Αριθμός 131/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Μαρί Δεργαζαριάν και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..."", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. (ΟΣΕ)", που απορρόφησε την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Αναλυτή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2010 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, την από 5-2-2013 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 6-2-2013 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4690/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 6472/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμ. 6472/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, μεταξύ άλλων, έκανε δεκτή τη (συνεκδικασθείσα) έφεση της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΣΕ Α.Ε" (ήδη αναιρεσίβλητης), ως συνεχίζουσας τη δίκη στη θέση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." (ήδη αναιρεσείουσας) και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη με αριθμ. 4690/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, μεταξύ άλλων, είχε γίνει εν μέρει δεκτή η (κύρια) αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη και είχε απορριφθεί η παρεμπίπτουσα αγωγή αυτής, στη συνέχεια (το Εφετείο), αφού, δέχθηκε εν μέρει την (κύρια) αγωγή ως προς την κυρίως εναγόμενη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα, υποχρεώνοντας αυτήν να καταβάλει, στον (μη διάδικο) κυρίως ενάγοντα το ποσό των 32.312,27 ευρώ, νομιμοτόκως, δέχθηκε και την ένδικη παρεμπίπτουσα αγωγή και υποχρέωσε την παρεμπιπτόντως εναγομένη (αναιρεσείουσα), να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) το ποσό που θα καταβάλει αυτή στον κυρίως ενάγοντα της κύριας αγωγής, νομιμοτόκως από την καταβολή. Η αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά των διατάξεων της προσβαλλόμενης που αφορούν την προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της παρεμπιπτόντως ενάγουσας με την επωνυμία "ΟΣΕ Α.Ε.", έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, άρθρο 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020), διότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε, κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης, στην ήδη αναιρεσείουσα στις 9-3-2020, όπως δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη, και κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 24-7-2020, για το λόγο ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020 "Κύρωση: α) της από 13.4.2020 Π.Ν.Π. "Μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19...", το χρονικό διάστημα από 13.3.2020 έως 31.5.2020 δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες, μετά δε τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία, και οι προθεσμίες άσκησης, μεταξύ άλλων, των ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους. Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 74, 75 παρ. 1 και 2, 85 παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1920 προκύπτει ότι από την ολοκλήρωση της διαδικασίας απορρόφησης από νέα εταιρία του αποσχιζόμενου από άλλη α.ε. κλάδου, η νέα απορροφώσα εταιρία υποκαθίσταται αυτοδίκαια και χωρίς άλλη διατύπωση σ' όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις και έννομες συνέπειες που απορρέουν από τη δραστηριότητα του κλάδου αυτού, ήτοι επέρχεται οιονεί καθολική διαδοχή ως προς την ανωτέρω δραστηριότητα του αποσχιζόμενου κλάδου (ΑΠ 1422/2022, ΑΠ 2097/2014, ΑΠ 1408/2008). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγόμενης προς κρίση έννομης σχέσης, χωρίς (κατ' αρχήν) να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋπόθεσης συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής, ως νομικά αβάσιμης κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, και ως ουσιαστικά αβάσιμης στην περίπτωση μη απόδειξης (κατά το στάδιο της έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της νομιμοποίησης πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1525/2021, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 975/2020). Ενόψει του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1157/2017) και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 975/2020, ΑΠ 94/2017). Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα, από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής. Το δευτεροβάθμιό δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ279/2010), με τον όρο της μη χειροτέρευσης με την εκδοθησόμενη απόφαση της θέσης του εκκαλούντος χωρίς άσκηση έφεσης ή αντέφεσης εκ μέρους του εφεσίβλητου. Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις που δεν προβλήθηκαν από διάδικο με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, δεν μπορούν να εξεταστούν, αυτεπαγγέλτως, από το εφετείο, ούτε επιτρέπεται σ' αυτό, αν διαπιστώσει τέτοια σφάλματα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να εξαφανίσει ή μεταρρυθμίσει την απόφαση που εκκλήθηκε, παρά μόνον αν αφορούν άλλους λόγους μη νομιμότητας της αγωγής, εκτός των προβαλλόμενων με την έφεση, οπότε το εφετείο έχει την εξουσία να τους ερευνήσει αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1141/2001). Η απόρριψη της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, μετά την παραδοχή καταλυτικής ένστασης, προϋποθέτει ότι προηγουμένως υπήρχε δικαίωμα που ήδη καταλύεται και δημιουργείται δεδικασμένο για την προηγούμενη ύπαρξή του. Επομένως, όταν εκκαλείται, από τον ηττηθέντα ενάγοντα, η οριστική απόφαση που απορρίπτει την αγωγή μετά από παραδοχή, ως κατ' ουσίαν βάσιμης καταλυτικής ένστασης του εναγόμενου, αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης καθίσταται μόνο η καταλυτική ένσταση του δικαιώματος και όχι η ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος. Το εφετείο έχει εξουσία να εξετάσει μόνον την ένσταση αυτή και να αποφανθεί αναλόγως για την τύχη της αγωγής, χωρίς να μπορεί να ερευνήσει εξαρχής την προηγούμενη ύπαρξη του σχετικού αγωγικού δικαιώματος, γιατί, ως προς αυτό, αφού δεν προσβλήθηκε η δεχθείσα την ύπαρξή του οριστική απόφαση, με αντίθετη έφεση ή αντέφεση του εναγόμενου, για την οποία, αφού βλάπτεται από τις αιτιολογίες της, οι οποίες περιέχουν στοιχεία διατακτικού, υφίστατο έννομο συμφέρον αυτού προς αποτροπή του δεδικασμένου, υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει το δικαστήριο (ΑΠ 1065/2021, ΑΠ 1216/2020, ΑΠ 543/2019, ΑΠ 1367/2015). Περαιτέρω, λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου σχετικές με κεφάλαια τα οποία δεν έχουν προσβληθεί με την έφεση και είναι άσχετα με το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης, είναι απαράδεκτοι, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 735/2022, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 1065/2012, ΑΠ 302/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα ακόλουθα : Ο Π. Ρ., ήδη μη διάδικος, με την από 5-11-2010 αγωγή του κατά των 1) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... και 2) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..., αφού εξέθετε ότι, στις 12-7-2007, στην …., στον αναφερόμενο σιδηροδρομικό συρμό, στον οποίο ο ίδιος επέβαινε, έλαβε χώρα το αναφερόμενο σιδηροδρομικό ατύχημα, και ότι εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς των προστηθέντων αμφοτέρων των κυρίως εναγόμενων (...), υπέστη τις αναφερόμενες σωματικές βλάβες και ζημίες, ζήτησε να υποχρεωθούν, καθεμία εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το συνολικό ποσό των 142.861,62 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Ακολούθως, η δεύτερη κυρίως εναγόμενη (...) άσκησε σε βάρος της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας "..." την από 6-2-2013 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία, επικαλούμενη την αναφερόμενη ασφαλιστική σύμβαση, ζήτησε να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγόμενη να της καταβάλει ό,τι θα υποχρεωθεί στον κυρίως ενάγοντα. Ομοίως, η, ενδιαφέρουσα τον αναιρετικό έλεγχο, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΣΕ Α.Ε.", ήδη αναιρεσίβλητη, ως υπεισελθούσα στη θέση της ανωτέρω πρώτης κυρίως εναγόμενης (....), με απορρόφηση αυτής, άσκησε την από 5-2-2013 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή, κατά της ήδη αναιρεσείουσας - παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία, αφού εξέθετε ότι υφίσταται μεταξύ τους έγκυρη ασφαλιστική σύμβαση και ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, ζήτησε να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, ήδη αναιρεσείουσα, να της καταβάλει ό,τι η ίδια θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα. Ειδικότερα, στο δικόγραφο της προσεπίκλησης - παρεμπίπτουσας αγωγής, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΣΕ ΑΕ", ως οιονεί καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, της κυρίως εναγομένης "....", ενσωματώνοντας σ' αυτό την προαναφερόμενη κύρια αγωγή, επικαλέστηκε ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση που προβλέπεται από τα με αριθμ. 59565/2 ασφαλιστήριο και 15257/2 ανανεωτικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, τα οποία είχε καταρτίσει, ως δικαιοπάροχος της "...", και κάλυπταν την τελευταία (...) τον ένδικο χρόνο, για τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο αστικής ευθύνης έναντι τρίτων μεταφερόμενων επιβατών με επιβατικές αμαξοστοιχίες μέσα στον ελληνικό σιδηροδρομικό δίκτυο, που οφείλεται σε πράξεις ή παραλείψεις του ιδίου, του προσωπικού, ή τρίτων, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων λόγω σύγκρουσης, πρόσκρουσης, εκτροχιασμού και λοιπών ατυχημάτων από υπαιτιότητα του ΟΣΕ, του προσωπικού ή τρίτων. Επί της αγωγής και των συνεκδικασθεισών παρεμπιπτουσών αγωγών, εκδόθηκε η με αριθμ. 4690/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, παραθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την ιστορική βάση της κύριας αγωγής, και ειδικότερα, ότι στις 12-7-2007 και ώρα 7:27 π.μ., περίπου, έλαβε χώρα, στο ύψος των Τριών Γεφυρών στους Άγιους Ανάργυρους Αττικής, σύγκρουση των αναφερόμενων δύο αμαξοστοιχιών, από την οποία προκλήθηκαν εκτεταμένες υλικές ζημίες στις εμπρόσθιες επιφάνειες των αμαξοστοιχιών και τραυματίστηκαν συνολικά πενήντα πέντε (55) επιβάτες του "ΠΡΟΑΣΤΙΚΟΥ", μεταξύ των οποίων και ο κυρίως ενάγων, Π. Ρ. του Δ., έκρινε α) ότι το σιδηροδρομικό ατύχημα οφείλετο στη συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά των προστηθέντων των κυρίως εναγομένων, ήτοι και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", δικαιοπαρόχου της υπεισελθούσας στη δίκη ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ο.Σ.Ε. Α.Ε.", και υποχρέωσε καθεμία από τις κυρίως εναγόμενες να καταβάλουν στον κυρίως ενάγοντα, ήδη μη διάδικο, το ποσό των 7.696,20 ευρώ, νομιμοτόκως, και β) ως προς την ενδιαφέρουσα τον αναιρετικό έλεγχο παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης, ότι με το με αριθμ. 152572 ασφαλιστήριο συμβόλαιο η προσεπικαλούσα - παρεμπιπτόντως ενάγουσα α.ε. με την επωνυμία "Ο.Σ.Ε. Α.Ε." συνήψε με την καθ' ης η προσεπίκληση - παρεμπιπτόντως εναγόμενη σύμβαση ασφάλισης, που κάλυπτε τη δραστηριότητά της, ως προς την αστική της ευθύνη έναντι τρίτων, για το διάστημα από 21-10-2006 έως και 21-10-2007, μετά δε την απόσχιση από την πρώτη (ΟΣΕ) του κλάδου "διαχείρισης και εκμετάλλευσης της σιδηροδρομικής υποδομής" και την εισφορά αυτού στην εταιρεία με την επωνυμία "....", δυνάμει της υπ' αριθμ. 15262/27-6-2006 συμβάσεως απόσχισης και εισφοράς του συμβολαιογράφου Αθηνών Γιάννη Γουβέλη, που εγκρίθηκε με την 39358/2006 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, καταχωρήθηκε στο MAE και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 169/9-1-2007, τ. ΑΕ και ΕΠΕ, μεταβιβάστηκαν, αυτοδικαίως, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, και από την ανωτέρω ασφαλιστική σύμβαση, στην πιο πάνω εταιρεία (άρθρα 13, 14 και 19 α, β της άνω συμβάσεως απόσχισης και εισφοράς). Στη συνέχεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο, κατά τα ανωτέρω, ότι υφίσταται έγκυρη ασφαλιστική σύμβαση αστικής ευθύνης, με το με αριθμ. 152572 συμβόλαιο αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, για το διάστημα από 21-10-2006 έως και 21-10-2007, στην οποία υπεισήλθε, κατά τα ανωτέρω, η κυρίως εναγόμενη ως ασφαλισμένη, έκανε δεκτή την υποβληθείσα από την παρεμπιπτόντως εναγομένη (αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρεία καταλυτική ένσταση συμβατικής ρήτρας απαλλαγής αυτής έναντι της ασφαλισμένης από την αστική ευθύνη, απορρίπτοντας έτσι την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα παρεμπιπόντως ενάγουσα, άσκησε, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την από 27-7-2016 έφεση, παραπονούμενη, με το μοναδικό λόγο αυτής, αναφορικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή, ως προς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στήριξε την κρίση του για την παραδοχή της καταλυτικής ένστασης συμβατικής ρήτρας απαλλαγής της παρεμπιπτόντως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας. Επί της έφεσης αυτής της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, που συνεκδικάστηκε με την έφεση του κυρίως ενάγοντος Π. Ρ. (και την επικουρική αντέφεση της δεύτερης εναγόμενης της κύριας αγωγής - παρεμπιπτόντως ενάγουσας α.ε. με την επωνυμία "... Α.Ε."), εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έκρινε ότι το σιδηροδρομικό ατύχημα οφείλετο σε συγκλίνουσα αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων αμφοτέρων των κυρίως εναγομένων, τις οποίες υποχρέωσε να καταβάλουν, εις ολόκληρον, στον κυρίως ενάγοντα το ποσό των 32.312,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής, και, επίσης, (έκρινε) ότι η καταλυτική της παρεμπίπτουσας αγωγής υποβληθείσα, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από την αναιρεσείουσα ένσταση της ρήτρας απαλλαγής αυτής, μέχρι το ποσό των 50.000,00 ευρώ, από την καταβολή του ασφαλίσματος είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Ενόψει αυτών, το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, την έφεση της παρεμπιπτόντως ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ακολούθως δε, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την παρεμπίπτουσα αγωγή, απέρριψε την ανωτέρω καταλυτική ένσταση ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, και δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα το ποσό που αυτή θα καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή. Από τα ανωτέρω προκύπτουν τα εξής: Εφόσον η αγωγή απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με κατ' ουσίαν παραδοχή της ένστασης συμβατικής ρήτρας απαλλαγής μέχρι το ποσό των 50.000,00 ευρώ, δέχθηκε, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, την ύπαρξη του δικαιώματος που ασκείται με την παρεμπίπτουσα αγωγή, ήτοι την ύπαρξη ασφαλιστικής σύμβασης που κάλυπτε την επελθούσα, στις 12-7-2007, ασφαλιστική περίπτωση αστικής ευθύνης της α.ε. με την επωνυμία "..." έναντι τρίτων, και συνεπώς, του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για καταβολή του ασφαλίσματος από το χρόνο κατά το οποίο η ίδια θα κατέβαλε το ποσό στον κυρίως ενάγοντα - τρίτο. Με την ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη ως άνω έφεση, προσβλήθηκε η πρωτόδικη απόφαση, μόνο για το κεφάλαιο αυτής περί παραδοχής ως ουσιαστικά βάσιμης της ένστασης συμβατικής ρήτρας απαλλαγής της αναιρεσείουσας από την ασφαλιστική κάλυψη, και της, συνεπεία αυτής, απόρριψης της αγωγής. Επομένως, σύμφωνα με το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μόνο κατά το προσβαλλόμενο με την έφεση κεφάλαιο της παραδοχής της ένστασης συμβατικής ρήτρας απαλλαγής της αναιρεσείουσας από την ασφαλιστική κάλυψη. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ήταν υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα των παραπόνων που διατυπώνονται με τον προαναφερόμενο λόγο έφεσης, δηλαδή ως προς την ουσιαστική ή μη βασιμότητα της ένστασης αυτής, καθώς και τυχών ισχυρισμών που προβάλλονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά του λόγου αυτού, και ακολούθως, ανάλογα με την απόφαση επ' αυτής, να δεχθεί ή να απορρίψει την έφεση, ενώ τυχόν επέκτασή του στην ύπαρξη ή μη του αγωγικού ισχυρισμού, για το αν δηλαδή συντρέχουν τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση του από την ασφαλιστική σύμβαση δικαιώματος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ο.Σ.Ε. Α.Ε.", η οποία υπεισήλθε, πλέον στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της "...", με τη με αριθμ. 17650/17/11/2010 σύμβαση συγχώνευσης του συμβ/φου Αθηνών Ιωάννη Γιουβέλη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 79 του ν. 2190/1920 και 1 -5 του ν. 2166/1993, ή σε ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αρνητικούς ή καταλυτικούς του δικαιώματος αυτού, αποτελούν πλεοναστικές αιτιολογίες που δεν παράγουν δεδικασμένο. Τούτο διότι, το δικαίωμα αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης, εφόσον με την έφεση της αναιρεσίβλητης δεν μεταβιβάστηκε το κεφάλαιο αυτό στο Εφετείο, και η αναιρεσείουσα, δεν είχε ασκήσει, όπως είχε έννομο συμφέρον, προκειμένου να αποτρέψει τη δημιουργία δεδικασμένου ως προς την ύπαρξη του σχετικού αγωγικού δικαιώματος, έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία να προσβάλει την παραδοχή της για την ύπαρξη του δικαιώματος, ώστε να καταστεί αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης. Έτσι, ως προς την ύπαρξη του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, υφίσταται δεδικασμένο, το οποίο δέσμευε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Λόγω των ανωτέρω, τυχόν ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και αναφέρονται στο κεφάλαιο της ύπαρξης του ασκούμενου με την αγωγή επίδικου δικαιώματος, το οποίο δεν προσβλήθηκε με έφεση, δηλαδή που δεν συνάπτονται με το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης και αν ακόμη υποβλήθηκαν από την ήδη αναιρεσείουσα, είναι απαράδεκτοι και αυτός δεν έχει τη δυνατότητα να στηρίξει λόγους αναίρεσης, προβάλλοντας πλημμέλειες του Εφετείου, σχετικές με τους ισχυρισμούς αυτούς. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 68 και 73 του ΚΠολΔ και άρθρ. 1 του ν. 2496/1997, τις οποίες παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι η αναιρεσείουσα νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της παρεμπίπτουσας αγωγής ως δικονομική εγγυήτρια, είναι απαράδεκτος, διότι το αντίστοιχο κεφάλαιο ύπαρξης της ασφαλιστικής κάλυψης για το ένδικο ατύχημα και ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης - κυρίως εναγόμενης δεν ήχθη προς εκδίκαση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και απέκτησε ισχύ δεδικασμένου. Περαιτέρω, ο από τον αρ. 14β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη την ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή, καθόσον δεν διαλαμβάνεται στο περιεχόμενο αυτής η ύπαρξη έννομης σχέσης κατάρτισης ασφαλιστικής σύμβασης κατά τον κρίσιμο χρόνο επέλευσης της επικαλούμενης με το ανωτέρω δικόγραφο ασφαλιστικής περίπτωσης, είναι απαράδεκτος για τον αυτό παραπάνω λόγο, ήτοι διότι η απόφαση κατέστη τελεσίδικη κατά το πληττόμενο μέρος, αφού δεν ήχθη στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, και τούτο ανεξαρτήτως: 1) της αοριστίας του λόγου αναίρεσης, ενόψει ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο δικαστήριο ουσίας από την αναιρεσείουσα, ως εφεσίβλητη, η ένσταση αοριστίας της προσεπίκλησης - παρεμπίπτουσας αγωγής (ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 571/2021, ΑΠ 566/2010) και 2) στο δικόγραφο της παρεμπίπτουσας αγωγής αναφέρεται ότι η ασφαλισμένη α.ε. με την επωνυμία "Ο.Σ.Ε. Α.Ε.", με την από 22-12-2006 καταχώριση στο Μ.Α.Ε. προέβη σε απόσχιση και εισφορά του κλάδου διαχείρισης και εκμετάλλευσης της Σιδηροδρομικής Υποδομής στην α.ε. με την επωνυμία "....", σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 79 του ν. 2190/1920, με τις οποίες η τελευταία υπεισήλθε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ΟΣΕ Α.Ε., μεταξύ των οποίων και η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1, 2 και 5 του ν. 2496/1997 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 361, 185, 192 και 193 ΑΚ προκύπτει ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή. Στην πρακτική, συνήθως η πρόταση προς κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης γίνεται με έγγραφη προς τούτο αίτηση προς τον ασφαλιστή, η οποία περιέχει τους όρους τής υπό κατάρτιση σύμβασης, η αποδοχή της δε από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, με την καθ' οιονδήποτε τρόπο ειδοποίηση του προτείνοντος, την είσπραξη ασφαλίστρου κλπ. Από το νόμο (άρθρο 2 ν. 2496/97) καθιερώνεται ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής, το έγγραφο (ασφαλιστήριο), το οποίο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή από το λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεσμεύεται και από τους τυχόν προσθέτους όρους, οι οποίοι τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, κατά παρέκκλιση της αίτησης και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι, αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεία του ασφαλιστηρίου, γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντίωσης και χορηγείται στο λήπτη, μαζί με το ασφαλιστήριο, υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης, ο δε λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώθηκε γραπτώς στους κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όρους, εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου. Αν ο ασφαλιστής, ο οποίος εξέδωσε το ασφαλιστήριο, παρέλειψε να ενημερώσει τον λήπτη, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου) και να χορηγήσει στον ίδιο έντυπη δήλωση εναντίωσης, τότε οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι δεν δεσμεύουν τον λήπτη και η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί υπό τους όρους της αίτησης προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης (ΟλΑΠ 9/2014, ΑΠ 1982/2017). Περαιτέρω, ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης είναι τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του συμβαλλομένου, η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο που σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), οι τυχόν εξαιρέσεις ασφαλιστικής καλύψεως, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό. Πέραν των ουσιωδών αυτών στοιχείων, είναι δυνατόν, στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων, να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι εφόσον και αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί (ΟλΑΠ 9/2014, ΑΠ 1522/2022). Εξάλλου, η ένσταση (άρθρο 262 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ), όπως και η αγωγή (άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα, διαφορετικά είναι αόριστη και απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (ΑΠ 558/2008), ενώ μόνο η πραγματική και όχι η νομική αοριστία αυτών μπορεί να συμπληρωθεί, διευκρινιστεί, διορθωθεί με προφορική δήλωση του ενιστάμενου που καταχωρίζεται στα πρακτικά (άρθρ. 262 παρ. 1β ΚΠολΔ). Ως προς την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της ένστασης (όπως και της αγωγής), γίνεται διάκριση νομικής αοριστίας, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται ως παραβίαση από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠοΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη νομική επάρκεια αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, και ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της ένστασης, η οποία υπάρχει αν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της ένστασης και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά το οποίο υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ήτοι αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό, μόνο, δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 1511/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος δέχθηκε ότι η ένσταση περί απαλλαγής, δυνάμει συμβατικού όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, της παρεμπιπτόντως εναγομένης έναντι της ασφαλισμένης μέχρι του ποσού των 50.000 ευρώ ανά ζημιογόνο γεγονός, τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, "...καθόσον στα θεμελιωτικά της ένστασης πραγματικά περιστατικά, δεν περιέχονται τα αναγκαία για τη θεμελίωση της στοιχεία. Ειδικότερα, ουδόλως προσδιορίζονται οι άλλες πλην των επιδίκων απαιτήσεις ζημιωθέντων από το ίδιο σιδηροδρομικό ατύχημα, προκειμένου από την άθροιση των μεγεθών τους να διαπιστωθεί το συνολικό ύψος αυτών, στοιχείο απαραίτητο για την ενεργοποίηση ή μη του σχετικού όρου απαλλαγής, δεδομένου ότι το όριο απαλλαγής αφορά το ζημιογόνο γεγονός, δηλαδή το άνω σιδηροδρομικό ατύχημα, από το οποίο ζημιώθηκαν περισσότερα πρόσωπα και όχι κάθε παθόντα από το ατύχημα...". Όμως, τα ανωτέρω θεμελιωτικά πραγματικά περιστατικά απαιτούνται επί ένστασης κατά των πλειόνων ζημιωθέντων από ένα ζημιογόνο γεγονός, σε περίπτωση που οι ζημιωθέντες θα έχουν ευθεία αγωγή κατά του ασφαλιστή (ΑΠ 736/2019, ΑΠ 1070/2015, ΑΠ 1000/2013, ΑΠ 292/2010), και όχι στη μεταξύ του ασφαλισμένου και ασφαλιστή σχέση, όπως στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία φέρεται από την αναιρεσείουσα η ύπαρξη όρου απαλλαγής της έναντι της ασφαλισμένης μέχρι το ποσό των 50.000,00 ευρώ. Το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ανωτέρω προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση, θεμελιούμενη στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ασφάλισης, εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1, 2 και 5, 7 παρ. 6, 25, και 33 παρ. 1 του ν. 2496/1997, 361, 185, 192 και 193 ΑΚ ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι αξίωσε περισσότερα στοιχεία ως θεμελιωτικά της ένστασης απ' όσα ο νόμος απαιτεί στη μεταξύ των συμβαλλομένων της σύμβασης ασφάλισης σχέση. Επομένως, ο δεύτερος (επικουρικός) λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 (και όχι από τον 14α ) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη απαίτησε περισσότερα στοιχεία απ' όσα ορίζει ο νόμος, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερθέντος λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος αυτής, κατά το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, η ανωτέρω ένσταση απαλλαγής της αναιρεσείουσας. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν, προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος απ' αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη με αριθμ. 6472/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναφερόμενο παραπάνω μέρος προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι Δικαστές, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου. Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ