιτήσεις κατατέθηκαν στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου στις 20-5-2022 μαζί με τα αντίστοιχα παράβολα (άρθ. 495 §§ 1, 3Γ, 552, 553, 556, 558 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 569 § 2 εδ. α' και β' ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021, το οποίο κατά τη διάταξη της παρ.2β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 § 2 του ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004). Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, μαζί με τις ως άνω αιτήσεις πρέπει να συνεκδικαστούν και οι από 20-2-2023 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως για αμφότερες τις αιτήσεις, οι οποίοι κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου με αριθ. εκθ. καταθ. 45/21-2-2023 και 46/21-2-2023, αντίστοιχα, και επιδόθηκαν στους αναιρεσιβλήτους στις 21-2-2023 (βλ. τις προσκ. με επίκληση υπ'αριθ. 1172, 1170, 1171 και 1173/21-2-2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς ...), ήτοι τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, προσβάλλουν δε την απόφαση για τα ίδια με τις αιτήσεις αναιρέσεως κεφάλαια. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω. Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 1456 § 1 ΑΚ: "Κάθε ιατρική πράξη που αποβλέπει στην υποβοήθηση της ανθρώπινης αναπαραγωγής... διενεργείται με την έγγραφη συναίνεση των προσώπων που επιθυμούν να αποκτήσουν τέκνο. Αν η υποβοήθηση αφορά άγαμη γυναίκα, η συναίνεση αυτής και, εφόσον συντρέχει περίπτωση ελεύθερης ένωσης, του άνδρα με τον οποίο συζεί παρέχεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο". Στην τελευταία αυτή περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 1475 ΑΚ, η συμβολαιογραφική συναίνεση του άνδρα σε τεχνητή γονιμοποίηση επέχει θέση εκούσιας αναγνώρισης. Κατά δε το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 1479 ΑΚ, αν διενεργηθεί τεχνητή γονιμοποίηση με γενετικό υλικό τρίτου δότη, η δικαστική αναγνώριση της πατρότητας αποκλείεται, έστω και αν η ταυτότητά του είναι ή γίνει εκ των υστέρων γνωστή. Όταν ο άνδρας και η γυναίκα, που προσφεύγουν στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, δεν είναι έγγαμοι, αλλά ζουν απλώς σε ελεύθερη ένωση, η νομική πατρότητα του παιδιού ιδρύεται κατά τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 1475 AK, σύμφωνα με την οποία η συμβολαιογραφική συναίνεση του άνδρα κατά το άρθρο 1456 § 1 εδ. 2, δηλαδή η συμβολαιογραφική συναίνεση του μόνιμου συντρόφου της γυναίκας, επέχει θέση εκούσιας αναγνώρισης. Mε τη ρύθμιση αυτή εκφράζεται κατά πρώτο λόγο η αρχή της κοινωνικοσυναισθηματικής συγγένειας, δηλαδή ανάγεται σε κριτήριο για την ίδρυση της συγγένειας η βούληση του μόνιμου συντρόφου να γίνει πατέρας, η οποία και δηλώνεται ακριβώς με τη συμβολαιογραφική συναίνεσή του κατά το άρθρο 1456§1 εδ. 2. Μάλιστα και στην Eισηγητική Έκθεση του ν. 3089/2002 υπογραμμίζεται το ότι για την εφαρμογή του άρθρου 1475§2 είναι αδιάφορο αν για την τεχνητή γονιμοποίηση έχει χρησιμοποιηθεί γεννητικό υλικό του μόνιμου συντρόφου ή άλλου άνδρα. Aκόμη, λοιπόν, και όταν το γεννητικό υλικό είναι του μόνιμου συντρόφου, ο λόγος της ίδρυσης της πατρότητας δεν είναι η επικύρωση της βιολογικής αλήθειας, αλλά η σημασιολόγηση της θέλησης του μόνιμου συντρόφου να συνδεθεί νομικά με το παιδί που θα γεννηθεί. H ύπαρξη της θέλησης αυτής είναι, άλλωστε, ένα εχέγγυο και για την ευτυχή πορεία της σχέσης πατέρα και παιδιού που δημιουργείται (όπως ακριβώς εκτιμάται και στην ετερόλογη γονιμοποίηση που επιλέγεται από συναινούντες συζύγους)· άρα η συγκεκριμένη ρύθμιση εκφράζει σε ένα βαθύτερο επίπεδο και την αρχή της προστασίας του συμφέροντος του παιδιού. Προς όλα αυτά εναρμονίζεται και η ρύθμιση του ν. 3089/2002, που έχει περιληφθεί στη νέα δεύτερη παράγραφο του άρθρου 1478 ΑΚ, κατά την οποία η προσβολή της αυτόματης εκούσιας αναγνώρισης του άρθρου 1475 § 2 ΑΚ αποκλείεται. Υπάρχει δηλαδή η λογική ότι, εφόσον η νομική συγγένεια στο άρθρο 1475 § 2 ιδρύεται με κριτήριο το βουλητικό στοιχείο, που σημαίνει ότι η βιολογική αλήθεια είναι αδιάφορη, δεν έχει ακριβώς νόημα η προσβολή της εκούσιας αναγνώρισης για το λόγο ότι ο σύντροφος της μητέρας δεν είναι ο αληθινός πατέρας του παιδιού. Zήτημα δημιουργείται όμως όταν στην τεχνητή γονιμοποίηση έχει συναινέσει συμβολαιογραφικά ένας άνδρας που δεν ζει με τη γυναίκα σε ελεύθερη ένωση, δηλαδή δεν είναι ο μόνιμος σύντροφός της, αλλά απλώς είναι λ.χ. ο εραστής της ή φίλος της που τη συνοδεύει στο γιατρό. Ωστόσο, το άρθρο 1475 § 2 εδ. α' παραπέμπει στο άρθρο 1456 § 1 εδ. β', που αναφέρεται μόνο στην περίπτωση της ελεύθερης ένωσης, και αυτό κατά την ορθότερη άποψη, που προκύπτει από το γράμμα του νόμου, μπορεί να ερμηνευθεί τόσο ως επιθυμία του νομοθέτη να αποκλείσει από τις ευθύνες της πατρότητας τον απλό εραστή ή φίλο της γυναίκας, όσο και ως αναφορά του νόμου στη συνηθέστερη απλώς περίπτωση που κάποιος γνωστός της άνδρας θα υπέγραφε σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο, χωρίς να συνάγεται ότι αποκλείονται άλλες παρόμοιες περιπτώσεις. Επομένως, εφόσον ο άνδρας δεν συμβίωνε με τη γυναίκα σε ελεύθερη ένωση, η δήλωση συναίνεσης αυτών και, η κατ' άρθρο 1475 § 2 ΑΚ εκούσια αναγνώριση τέκνου από τον άνδρα είναι αυτοδικαίως άκυρες, ως αντιβαίνουσες σε διάταξη νόμου. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι Γ. Α. και Λ. Π., ηλικίας 45 ετών (γεν. το έτος 1973) κατά το χρόνο άσκησης των επίδικων αγωγών και δικηγόροι αμφότεροι, γνωρίζονται και συνδέονται με στενή σχέση εμπιστοσύνης και φιλίας από τα φοιτητικά τους χρόνια στη Νομική Σχολή Αθηνών το έτος 1996. Η ως άνω ενάγουσα - εναγομένη Γ. Α. από το έτος 2014, λόγω γυναικολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε είχε αποφασίσει αρχικά να αποκτήσει τέκνο ως άγαμη μητέρα με σπέρμα τρίτου άγνωστου δότη, απευθυνόμενη σε εξειδικευμένο ιατρικό κέντρο. Για το λόγο αυτό, είχε προβεί σε δήλωση συναίνεσης σε υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, για την οποία συντάχθηκε η σχετική υπ' αριθ. …. πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών.., με την οποία δήλωσε ότι τύγχανε άγαμη και ότι επιθυμούσε να αποκτήσει τέκνο με υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και συγκεκριμένα με σπέρμα τρίτου δότη από τράπεζα σπέρματος (ετερόλογη σπερματέγχυση) ή με οποιαδήποτε άλλη μέθοδο θα επιλεγόταν, με ομόφωνη συμφωνία της ίδιας και των ιατρών της, καθώς και ότι η διαδικασία θα λάμβανε χώρα στο Κέντρο "ΓΕΝΝΗΜΑ". Από τα τέλη του έτους 2014, η ίδια έχοντας γνωστοποιήσει στον ως άνω εναγόμενο Λ. Π. την πρόθεσή της να αποκτήσει τέκνο ως άγαμη μητέρα στα πλαίσια της σχέσης εμπιστοσύνης που τους συνέδεε, συζήτησαν μεταξύ τους το ενδεχόμενο να προχωρήσουν σε τεχνητή γονιμοποίηση με προσφορά γεννητικού υλικού από τον ίδιο, καθόσον και εκείνος επιθυμούσε να αποκτήσει τέκνο, και δη με μητέρα την ενάγουσα - εναγομένη, θεωρώντας ότι λόγω της μεταξύ τους σχέσης θα ανέτρεφαν το εκτός γάμου τέκνο τους από κοινού, με υπευθυνότητα και αλληλοκατανόηση ενώ και η ενάγουσα εναγομένη, αντίστοιχα, θεωρούσε ότι θα ήταν προς το συμφέρον του τέκνου της να μην είναι "αγνώστου πατρός", αλλά να έχει και πατρικό πρότυπο. Ο εναγόμενος υπεβλήθη στις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις και στην συνέχεια οι ως άνω διάδικοι προέβησαν στην υπ' αριθ. …πράξη συναίνεσης σε υποβοηθούμενη αναπαραγωγή ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών.., με την οποία αμφότεροι δήλωσαν ότι τυγχάνουν άγαμοι και διαβιώνουν σε ελεύθερη ένωση χωρίς να έχουν τελέσει μεταξύ τους γάμο, ότι επιθυμούν την απόκτηση τέκνου με υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, και συγκεκριμένα με σπέρμα του Λ. Π., δηλαδή με σπερματέγχυση ή με οποιαδήποτε άλλη μέθοδο θα επιλεγόταν κατόπιν ομόφωνης συμφωνίας δικής τους και του ιατρού τους ότι η διαδικασία θα γινόταν στο Κέντρο "ΓΕΝΝΗΜΑ", ότι ο εναγόμενος συγκατατίθεται στην τεχνητή γονιμοποίηση της ενάγουσας - εναγόμενης Γ. Α. με δικό του γεννητικό υλικό, καθώς και ότι κατανοεί ότι η συναίνεσή του αυτή επέχει βάσει του άρθρου 1475 ΑΚ, θέση εκούσιας αναγνώρισης, με συνέπεια το τέκνο που θα γεννηθεί να φέρει το δικό τον επώνυμο. Ο εναγόμενος συμμετείχε στην προσπάθεια της ενάγουσας- εναγομένης, συνοδεύοντας την στις ιατρικές της επισκέψεις ωστόσο μέχρι και το τέλος της άνοιξης του έτους 2015 οι προσπάθειες να λάβει χώρα τεχνητή γονιμοποίηση δεν ευοδώθηκαν, οπότε η ίδια για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα εκείνη εγκατέλειψε την προσπάθειά της. Περί τα τέλη Απριλίου 2017, σε συνάντηση των ως άνω διαδίκων, οι οποίοι εξακολουθούσαν να έχουν φιλικές σχέσεις, επανήλθε το θέμα της από κοινού απόκτησης τέκνου εκτός γάμου με τη χρήση γενετικού υλικού του εναγομένου, αφού αμφότεροι εξακολουθούσαν να επιθυμούν να γίνουν γονείς, και συμφώνησαν εκ νέου να προχωρήσουν στις απαραίτητες πράξεις υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Για το λόγο αυτό, συντάχθηκε η δεύτερη υπ' αριθ. ../8-5-2017 πράξη συναίνεσης σε υποβοηθούμενη αναπαραγωγή της Συμβολαιογράφου Αθηνών ..με την οποία οι ως άνω διάδικοι δήλωσαν και πάλι ότι τυγχάνουν άγαμοι και ότι διαβιώνουν σε ελεύθερη ένωση, ότι δεν έχουν τελέσει γάμο μεταξύ τους, καθώς και ότι επιθυμούν να αποκτήσουν τέκνο με υποβοηθούμενη αναπαραγωγή εξωσωματικής γονιμοποίησης ή μικρογονιμοποίησης, και συγκεκριμένα με σπέρμα του εναγομένου ή με σπέρμα τρίτου δότη και ωάρια της ενάγουσας - εναγομένης ή τρίτης δότριας, με οποιαδήποτε μέθοδο, η οποία θα επιλεγόταν κατόπιν ομόφωνης συμφωνίας τους με τον ιατρό τους και ότι η διαδικασία θα γινόταν στο Κέντρο "ΓΕΝΝΗΜΑ", ενώ ο ως άνω εναγόμενος δήλωσε επιπλέον ότι συγκατατίθεται ρητά και ανεπιφύλακτα, έχοντας πλήρη επίγνωση της σημασίας και των συνεπειών της συγκατάθεσής του, στην τεχνητή γονιμοποίηση της ενάγουσας - εναγομένης με δικό του γεννητικό υλικό ή με γεννητικό υλικό τρίτου δότη και ότι κατανοεί ότι η συναίνεσή του αυτή επέχει, βάσει του άρθρου 1475 ΑΚ, θέση εκούσιας αναγνώρισης με συνέπεια το τέκνο που θα γεννηθεί να φέρει το δικό του επώνυμο. Με την δεύτερη αυτή πράξη συναίνεσής τους, οι διάδικοι συναίνεσαν επιπλέον την διενέργεια τεχνητής γονιμοποίησης με γεννητικό υλικό και τρίτων αγνώστων προσώπων. Την 15-7-2017 πραγματοποιήθηκε επιτυχημένη εμβρυομεταφορά στην ενάγουσα - εναγομένη, ωαρίων προερχόμενων από τρίτη άγνωστη δότρια (γεγονός που οι ενάγουσες αμφοτέρων των υπό κρίση αγωγών δεν αρνούνται και, ως εκ τούτου, κρίνεται ότι συνομολογείται εκ μέρους τους - άρθρο 261 ΚΠολΔ) γονιμοποιημένων με σπέρμα του εναγόμενου, η ενάγουσα - εναγομένη κατέστη έγκυος και στις 22-3-2018 γέννησε στο Μαρούσι Αττικής ένα θήλυ τέκνο, το οποίο έλαβε το όνομα …και το επώνυμο τον εναγόμενου, ήτοι "…". Το ανήλικο στην παρούσα δίκη εκπροσωπείται από την ενάγουσα - εναγομένη ειδική επίτροπο αυτού, Μ. Α., μητέρα της ενάγουσας - εναγομένης Γ. Α. η οποία διορίσθηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 1236/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας). Καθ' όλο το χρονικό διάστημα της κύησης, ο εναγόμενος μεριμνούσε για την κατάσταση της ενάγουσας -εναγόμενης, συνοδεύοντάς την και μεταφέροντάς την στις ιατρικές της επισκέψεις και εξετάσεις και καταβάλλοντας χρηματικά ποσά για το κόστος των ιατρικών εξετάσεων, ενδιαφερόταν για την πορεία της κύησης και την υγεία της, έχοντας μαζί της καθημερινή επαφή, τόσο τηλεφωνικά, όσο και με μηνύματα. Προ του τοκετού τον Φεβρουάριο 2018, ο ίδιος, με την παρουσία και της ενάγουσας - εναγομένης, προέβη στην αγορά βρεφικού καροτσιού, κούνιας και παρκοκρέβατου, ενώ κατέβαλε σ' αυτήν και το ποσό των 4.000 ευρώ , που αντιστοιχούσε στο ήμισυ περίπου της συνολικής δαπάνης του μαιευτηρίου, όπου έλαβε χώρα ο τοκετός. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια της μεταξύ των διαδίκων σχέσης και του επερχόμενου τοκετού του τέκνου τους, έφεραν σε επαφή και τα μέλη των οικογενειών τους, τα οποία γνωρίστηκαν μεταξύ τους, και ειδικότερα την παραμονή Χριστουγέννων 2017, οι ενάγουσες - εναγόμενες, όσο και ο εναγόμενος, παρευρέθησαν σε οικογενειακό γεύμα (...). Την ημέρα του τοκετού ο εναγόμενος συνόδευσε την ίδια στο μαιευτήριο και παρέμεινε στην αίθουσα αναμονής, όπου εν συνεχεία προσήλθαν και άλλα συγγενικά και φιλικά του πρόσωπα (...).Τις επόμενες ημέρες, ο εναγόμενος συνέχισε να επισκέπτεται την ως άνω ενάγουσα -εναγόμενη καθημερινά στο μαιευτήριο, όπως επίσης προσέρχονταν εκεί και άλλα φιλικά του πρόσωπα, για να ευχηθούν τόσο στον ίδιο, όσο και στην ενάγουσα -εναγόμενη για τη γέννηση του τέκνου τους (...), ενώ κατά την έξοδό της από το μαιευτήριο την μετέφερε με το αυτοκίνητό του στην οικία της με τη βοήθεια και του φίλου του Γ. Π.. Την 13-4-2018 οι διάδικοι μετέβησαν στο Ληξιαρχείο Αμαρουσίου, όπου ενώπιον της Ληξιάρχου δήλωσαν την δυνάμει της ως άνω υπ' αριθ. …πράξης της Συμβολαιογράφου Α. Ι. Μ. εκούσια αναγνώριση τον τέκνου από τον ίδιο, προκειμένου να καταχωρηθεί ως πατέρας αυτού στην οικεία ληξιαρχική πράξη, ενώ επίσης προσδιόρισαν το επώνυμο του τέκνου σε "Π." και το κύριο όνομα αυτού σε "Μ. - Ε.", εκ των οποίων το πρώτο αντιστοιχεί στο όνομα της μητέρας της ενάγουσας - εναγόμενης και το δεύτερο στο όνομα της αποβιωσάσης μητέρας του εναγόμενου. Μετά την έξοδο της ενάγουσας-εναγόμενης από το μαιευτήριο, ο εναγόμενος επισκέπτονταν σχεδόν καθημερινά αυτήν και το τέκνο τους στην οικία της έως και την 26-4-2018, οπότε η τελευταία του απαγόρευσε να επικοινωνεί με την ίδια και το ανήλικο τους. Ακολούθως ο εναγόμενος κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 8-5-2018 (αριθ. κατ. 43990/4652/2018) αίτησή του κατά της ενάγουσας - εναγόμενης, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά προσωρινή διαταγή και εν συνεχεία η υπ' αριθ. 4771/2018 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, με την οποία ρυθμίσθηκε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του. Την παραμονή της συζήτησης της ως άνω αίτησης (20-6-2018), η ενάγουσα - εναγόμενη προέβη σε παρακατάθεση του ποσού των 4.000 ευρώ που ο εναγόμενος της είχε καταβάλει για τα έξοδα τοκετού, συνταχθέντος του υπ' αριθ. 762145/19-6-2018 γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο εν συνεχεία κατέθεσε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Π.-Α. Χ., δυνάμει της υπ' αριθ. ../19-6-2018 πράξης κατάθεσης αυτού και το οποίο ο εναγόμενος ανέλαβε την 26-7-2018, συνταχθείσας της υπ' αριθ. …7-2018 σχετικής πράξης τον ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου. Η ενάγουσα - εναγομένη Γ. Α. κατέθεσε ενώπιον τον Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 9-6-2018 (αριθ. κατ. 59502/2207/20-6-2018) αγωγή της κατά των ήδη εναγόμενων, με παρόμοιο με την ένδικη αγωγή της περιεχόμενο, με την οποία ζήτησε την ακύρωση ως εικονικών των δηλώσεων βουλήσεως της ίδιας και του εναγόμενου που περιλήφθηκαν στην υπ' αριθ, …. πράξη εκούσιας αναγνώρισης της Συμβολαιογράφου Α. Ι. Μ., την ακύρωση της συναίνεσής της σε αυτή ως προϊόν απάτης, άλλως λόγω ουσιώδους πλάνης καθώς και την αναγνώριση της ανυπαρξίας σχέσης πατέρα και τέκνου μεταξύ του εναγομένου και του τέκνου της η οποία δεν αποδείχθηκε ότι επιδόθηκε στους εναγόμενους. Ακόμη η ίδια κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) και την υπ' αριθ. κατ. 86495/9684/18-9-2018 αίτησή της κατά του εναγομένου με την οποία ζήτησε την ανάκληση της ως άνω υπ' αριθ. 4771/2018 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 8105/2018 απόφαση αυτού, που απέρριψε την εν λόγω αίτηση. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι Γ. Α. και Λ. Π. προέβησαν στην ως άνω υπ'αριθ. …/2017 δήλωση συναίνεσης σε υποβοηθούμενη αναπαραγωγή ενώπιον της Συμβολαιογράφου Α. Ι. Μ., με την οποία δήλωσαν ότι διαβιώνουν σε ελεύθερη ένωση, γεγονός που όμως δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια, καθόσον, οι τελευταίοι δεν υπήρξαν ερωτικοί σύντροφοι ούτε συμβίωσαν σε ελεύθερη ένωση αλλά συνδέονταν μεταξύ τους με στενή φιλική σχέση από πολλών ετών. Κατά συνέπεια η ανωτέρω δήλωση συναίνεσης των διαδίκων και, η κατ' άρθρο 1475 παρ. 2 ΑΚ εκούσια αναγνώριση τέκνου από τον εναγόμενο τυγχάνουν αυτοδικαίως άκυρες, ως αντιβαίνουσες σε διάταξη νόμου για το λόγο ότι ο εναγόμενος δεν συμβίωνε με την ενάγουσα-εναγομένη σε ελεύθερη ένωση δηλαδή δεν ήταν μόνιμος σύντροφος της ώστε η συμβολαιογραφική συναίνεση του να θεωρείται ως προκαταβολική εκούσια αναγνώριση του άνω ανηλίκου τέκνου δεδομένου ότι το άρθρο 1475 παρ. 2 εδ. 1 παραπέμπει στο άρθρο 1456 παρ. 1 εδ. 2 το οποίο αναφέρεται μόνο στην περίπτωση της ελεύθερης ένωσης. Ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση το ασκούμενο με τις ένδικες αγωγές δικαίωμα των εναγουσών για την αναγνώριση της ακυρότητας της ως άνω εκούσιας αναγνώρισης της ανήλικης ... κατ' άρθρο 174 AΚ, ασκείται καταχρηστικά, αφού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός σκοπός του και, ως εκ τούτου, πρέπει η προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος τους (άρθρο 281 ΑΚ) να γίνει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της. Ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση η ακύρωση της εκούσιας αναγνώρισης δεν ανταποκρίνεται στη βιολογική αλήθεια, αφού όπως και οι ενάγουσες δεν αρνούνται βιολογικός πατέρας της ανήλικης ... είναι ο εναγόμενος, γεννητικό υλικό του οποίου χρησιμοποιήθηκε για την εξωσωματική γονιμοποίηση που οδήγησε στην κύηση και γέννησή της. Γι' αυτό, άλλωστε, η άσκηση του επίδικου δικαιώματος εκ μέρους των εναγουσών αποτελεί και κατάχρηση του συνταγματικά προστατευόμενου θεσμού της οικογένειας (άρθρο 21 §1 του Συντάγματος), αλλά και της αξίας του ανθρώπου και της προσωπικότητάς του (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος), διότι η αντίθετη προς τη βιολογική αλήθεια ακύρωση της θεμελίωσης της νομικής σχέσης πατρότητας αποτελεί προσβολή της προσωπικότητας του μη συμπράξαντος στην αναγνώριση προσώπου, το οποίο θα εμφανίζεται σε οικογενειακή κατάσταση διαφορετική από εκείνη, στην οποία πράγματι βρίσκεται, και αντίκειται πλήρως και στο συμφέρον του ανήλικου τέκνου, το οποίο έχει δικαίωμα να γνωρίζει και να ανατρέφεται από αμφότερους τους γονείς του (βλ. και άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και άρθρα 3, 7 και 8 της Διεθνούς Σύμβασης του ΟΗΕ για τα δικαιώματα του παιδιού, που κυρώθηκε με το ν. 2101/1992). Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα οι επίδικες αγωγές κατά το κύριο αίτημά τους κατά το οποίο κρίθηκαν νόμιμες πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες στην ουσία τους δεκτής γενομένης της νομικά και ουσιαστικά βάσιμης (...) ένστασης του εναγομένου κατ' άρθρο 281 ΑΚ,με την οποία ισχυρίζεται ότι οι ένδικες αγωγές αντίκεινται στο θεσμό της πατρότητας στην προκειμένη δε περίπτωση τυγχάνει βιολογικός πατέρας της ως άνω ανήλικης. Περαιτέρω, η δήλωση των ως άνω διαδίκων ότι συμβιώνουν σε ελεύθερη ένωση, δεν καθιστά αυτήν άκυρη κατ' άρθρο 178 ΑΚ ως αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, καθόσον αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι δεν ήταν πρόσωπα άγνωστα μεταξύ τους αλλά διατηρούσαν φιλική σχέση απόλυτης εμπιστοσύνης από πολλών ετών η οποία μπορεί να μην ήταν σχέση σαρκικής συνάφειας, ήταν όμως σχέση επικοινωνίας και αλληλοκατανόησης, προκειμένου να αποκτήσουν αμφότεροι τέκνο και να το αναθρέψουν από κοινού, όπως επιθυμούσαν (έστω και σαν διαζευγμένο ζευγάρι). Επίσης από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία δεν προέκυψε ότι η επίδικη εκούσια αναγνώριση τέκνου τυγχάνει άκυρη διότι έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος καθόσον σύμφωνα με τα προαναφερόμενα αυτή δεν αντίκειται στην βιολογική αλήθεια και δεν πραγματοποιήθηκε για σκοπό άσχετο με την απόκτηση της συγγενικής σχέσεως του εναγόμενου με το άνω ανήλικο τέκνο. Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα μητέρα Γ. Α. πλανήθηκε ή εξαπατήθηκε από τον εναγόμενο σχετικά με τα δικαιώματά του εκ της πατρότητας του τέκνου. Ειδικότερα από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ότι ο εναγόμενος θα προσέφερε στην ενάγουσα γεννητικό υλικό σαν άγνωστος δότης και δεν θα είχε κανένα δικαίωμα πατρότητας και επικοινωνίας με το τέκνο του και ότι διαβεβαίωσε ψευδώς την ενάγουσα ότι δεν θα ασκούσε τα εκ της πατρότητας δικαιώματα του, προκειμένου να την πείσει να προχωρήσουν στη διαδικασία εξωσωματικής γονιμοποίησης. Αντίθετα οι διάδικοι λόγω της μεταξύ τους σχέσης όπως αυτή προπεριγράφηκε συμφώνησαν από κοινού και με ελεύθερη βούληση να προβούν στη διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης στην οποία προχώρησαν με κοινή τους συμφωνία και επιθυμία δε όσον αφορά τον εναγόμενο να συναινέσει στην εν λόγω πράξη ήταν να αποκτήσει και ο ίδιος τέκνο κάτι που γνώριζε η ενάγουσα. Τα ανωτέρω ενισχύονται και από την προπεριγραφείσα συμπεριφορά του εναγόμενου τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια της κύησης της ενάγουσας. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ενάγουσα - μητέρα δεν επέστρεψε στον εναγόμενο το καταβληθέν εκ μέρους του ποσό των 4.000 € έναντι των εξόδων τοκετού αμέσως μόλις το εισέπραξε, ήτοι το Φεβρουάριο 2018, αλλά μόλις τον Ιούνιο 2018, και δη μετά την εκ μέρους του κατάθεση της προαναφερθείσας αίτησης ασφαλιστικών μέτρων περί προσωρινής ρύθμισης της επικοινωνίας του με το τέκνο . Αν μεταξύ των διαδίκων γονέων υπήρχε πράγματι συμφωνία περί αποκλεισμού του εναγομένου από τα δικαιώματα της πατρότητας, η ενάγουσα λόγω και της ιδιότητας αμφοτέρων ως δικηγόρων, θα είχε μεριμνήσει έτσι ώστε να υπογραφεί μεταξύ τους έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό προς απόδειξη της συμφωνίας αυτής και από την αρχή της κύησής της θα είχε αρνηθεί οποιαδήποτε εμπλοκή και ανάμειξη του εναγόμενου στη ζωή της και στη ζωή του τέκνου της, απαιτώντας να τηρηθεί η πραγματική μεταξύ τους συμφωνία διαδίκων κάτι εξάλλου το οποίο θα μπορούσε ν αποφύγει προβαίνοντας σε εξωσωματική γονιμοποίηση με γεννητικό υλικό από άγνωστο δότη(...).Κατά συνέπεια, οι ένδικες υπό στοιχείο Α και Β άνω αγωγές όσον αφορά τα ανωτέρω αιτήματα τους πρέπει να απορριφθούν για τους λόγους που προεκτέθηκαν. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο α) έκρινε μη νόμιμες και απέρριψε τις αγωγές ως προς το αίτημά τους περί ακυρότητος της εκούσιας αναγνώρισης λόγω εικονικότητος β) αφού έκρινε νόμιμες τις επίδικες αγωγές κατά το κύριο αίτημα τους στην συνέχεια απέρριψε αυτές ως κατ' ουσίαν αβάσιμες δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ του εναγόμενου και γ) αφού έκρινε νόμιμες τις αγωγές ως προς τα αιτήματα, τους περί ακυρότητος της εκούσιας αναγνώρισης λόγω αντίθεσης στο Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη άλλως λόγω απάτης άλλως λόγω ουσιώδους πλάνης στη δήλωση βούλησης της συναίνεσης απέρριψε εν τέλει αυτές ως ουσιαστικά αβάσιμες δεν έσφαλε. Επομένως η υπό κρίση εφέσεις ως προς τα άνω αιτήματα πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσίαν. Μετά ταύτα, πρέπει οι ένδικες εφέσεις να γίνουν δεκτές κατ' ουσίαν ως προς το αίτημα της περί ακυρότητος της εκούσιας αναγνώρισης λόγω καταχρηστικότητος και στη συνέχεια, αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιο αυτό, να κρατηθούν και δικασθούν οι άνω αγωγές κατά το κεφάλαιο αυτό. Εν τέλει δε μετά την ουσιαστική έρευνα του ανωτέρω κεφαλαίου ως προς το οποίο εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αγωγές ως προς το κεφάλαιο αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμες...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, το οποίο προηγουμένως, κρίνοντας νόμιμο το αίτημα των αγωγών των αναιρεσειουσών περί ακυρότητας της εκούσιας αναγνώρισης του ανηλίκου τέκνου λόγω καταχρηστικότητας, είχε εξαφανίσει την αντιθέτως κρίνασα, ως προς τη σχετική αγωγική βάση, απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ είχε απορρίψει το λόγο εφέσεως των αναιρεσειουσών, με τον οποίο παραπονέθηκαν για την απόρριψη της βάσεως των αγωγών περί εικονικότητος της εκούσιας αναγνώρισης του ανηλίκου, επικυρώνοντας κατά τούτο την εκκαλουμένη απόφαση, α) απέρριψε τις αγωγές ως κατ' ουσίαν αβάσιμες ως προς τα αιτήματα περί ακυρότητας της εκούσιας αναγνώρισης λόγω αντίθεσης στο Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη, άλλως λόγω απάτης άλλως λόγω ουσιώδους πλάνης στη δήλωση βούλησης της συναίνεσης, επικυρώνοντας αντιστοίχως την πρωτόδικη απόφαση, και επίσης απέρριψε αυτές ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και ως προς το αίτημα περί ακυρότητας της εκούσιας αναγνώρισης λόγω καταχρηστικότητας, και β) απέρριψε κατ' ουσίαν τις αγωγές κατά την κύρια βάση αυτών περί ακυρότητας της εκούσιας αναγνώρισης του ανηλίκου κατ' άρθρο 174 ΑΚ, κρίνοντας ότι το σχετικό δικαίωμα των εναγουσών ασκήθηκε καταχρηστικά, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της προβληθείσας από τον πρώτο εναγόμενο ένστασης εκ του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης. Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και οι λόγοι της έφεσης, κύριοι και πρόσθετοι, που συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003, 11/1996). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν ο προταθείς ισχυρισμός (πράγμα) είναι μη νόμιμος ή αλυσιτελής και επομένως μη δυνατή η άσκηση ουσιώδους επίδρασης στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12/2004, ΟλΑΠ 2/89, 1533/2018, 992/2014, 291/2010). Επίσης, ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ` όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 170/2023, ΑΠ 2036/2022, ΑΠ 841/2017). Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα απέρριψε σιωπηρώς τον τρίτο λόγο της έφεσής τους περί απαραδέκτου του ανωτέρω ισχυρισμού του πρώτου αναιρεσιβλήτου, καθόσον αυτός δεν συνιστά ένσταση αλλά άρνηση της αγωγής και, επίσης, διότι απαγορεύεται ρητώς η κρίση περί πατρότητας όταν αυτή προβάλλεται κατ' ένσταση ή ως προδικαστικό ζήτημα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον περιεχόμενο στον τρίτο λόγο εφέσεως ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειουσών και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων με παραδοχές αντίθετες προς αυτόν και δη κάνοντας δεκτή την ένσταση του αναιρεσιβλήτου ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και, συνακόλουθα, κρίνοντας σιωπηρώς ότι ο εν λόγω ισχυρισμός παραδεκτώς προβλήθηκε. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο (τον οποίο ονομάζουν έκτο λόγο συνεχούς αρίθμησης), οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που προέβαλε ο αναιρεσίβλητος, δεχόμενο προς θεμελίωσή του, ότι αυτός είναι βιολογικός πατέρας, καθόσον εισήχθη, κατά παράβαση του άρθρου 593 ΚΠολΔ, χωρίς να ασκηθεί αντίθετη αγωγή, ενώ στη συνέχεια έκρινε ότι έχει ήδη θεμελιωθεί η νομική σχέση της πατρότητας, παρά το γεγονός ότι το ίδιο δικαστήριο έχει ήδη αναγνωρίσει την ακυρότητα της κατά πλάσμα δικαίου συναίνεσης ως εκούσιας αναγνώρισης και τη συναίνεση της γυναίκας ως όρο του ενεργού της αναγνώρισης. Ωστόσο, ο λόγος αυτός στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον αντικείμενο της αγωγής δεν ήταν η αναγνώριση ή η προσβολή της πατρότητας, το δε Εφετείο δεν έκρινε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος υπέβαλε ένσταση πατρότητας ούτε ότι αυτός επικαλέστηκε κατ' ένσταση, ως απλός τρίτος δότης γενετικού υλικού, ότι είναι βιολογικός γονέας, αλλά δέχθηκε αποκλειστικά και μόνον ακυρότητα της δήλωσης συναίνεσης λόγω απουσίας του στοιχείου της συμβίωσης μεταξύ των διαδίκων, κρίνοντας όμως ότι, ενόψει της (συνομολογούμενης από τις αναιρεσείουσες) βιολογικής πατρότητας αυτού, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος η αντίθετη προς τη βιολογική αλήθεια ακύρωση της θεμελίωσης της νομικής σχέσης πατρότητας, αφού "αποτελεί προσβολή της προσωπικότητας του μη συμπράξαντος στην αναγνώριση προσώπου, το οποίο θα εμφανίζεται σε οικογενειακή κατάσταση διαφορετική από εκείνη, στην οποία πράγματι βρίσκεται, και αντίκειται πλήρως και στο συμφέρον του ανήλικου τέκνου, το οποίο έχει δικαίωμα να γνωρίζει και να ανατρέφεται από αμφότερους τους γονείς του". Επομένως, ο παραπάνω, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ'αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων. Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 17/1995, ΟλΑΠ 62/1990, ΟλΑΠ 8/2001). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 321/2002). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. Επίσης η αρχή αυτή αποκλείει και πράξεις του δικαιούχου που έρχονται σε αντίθεση με προγενέστερες ενέργειές του και επομένως αντιφάσκουν προς το καθήκον συνεπούς συμπεριφοράς που απαιτείται από τους συναλλασσομένους. Ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος είναι ο σκοπός που εξυπηρετεί το ίδιο το δικαίωμα, δηλαδή η ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος του δικαιούχου, για τον οποίο (σκοπό) η έννομη τάξη αναγνωρίζει τη σχετική εξουσία στον δικαιούχο. Εφόσον η άσκηση από τον δικαιούχο της εξουσίας που παρέχει το δικαίωμά του δεν εξυπηρετεί ή υπερβαίνει τους σκοπούς, για τους οποίους η έννομη τάξη αναγνωρίζει και παρέχει στον δικαιούχο την εξουσία αυτή, τότε υφίσταται κατάχρηση του δικαιώματος. Κατά κανόνα, η άσκηση του δικαιώματος καθ' υπέρβαση της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ενέχει συγχρόνως υπέρβαση του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το κριτήριο αυτό δεν μπορεί να έχει και αυτοτελή αξία. Τα ως άνω κριτήρια καθιερώνονται διαζευκτικά. Εξάλλου, η υπέρβαση των προαναφερθέντων ορίων πρέπει να είναι προφανής, δηλαδή πρόδηλη, ολοφάνερη και αναμφισβήτητη, να προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου κρινόμενη με βάση τις ειδικές συνθήκες και περιστάσεις της συγκεκριμένης κρινόμενης περίπτωσης, αλλά και τη σύγκριση ανάμεσα στο φορέα του δικαιώματος και στις αρνητικές έννομες συνέπειες, που επέρχονται στο πρόσωπο του αποδέκτη της άσκησης του δικαιώματος. Μία τέτοια σύγκριση μπορεί να έχει τη μορφή της μη εξυπηρέτησης του έννομου συμφέροντος του δικαιούχου ή της ικανοποίησής του σε ελάχιστο βαθμό ή της άσκησης του δικαιώματος χωρίς εύλογη αιτία ή γιατί αντίκειται στη συνήθη συμπεριφορά του φορέα του δικαιώματος, που δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι το δικαίωμα δε θα ασκηθεί τελικά. Προφανής υπέρβαση των αξιολογικών ορίων της ΑΚ 281 υπάρχει και όταν η αξίωση του δικαιούχου υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, όπως στην περίπτωση που η άσκησή του οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως (ΑΠ 210/2017). Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως, διατάξεις (ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 33/2005) όπως εκείνες των άρθρων 3, 174, 180 ΑΚ (ΑΠ 1179/2017). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την πληρότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό της από την άποψη του χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής, με την οποία ασκείται το δικαίωμα, για την αιτία αυτή (ΟλΑΠ 472/1983). Αν δεν εκτίθενται στην ένσταση τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της ένστασης και συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, η ένσταση είναι αόριστη (ΑΠ 1815/2022, ΑΠ 1667/2022) και η ποσοτική αυτή αοριστία ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 638/2012, ΑΠ 1330/2002) και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της ένστασης, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ (ΑΠ 571/2004). Ο περί νομικής, ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 262 του ΚΠολΔ πρέπει, κατ' άρθρο 562 § 2 του ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της προβολής του, όπως και επί της αοριστίας της αγωγής, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 874/2021, ΑΠ 1581/2017, ΑΠ 1014/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων του πρώτου αναιρεσιβλήτου επί αμφοτέρων των αγωγών, καθώς και των υπ' αριθ. 21670/4-11-2019 πρακτικών συζήτησης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος/πρώτος αναιρεσίβλητος, αφού αρνήθηκε αιτιολογημένα την ουσιαστική και νομική βασιμότητά των αγωγών, υπέβαλε, επικουρικά (σελ. 43), με καταχώριση και στα πρακτικά, την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως αυτών, ισχυριζόμενος κατά λέξη ότι: "Το αίτημα της αντιδίκου να ακυρωθεί η εκούσια αναγνώριση από μένα αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, αφού παραγνωρίζει το θεσμό της πατρότητας, ο οποίος προστατεύεται συνταγματικά, δεδομένου ότι, κατά την ομολογία της αντιδίκου, είμαι εγώ ο βιολογικός γονέας του τέκνου μας". Σημειώνεται ότι οι προηγηθέντες της υποβολής της ενστάσεως ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου έτειναν στην άρνηση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητος της αγωγής και δεν αποτέλεσαν περιεχόμενο της ενστάσεως που προβλήθηκε επικουρικά. Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ενστάσεως αυτής προκύπτει ότι πέραν του γεγονότος ότι ο αναιρεσίβλητος είναι βιολογικός πατέρας του τέκνου, δεν εκτίθενται άλλα πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν την καταχρηστική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας Γ. Α., με συνέπεια να μη συνέτρεχαν τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για τη θεμελίωση της κατά το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Και τούτο, διότι η βιολογική πατρότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου ως δότη του γενετικού υλικού, δεν αποτελεί περιστατικό εκ της συμπεριφοράς της ανωτέρω αναιρεσείουσας για να θεωρηθεί ότι η μεταγενέστερη άσκηση από αυτή της υπό κρίση αγωγής συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, αλλά αποτελεί πραγματικό γεγονός συνεπεία του οποίου ιδρύεται η πατρότητα μόνον με την συναίνεση και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου (1456 ΑΚ) και όχι από μόνη τη χορήγηση γενετικού υλικού. Ο βιολογικός πατέρας, εφόσον δεν υπάρχει εκούσια αναγνώριση κατ'εφαρμογή του άρθρου 1475 § 2 ΑΚ, έχει δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης του τέκνου κατ'αρθ. 1479 επ. ΑΚ και δεν μπορεί επικαλούμενος απλώς την βιολογική του ιδιότητα, να αποκρούει δια της ενστάσεως καταχρήσεως δικαιώματος την περί αναγνωρίσεως της ακυρότητος αγωγή, αφού ο βιολογικός δεσμός του δότη του γενετικού υλικού δεν του προσδίδει την ιδιότητα του πατέρα του γεννηθέντος τέκνου, εφόσον ελλείπουν οι νόμιμες προϋποθέσεις της εκούσιας αναγνώρισης. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την πιο πάνω ένσταση του πρώτου αναιρεσιβλήτου νόμιμη και στη συνέχεια κατ' ουσίαν βάσιμη, αρκέστηκε για τη θεμελίωσή της σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που ο νόμος απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος και παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της ένστασης. Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 (κατ' εκτίμηση) και 14 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στην ένσταση του 281 AK, καθόσον αντικείμενο της δίκης ενώπιον του Αρείου Πάγου κατέστη μόνο η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και όχι η ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος των αναιρεσειουσών για αναγνώριση της ακυρότητας της εκουσίας αναγνώρισης λόγω αντίθεσης στο νόμο. Κατά συνέπεια, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, πέραν του ότι αυτοί καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια αυτού που έγινε δεκτός, δεδομένου ότι αυτοί πλήττουν τις προσβαλλόμενες λοιπές βάσεις της αγωγής, οι οποίες, ως εκ της κοινότητας του ακυρωτικού σκοπού και του αντικειμένου τους, είναι αμοιβαίως επικουρικές και επομένως η αναίρεση της απόφασης, για λόγο που αφορά μόνο μία από τις βάσεις αυτές, εκτείνεται και στις διατάξεις αυτής για τις λοιπές βάσεις οι κατά των οποίων λόγοι αναίρεσης είναι μάταιο να εξετασθούν (ΑΠ 105/2019, ΑΠ 1294/2022, ΑΠ 1684/2008, ΑΠ 177/2019, ΑΠ 1603/2014). Πρέπει, μετά ταύτα, κατά παραδοχή αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως, να εξαφανιστεί η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση, να διαταχθεί η επιστροφή των παραβόλων στις καταθέσασες αυτά, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλον δικαστή (άρθ.580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις λόγω της ήττας τους (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό εκτιθέμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ •Συνεκδικάζει τις από 19-5-2022 και υπ'αριθ. εκθ.καταθ. 432/20-5-2022 και από 18-5-2022 και υπ'αριθ. εκθ.καταθ. 430/20-5-2022 αιτήσεις αναιρέσεως, μετά των προσθέτων αυτών λόγων. •Δέχεται αμφότερες τις αιτήσεις αναιρέσεως. •Αναιρεί την υπ'αριθ. 1540/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. •Διατάσσει την επιστροφή των παραβόλων στις αιτούσες. •Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλον δικαστή.Και •Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική των αναιρεσειουσών εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Αυγούστου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ