Αριθμός 821/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Α. Των αναιρεσειουσών: 1) Κ. ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «H. D. I. L.", που εδρεύει στη…., λειτουργεί στην Ελλάδα με την μορφή υποκαταστήματος που εδρεύει στο …. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ρ. - Φ. Α. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κωλέττη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Γ., 2) Χ. Κ. του Δ., κατοίκων ..., 3) Ν. Τ. του Π., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας Σ. χας Π. Τ., το γένος Π. Α., 4) Κ. Κ. του Κ., συζ. Ν. Τ. και 5) Σ. - Ε. Τ. του Ν., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 3ος, 4η και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντανάκα, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Τ. του Π., 2) Κ. Κ. του Κ. και 3) Σ. - Ε. Τ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντανάκα. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ρ. - Φ. Α. του Σ., κατοίκου ... και 2) Κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “H. D. I. L.” που εδρεύει στη…, λειτουργεί στην Ελλάδα με την μορφή υποκαταστήματος που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κωλέττη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2019 αγωγή των ήδη 3ου, 4ης και 5ης των υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων - υπό στοιχ. Β αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 28-6-2019 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Σ. χας Π. Τ., καθώς και με την από 1-8-2019 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης των υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 294/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 408/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσες με την από 6-4-2021 αίτησή τους και οι υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 30-6-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσής του ο καθένας και την απόρριψη της αντίθετης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες: α) από 6-4-2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ..και β) από 30-6-2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ..αιτήσεις, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 408/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεώς του (άρθρα 591 επ. 614 παρ. 6 ΚΠολΔ), στρεφόμενες κατά της ιδίας αποφάσεως, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δ., που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη από 6-4-2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …αίτηση αναιρέσεως προσδιορίστηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (4-11-2022). Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά την ως άνω δικάσιμο, οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, Κ. Κ. και Χ. Κ., δεν παρέστησαν, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης. Από τις υπ' αριθμ. …/6-9-2021, όμως εκθέσεις επιδόσεως, της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου ..Ε. Σ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους προαναφερόμενους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Συνεπώς, οι τελευταίοι, πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Οι ως άνω αιτήσεις αναιρέσεως έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι, επομένως, παραδεκτές (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως υπ' αριθμ. 408/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591επ., 614 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ., όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015), αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν οι 1) από 28-6-2019 (αρ. κατ. 57483/2608/2019, 2) από 1-8-2019 (αρ. κατ. 70436/3161/2019) και 3) από 26-9-2019 (αρ. κατ. 83869/3850/2019) αγωγές, με τις οποίες οι ενάγοντες, ισχυριζόμενοι ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα- αναιρεσίβλητη Ρ.- Φ. Α., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ευθύνη από την κυκλοφορία του στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα- αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "H. D. I. L.", συγκρούστηκε από αποκλειστική υπαιτιότητά της με την οδηγούμενη από το συγγενή τους Π. Τ. του Ν. υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα και προκάλεσε το θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου, ζητούσαν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδίκασε τις ως άνω αγωγές και με την υπ' αριθμ. 294/2020 απόφασή του, αφού έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της εναγομένης οδηγού του ανωτέρω αυτοκινήτου και ότι ο θανών οδηγός της μοτοσικλέτας δεν συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του, δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές ως βάσιμες κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων, ευθυνομένων εις ολόκληρον, να καταβάλουν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά. Κατά της εν λόγω αποφάσεως ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η από 20-2-2020 (αρ. κατ. 18772/1336/2020) έφεση των εναγομένων και οι από 10-7-2020 και 8-9-2020 (αρ. κατ., αντιστοίχως, 4463/393/2020 και 6439/529/2020) δύο αντεφέσεις των εναγόντων. Επί της εφέσεως αυτής και των αντεφέσεων, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 408/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε αυτές κατ' ουσίαν. Α. Επί της από 6-4-2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... αιτήσεως αναιρέσεως: Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού αυτής, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό- τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 551/2020). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Περαιτέρω, στα άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 2 και 23 παρ. 2 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999) ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα με πεζούς και οχήματα. Ειδικότερα, στη μεν παράγραφο 1 του άρθρου 12 ορίζεται ότι αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, που είναι ενδεχόμενο, μεταξύ άλλων, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα και ότι οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους, στη δε παράγραφο 1 του άρθρου 19, ότι "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", ενώ στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 21 ορίζεται ότι "1. Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους. 2. Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης ...". Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 23 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ., "Προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης ...". Η παράβαση όμως των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώνται ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση, με ανεπαρκείς αιτιολογίες 1) έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτια του ενδίκου ατυχήματος και του κατ' αυτό θανάσιμου τραυματισμού του Π. Τ. του Ν. είναι η πρώτη τούτων, οδηγός του ασφαλισμένου στη δεύτερη ασφαλιστική εταιρεία, φερόμενου ως ζημιογόνου, αυτοκινήτου και 2) απέρριψε την προβληθείσα από αυτές ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος στην επέλευση του θανάτου του, λόγω του ότι δεν φορούσε προστατευτικό κράνος. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 408/2021 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ως προς τα κρίσιμο και ουσιώδες για τη διερεύνηση ως άνω λόγου αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, ζήτημα (της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Στις 8-5-2018 και περί ώρα 23.38 περίπου, ο Π. Τ. οδηγώντας τη με αριθμ.κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του με ταχύτητα περίπου 70χλμ/ω, κινούνταν στο Χαλάνδρι Αττικής, στη λεωφόρο Μεσογείων λίγο πριν την διασταύρωση της με την οδό Βύρωνος, με κατεύθυνση από τον Σταυρό Αγίας Παρασκευής προς την Αθήνα. Η λεωφόρος Μεσογείων είναι διπλής κατεύθυνσης και στο εν λόγω ρεύμα πορείας στο συγκεκριμένο σημείο έχει μία λωρίδα κυκλοφορίας για την κίνηση των οχημάτων που προτίθενται να στρίψουν αριστερά, πλάτους 2,80 μ. και τρεις λωρίδες κυκλοφορίας για την ευθεία κίνηση των οχημάτων, από τις οποίες η τελευταία από δεξιά είναι λεωφορειολωρίδα, συνολικού εύρους 10,5 μ. Τα δύο ρεύματα πορείας χωρίζονται με διαχωριστική νησίδα, η οποία διακόπτεται στο ύψος της συμβολής της με την οδό Βύρωνος, όπου άρχεται η προαναφερόμενη λωρίδα κυκλοφορίας για τα οχήματα που προτίθενται να στρίψουν αριστερά. Η κίνηση των οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, η οποία ήταν πυκνή κατά τον ένδικο χρόνο. Η λεωφόρος είναι ευθεία, οριζόντια και η ορατότητα δεν εμποδίζεται από τεχνικά ή άλλα εμπόδια, το οδόστρωμα δε ήταν ξηρό λόγω καλοκαιρίας. Το όριο ταχύτητας ορίζεται σε 60 χλμ/ω με σχετική κάθετη σήμανση (Ρ-32). Όταν ο εν λόγω οδηγός πλησίασε στο ύψος του ΟΤ 275 της λεωφόρου, αντιλήφθηκε το με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε η εναγόμενη Ρ. -Φ. Α. (ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη), ιδιοκτησίας της και ασφαλισμένο για ζημιές σε τρίτους στην συνεναγόμενη ασφαλιστική εταιρία (ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη), το οποίο είχε εξέλθει από τον χώρο στάθμευσης του καταστήματος "ΒREAD FACTORY", από δεξιά προς τ' αριστερά σε σχέση με τη πορεία του, να διασχίζει με διαγώνια κίνηση τη λεωφορειολωρίδα και να εισέρχεται στη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στο ρεύμα κυκλοφορίας της λεωφόρου Μεσογείων με κατεύθυνση προς την Αθήνα και να παρεμβάλλεται στην πορεία του. Ο τελευταίος προσπάθησε ν' αποφύγει τη σύγκρουση διενεργώντας ελιγμό προς τ' αριστερά, χωρίς όμως αποτέλεσμα, διότι η οδηγός του ΙΧΕ συνέχισε την πορεία της, με συνέπεια η δεξιά μπροστινή πλευρά της μοτοσυκλέτας να συγκρουστεί με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του ΙΧΕ. Ο αναβάτης της μοτοσυκλέτας λόγω της σφοδρότητας της πρόσκρουσης εκτινάχτηκε στο οδόστρωμα του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, ενώ το όχημά του ανατράπηκε, σύρθηκε στο οδόστρωμα και τελικά προσέκρουσε στην πίσω πλευρά του με αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ οχήματος που οδηγούσε ο Κ. Κ., το οποίο βρισκόταν σε διακοπή της πορείας του, προ του φωτεινού ερυθρού σηματοδότη πριν την διασταύρωση της λεωφόρου με την οδό Περικλέους στην άκρα αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου με κατεύθυνση προς Αθήνα, έχοντας πρόθεση να στρίψει αριστερά και να κατευθυνθεί προς την οδό αυτή [...]. Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, αποκλειστικά υπαίτια της ένδικης σύγκρουσης και της εξ αυτής προκληθείσας θανατηφόρου τραυματισμού του οδηγού της μοτοσυκλέτας είναι η εναγόμενη οδηγός του ΙΧΕ, η οποία δεν επέδειξε αν και μπορούσε την επιμέλεια που σε παρόμοιες περιστάσεις θα επιδείκνυε ο μέσος συνετός οδηγός. Συγκεκριμένα, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη τη προσοχή της και, παρότι είχε πρόθεση από χώρο στάθμευσης να εισέλθει στο οδόστρωμα της λεωφόρου Μεσογείων και να κινηθεί στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, προκειμένου να διενεργήσει αριστερό ελιγμό και να συνεχίσει την πορεία της στην συμβαλλόμενη οδό Περικλέους, δεν έλεγξε προηγουμένως αν μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια για την ίδια και για τους λοιπούς χρήστες της οδού και χωρίς να παρεμποδίσει την ομαλή κίνησή τους επ' αυτής, λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση και την ταχύτητα με την οποία αυτοί κινούνταν. Αντίθετα, επιδεικνύοντας απρονοησία και ανεπιτηδειότητα στην οδήγηση, ανέλεγκτα και απροειδοποίητα κατήλθε στο οδόστρωμα της λεωφόρου, η οποία όπως προαναφέρθηκε παρουσίαζε πυκνή κίνηση οχημάτων και αντί να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και σταδιακά, αφού ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των οχημάτων, κάνοντας έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή της αυτή, να φθάσει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας προκειμένου να διενεργήσει ελιγμό προς τ' αριστερά και να συνεχίσει την πορεία της στην οδό Περικλέους, ακολούθησε διαγώνια πορεία, με αποτέλεσμα να αποκλείσει την κίνηση του κανονικά κινούμενου οχήματος του θανόντος στην δεύτερη, ο οποίος, παρότι προσπάθησε να την αποφύγει διενεργώντας ελιγμό προς τ' αριστερά, δεν τα κατάφερε, διότι συνέχισε την εν λόγω πορεία της, με τα αποτελέσματα που προαναφέρθηκαν (αρθρ. 12 παρ. 1,19 παρ. 1, 2, 21 παρ. 1, 2, 23 παρ. 1, 2 ΚΟΚ). Αντίθετα από την εκτίμηση των ίδιων ως άνω αποδεικτικών στοιχείων δεν προέκυψε αμέλεια στο πρόσωπο του θανόντος. Ο τελευταίος κινούνταν κανονικά στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και αντιλαμβανόμενος την είσοδο του ΙΧΕ στην πορεία του προσπάθησε ν' αποφύγει τη σύγκρουση, διενεργώντας ελιγμό προς τ' αριστερά, πλην όμως ανεπιτυχώς, διότι η εναγόμενη οδηγός δεν τον είχε αντιληφθεί και συνέχισε την πορεία της, με τα αποτελέσματα που προεκτέθηκαν. Τα παραπάνω προέκυψαν: α) από την έκθεση αυτοψίας και του επισυναπτόμενου σε αυτή πρόχειρου σχεδιαγράμματος του τόπου του ατυχήματος της επιληφθείσας Τροχαίας ΒΑ Αττικής στο οποίο αποτυπώνονται τα ευρήματα της σύγκρουσης. Συγκεκριμένα αποτυπώνονται ίχνη χαραγών -ζέσεων από την ανατραπείσα μοτοσυκλέτα που αρχίζουν από το μέσον περίπου της άκρα αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και ακολουθούν διαγώνια πορεία, μήκους 10 μ, και 1,10 μ., και καταλήγουν στη λωρίδα κυκλοφορίας για τα οχήματα που πρόκειται να στρίψουν αριστερά προς την οδό Περικλέους, όπου ήταν ακινητοποιημένο προσωρινά το με αριθμ. κυκλ... ΙΧΕ αυτοκίνητο. Υπόδημα του δεξιού του ποδιού βρέθηκε στην τρίτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στο ύψος του προαναφερόμενου ΙΧΕ οχήματος, προσωρινά ακινητοποιημένου στην άκρα αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας προ του ερυθρού σηματοδότη. Ίχνη αίματος του θανόντος βρέθηκαν σε συνεχή διαγώνια γραμμή, μήκους 7,5 μ. εντός του οδοστρώματος του αντιθέτου ρεύματος πορείας, που αρχίζουν από την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και καταλήγουν στο ύψος της διαχωριστικής γραμμής των λωρίδων κυκλοφορίας του εν λόγω ρεύματος, όπου υπάρχει λίμνη αίματος του θανόντος, διαστάσεων 120 Χ0,30 εκ., όπου και βρέθηκε το σώμα του. Ίχνη σύγκρουσης, όπως εμφαίνεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες και επισημαίνεται στην προαναφερόμενη έκθεση αυτοψίας, τα εμπλακέντα οχήματα φέρουν, το μεν ΙΧΕ της εναγόμενης οδηγού στην εμπρόσθια αριστερή γωνία του, ενώ η μοτοσυκλέτα στην δεξιά της πλευρά και από την μετέπειτα πτώση και σύρση της στο οδόστρωμα και την σύγκρουσή της με το ακινητοποιημένο τρίτο όχημα φέρει βλάβες περιμετρικά. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα πλευρικά υπό γωνία και κατά το χρόνο που η εναγόμενη οδηγός επιχείρησε ανέλεγκτα και απροειδοποίητα να διασχίσει διαγώνια το οδόστρωμα προκειμένου να εισέλθει στην τελευταία λωρίδα για να στρίψει αριστερά προς την οδό Περικλέους. Η σύγκρουση έλαβε χώρα στο μέσον της τρίτης από δεξιά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων, λωρίδας κυκλοφορίας και κατά το χρόνο που το ΙΧΕ συνέχισε την ως άνω διαγώνια πορεία του προκειμένου να κατευθυνθεί στην άκρα αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας για να στρίψει αριστερά και να εισέλθει στην οδό Περικλέους και ο θανών επιχείρησε να αποφύγει τη σύγκρουση διενεργώντας αποφευκτικό ελιγμό προς τ' αριστερά, πλην όμως ανεπιτυχώς, διότι το ΙΧΕ συνέχισε την πορεία του. β) Από τις από 9-5-2018 προανακριτικές καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων Ρ. Ε., Σ. Ε.. Αυτές κατέθεσαν ότι αντιλήφθηκαν αρχικά τον θανόντα να κινείται με ταχύτητα περίπου 50 χλμ/ω, κινούμενος στην μεσαία λωρίδα της λεωφόρου Μεσογείων με κατεύθυνση προς Αθήνα. Ότι λίγα μέτρα πριν την διασταύρωση της λεωφόρου με την οδό Περικλέους, αντιλήφθηκαν το όχημα της εναγόμενης οδηγού να εξέρχεται από το χώρο στάθμευσης του "ΒREAD FACTORY", οπότε, ευρισκόμενο σε μικρή απόσταση από την επερχόμενη μοτοσυκλέτα επιχείρησε, ανέλεγκτα και απροειδοποίητα, διαγώνια να διασχίσει το οδόστρωμα του εν λόγω ρεύματος πορείας προκειμένου να κατευθυνθεί προς την τελευταία άκρα αριστερή λωρίδα, με σκοπό να στρίψει αριστερά προς την οδό Περικλέους, όπου υπήρχαν ακινητοποιημένα οχήματα προ του ερυθρού σηματοδότη. Ότι ο θανών προσπάθησε να την αποφύγει φρενάροντας ελαφρά και διενεργώντας ελιγμό προς τ' αριστερά, πλην όμως ανεπιτυχώς διότι η οδηγός του ΙΧΕ συνέχισε την πορεία της, με τα αποτελέσματα που προαναφέρθηκαν, γ) από το προσκομιζόμενο ψηφιακό υλικό της σύγκρουσης που λήφθηκε από κάμερα τοποθετημένη σε παρακείμενο κατάστημα, διαπιστώνονται τα ακόλουθα: στον χρόνο της κάμερας 23:38:12 και 6/12 του δευτερολέπτου το αυτοκίνητο της εναγόμενης εμφαίνεται να εξέρχεται από τον ιδιωτικό χώρο στάθμευσης του προαναφερόμενου καταστήματος. Μεταξύ του χρόνου 23:38:12 και 7/12 του δευτερολέπτου της κάμερας και 23:38:13 και 4/12 του δευτερολέπτου, κινείται από την πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας (λεωφορειολωρίδα) προς την δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας (λωρίδα κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας) στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα της λεωφόρου Μεσογείων. Εν συνεχεία στις 23:38:13 και 5/12 του δευτερολέπτου εμφανίζεται στο κάδρο της κάμερας η μοτοσυκλέτα, ενώ στις 23:38:13 και 6/12 του δευτερολέπτου λαμβάνει χώρα η ένδικη σύγκρουση. Στο διάστημα 23:38:13 και 8/12 του δευτερολέπτου και 23:38:14 λαμβάνει χώρα η εκτροπή του δίτροχου προς τα αριστερά και στη συνέχεια πρόσκρουση αυτού επί του οδοστρώματος της λεωφόρου και ακολούθως πρόσκρουση στο οπίσθιο μέρος του ακινητοποιημένου τρίτου οχήματος. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η εναγόμενη οδηγός εισήλθε στην δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στις 23:38:13 και 4/12 του δευτερολέπτου και η σύγκρουση έλαβε χώρα στις 23:38:13 και 6/12 του δευτερολέπτου. Συνεπώς ο χρόνος που διαμεσολάβησε από την είσοδο της στο οδόστρωμα μέχρι τον χρόνο της σύγκρουσης ήταν περίπου 2', ο οποίος δεν ήταν αρκετός για να τροχοπεδήσει το όχημα του, ώστε ν' αποφύγει τη σύγκρουση. Προέβη στον ενδεικνυόμενο ελιγμό προς τ' αριστερά, εισερχόμενος στην τρίτη από δεξιά σε σχέση με την πορεία του, λωρίδα κυκλοφορίας, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα αφού η εναγόμενη συνέχισε την πορεία της, χωρίς να τον έχει αντιληφθεί, με τα προαναφερόμενα αποτελέσματα. Οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται στο ότι ο θανών είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα 130 χλμ/ω περίπου και ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα κατά τον χρόνο που επιχείρησε να προσπεράσει το όχημά της, παρότι είχε αντιληφθεί την κίνηση του ΙΧΕ, πλην όμως ανεπιτυχώς προσκρούοντας στο εμπρόσθιο μέρος του ΙΧΕ. Όμως εάν πράγματι ο θανών κινούνταν με την ως άνω ταχύτητα, τότε οι ζημιές στο ΙΧΕ αυτοκίνητο θα ήταν πολύ πιο εκτεταμένες και σοβαρές, πράγμα το οποίο δεν συνέβη, όπως εμφαίνεται από τις φωτογραφίες του εν λόγω οχήματος. Σε αυτές αποτυπώνονται θραύσεις και αποξέσεις πλαστικών και μεταλλικών μερών στην εμπρόσθια αριστερή γωνία του, με ήπιες στρεβλώσεις του μεταλλικού μέρους στο σημείο αυτό. Τούτο επιβεβαιώνει και ο δικαστικός πραγματογνώμονας Χ.- Λ. Σ., ο οποίος ορίστηκε κατά το στάδιο της προανάκρισης από τα επιληφθέντα προανακριτικά όργανα της Τροχαίας Ελληνικού για την διερεύνηση των συνθηκών επέλευσης της ένδικης σύγκρουσης. Ο τελευταίος καταλήγει ότι η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας κατά το χρόνο της σύγκρουσης ήταν 67 χλμ/ω (βλ. την από 10.5.2019 έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης). Πλην όμως, από την φωτογραφία του πίνακα οργάνων της μοτοσυκλέτας εμφαίνεται ότι η ακίδα του δείκτη ταχύτητας ακινητοποιήθηκε στα 70χλμ/ω (βλ. σελ. 67 πραγματογνωμοσύνης). Όμως η εν λόγω παράβαση δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την ένδικη σύγκρουση, η οποία όπως προαναφέρθηκε, δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί, λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα και σε κάθε περίπτωση δεν θα προλάβαινε να ακινητοποιήσει το όχημά του, ούτε να μειώσει επιτυχώς την ταχύτητά του για να δοθεί το χρονικό περιθώριο στην εναγόμενη οδηγό να ολοκληρώσει το εγχείρημά της. Ο θανών προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση με ελιγμό από αριστερά, πλην όμως χωρίς επιτυχία, όπως προαναφέρθηκε. Εξάλλου, κατά τον χρόνο της σύγκρουσης υπήρχε πυκνή κυκλοφορία οχημάτων και δεν θα μπορούσε να αναπτύξει τέτοια ταχύτητα, παραδοχή η οποία ενισχύεται και από τις καταθέσεις των προαναφερόμενων αυτοπτών μαρτύρων, οι οποίοι αναφέρουν ότι κινούνταν με χαμηλή ταχύτητα ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι η οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Ρ.- Φ. Α. είναι αποκλειστικά υπαίτια για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και τον κατ' αυτό θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας Π. Τ. του Ν.. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., 12 παρ. 1,19 παρ. 1, 21 παρ. 1, 2, 23 παρ. 2 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή τους και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, η αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, καθώς επίσης και η έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του τραυματισθέντος θανάσιμα οδηγού της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... μοτοσυκλέτας. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και επάρκεια τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, την οποία επέδειξε η οδηγός του ως άνω αυτοκινήτου, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχόμενο ότι αυτή 1) δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη τη προσοχή της, 2) παρότι είχε πρόθεση από χώρο στάθμευσης να εισέλθει στο οδόστρωμα της λεωφόρου Μεσογείων και να κινηθεί στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, προκειμένου να διενεργήσει αριστερό ελιγμό και να συνεχίσει την πορεία της στην συμβαλλόμενη οδό Περικλέους, δεν έλεγξε προηγουμένως αν μπορεί να πράξει τούτο με ασφάλεια για την ίδια και για τους λοιπούς χρήστες της οδού και χωρίς να παρεμποδίσει την ομαλή κίνησή τους επ' αυτής, λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση και την ταχύτητα με την οποία αυτοί εκινούντο και 3) εισήλθε στο οδόστρωμα της λεωφόρου, η οποία παρουσίαζε πυκνή κίνηση οχημάτων, ανέλεγκτα και απροειδοποίητα και συγκεκριμένα, αντί να εισέλθει αρχικά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και, σταδιακά, μετά από προηγούμενο έλεγχο της κινήσεως των οχημάτων, κάνοντας έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή της αυτή, να φθάσει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, προκειμένου να διενεργήσει ελιγμό προς τ' αριστερά και να συνεχίσει την πορεία της στην οδό Περικλέους, ακολούθησε διαγώνια πορεία, με αποτέλεσμα να αποκλείσει την κίνηση της κανονικά κινούμενης μοτοσυκλέτας του θανόντος, η εμπρόσθια δεξιά πλευρά της οποίας προσέκρουσε στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου της. Ακόμη, ως προς τη συμπεριφορά του θανόντος οδηγού της μοτοσυκλέτας, το Δικαστήριο έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή του, δεχόμενο ότι αυτός εκινείτο κανονικά στη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με ταχύτητα 70 χλμ./ω, αντί του ανώτατου επιτρεπόμενου στο σημείο εκείνο ορίου των 60 χλμ./ω, χωρίς αυτή η μικρή αυτή υπέρβαση των 10 χλμ./ω να συνδέεται αιτιωδώς με τη σύγκρουση, μόλις δε αντιλήφθηκε την είσοδο του ως άνω αυτοκινήτου στην πορεία του, προσπάθησε ν' αποφύγει τη σύγκρουση, διενεργώντας ελιγμό προς τ' αριστερά, πλην όμως, ανεπιτυχώς, διότι η εναγόμενη οδηγός δεν τον είχε αντιληφθεί και συνέχισε τη διαγώνια πορεία της, με τα αποτελέσματα που προεκτέθηκαν. Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τις αναιρεσείουσες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκών αιτιολογιών στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως αυτές (αναιρεσείουσες) διατείνονται: α) παρότι δέχεται ότι ο δρόμος είναι ευθεία και κανένα φυσικό ή τεχνικό εμπόδιο δεν περιόριζε την ορατότητα, δεν προσδιορίζει αα) την ταχύτητα που είχε προλάβει να αναπτύξει η οδηγός του αυτοκινήτου και τα μέτρα που είχε διανύσει μέχρι τη σύγκρουση και ββ) την απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε ή όφειλε να αντιληφθεί την κίνηση του αυτοκινήτου ο θανών οδηγός της μοτοσυκλέτας, προκειμένου να κριθεί αν ο αριστερός ελιγμός που ενήργησε ήταν ο ενδεδειγμένος και αν μπορούσε ευχερώς να τροχοπεδήσει για να αποφύγει τη σύγκρουση ή μειώσει τα αποτελέσματα αυτής, β) δέχεται ότι η μοτοσυκλέτα εκινείτο με ταχύτητα 70 χλμ./ω, αντί του ανώτατου επιτρεπόμενου στο σημείο εκείνο ορίου των 60 χλμ./ω και ότι η μικρή αυτή υπέρβαση των 10 χλμ./ω δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη σύγκρουση, αφού ο οδηγός της, λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα, δεν θα προλάβαινε να ακινητοποιήσει ή να μειώσει επαρκώς την ταχύτητά της, ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση, χωρίς όμως να προσδιορίζει πόση ήταν η μικρή αυτή απόσταση, προκειμένου να αιτιολογηθεί επαρκώς η εν λόγω παραδοχή της, γ) δέχεται ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την είσοδο του αυτοκινήτου στο οδόστρωμα, μέχρι τη σύγκρουση, ήταν μόλις δύο δευτερόλεπτα, χρόνος που δεν ήταν επαρκής για να τροχοπεδήσει η μοτοσυκλέτα και να αποφευχθεί η σύγκρουση, χωρίς να αιτιολογεί γιατί ο χρόνος αυτός ήταν ανεπαρκής και δ) απορρίπτει τον ισχυρισμό τους ότι η μοτοσυκλέτα εκινείτο με 130 χλμ./ω, αναφέροντας ότι αν αυτό ήταν αληθές, οι ζημιές στο αυτοκίνητο θα ήταν πολύ πιο εκτεταμένες, γεγονός όμως που δεν ισχύει, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, λόγω του ότι η σύγκρουση των οχημάτων δεν ήταν κάθετη, αλλά πλευρική. Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ως άνω ανεπάρκειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα. Κατ' ακολουθίαν, ο συναφής πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος. Περαιτέρω, σε σχέση με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα, της ύπαρξης ή μη οικείου πταίσματος του τραυματισθέντος οδηγού της μοτοσυκλέτας στην επέλευση του θανάτου του, λόγω του ότι δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, το Εφετείο δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα: "... Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας μεταφέρθηκε χωρίς τις αισθήσεις του με ασθενοφόρο, του ΕΚΑΒ στον "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ" ,όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Κατά την επακολουθήσασα νεκροψία-νεκροτομή διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα στη βάση του κρανίου, εστιακή υπαραχνοειδή αιμορραγία στη βάση του εγκεφάλου και την παρεγκεφαλίδα, κάταγμα στον 2° θωρακικό σπόνδυλο και αιμορραγική διήθηση των παρακείμενων παρασπονδυλικών μορίων, κάταγμα στέρνου, κατάγματα πλευρών, θλάσεις πνευμόνων, θλάσεις στην οπίσθια επιφάνεια της καρδιάς, αιμορραγία κοιλίας, ρήξεις σπλήνας, συνεπεία των οποίων ως μόνη ενεργό αιτία, επήλθε ακαριαία ο θάνατός του (βλ. …ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής Χ. Σ..). [...] Περαιτέρω, από την εκτίμηση των ίδιων ως άνω στοιχείων προέκυψε ότι ο θανών κατά τον χρόνο της σύγκρουσης φορούσε κράνος, το οποίο δεν είχε προσδέσει ασφαλώς. Βρέθηκε δε πεσμένο στο οδόστρωμα και έφερε κηλίδες αίματος στο εσωτερικό του (βλ. φωτογραφίες 68 επ. σελίδες πραγματογνωμοσύνης). Πλην όμως η παράβαση αυτή δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον επελθόντα θάνατό του, ο οποίος σε κάθε περίπτωση θα επερχόταν διότι τραυματίστηκε σοβαρά, εκτός από το κεφάλι και σε άλλα σημεία του σώματός του, όπως διαπιστώθηκε κατά την γενόμενη νεκροψία-νεκροτομία, κατά την οποία διαπιστώθηκαν ότι έφερε, μεταξύ άλλων, κατάγματα σπονδυλικής στήλης και θώρακα, θλάσεις πνευμόνων, αιμορραγία κοιλίας, ρήξεις σπλήνας, κάταγμα στέρνου, κατάγματα πλευρών, θλάσεις στην οπίσθια επιφάνεια της καρδιάς. Συνεπώς θα πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η σχετική ένσταση περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση της έκτασης του τραυματισμού του...". Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχτηκε ότι ο θανών οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν είχε μεν προσδέσει με ασφάλεια το προστατευτικό κράνος που φορούσε, πλην όμως η παράλειψη αυτή δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον επελθόντα θάνατό του, αφού αυτός θα είχε επέλθει και αν τούτο ήταν κανονικά προσδεδεμένο, εξ αιτίας των περιγραφόμενων σοβαρών κακώσεων σε άλλα σημεία του σώματός του. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και μάλιστα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ και 12 παρ. 6 του Κ.Ο.Κ., τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία ότι η μη ασφαλής πρόσδεση του προστατευτικού κράνους δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον επελθόντα θάνατο του οδηγού της μοτοσυκλέτας, ο οποίος θα επερχόταν οπωσδήποτε από τις σοβαρές κακώσεις σε άλλα, πλην της βάσης του κρανίου, σημεία του σώματός του, όπως αυτές αναλυτικά περιγράφονται. Η περαιτέρω αιτίαση ότι οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση κακώσεις του σώματος δεν είναι επαρκείς, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρουν το θάνατο, με την οποία επιχειρείται η θεμελίωσή της επί του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτη, διότι το φερόμενο ως παραβιασθέν δίδαγμα της κοινής πείρας αφορά στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία διατάξεως ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτήν, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1389/2018, Α.Π. 2080/2017, Α.Π. 1353/2017, Α.Π. 757/2015). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και, κατ' εκτίμηση, 1 εδ. β', του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ως απαράδεκτος, κατά τις προεκτεθείσες διακρίσεις. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δ., συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 816/2021, ΑΠ 696/2020, ΑΠ 614/2020, Α.Π. 731/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα από 9-5-2018 έκθεση αυτοψίας, επικουρικά δε την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι η μοτοσυκλέτα εκινείτο με 70 χλμ./ω, παρότι από την παράγραφο 17 της ως άνω εκθέσεως αυτοψίας προκύπτει ότι το ταχύμετρο της μοτοσυκλέτας μετά το ατύχημα βρέθηκε να έχει "κολλήσει" στην ένδειξη 80 χλμ./ω. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, σε συνδυασμό και με τις λοιπές παραδοχές και αιτιολογίες αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι αποκλειστικά υπαίτια για την επέλευση του ατυχήματος ήταν η δεύτερη αναιρεσείουσα, οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, έλαβε υπόψη και την, φερόμενη ως μη ληφθείσα υπόψη, ως άνω έκθεση αυτοψίας, την οποία μάλιστα μνημονεύει ρητά και αξιολογεί ειδικά, στις 10η και 11η σελίδες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Εξ άλλου, ο ίδιος ως άνω λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν υποστηρίζεται ότι, εάν το δικαστήριο συνεκτιμούσε ορθώς την ως άνω έκθεση αυτοψίας με τις λοιπές αποδείξεις, θα κατέληγε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό στο οποίο κατέληξε, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 11 περ. γ' και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ως απαράδεκτος, υπό τις προεκτεθείσες διακρίσεις. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 768/2020, Α.Π. 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 525/2021, Α.Π. 1210/2020, Α.Π. 170/2020). Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. Ολομ., 10/2017, 9/2015, Α.Π. 858/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 1303/2020). Και τούτο, διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1003/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 934/2020, Α.Π. 642/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων από το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, επιπλέον των παραδοχών που αναφέρονται παραπάνω, ως προς τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, δέχθηκε ανέλεγκτα, κατά την εκτίμηση των κριτηρίων για τον προσδιορισμό του ποσού αυτής, τα ακόλουθα: "... Περαιτέρω, από την εκτίμηση των ίδιων ως άνω αποδεικτικών στοιχείων προέκυψε ότι ο θανών, κατά το χρόνο θανάτου του ήταν ηλικίας 25 ετών. Ήταν υγιής. Συμβίωνε με τους γονείς του Ν. Τ. και Κ. Κ. και με την αδελφή του Σ.-Ε., ηλικίας κατά τον κρίσιμο χρόνο 27 ετών, καθώς και με την γιαγιά του, από την πατρική γραμμή, Σ. Τ.. Διατηρούσε ιδιαίτερο ψυχικό δεσμό και με τους Κ. και Χ. Κ., παππού και γιαγιά αντίστοιχα, από τη μητρική γραμμή. Ο βίαιος και αιφνίδιος θάνατος του κατέλειπε στους συγγενείς του δυσαναπλήρωτο κενό, με συνέπεια να υποστούν ψυχική οδύνη. Κατόπιν αυτών για την άμβλυνση της ψυχικής οδύνης των εναγόντων και προς ανακούφιση της ηθικής δοκιμασίας τους, πρέπει να τους επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών και περιστάσεων υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, το βαθμό του πταίσματος του ως άνω υπαιτίου οδηγού, την έλλειψη συνυπαιτιότητας στο πρόσωπο του θανόντος, την εγγύτητα της συγγένειας των εναγόντων και του θανόντος και του μεταξύ τους συναισθηματικού δεσμού, την ηλικία του θανόντος και των εναγόντων, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων (συνήθης, αφού δεν γίνεται επίκληση ιδιαίτερης περιουσίας ή εισοδημάτων), πρέπει να ορισθεί στο ποσό των (80.000) για κάθε ένα από τους γονείς του, το ποσό των (70.000) ευρώ για την αδελφή του και το ποσό των (40.000) ευρώ για κάθε ένα από τους λοιπούς ενάγοντες ...". Κατόπιν τούτου το Μονομελές Εφετείο, δεχθέν με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο -το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε αναγνωριστικά, σε καθένα από τους γονείς του θανόντος το ποσό των 80.000 ευρώ, στην αδελφή του το ποσό των 70.000 ευρώ, στη μάμμη από την πατρική γραμμή (μετά τον επελθόντα θάνατο της οποίας, την 16-9-2019, η δίκη συνεχίστηκε από τον μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της Ν. Τ., πατέρα του θανόντος) το ποσό των 40.000 ευρώ και σε καθένα από τους πάππο και μάμμη από τη μητρική γραμμή το ποσό των 40.000 ευρώ- ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τις αντεφέσεις κατά της εκκληθείσας αποφάσεως, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, καθορίζοντας δηλαδή τη χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων στα προαναφερθέντα ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στους προαναφερθέντες αναιρεσιβλήτους, για την προεκτεθείσα αιτία, τα παραπάνω ποσά, τα οποία, όμως, είναι, κατ' αυτούς (αναιρεσείοντες), δυσαναλόγως μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Β. Επί της από 30-6-2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ../2022 αιτήσεως αναιρέσεως: Με τον πρώτο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και με ελλιπείς αιτιολογίες, το Εφετείο έκρινε ότι τα ποσά που οι ίδιοι δικαιούνται ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από τον επελθόντα κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα θάνατο του συγγενούς τους, ανέρχονται σε 80.000 ευρώ για καθένα από τους γονείς του και 70.000 ευρώ για την αδελφή του, ποσά τα οποία είναι, κατ' αυτούς (αναιρεσείοντες), δυσαναλόγως μικρά, σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Τα ποσά όμως αυτά, στα οποία το Εφετείο κατέληξε με πλήρεις, σαφείς, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, αιτιολογίες των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 του Α.Κ. (όπως οι αιτιολογίες αυτές παρατίθενται ανωτέρω, κατά τη διερεύνηση του τρίτου λόγου της υπό στοιχείο Α', από 6-4-2021 και με αρ. κατ. ... αιτήσεως αναιρέσεως), δεν υπολείπονται, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης και, συνεπώς, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Το άρθρο 346 του ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 2-4-2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ` εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση, η οποία είναι διάταξη αναγκαστικού δικαίου και μόνη προϋπόθεση έχει την επίδοση της αγωγής, ανεξαρτήτως υπερημερίας, αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης ο οποίος, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, θα αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή θα συμβιβασθεί εξωδίκως. Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας. Κατ' αυτό τον τρόπο, ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ. ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ' αυτήν, όταν το δικαστήριο, κατ' εξαίρεση, επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας. Με βάση τα ανωτέρω, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, τόκος επιδικίας επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαιτήσεως ευλόγως αντιδικεί, αφού μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (Α.Π. 829/2022, Α.Π. 553/2019, Α.Π. 1114/2018, Α.Π. 1207/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 346 του Κ.Πολ.Δ. και με ελλιπείς αιτιολογίες δέχτηκε το αίτημα των εναγομένων- ήδη αναιρεσιβλήτων περί επιδικάσεως τόκων υπερημερίας. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το ως άνω αίτημα των εναγομένων, δέχτηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα: "... το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα των εναγόμενων περί επιδίκασης τόκων υπερημερίας. Και τούτο διότι ενόψει των αιτουμένων χρηματικών ποσών από τους ενάγοντες, τα οποία στο σύνολο τους υπερέβαιναν το ποσό των 800.000 ευρώ, οι εναγόμενες ευλόγως αντιδίκησαν, όπως άλλωστε μαρτυρεί και ο συσχετισμός των πιο πάνω ποσών με αυτά που τελικά επιδικάστηκαν. Συνεπώς δεν πρέπει να επιδικαστούν σε βάρος τους τόκοι επιδικίας, αλλά οι νόμιμοι τόκοι υπερημερίας...". Το Εφετείο, δηλαδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι οι εναγόμενες ευλόγως αντιδικούν, ενόψει του ότι τα αιτηθέντα από τους ενάγοντες, για την κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενη απαίτησή τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ήταν ιδιαιτέρως αυξημένα, κατόπιν τούτου δε έκρινε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξαίρεσε τις αξιώσεις τους από την επιδίκαση τόκων επιδικίας και επέβαλε τόκους υπερημερίας. Με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 346 του Κ.Πολ.Δ. και με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες απέρριψε το αίτημα των ήδη αναιρεσειόντων να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς την παραδοχή του αιτήματος των εναγομένων, περί επιδικάσεως τόκων υπερημερίας, απορριπτομένου ως αβασίμου του δευτέρου λόγου αναιρέσεως. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, κατά τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ψυχικής τους οδύνης, έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα εκ μέρους τους, προς απόδειξη της έντασης της ψυχικής τους οδύνης, δέκα (10) έγγραφα των ψυχιάτρων Ν. Δ., Χ. Ζ., Γ. Π. και Δ. Ρ.. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με τις λοιπές παραδοχές και αιτιολογίες αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, έλαβε υπόψη και τα, φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη, ως άνω έγγραφα. Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων, και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεων των συνεκδικαζόμενων αιτήσεων για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι από 6-4-2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... και από 30-6-2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... αιτήσεις αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων που κατατέθηκαν από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή τους στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016) και να καταδικαστούν, οι μεν αναιρεσείουσες της από 6-4-2021 αιτήσεως, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρόντων κατά τη συζήτηση τρίτου, τετάρτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, οι δε αναιρεσείοντες της από 30-6-2022 αιτήσεως, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, επίσης, εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις αντίθετες: α) από 6-4-2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... και β) από 30-6-2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... αιτήσεις, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 408/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Απορρίπτει την από 6-4-2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... αίτηση αναιρέσεως. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες για την άσκηση της αναιρέσεως στο δημόσιο ταμείο. Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρασταθέντων, τρίτου, τετάρτης και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, Ν. Τ., Κ. Κ. και Σ.- Ε. Τ., τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Απορρίπτει την από 30-6-2022 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... αίτηση αναιρέσεως. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναιρέσεως στο δημόσιο ταμείο. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ