Αριθμός 794/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αφροδίτη Γιαμπανίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 64/2022 του Μονομελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-5-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολ.Α.Π.14/2015, Α.Π.548/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. 4110 Δ'/2-8-2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου ... με έδρα το Πρωτοδικείο ... Ε. Τ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείων, επιμελεία του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (16-1-2023), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 4/5/2022 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού αυτή κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την υπό κρίση από 4-5-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία διαφορών από την οικογένεια, υπ' αριθ. 64/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος - εναγομένου κατά της αντιδίκου του αναιρεσίβλητης - ενάγουσας και κατά της υπ' αριθ. 77/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., επικυρώνοντας την ως άνω πρωτοβάθμια απόφαση, σύμφωνα με την οποία απαγγέλθηκε η λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου, ανατέθηκε στην ενάγουσα η επιμέλεια του προσώπου των ανηλίκων τέκνων τους και παραχωρήθηκε στην ενάγουσα η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης των διαδίκων. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 1439 §1 ΑΚ καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγόμενου ή αμφοτέρων των διαδίκων συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης και προσδιορίζονται γενικά όρια εντός των οποίων θα κινηθεί ο δικαστής, χωρίς να τίθεται η υπαιτιότητα ως βάση του ισχυρού κλονισμού. Συνεπώς, τα γεγονότα που μπορούν να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό μπορεί να είναι και ανυπαίτια ή ακόμη και μη καταλογιστά, δεν έχει δε σημασία ποίος από τους συζύγους δημιούργησε πρώτος το λόγο κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης. Με την έννοια αυτή αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα μόνο στο πρόσωπο του ενός από τους δύο συζύγους. Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, αφού το δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμία περίπτωση. Συνέπεια τούτων είναι ότι η απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου δεν αποτελεί δεδικασμένο ούτε ως προς την ύπαρξη καθεαυτή των επί μέρους πραγματικών περιστατικών που επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης, αφού το δεδικασμένο αφορά στην έννομη σχέση ή στο δικαίωμα που κρίθηκε τελεσίδικα (ΚΠολΔ 322, 324), ούτε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας για τον κλονισμό αυτόν, ακόμη και αν ο λόγος διαζυγίου αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του εναγομένου. Στην πραγματικότητα δηλαδή αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό δικαίωμα της λύσης του γάμου. (Α.Π.1559/2021, Α.Π.1262/2020, Α.Π.1060/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996). Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους θρησκευτικό γάμο στις 28 Σεπτεμβρίου 2002 στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου στην ...αι από το γάμο τους αυτό απέκτησαν δύο τέκνα, τον Α. που γεννήθηκε στις 15-3-2009 και τον Ά.- Δ. που γεννήθηκε στις 22-2-2012. Κατά τα πρώτα χρόνια του γάμου, η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων υπήρξε αρμονική, πλην όμως, ήδη από το έτος 2012 και μετέπειτα, οπότε γεννήθηκε το δεύτερο τέκνο τους, οι μεταξύ τους σχέσεις άρχισαν να κλονίζονται. Ωστόσο, οι διάδικοι εξακολουθούσαν να συμβιώνουν ως οικογένεια, μαζί με τα ανήλικα τέκνα τους, πλην όμως, οι σχέσεις τους εξακολουθούσαν να εντείνονται και τα μεταξύ τους προβλήματα οξύνθηκαν ιδίως από το έτος 2016 και μετέπειτα, οπότε η ενάγουσα έμεινε άνεργη και το ζευγάρι άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται μεταξύ των διαδίκων καυγάδες και αντεγκλήσεις, που οδήγησαν σε πλήρη αποξένωσή τους. Ωστόσο, κατόπιν σχετικής συμφωνίας μεταξύ τους, οι διάδικοι, εξακολούθησαν να συμβιώνουν συνεχώς κάτω από την ίδια στέγη, ήτοι σε διαμέρισμα του πρώτου ορόφου εμβαδού μικτού 121,20 τ.μ. επί της ... στον ... ..., το οποίο αγόρασαν από κοινού με δάνειο, για την αποπληρωμή του οποίου έχουν υπαχθεί στον νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Η κοινή απόφαση των διαδίκων για εξακολούθηση της συμβίωσής τους κάτω από την ίδια στέγη παρά την μεταξύ τους ουσιαστική αποξένωση, στηρίχθηκε στην πρόθεσή τους να μην διαταραχθεί η συναισθηματική κατάσταση των τέκνων τους που βρίσκονταν στην τρυφερή παιδική ηλικία, έτσι ώστε αυτά να εξακολουθήσουν να συμβιώνουν και με τους δύο γονείς τους, οι οποίοι ωστόσο, παρά την συμβίωση τους κάτω από την ίδια στέγη, δεν είχαν ψυχική ή σωματική επαφή μεταξύ τους. Για τον ίδιο σκοπό, δηλαδή προκειμένου να μην διαταράξουν την ομαλή ψυχοσωματική ανάπτυξη των τέκνων τους, εξακολουθούσαν να εμφανίζονται από κοινού και σε όλες της κοινωνικές και οικογενειακές εκδηλώσεις. Ενώ λοιπόν οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις, είχαν διαμορφωθεί, όπως ανωτέρω εκτέθηκε και αφού αυτοί είχαν ήδη εκδηλώσει την πρόθεση τους για οριστική διάσπαση της μεταξύ τους έγγαμης σχέσης, η ενάγουσα, το έτος 2018 και για σύντομο χρονικό διάστημα, συνήψε εξωσυζυγική σχέση με άλλον άνδρα, γεγονός που υπέπεσε στην αντίληψη του εναγομένου μέσω φωτογραφιών και σχετικών αναρτήσεων της ενάγουσας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γεγονός που επιδείνωσε ακόμη περισσότερο τις μεταξύ τους σχέσεις. Για τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, κατέθεσαν με σαφήνεια οι εξετασθέντες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μάρτυρες αμφοτέρων των διάδικων πλευρών... Συγκεκριμένα, ο εξετασθείς μάρτυρας της ενάγουσας και αδελφός της Π. Μ., κατέθεσε με σαφήνεια ότι οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων άρχισαν να κλονίζονται ήδη από τη γέννηση του δεύτερου τέκνου τους, καθώς και ότι από το έτος 2016 και μετέπειτα, οπότε η ενάγουσα έμεινε χωρίς εργασία με αποτέλεσμα τη συσσώρευση οικονομικών προβλημάτων στην οικογένεια, οι διάδικοι συμβιώνουν εντελώς συμβατικά κάτω από την ίδια στέγη για χάρη των παιδιών τους, έτσι ώστε αυτά να μεγαλώσουν μαζί και με τους δύο γονείς τους και να μην στερηθούν κανέναν από αυτούς. Αλλά και ο εξετασθείς μάρτυρας του εναγομένου και αδελφός του Α. Π., κατέθεσε ότι τα πρώτα χρόνια της έγγαμης συμβίωσης μεταξύ των διαδίκων, το ζευγάρι ζούσε αρμονικά, ενώ όσον αφορά τη σύναψη εξωσυζυγικού δεσμού εκ μέρους της ενάγουσας, κατέθεσε ότι ο ίδιος έγινε τυχαία αυτόπτης μάρτυρας μιας συνάντησης του ζεύγους στο αυτοκίνητο της ενάγουσας, σε χρόνο μεταγενέστερο από αυτόν που ο αδελφός του έλαβε γνώση του ότι η σύζυγος του διατηρούσε εξωσυζυγικό δεσμό, ήτοι τον μήνα Ιανουάριο του 2018... Ο ίδιος δε μάρτυρας κατέθεσε επίσης ότι οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων εξακολουθούν να είναι ψυχρές, παρά το γεγονός ότι εξακολουθούν να ζουν κάτω από την ίδια στέγη, καθώς υπάρχει αδιαφορία του ενός για τον άλλο, ενώ συχνοί είναι και οι καυγάδες και οι αντεγκλήσεις μεταξύ τους. Από όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι η μεταξύ των διαδίκων έγγαμη σχέση κλονίστηκε ισχυρά ήδη από το έτος 2016 και μετέπειτα, εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπισε το ζευγάρι, τα οποία οδήγησαν σταδιακά στην ψυχική και σωματική απομάκρυνσή τους με πρόθεση οριστικής διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους από αμφοτέρους. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι οι διάδικοι εξακολούθησαν να συμβιώνουν κάτω από την ίδια στέγη, διότι τούτο έπραξαν όχι διότι επιθυμούσαν την εξακολούθηση την διατήρηση του γάμου τους ούτε εξαιτίας των αμοιβαίων συναισθημάτων αγάπης και συντροφικότητας που έτρεφαν μεταξύ τους, δεδομένου ότι τα συναισθήματα αυτά είχαν -ήδη από το έτος 2016- πάψει να υπάρχουν, αλλά αποκλειστικά, για λόγους διαφύλαξης της ψυχικής υγείας και συναισθηματικής ισορροπίας των τέκνων τους, που διήνυαν τότε την τρυφερή παιδική ηλικία και τα οποία αμφότεροι υπεραγαπούν, λόγος άλλωστε για τον οποία και εξακολουθούσαν να εμφανίζονται από κοινού στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις. Το γεγονός άλλωστε ότι η ενάγουσα, πράγματι -όπως αποδείχθηκε κατά τα ανωτέρω- σύναψε εξωσυζυγική σχέση το έτος 2018, έλαβε χώρα μεταγενέστερα, δηλαδή αφότου η έγγαμη σχέση μεταξύ των διαδίκων είχε ήδη λήξει οριστικά, λόγω αρχικά των οικονομικών προβλημάτων που έπληξαν την οικογένεια, τα οποία εν συνεχεία οδήγησαν στην πλήρη σωματική και συναισθηματική τους απομάκρυνση και στην οριστική διάσπαση του συζυγικού τους δεσμού." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεχόμενο ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης μεταξύ των διαδίκων επήλθε από λόγους που ανάγονται στο πρόσωπο αμφοτέρων των συζύγων και όχι αποκλειστικά της ενάγουσας, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο κρίνοντας ομοίως απήγγειλε τη λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου. Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ.1 του Α.Κ., καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ο ισχυρισμός κλονισμός της έγγαμης σχέσης των διαδίκων επήλθε από λόγους που ανάγονται στο πρόσωπο αμφοτέρων των συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθησή της να καθίσταται αφόρητη για αμφότερους. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, α) ότι η μεταξύ των διαδίκων έγγαμη σχέση κλονίστηκε ισχυρά ήδη από το έτος 2016 και μετέπειτα, εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπισε το ζευγάρι, τα οποία οδήγησαν σταδιακά στην ψυχική και σωματική απομάκρυνσή τους με πρόθεση οριστικής διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους από αμφοτέρους, β) ότι παρά τη συμβίωση των διαδίκων κάτω από την ίδια στέγη, τούτο έπραξαν όχι διότι επιθυμούσαν την εξακολούθηση και τη διατήρηση του γάμου τους ούτε εξαιτίας των αμοιβαίων συναισθημάτων αγάπης και συντροφικότητας που έτρεφαν μεταξύ τους, αλλά για να μη διαταραχθεί η συναισθηματική ισορροπία των τέκνων τους και γ) ότι, αφού οι διάδικοι είχαν ήδη εκδηλώσει την πρόθεσή τους για οριστική διάσπαση της μεταξύ τους έγγαμης συμβίωσης, η ενάγουσα, μεταγενέστερα, το έτος 2018, σύναψε εξωσυζυγική σχέση. Επομένως, ο πρώτος, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά την προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου και δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1393 εδ. α' του ΑΚ σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των ίδιων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Με αυτή θεσπίζεται ενδοτικού δικαίου ρύθμιση που στηρίζεται στην αρχή της επιείκειας και αποκλίνει από τις γενικές διατάξεις του ενοχικού και εμπράγματου δικαίου. Η παραχώρηση της χρήσης του ακινήτου στον ένα σύζυγο, ενώ τούτο ανήκει αποκλειστικά ή κατά ποσοστό στον άλλο σύζυγο, δημιουργεί μια ιδιόρρυθμη σχέση, η οποία δεν μπορεί να υπαχθεί στις ειδικότερες ρυθμίσεις κατεστρωμένων στον Αστικό Κώδικα έννομων σχέσεων, σε σχέση με τη χρήση ακινήτου, διότι αυτές έχουν μορφή σύμβασης και στηρίζονται στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361). Η ρύθμιση της χρήσης της συζυγικής στέγης σε εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης, δεν έχει μονιμότητα. Διαρκεί όσο διαρκεί η διάσταση, δηλαδή από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου. Η απόφαση αυτή παύει αυτοδικαίως μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου, οπότε οι σχέσεις των συζύγων αναφορικά με τα δικαιώματα στο ακίνητο της οικογενειακής στέγης διέπονται από τις γενικές διατάξεις του εμπράγματου και του ενοχικού δικαίου (Α.Π.985/2021, Α.Π.1880/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...οι διάδικοι, κατά τη διάρκεια του γάμου τους κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από αυτούς, επί ενός διαμερίσματος του πρώτου ορόφου πάνω από το ισόγειο, καθαρού εμβαδού 93,61 τ.μ. και μικτού 121,20 τ.μ. που βρίσκεται στον ... ..., το οποίο απέκτησαν με δάνειο, ενώ λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζαν, έχουν ήδη υπαχθεί στον νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Αποδείχθηκε ωστόσο ότι, ενόψει των συνθηκών που διαμορφώθηκαν μεταξύ των διαδίκων μετά την οριστική διάσπαση του μεταξύ τους συζυγικού δεσμού και προς αποφυγή μεγαλύτερης οξύτητας στις σχέσεις τους, επιβάλλεται πράγματι η παραχώρηση της χρήσης του ανωτέρω ακινήτου, αποκλειστικά στην ενάγουσα, τούτο δε κυρίως αποβλέποντας το Δικαστήριο στο συμφέρον των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, για τα οποία επιβάλλεται να μην υπάρξει αιφνίδια αλλαγή του περιβάλλοντος στο οποίο διαβιώνουν από την ημέρα της γέννησής τους και μέχρι σήμερα, γεγονός που θα επηρέαζε αρνητικά την ήδη επιβαρυμένη - εξαιτίας της διάσπασης της οικογενειακής του συνοχής- ψυχοσυναισθηματική τους κατάσταση αλλά και των αυξημένων απαιτήσεων της εκπαίδευσής τους, οι οποίες επιβάλλουν να εξακολουθήσουν να διαβιώνουν στο οικείο περιβάλλον στο οποίο ζούσαν κατά τα αμέσως προηγούμενα έτη, δίχως να απομακρυνθούν από το οικείο σχολικό τους περιβάλλον. Όσον αφορά εξάλλου τον εναγόμενο, αποδείχθηκε ότι αυτός... εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος στην εταιρεία "Μ. Θ. Ι..Ο. Α.Ε" και οι μηνιαίες αποδοχές του -συνυπολογιζομένων και των υπερωριών του- ανέρχονται στο ποσό των 600,00 ευρώ μηνιαίως. Λαμβανομένου δε υπόψιν και του γεγονότος ότι η ενάγουσα, παραιτήθηκε του αγωγικού αιτήματος της από 4-4-2019 αγωγής της όσον αφορά την επιδίκαση ορισμένου ποσού διατροφής για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων έναντι του πατέρα τους, κρίνεται ότι ο εναγόμενος, έχει την οικονομική δυνατότητα να μισθώσει ξεχωριστή κατοικία προκειμένου να στεγαστεί ο ίδιος ή να φιλοξενηθεί από τους γονείς του, οι οποίοι διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία επί της ... στην ..., εμβαδού 75 τ.μ.. Σημειωτέον ότι οι γονείς του εναγομένου διαθέτουν κατά κυριότητα και έτερη παλαιά οικία επί της ... στην ..., στην οποία διέμεναν οι διάδικοι κατά τα πρώτα χρόνια της έγγαμης συμβίωσής τους και στην οποία διαμένει ήδη ένας εξάδελφος του αναγομένου, ο οποίος δεν αποδείχθηκε ότι καταβάλει ενοίκιο για τη διαμονή του αυτή." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεχόμενο ότι επιβάλλεται η παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης των διαδίκων αποκλειστικά στην ενάγουσα, απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε ομοίως. Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1393 εδ.α' του Α.Κ., καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και με βάση το συμφέρον των ανηλίκων τέκνων τους, επιβάλλεται η παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, αποκλειστικά στην ενάγουσα μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου τους. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, α) ότι, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, επιβάλλεται η παραχώρηση της χρήσης της οικογενειακής στέγης αποκλειστικά στην ενάγουσα, κρίνοντας πρωτίστως με βάση το συμφέρον των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, για να μην υπάρξει αιφνίδια αλλαγή του περιβάλλοντος στο οποίο διαβιώνουν από την ημέρα της γέννησής τους και μέχρι σήμερα και για να μην απομακρυνθούν από το οικείο σχολικό τους περιβάλλον, γεγονότα που θα επηρέαζαν αρνητικά την ήδη επιβαρυμένη - εξαιτίας της διάσπασης της οικογενειακής του συνοχής- ψυχοσυναισθηματική τους κατάσταση και β) ότι ο εναγόμενος, έχει την οικονομική δυνατότητα να μισθώσει ξεχωριστή κατοικία προκειμένου να στεγαστεί ο ίδιος ή να φιλοξενηθεί από τους γονείς του, οι οποίοι διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία στην ..., εμβαδού 75 τ.μ., αλλά διαθέτουν (κατά κυριότητα) και έτερη παλαιά οικία στην .... Επομένως, ο δεύτερος, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά την προαναφερόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου και δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν θα περιληφθεί στην παρούσα, αφού η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4/5/2022 αίτηση του Ι. Π. του Α. για αναίρεση της υπ` αριθ.64/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ... ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2023 ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ