Αριθμός 1168/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Β. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Τσαβδαρίδη, για αναίρεση της υπ' αριθ.11337/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Απριλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 5 Νοεμβρίου 2012 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 588/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 9-4-2012 και με αριθμό 103/2012 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Γεωργίου Βίτσα, καθώς και οι από 5-11-2012, με ξεχωριστό δικόγραφο που κατατέθηκε στις 31-12-2012 στο Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, από τον αυτό κατ/νο, κατά της υπ' αριθμ. 11.337/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρόσθετοι λόγοι έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Κατά τη διάταξη του αρθρ.370 Α' παρ.2 ΠΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο επί του προκειμένου χρόνο (27-9-2007), μετά την αντικατάστασή του άρθρου αυτού με το αρθρ.12 παρ.8 του Ν. 3090/2002 και, πριν από τη νέα αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ.1 του Ν. 3674/2008, ορίζεται ότι: "όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή μαγνητοφωνεί προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων που δεν διεξάγεται δημόσια ή μαγνητοσκοπεί μη δημόσιες πράξεις τρίτων, τιμωρείται με φυλάκιση" Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η οποία θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα αρ.2 παρ.1, 5 παρ.1, 9 Α και 19 του Συντ., για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και γενικότερα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου, η απαγόρευση της, με τεχνικά μέσα, μαγνητοσκοπήσεως αθεμίτως, αφορά πράξεις ή εκδηλώσεις της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής των τρίτων, που είναι ικανές να επιφέρουν βλάβη στην προσωπικότητα και να μειώσουν την αξιοπρέπειά τους. Με την παρ.2 εδ.1 του άνω άρθρου προστατεύεται πρωταρχικά η προσωπικότητα του ανθρώπου, εκδήλωση της οποίας αποτελούν τα ιδιωτικά δικαιώματα, η ιδιωτική ζωή και τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα του ατόμου. Το άρθρο 370 Α' παρ.2 εδ.1 ΠΚ, αποτελεί δηλαδή μέρος του απορρήτου της ιδιωτικής ζωής, δεδομένου ότι στην παρ.2 της ΠΚ 370 Α' , δεν προστατεύεται μόνον η παρακολούθηση και καταγραφή τηλεφωνικών και άλλων συνομιλιών, αλλά και η αποτύπωση σε υλικό φορέα ή η μαγνητοσκόπηση μη δημόσιας πράξης άλλου, όπου προφανώς δεν ασκείται κάποιο δικαίωμα ελεύθερης ή απόρρητης επικοινωνίας. Δηλαδή, με την άνω διάταξη τιμωρείται όχι η παρακολούθηση, αλλά η αποτύπωση σε υλικό φορέα, μη δημόσιας πράξης άλλου. Κατά την έννοια δε της διατάξεως της ΠΚ 370 Α' παρ.2 (όπως αυτή κατά τον κρίσιμο χρόνο ίσχυε), ο όρος "αθέμιτα" έχει την έννοια ότι η αποτύπωση για να είναι αξιόποινη, πρέπει να πραγματοποιείται χωρίς δικαίωμα που θα παρέχει την αντίστοιχη εξουσία προς διενέργεια μαγνητοφώνησης ή μαγνητοσκόπησης, παρά την έλλειψη συναίνεσης του ενδιαφερομένου, ενώ "θεμιτή" είναι η προσβολή, όταν με ρητή διάταξη νόμου χορηγείται αντίστοιχο δικαίωμα προσβολής της ιδιωτικής ζωής ή συντρέχει λόγος δικαιολόγησης του άδικου χαρακτήρα της πράξεως. Το "αθέμητο" προκύπτει από αυτήν καθ' εαυτή την μαγνητοσκόπηση. Έτσι, αυτός που προβάλλει το "θεμιτό" αυτής, οφείλει να αποδείξει τον ισχυρισμό του (ΑΠ 2270/09, ΑΠ 322/00). Κατά συνέπεια, αυτή καθ' εαυτή η μαγνητοσκόπηση "αθέμιτα", με την παραπάνω έννοια, των απόκρυφων μερών του σώματος γυναικός, συνιστά το έγκλημα της παρ.2 εδ.β' του άρθρου 370 Α' ΠΚ, αφού αυτή προσβάλλει την ιδιωτική ζωή της γυναίκας αυτής και μάλιστα, κατά τρόπο βάναυσο, όταν αυτή γίνεται σε δημόσιο τόπο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, πλην άλλων, ότι για τη στοιχειοθέτηση του πιο πάνω αδικήματος της παραβίασης του απορρήτου, πρέπει η αθέμιτη καταγραφή σε υλικό φορέα (μαγνητοσκόπηση σε κασέτα μη δημόσιας πράξης τρίτων), να αφορά πράξη που δεν εκτίθεται δημόσια, δηλαδή κατά τη βούληση των εμπλεκομένων να προορίζεται να γίνει θέαμα σε αόριστο αριθμό προσώπων (σχ. ΑΠ 944/2007). Κατά συνέπεια, αυτός που ισχυρίζεται το "θεμιτό" της μαγνητοσκοπήσεως, οφείλει, κατά τα άνω, να αποδείξει το σχετικό ισχυρισμό του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 11337/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, παραβίασης του απορρήτου (ΠΚ 370 Α' παρ.2) και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για μία 3ετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Στις 27-9-2007, σε συρμό του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου "Πειραιάς - Κηφισιά" επέβαινε ο κατηγορούμενος. Στο σταθμό "Βικτωρία" επιβιβάστηκαν, μεταξύ άλλων, και τρείς νεαρές γυναίκες. Τότε, ο κατηγορούμενος μετέφερε μία τσάντα- σακίδιο, που είχε ανοίξει, πλησίον των γυναικών και την κουνούσε ανάλογα με τις κινήσεις αυτών. Μέσα στη τσάντα του υπήρχε σε λειτουργία μια βιντεοκάμερα, έγινε αντιληπτός και όταν αποβιβάστηκε στη μεθεπόμενη στάση συνελήφθη από Αστυνομικά Όργανα, τα οποία και κατέσχεσαν τη Βιντεοκάμερα και την κασέτα. Σ' αυτήν διαπιστώθηκε ότι μαγνητοσκόπησε τα απόκρυφα σημεία του σώματος των συνεπιβάτιδων, αγνώστων στοιχείων, χωρίς τη ρητή συναίνεση αυτών. Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη, ήτοι την παράβαση άρθρου 370 Α' παρ.2 ΠΚ, όπως αυτή, κατά τα περιστατικά που την συνθέτουν προπεριγράφηκαν. Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής". Στη συνέχεια, το δικάσαν πιο πάνω Δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της προαναφερόμενης αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα, του ότι: "Στην Αθήνα, στις 27-9-2007 αθέμιτα μαγνητοσκοπούσε μη δημόσιες πράξεις τρίτων και ειδικότερα επιβιβάστηκε στον συρμό του ΗΣΑΠ στην στάση Βικτώρια και τοποθέτησε το σακίδιό του στο οποίο είχε κρυμμένη μία βιντεοκάμερα κάτω από την θέση του και έμπροσθεν συνεπιβάτιδός του αγνώστων στοιχείων μαγνητοσκοπούσε τα απόκρυφα σημεία του σώματος της εν αγνοία αυτής, καθ' όλη την διάρκεια της διαδρομής από Βικτώρια μέχρι Άνω Πατήσια". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, τόσο ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος, όσο και ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του, που υπέβαλλε στο ακροατήριο, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β' , 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 370 Α' παρ.2 εδ.α' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του δικάσαντος Τριμελούς Εφετείου, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα,- εκπροσωπήθηκε ο κατηγορούμενος), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος στο συρμό του Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου Πειραιά - Κηφισιά με βιντεοκάμερα, που υπήρχε μέσα στο σάκο-βαγιάζ, τον οποίο (σάκο) κρατούσε στα χέρια του, μαγνητοσκοπούσε σε κασέτα, δηλαδή, αποτύπωνε σε υλικό φορέα, τα απόκρυφα σημεία του σώματος νεαρής συνεπιβάτη του, αγνώστων στοιχείων, χωρίς τη συναίνεσή της, δηλαδή, μαγνητοσκοπούσε μη δημόσιες πράξεις τρίτων, κατά παράβαση της ΠΚ 370 Α' παρ.2. Κατά συνέπεια στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις της παρ.2 εδ.β' του άρθρου 370 Α' ΠΚ, αφού και αυτή η στάση του προσώπου, δηλ. ο τρόπος που κάθεται, κινείται στο χώρο, που έγινε η μαγνητοσκόπηση, συνιστά πράξη αυτού με την έννοια του βιοτικού γεγονότος. Ο αναιρεσείων με τους συναφείς λόγους του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως, προβάλλει τις αιτιάσεις της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως της ΠΚ 370 Α' παρ.2, διότι: α)εκείνο που μαγνητοσκοπήθηκε, δεν είναι πράξη, αλλά τα απόκρυφα σημεία του σώματος τρίτου (1ος λόγος), β)εκείνο που μαγνητοσκοπήθηκε, δεν είναι πράξη επικοινωνίας, αλλά τα απόκρυφα σημεία του σώματος τρίτου (2ος λόγος), γ)το πρόσωπο που μαγνητοσκοπήθηκε, παραμένει άγνωστο, οπότε αυτός (κατηγορούμενος), δεν μπορεί να αποδείξει ότι είχε τη συναίνεσή του (3ος λόγος) και δ)το δικάσαν Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι, για να μην είναι η μαγνητοσκόπηση αθέμιτη, απαιτείται ρητή συναίνεση του προσώπου, που μαγνητοσκοπήθηκε και για το λόγο αυτό, δεν εξέτασε αν συναγόταν, από τις υπόλοιπες περιστάσεις, σιωπηρή συναίνεση της άνω συνεπιβάτη του (4ος λόγος). Επομένως, λόγω των παραπάνω που δέχθηκε, στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 370 Α' παρ.2 ΠΚ και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατ' αρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ. Πλέον δε αυτών ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς του, ισχυρίζεται επίσης ότι: από την αντιπαραβολή του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει το τεκμήριο της αθωότητας του προσώπου, μέχρι της νόμιμης αποδείξεως της ενοχής του, προς τη διάταξη της ΠΚ 370 Α' παρ.2, προκύπτει με σαφήνεια ότι αποκλείεται η στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως των οριζομένων στο άρθρο 370 Α' παρ.2 ΠΚ τριών μορφών του εγκλήματος στην περίπτωση που, το πρόσωπο του οποίου αθέμιτα παρακολουθήθηκε ή μαγνητοφωνήθηκε η προφορική συνομιλία του ή μαγνητοσκοπήθηκαν οι μη δημόσιες πράξεις του, ήταν και παραμένει άγνωστο, εφόσον στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αποδείξει ότι είχε τη συναίνεσή του, πράγμα που καθιστά θεμιτές τις άνω πράξεις παρακολουθήσεως ή μαγνητοφωνήσεως ή μαγνητοσκοπήσεώς του και αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως. Όμως, το δικάσαν Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και ορθά εφάρμοσε τη διάταξη της ΠΚ 370 Α' παρ.2 εδ.β' , αφού κατά τα άνω εκτεθέντα, ο τρόπος που καθόταν και κινείτο μέσα στον Ηλεκτρικό Σιδηρόδρομο η αγνώστων στοιχείων γυναίκα, της οποίας ο αναιρεσείων μαγνητοφώνησε τα απόκρυφα σημεία του σώματός της και αποτύπωσε σε υλικό φορέα (κασέτα), είναι πράξη, με την έννοια του βιοτικού γεγονότος, δηλ. κατά την έννοια της ΠΚ 370 Α' παρ.2 εδ.β' , η δε ενέργεια του κατηγορουμένου, να μαγνητοσκοπήσει και να αποτυπώσει σε κασέτα τα απόκρυφα αυτά σημεία του σώματός της, είναι αφ' εαυτής αθέμιτη, κατά την προεκτεθείσα έννοια. Εξάλλου, από το σύνολο των εκτιθεμένων στην προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει με σαφήνεια ότι δεν υπήρχε προς τούτο σιωπηρή συναίνεση της γυναίκας αυτής, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων διατείνεται. Προσέβαλλε δε έτσι ο τελευταίος την ιδιωτική ζωή της γυναίκας αυτής και μάλιστα, κατά τρόπο βάναυσο, αφού έγινε μέσα σε μέσο δημόσιας μεταφοράς. Ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε στο δικάσαν Εφετείο ότι η πράξη που του αποδίδεται δεν είναι αξιόποινη, διότι δεν πρόκειται για πράξη επικοινωνίας του άρθρου 370 Α' παρ.2 του ΠΚ και ότι η συνεπιβάτης του ήταν και εξακολουθεί να παραμένει άγνωστη και έτσι, να μην μπορεί να διαγνωστεί η ενδεχόμενη συναίνεσή της. Αβάσιμα όμως, διότι η διάταξη της ΠΚ 370 Α' παρ.2, αναφέρεται σε αυτόν, που αποτυπώνει σε υλικό φορέα, μη δημόσια πράξη άλλου προσώπου. Η μαγνητοσκόπηση και αποτύπωση σε κασέτα των απόκρυφων σημείων του σώματος της άνω γυναίκας μέσα στο συρμό του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, εμπίπτει σαφώς στη διάταξη αυτή, ούτε υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συναίνεση αυτής για τη μαγνητοσκόπηση, αφού έγινε με βιντεοκάμερα κρυμμένη επιμελώς στο σακίδιο του κατηγορουμένου. Αβάσιμα επίσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι αποκλείεται η στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του άνω εγκλήματος όταν το πρόσωπο ήταν και παραμένει άγνωστο, διότι αυτός δεν μπορεί να αποδείξει ότι είχε τη συναίνεσή του, πράγμα που καθιστά θεμιτές τις άνω πράξεις μαγνητοσκοπήσεως και αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του. Αυτά όμως είναι αβάσιμα κατά τα άνω εκτεθέντα, η μαγνητοσκόπηση και αποτύπωση σε κασέτα των απόκρυφων μερών του σώματος γυναίκας, είναι αυτή καθ' εαυτή πράξη αθέμιτη και προσβάλλει την ιδιωτική ζωή γυναίκας, ο δε υπόχρεος, προς τούτο αναιρεσείων - κατηγορούμενος δεν απέδειξε το θεμιτό, κατά την προεκτεθείσα έννοια, της πράξεώς του. Επίσης, δεν παραβιάζεται ούτε η διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (που καθιερώνει το τεκμήριο αθωότητας του προσώπου, μέχρι αποδείξεως της ενοχής του), στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο του οποίου μαγνητοσκοπήθηκαν οι μη δημόσιες πράξεις του, ήταν και παραμένει άγνωστο, διότι δεν μπορεί στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος να αποδείξει ότι είχε τη συναίνεσή του, ώστε να αποκλείεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του όπως αβάσιμα ο τελευταίος ισχυρίζεται, διότι η ενέργειά του είναι αφ' εαυτής αθέμιτη. Δηλαδή, το αθέμιτο της παρέμβασης προκύπτει από την ίδια την παρέμβαση. Αν δε ο δράστης προβάλλει το θεμιτό αυτής, οφείλει να αποδείξει τον ισχυρισμό του αυτό, που αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα (σχ. ΑΠ 322/2000). Όμως, κατά τα άνω, ο υπόχρεος προς τούτο κατηγορούμενος, δεν απέδειξε το θεμιτό της πράξεώς του. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγοι της αιτήσεως, είναι αβάσιμοι στην ουσία τους και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 192 εδ.β' ΚΠΔ, "εκείνος που διόρισε τους πραγματογνώμονες, πρέπει να ανακοινώσει ταυτόχρονα τα ονοματεπώνυμά τους στον εισαγγελέα και τους διαδίκους". Δεν απαιτείται η γνωστοποίηση, όταν επιβάλλεται η άμεση διενέργειά της (προανάκρισης), όπως στην προκαταρκτική πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 1808/1988) ή όταν διατάχθηκε κατά την αστυνομική προανάκριση (ΑΠ 1808/1988) ή όταν η διενέργεια της ανατέθηκε σε εργαστήριο, που ιδρύθηκε ειδικά από το νόμο της ΕΛ.ΑΣ (ΑΠ 1443/1999) ή ανατέθηκε σε εργαστήριο της ιατροδικαστικής Υπηρεσίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠ 956/2007). Επίσης, δεν απαιτείται η γνωστοποίηση στους απόντες διαδίκους, αν ο διορισμός τους έγινε από το δικαστήριο. Αν παραληφθεί η γνωστοποίηση στον κατηγορούμενο των ονομάτων των διορισθέντων πραγματογνωμόνων, ώστε να μπορούν να υποβάλλουν ένσταση εξαιρέσεώς τους ή να διορίσουν τεχνικούς συμβούλους, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα (ΚΠΔ 171 παρ.1 περ.δ' ) και εντεύθεν, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αυτός αναιρεσείων με τον πρώτο από τους λόγους του ξεχωριστού δικογράφου των προσθέτων λόγων προβάλλει την αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, διότι παρά την εναντίωσή του, λήφθηκε υπόψη και εκτιμήθηκε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και μάλιστα, ως κύριο αποδεικτικό στοιχείο για την κήρυξη της ενοχής του, η υπ' αριθμ. .../21/827-3/4-4-2008 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Διευθύνσεως Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ. Επίσης, ισχυρίζεται ότι από την αντιπαραβολή της διατάξεως του αρθρ.6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που ορίζει, εκτός άλλων, την έννοια της δίκαιης δίκης, προς τις διατάξεις των άρθρ.184, 185, 186, 191, 192, 194, 195, 204 και 362 ΚΠΔ, προκύπτει ότι αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, που δεν μπορεί να συνεκτιμηθεί και να ληφθεί υπόψη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο για την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου, η πραγμ/σύνη που έγινε κατά την αστυνομική προανάκριση, χωρίς να οριστεί ο πραγμ/νας από τον πίνακα του άρθρου 185 και χωρίς να γνωστοποιηθεί το όνομά του στον κατηγορούμενο, ώστε ο τελευταίος να μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα υπερασπίσεώς του, με την υποβολή αιτήματος εξαιρέσεως του πραγμ/να κατά το αρθρ.192 του αυτού Κώδικα, στοιχειοθετουμένης έτσι της απόλυτης ακυρότητας κατ' αρθρ.171 παρ.1 δ' ΚΠΔ, που ιδρύει τον από το αρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του και πρέπει να απορριφθεί, αφού πρόκειται για πραγμ/σύνη, που διενεργήθηκε κατά την αστυνομική προανάκριση και ανατέθηκε σε εργαστήριο το οποίο ιδρύθηκε για το σκοπό αυτό, όπως είναι το εν λόγω εργαστήριο της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ (ΑΠ 1447/1999). Επίσης ο αναιρεσείων με το δεύτερο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προβάλλει την αιτίαση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας αλλά και της έλλειψης ακρόασης ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του, που προέβαλλε στο δικάσαν Εφετείο και συγκεκριμένα, να μην ληφθεί υπόψη η άνω πραγματογνωμοσύνη διότι δεν γνωστοποιήθηκε το όνομα των πραγματογνωμόνων σε αυτόν (κατηγορούμενο), ώστε να ασκήσει τα δικαιώματα υπερασπίσεώς του, αλλά και διότι δεν ορκίσθηκε ο άνω πραγμ/νας, καθώς επίσης και για έλλειψη υποκειμενικής και αντικειμενικής αμεροληψίας των αστ/κών - πραγμ/ων, διότι είναι υπάλληλοι με σχέση εξαρτήσεως από τη διωκτική Αρχή, ως ενταγμένοι στην ιεραρχική δομή της ΕΛ.ΑΣ. Όμως, όπως προκύπτει από την απόφαση και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία αναγνώστηκαν στο ακροατήριο του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ο εν λόγω ισχυρισμός του κατηγορουμένου, που υποβλήθηκε και πρωτόδικα, με ξεχωριστή ειδικά και εμπεριστατωμένα, αιτιολογημένη απόφαση, έχει απορριφθεί, ενώ όπως προκύπτει από το σύνολο των εκτιθεμένων στις αποφάσεις αυτές, έχει απορριφθεί σιωπηρά και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για έλλειψη ορκωμοσίας και έλλειψη αμεροληψίας τους, λόγω της ιδιότητας αυτών ως υπαλλήλων της ΕΛ.ΑΣ. Επομένως, και ο πρόσθετος αυτός λόγος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, ως προς τον τρίτο πρόσθετο λόγο, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αφού η μαγνητοσκόπηση έγινε τον Ιούνιο του έτους 2002 και όχι στις 27-9-2007, που αναφέρεται στο κατηγορητήριο και έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί και αυτός ως αβάσιμος, διότι το δικάσαν Εφετείο, με ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη απόφασή του, έχει απορρίψει τον ισχυρισμό αυτό, αφού δέχθηκε χρόνο τελέσεως της πράξεως, όπως αυτός αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Ο τέταρτος των προσθέτων λόγων πρέπει να απορριφθεί και αυτός ως αβάσιμος και συγκεκριμένα διότι η απόρριψη του ισχυρισμού του για άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως έγινε από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και όχι μόνο από τη νόμιμη και επιτρεπτή κατά τα άνω έκθεση πραγμ/σύνης, αφού από τα άνω αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν υπήρχε ούτε σιωπηρή συναίνεση της άνω γυναίκας για την εν λόγω μαγνητοσκόπηση. Τέλος, με τον πέμπτο των προσθέτων λόγων ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της ελλείψεως ακροάσεως, διότι το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο παρέλειψε να αποφασίσει για τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του, περί παραβάσεως της αρχής in dubio pro plo. Ειδικότερα, καθ' όσον αφορά τη συναίνεση της συνεπιβάτη του, που φέρεται ότι μαγνητοφωνήθηκε, στο βαθμό που η συναίνεσή της αυτή ήταν και εξακολουθεί να παραμένει άγνωστη ισχυρίστηκε δεν μπορεί να είναι πιθανολογική, πράγμα που δεν επιτρέπεται στην ποινική δίκη. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι όπως προκύπτει από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, το εν λόγω Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη και τον ισχυρισμό αυτό του τότε εκκαλούντος - κατηγορουμένου, κατέληξε στο συμπέρασμά του, για έλλειψη συναινέσεως της άνω γυναίκας, για μαγνητοσκόπησή της από τον κατηγορούμενο. Κατόπιν αυτών, αφού απορρίπτονται όλοι οι λόγοι του κυρίου δικογράφου και αυτού των προσθέτων λόγων, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9ης Απριλίου 2012 (υπ' αριθμ. πρωτ. 103/2012 ενώπιον του Γραμματέα του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών), αίτηση, καθώς και τους από 5-11-2012 με ξεχωριστό δικόγραφο ενώπιον του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου από τον αυτό κατηγορούμενο, Γ. Β. του Μ., κατοίκου ..., προσθέτους λόγους για αναίρεση της με αριθμό 11.337/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ