Αριθμός 511/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) … κλπ , 20)… οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Πικράκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α. του Ν., 2) Κ. Ρ.,., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σαββόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 583/1996 μη οριστική και 76/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 25/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-7-2019 αίτησή τους, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο 12-5-2021. Σήμερα, η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, κατόπιν της υπ' αριθμόν 175/2021 Πράξης του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 5.7.2019 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 25/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 76/2015 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η διεκδικητική κυριότητας αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ. και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωσή του. Η δε ποιοτική αοριστίες δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται αντιστοίχως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚπολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1319/2020, ΑΠ 9/2020, ΑΠ 1089/2019). Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 117, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.(ΑΠ 1597/2018, 165/2018, ΑΠ 1274/2017, ΑΠ 862/2015). Ειδικότερα, από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς προκειμένου περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται για το ορισμένο αυτής ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσεως, στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του, αλλά τούτο να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη. Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου ακινήτου και να κατονομάζονται οι γείτονες ιδιοκτήτες. (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017). Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ούτως ώστε να είναι δυνατή στον εναγόμενο η άμυνα περί συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να μπορεί να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως. Η περιγραφή του ακινήτου από την οποία να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του με τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο προκύπτει πλην του σχήματος, οι πλευρές του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 1319/2020, ΑΠ 1597/2018, 305/2017, ΑΠ 781/2016 ). Το γεγονός όμως ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της διεκδικητικής αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, αυτοί εξέθεταν ως προς την περιγραφή του μείζονος ακινήτου, ότι αυτό συνολικής εκτάσεως 115 περίπου στρεμμάτων βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής ... Ηρακλείου και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Μ. Φ., νότια με ιδιοκτησία Ι. και Ε. Λ., νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Γ. Β., δυτικά με κληροτεμάχιο Μ. Τ. και κληρονόμων Γ. Α. ή Α. και ανατολικά με ρύακα. Ότι τον Αύγουστο του έτους 1993 οι αναιρεσείοντες κατέλαβαν το επίδικο εδαφικό τμήμα του ως άνω ακινήτου, εκτάσεως 13.100 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην βορειοδυτική πλευρά του μείζονος ακινήτου, έχει σχήμα τραπέζιο, με πλευρικές διαστάσεις βόρεια μήκους 203 μ, νότια μήκους 103,5μ, ανατολικά μήκους 207 μ και δυτικά μήκους 47 μέτρων και το οποίο συνορεύει γύρωθεν με υπόλοιπη ιδιοκτησία τους και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Α. και εν μέρει με ιδιοκτησία Μ. και Έ. Τ.. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ένδικη αγωγή, είναι επαρκώς ορισμένη, ως προς την περιγραφή του μείζονος ακινήτου, αλλά και του επί μέρους εδαφικού τμήματος αυτού, το οποίο αποτελεί το επίδικο ακίνητο, εφόσον αυτά περιγράφονται κατά θέση, έκταση και όρια, με αναλυτική αναφορά και των ιδιοκτητών των ομόρων ακινήτων, παρότι τούτο δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, του δε επιδίκου ακινήτου γίνεται ακριβής προσδιορισμός και του σχήματος και των πλευρικών διαστάσεων, ώστε ουδεμία να γεννάται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους (μείζονος ακινήτου και επιδίκου ακινήτου). Η μη ενσωμάτωση στην αγωγή του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος, του οποίου γίνεται αναφορά σε αυτήν, δεν καθιστά αόριστη την αγωγή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, εφόσον η περιγραφή τόσο του μείζονος ακινήτου, όσο και του επί μέρους εδαφικού τμήματος τούτου είναι πλήρης και ακριβής. Συνεπώς, το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, που έκρινε την αγωγή ορισμένη, διαλαμβάνοντας στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι σε αυτήν περιγράφεται λεπτομερώς κατά θέση, έκταση και όρια το μείζον ακίνητο των 115 περίπου στρεμμάτων και ότι ακολούθως περιγράφεται λεπτομερώς κατά θέση, έκταση και όρια σε σχέση με το μείζον ακίνητο, το επίδικο τμήμα του, των 13.100 τ.μ., ώστε να μην γεννάται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, και απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων περί αοριστίας της αγωγής, δεν παραβίασε τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της ως άνω διατάξεως επειδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, λόγω ποσοτικής αοριστίας, της είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043 και 1051 του ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας, με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, άσκηση νομής, επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς, πάνω σ' αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η ανέγερση κτισμάτων κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 ΑΚ και 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο κατά της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο, αποτελεί ένσταση αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον όμως τα περιστατικά που προτείνονται, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείνοντα την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής, ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ' αυτά είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι κατέστη κύριος του επιδίκου με χρησικτησία στοιχειοθετεί αιτιολογημένη άρνηση αν ο χρόνος που επικαλείται συμπίπτει - έστω και μερικά, αλλά τόσο ώστε ο υπόλοιπος να μην επαρκεί προς θεμελίωση της αγωγής με τον χρόνο που επικαλείται ο ενάγων για να στηρίξει την αγωγή, ενώ αν ο χρόνος χρησικτησίας που επικαλείται ο εναγόμενος είναι μεταγενέστερος εκείνου τον οποίο επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση της αγωγής του αποτελεί ένσταση. (ΑΠ 884/2022, ΑΠ 1536/2018, ΑΠ 54/2014). Για να είναι ορισμένη η ένσταση ιδίας κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ο ενιστάμενος πρέπει να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής που άσκησε στο ακίνητο επί είκοσι (20) τουλάχιστον έτη (ΑΠ 368/2020, ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 1125/2018) με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος, όπως ήδη εκτέθηκε, να προσμετρήσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον της νομής των δικαιοπαρόχων του, τους οποίους, απώτατους και άμεσους, πρέπει να κατονομάζει, επί πλέον δε να αναφέρει και τις διακατοχικές πράξεις αυτών στο ακίνητο (ΑΠ 771/2021, ΑΠ 92/2015). Επίσης, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης αλλά και των κατ' ιδίαν λόγων της, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από την προσβαλλόμενη απόφαση και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. Έτσι, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες αιτιολογίες και με το λόγο αναίρεσης πλήττεται μόνο η μία από αυτές, ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αλυσιτελής, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 483/2022, ΑΠ 336/2021, ΑΠ 713/2020, ΑΠ 232/2020, ΑΠ 648/2019). Επί πλέον σύμφωνα με το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., το οποίο κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη υπόθεση, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του από το άρθρο τρίτο του ως άνω νόμου, εφόσον η κατάθεση της ένδικης έφεσης έγινε στις 18.12.2015, ήτοι πριν από την έναρξη εφαρμογής, την 1.1.2016, της ήδη ισχύουσας ρύθμισης του ν. 4335/2015, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη εκτός αν, μεταξύ άλλων, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ., όπως αυτό ίσχυσε μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 2 αυτού με το άρθρο 27 του ν. 3994/2011. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι: α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, και συνεπώς ο εναγόμενος ως εκκαλών δεν μπορεί να προτείνει νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, β) στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος (ΑΠ 664/2021, ΑΠ 447/2020, ΑΠ 1245/2019, ΑΠ 105/2017), μεταξύ των οποίων και εκείνη που προβλέπεται από την παράγραφο 2 περ. γ' του άρθρου 269 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, κατ' εξαίρεση, η προβολή νέων ισχυρισμών στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται και όταν αυτοί αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία, με την υποχρέωση του διαδίκου να επικαλεσθεί και να προσκομίσει τα έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται ο νέος πραγματικός ισχυρισμός (ΑΠ 664/2021, ΑΠ 961/2019). Η απόδειξη όμως αυτή πρέπει να προκύπτει άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το νέο πραγματικό ισχυρισμό πρέπει να αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια. (ΑΠ 755/2021, ΑΠ 664/2021, ΑΠ 961/2019). Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις ως άνω εξαιρέσεις ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 447/2020, ΑΠ 493/2020, ΑΠ 201/2017). Σε όλες τις περιπτώσεις της βραδείας προβολής πραγματικού ισχυρισμού, το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώνει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ως προς το αν συντρέχει ή όχι κατά περίπτωση μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις μετά από έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας (ΑΠ 1348/2022, ΑΠ 84/2020). Το απαράδεκτο της υποβολής νέων πραγματικών ισχυρισμών ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 8 εδ. α' και 14 (Ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 84/2020). Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011). Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν ιδρύεται όμως ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, όταν είναι μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 733/2020), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 25/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης έγιναν δεκτά ανελέγκτως τα εξής: "... Δυνάμει των με αριθμό ... πωλητηρίων συμβολαίων του Συμβολαιογράφου ..., που μεταγράφηκαν νόμιμα,... περιήλθε στη συγκυριότητα των εναγόντων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα ένα ακίνητο χέρσο και πετρώδες, εκτάσεως κατά τους τίτλους 114.915 τ.μ. ή όσης ήταν εντός των ορίων αυτού, που βρίσκεται στην θέση….., που συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. Φ., νότια με ιδιοκτησία Ε. Λ. του Ι. και Ι. Λ. του…, δυτικά με ιδιοκτησίες….., νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία Γ. Β. και ανατολικά με ρύακα και αποτυπώνεται υπό στοιχεία …τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Π. Π., επισυναπτόμενο στο με αριθμό 4344/1978 συμβόλαιο. Το ακίνητο αυτό αποτελούσε τμήμα μείζονος ακινήτου, το υπόλοιπο του οποίου προς νότο ήταν καλλιεργήσιμη έκταση και πωλήθηκε στους ενάγοντες από τον ..., που το είχαν αποκτήσει, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος και 2/3 εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος, με αγορά από την ..., δυνάμει του με αριθμό ... πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ε. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα... σε συνδυασμό με την με αριθμό ... συμβολαιογραφική πράξη του ίδιου Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα... Οι δικαιοπάροχοι αυτών Μ. Τ. και Ε. Σ., το απέκτησαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος το έτος 1918 συζύγου της πρώτης και πατέρα του δεύτερου Ε. Σ., στον οποίο είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθμό ... πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Χ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα... Στο ως άνω με αριθμό ... συμβόλαιο, το μείζον ακίνητο περιγραφόταν ως προς την επιφάνειά του, ως εξής "... αγρόν καλλιεργούμενον εκτάσεως, ωσεί δέκα πέντε μουζουρίων περιέχοντα και εν ασβεστοκάμινον και συνεχόμενη αγριάδα εκτάσεως ωσεί εβδομήντα μουζουρίων..." και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο περιγραφόταν και στο με αριθμό ... ως άνω συμβόλαιο. Το μουζούρι ήταν μονάδα όγκου δημητριακών αλλά έμμεσα τότε προσδιόριζε επιφάνεια καλλιεργημένων κτημάτων και ισοδυναμούσε με 1,2 στρέμματα λίγο γόνιμης γης και 0,9 στρέμματα πολύ γόνιμης γης, σε κομμάτια γης επίπεδα και οριζόντια. Όταν πρόκειται για χέρσες και μη καλλιεργήσιμες εκτάσεις πολύ μεγάλες (αγριάδα, βοσκότοπους) όπως στην προκειμένη περίπτωση το χέρσο ακίνητο των εναγόντων, για την εύρεση του εμβαδού της γης γίνεται νοερή μετατροπή σε καλλιεργημένο έδαφος και για την ως άνω ιδιοκτησία που περιέχεται στους προαναφερθέντες τίτλους, λαμβάνοντας υπόψη τη μορφολογία του εδάφους, τις συνθήκες καλλιέργειας, το πιθανό σφάλμα εκτίμησης, ο πραγματογνώμονας που διορίστηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, Β. Δ., βεβαιώνει ότι το 1 μουζούρι αντιστοιχεί σε 1,7 στρέμματα ώστε το ακίνητο που ανήκε πράγματι στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και μεταβιβάστηκε σε αυτούς είναι επιφανείας 114,925 τ.μ., όπως δηλαδή περιγράφεται και στους τίτλους των τελευταίων, πόρισμα στο οποίο καταλήγει και ο πραγματογνώμονας του TEE ..., αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός που ορίστηκε μετά από αίτημα των εναγόντων, αλλά και ο Γ. Σ.ς, αγρονόμος τοπογράφος-μηχανικός που ορίστηκε πραγματογνώμονας στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των εναγόντων και άλλων εναγομένων για διεκδίκηση τμήματος του ίδιου μείζονος ως άνω ακινήτου, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 220/1992 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατά τα κατωτέρω και επιφανείας, κατά νεώτερη δε καταμέτρηση, με σύγχρονες τεχνολογίες μετρήσεων, από το Β. Δ., είναι επιφάνειας 1116.123,42 τ.μ.. Έτσι, με τον πρωτότυπο ως άνω τρόπο, απέκτησαν από αληθείς κυρίους οι ενάγοντες την συγκυριότητα του επιδίκου κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι εν λόγω τίτλοι δεν προσέδωσαν κυριότητα στους ενάγοντες διότι είναι άκυροι και δεν προσκομίσθηκε η εκ του άρθρου 280 παρ. 3 του ν. 86/1989 (δασικού κώδικα) δήλωση του ΝΔ 105/1969 περί του ότι δεν πρόβαλε το Δημόσιο κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο εν λόγω ακίνητο. Η δήλωση αυτή όμως, που αποτελεί κατ' άρθρο 280 παρ. 3 του ΝΔ 105/1969 τυπική υποχρέωση για να μην επέρχονται από τις μεταβιβάσεις ανεπίτρεπτες ή και ποινικά αξιόλογες καταπατήσει δημόσιων δασών και δασικών εκτάσεων, έχει αναγκαία προϋπόθεση την ιδιότητα του μεταβιβαζομένου ακινήτου ως δάσους ή δασικής έκτασης..., ιδιότητα, που στην προκειμένη περίπτωση, επικαλούνται απαραδέκτως, για πρώτη φορά οι εναγόμενοι και ούτε εξάλλου αποδείχθηκε. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ως άνω ακίνητο νεμόταν, με διάνοια κυρίου, τόσο οι ενάγοντες όσο και οι δικαιοπάροχοι τους, συνεχώς και αδιαλείπτως, διενεργώντας σε αυτό τις προσιδιάζουσες στην φύση του πράξεις νομής. Ειδικότερα οι ενάγοντες το έτος 1978 που το αγόρασαν το οριοθέτησαν και το περιέφραξαν, το εκμίσθωναν σε κτηνοτρόφους για την βόσκηση των ποιμνίων τους, μάλιστα άσκησαν αγωγές κατά του κτηνοτρόφου Β. Κ. ζητώντας αποζημίωση για αυθαίρετη βόσκηση σε αυτό του ποιμνίου του κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-12- 1993 έως 30-11-1995 και από 1-12-1995 έως 30-11-1997 και εκδόθηκαν επ' αυτών οι με αριθμούς 22/1999 και 87/1999 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου με τις οποίες έγιναν δεκτές οι αγωγές, το εκμίσθωναν σε μελισσοκόμους για να τοποθετούν σε αυτό κυψέλες μελισσών, ζήτησαν και έλαβαν μετά την με αριθμό 1328/20-10-1979 απόφαση του Νομάρχη Ηρακλείου άδεια ανόρυξης γεώτρησης στο βορειοανατολικό τμήμα του και δήλωναν την ιδιοκτησία τους στις φορολογικές αρχές. Επέβλεπαν το ακίνητο τους προστατεύοντάς το από καταπατήσεις τρίτων και συγκεκριμένα όταν οι όμοροι ιδιοκτήτες ... κατέλαβαν παράνομα τμήμα του ακινήτου τους εμβαδού 11.100 τ.μ., κείμενο στην νοτιοδυτική πλευρά αυτού, άσκησαν την από 220/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου η οποία επικυρώθηκε με την με αριθμό 220/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία επικυρώθηκε με την με αριθμό 185/1995 απόφαση του Εφετείου Κρήτης. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι έντεκα πρώτοι εναγόμενοι, συμβαλλόμενοι μεταξύ άλλων εικοσιτεσσάρων, δυνάμει του με αριθμό ... νόμιμα μεταγραμμένου διανεμητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Α. Σ., διένειμαν ακίνητο και συγκεκριμένα αγριάδα με βραχώδη έκταση στην βορειοανατολική του πλευρά, εμβαδού 406,43 στρεμμάτων περίπου, που βρίσκεται στην θέση "..." και συνορεύει από βορρά ένα μέρος με την Εθνική Οδό Ηρακλείου - Αγίου Νικολάου, ένα μέρος με διάφορους ιδιοκτήτες και ένα μέρος με ρέμα, από το νότο με κοινόχρηστο δρόμο και πέραν αυτού ένα μέρος με εργοστάσιο εκρηκτικών υλών (…), ένα μέρος με ιδιοκτησία Γ. Β. και ένα μέρος με συνιδιοκτησία των ιδίων των συμβαλλομένων, από ανατολή ένα μέρος με βοηθητικό δρόμο και από τη δύση ένα μέρος με ρέμα, ένα μέρος με βοηθητικό δρόμο και πέρα από αυτά με ιδιοκτησία Μ. Β.. Από την έκταση αυτή αφαιρέθηκε έκταση 13.000 τ.μ. για τη διάνοιξη δρόμων και διανεμήθηκε έκταση 378,430 τ.μ. διαχωριζόμενη σε έξι ακίνητα εμβαδού 63.72 τ.μ. το καθένα. Στη συμβολαιογραφική αυτή πράξη γινόταν αναφορά πλήθους άλλων συμβολαίων από το έτος 1903 και μεταγενέστερα του έτους 1954, όπως αγοραπωλητήρια, δωρητήρια και αποδοχές κληρονομιάς, αλλά και επίκληση χρησικτησίας από ορισμένους, ως τρόπος κτήσης ποσοστών συγκυριότητας των συμβαλλομένων στο διανεμητέο ακίνητο. Ακολούθως, δυνάμει του με αριθμό ... νόμιμα μεταγραμμένου διανεμητηρίου συμβολαίου της ίδιας Συμβολαιογράφου, οι έντεκα πρώτοι εναγόμενοι, συμβαλλόμενοι μεταξύ άλλων, διένειμαν μεταξύ τους τμήμα της ως άνω διανομής εμβαδού 63.072 τ.μ. και κατά νεώτερη καταμέτρηση εμβαδού 64.206,32 τ., το οποίο συνορεύει από το βορρά με Εθνική Οδό Ηρακλείου-Αγίου Νικολάου, από νότο με αγροτικό δρόμο πλάτους 6μ, από ανατολή με ιδιοκτησία Ε. Τ. και από δύση με ιδιοκτησία πρώην Μ. Τ. και νυν .. και δημιούργησαν 16 περίπου ίσα τμήματα επιφανείας 4.012 τ.μ. περίπου το καθένα. Τον Αύγουστο του έτους 1993, οριοθετώντας τα επί μέρους αυτά τμήματα γης, κατέλαβαν αυθαίρετα οι εναγόμενοι έκταση 13.728,18 τ.μ., σχήματος τραπεζίου, οποία προσδιορίζεται με τα στοιχεία ... στο από Σεπτέμβριος 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Β. Δ. και είναι τμήμα του μείζονος ως άνω ακινήτου συγκυριότητας των εναγόντων, κείμενη στη δυτική πλευρά του, από το οποίο και απέβαλαν τους ενάγοντες. Το επίδικο πρώτο τμήμα που κατέχουν σήμερα οι εναγόμενοι βεβαιώνει ο εν λόγω πραγματογνώμονας, κατόπιν εφαρμογής των τίτλων που προσκόμισαν οι διάδικοι, ότι είναι τμήμα του ακινήτου που περιγράφεται στους προαναφερθέντες τίτλους κυριότητας των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους. Σε όλα τα τοπογραφικά διαγράμματα διαχρονικά από το έτος 1978 έως σήμερα, δηλαδή στο από 13-12-1978 τοπογραφικό διάγραμμα του Π. Π., τα από Απρίλιος 2008 και από Ιανουάριος 2010 τοπογραφικά διαγράμματα του τοπογράφου μηχανικού Ι. Μ. και στο από Σεπτέμβριος 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Β. Δ., το ακίνητο των εναγόντων αποτυπώνεται ακριβώς το ίδιο και προσδιορίζεται στην ίδια περιοχή, χωρίς αμφισβήτηση των ορίων του και τμήμα τούτου στη δυτική πλευρά του αποτελεί το επίδικο. Η οριοθέτηση της μείζονος έκτασης συνιδιοκτησίας των εναγόντων, 114 στρεμμάτων περίπου κατά τους τίτλους τους και 116 περίπου στρεμμάτων κατά νεώτερη καταμέτρηση, προκύπτει με σαφή όρια από όλες τις πλευρές της, όπως βεβαιώνει και ο πραγματογνώμονας Β. Δ. αλλά και οι άλλοι προαναφερθέντες τοπογράφοι μηχανικοί που το επσκέφθηκαν. Συγκεκριμένα, το ανατολικό όριο του μείζονος ακινήτου των εναγόντων είναι φυσικό όριο, ρυάκι - φαράγγι. Το βόρειο-βορειοανατολικό όριο που έχει ακόμη και σήμερα υπολείμματα κατεστραμμένης περίφραξης, έχει υψομετρική διαφορά με το όμορο ακίνητο, η οποία συνδυάζεται με αλλαγή στη σύσταση του εδάφους από αγριάδα σε καλλιεργούμενο έδαφος, ενώ υπάρχει φυσικό όριο πρανούς που το διαχωρίζει από την ιδιοκτησία Φ…. Το νότιο όριο είναι γραμμή που βαίνει παράλληλα με μεγάλο βράχο (ριζιμιό βράχο) ο οποίος αποτελεί ορόσημο και νότια του βράχου υπάρχει άλλης μορφής έδαφος, καλλιεργούμενο έδαφος, το ελαιόφυτο ιδιοκτησίας ...- δικαιοπαρόχων των εναγόντων. Ο βράχος αυτός στη νότια πλευρά αναφέρεται και στην με αριθμό 67/1990 έκθεση αυτοψίας που διενεργήθηκε στα πλαίσια της προαναφερθείσης δίκης που ανοίχθηκε μεταξύ των εναγόντων και του Γ. Β., Σ… κλπ. για τμήμα επί της νοτιοδυτικής πλευράς του τότε επιδίκου τμήματος των 11.100 τ.μ. επί της νοτιοδυτικής πλευράς. Επίσης υπάρχουν ακόμα ίχνη του αναφερομένου στους τίτλους των εναγόντων αγροτικού δρόμου στο νότιο όριο του ακινήτου τους, ο οποίος εντοπίζεται και στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1960. Όσον αφορά δε ειδικά την δυτική πλευρά του ακινήτου των εναγόντων επί της οποίας κείται και η δυτική πλευρά του επιδίκου τμήματος, επίσης δεν γεννάται αμφιβολία για την χωροταξική θέση τα. Στην πλευρά αυτή βρίσκονται στο βόρειο άκρο της δύο στύλοι της ΔΕΗ, οι οποίοι είναι τοποθετημένοι πολύ κοντά ο ένας στον άλλο και είναι σε σχεδόν ευθεία γραμμή με παλιά μάνδρα και καμίνι, τα οποία μνημονεύονται στους τίτλους των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους και απεικονίζονται στα τοπογραφικά διαγράμματα που τους συνοδεύουν ενώ, δεν αναφέρονται σε κανένα από τους προσκομιζόμενους τίτλους κυριότητας των εναγομένων ή των λοιπών συγκυρίων της διανεμηθείσας έκτασης. Το νοτιοδυτικό όριο προς την ιδιοκτησία Γ. Β., έχει ήδη κριθεί με την προαναφερθείσα 220/1992 τελεσίδικη απόφαση, νοτιότερα δε αυτού σε προέκταση υπάρχει φυσικό όριο, δέτης. Τέλος, το βορειοδυτικό όριο, το οποίο ξεκινά από το γωνιακό όριο της ιδιοκτησίας των εναγόντων με την ιδιοκτησία …που είναι αναμφισβήτητο και βαίνει βόρεια προς την ιδιοκτησία Μ. Τ. και κληρονόμων Γ. Α., δύναται να έχει μόνο την θέση που απεικονίζεται από τα σημεία 813, 812, 811, 810, 809, 807, 806 και 805 (διπλοί στύλοι της ΔΕΗ) στο τοπογραφικό του Β. Δ., διότι διαφορετικά, αν δηλαδή τεθεί ανατολικότερα, η μείζονα έκταση των εναγόντων που καθορίζεται και πριορίζεται από φυσικά σύνορα στη νότια πλευρά (ριζιμιός βράχος), στην ανατολική (ρυάκι), στην βορειοανατολική (υψομετρική διαφορά και αλλαγή σύστασης εδάφους) και στην βόρεια (φυσικό πρανές και πάσσαλοι περίφραξης), θα είναι μικρότεροι των 116 στρεμμάτων. Ας σημειωθεί ακόμη ότι νότια του ακινήτου των εναγόντων, όπως αυτό προσδιορίζεται στην πραγματογνωμοσύνη του Β. Δ., βρίσκεται και άλλο καμίνι, εντός του ελαιόφυτου .... Το καμίνι τούτο όμως δεν μπορεί να ταυτιστεί με το αναφερόμενο στους τίτλους των εναγόντων διότι δεν βρίσκεται στην δυτική πλευρά του ακινήτου τους, όπου απεικονίζεται σε όλα τα προαναφερθέντα τοπογραφικά διαγράμματα και εξάλλου βρίσκεται νότια του ριζιμιού βράχου που αποτελεί το νότιο σύνορο της ιδιοκτησίας των εναγόντων, πλησίον δε αυτού δεν εντοπίζεται κάποια μάνδρα. Η θέση του ακινήτου που αγόρασαν οι ενάγοντες από τους ... ... και συνακόλουθα του επιδίκου τμήματος του δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί νοτιότερα της ιδιοκτησίας των εναγομένων και δυτικότερα της σημερινής ιδιοκτησίας ..., ώστε να μην περιλαμβάνει το επίδικο τμήμα, όπως διατείνονται οι εναγόμενοι και καταθέτει ο μάρτυράς τους, διότι πέραν των ανωτέρω αποδειχθέντων σε όλα τα συμβόλαια των εναγόντων η καλλιεργημένη έκταση που δεν τους μεταβιβάστηκε από το μείζον ακίνητο των ... ... και η οποία έμεινε στην ιδιοκτησία των τελευταίων φέρεται νότια της μεταβιβασθείσας, σε όλα τα συμβόλαια που προσκόμισαν οι εναγόμενοι στον πραγματογνώμονα Β. Δ. για την ταυτοποίηση του ακινήτου της ιδιοκτησίας τους και τα οποία αποτελούν τους τίτλους κυριότητας των συμβαλλομένων στην διανομή του έτους 1986, αναφέρεται ως όριό του η ιδιοκτησία ... ή ….και στα εξ αυτών με αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου . Χ. Γ. και με αριθμό ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ηρακλείου ..., αναφέρεται συγκεκριμένα ως ανατολικό όριο "αγριάδα ..." ώστε φέρεται ανατολικά του ακινήτου των εναγομένων η ιδιοκτησία της απώτατης δικαιοπαρόχου των εναγόντων, το δυτικό μέρος της ιδιοκτησίας ... ήταν διαχρονικά καλλιεργημένοι αγροί και όχι αγριάδα, όπως προκύπτει από τις αεροφωτογραφίες των ετών 1945, 1960 και 1979 που επισυνάπτονται στην πραγματογνωμοσύνη που ενήργησε ο Β. Δ. και τέλος το νοτιοδυτικό τμήμα που έχει ήδη τελεσίδικα αναγνωρισθεί με την με αριθμό 220/1992 ως άνω απόφαση στη θέση που προσδιορίζεται και στην πραγματογνωμοσύνη. Οι εναγόμενοι, ισχυρίζονται γενικότερα, ότι το επίδικο είναι τμήμα μεγαλύτερης κοινής με τρίτους ιδιοκτησίας τους, επιφάνειας 400 στρεμμάτων περίπου, την οποία με τα προαναφερθέντα συμβόλαια διανομής των ετών 1986 και 1993 διένειμαν μεταξύ τους και απέκτησαν έτσι το επίδικο ακίνητο των 13.728,18 τ.μ.. Όμως από την μελέτη των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από αυτούς τίτλων, ως τίτλων κυριότητας των ιδίων και των λοιπών συγκυρίων της επίκοινης έκτασης, δεν είναι δυνατή η διαχρονική ταυτοποίηση της ιδιοκτησίας των εναγομένων παρά μόνο από το έτος 1986 και εντεύθεν. Το έτος 1986, με το προαναφερθέν ... διανεμητήριο συμβόλαιο, διανεμήθηκε μεταξύ των εναγομένων και τρίτων (μεταξύ 35 συνολικά συμβαλλομένων) εδαφική έκταση 406,43 στρεμμάτων για την οποία όμως, όπως βεβαιώνει τούτο ο ως άνω πραγματογνώμονας, δεν προκύπτει κοινός δικαιοπάροχος ή περισσότεροι κοινοί δικαιοπάροχοι ιδιοκτήτες, δεν προσδιορίζεται ενιαίο ακίνητο αλλά διάφορα ακίνητα που ανήκουν σε διαφορετικούς ιδιοκτήτες, κάποιοι εκ των οποίων μάλιστα αναφέρεται ότι απέκτησαν με χρησικτησία και τα ακίνητα αυτά βρίσκονται σε διαφορετική περιοχή ("..." που όπως υποδεικνύει το τοπωνύμιο βρίσκεται βορείως της επίδικης περιοχής "..." και μέχρι τη θάλασσα, "..." που βρίσκεται πλησίον της νότιας πλευράς της Εθνικής οδού Ηρακλείου - Αγίου Νικολάου και πάντως εκτός της επίδικης περιοχής),ενώ το συνολικό εμβαδόν τους δεν προσεγγίζει το εμβαδόν των 406,43 στρεμμάτων που φαίνεται να διανεμήθηκε. Όμως από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε πλήρως ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην συγκυριότητα των εναγόντων και η διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη από τον ορισθέντα στον πρώτο βαθμό πραγματογνώμονα, ο οποίος το επισκέφθηκε παρουσία των διαδίκων και εφάρμοσε τους τίτλους έχοντας την απαιτούμενη ειδική γνώση, λαμβάνοντας υπόψη και τις υποδείξεις τους, δεν περιέχει ασάφειες και δεν κλονίζεται η πίστη για την ορθότητά της, ώστε το αίτημά τους πρέπει να απορριφθεί...". Επίσης, το Εφετείο, απέρριψε τους ισχυρισμούς των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων περί του ότι αυτοί απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο δια των ως άνω διανεμητηρίων συμβολαίων, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας με τις εξής παραδοχές: "... Με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης στον πρώτο βαθμό, οι εναγόμενοι αρνήθηκαν αιτιολογημένα την αγωγή και αμφισβήτησαν την κυριότητα των εναγόντων ισχυριζόμενοι ότι είναι αυτοί κύριοι, με παράγωγο τρόπο, του επιδίκου, ως τμήμα έκτασης 64.206,32 τ.μ. την οποία απέκτησαν εξ αδιαιρέτου δυνάμει του με αριθμό ... νόμιμα μεταγραμμένου διανεμητήριου συμβολαίου..., με το οποίο διένειμαν έκταση που ανήκε σε πλείονες και στην έκταση αυτή, στην συνέχεια, διένειμαν δυνάμει του με αριθμό ... νόμιμα μεταγραμμένου διανεμητηρίου συμβολαίου... σε δεκαέξι μερικότερες ιδιοκτησίες, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της τακτικής και της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας αυτοί και οι δικαιοπάροχοι τους, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, τις αναφερόμενες πράξεις νομής. Ο ισχυρισμός τους αυτός ιδίας κυριότητας κατά τον παράγωγο τρόπο είναι άρνηση της αγωγής, ενώ κατά τον πρωτότυπο τρόπο είναι μη νόμιμος, διότι με βάση τους επικαλούμενους από τους εναγόμενους τίτλους δεν συμπληρώνεται στο πρόσωπο των εναγόντων υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά 1 θετής νομή (για την τακτική χρησικτησία), ούτε συμπληρώνεται 20ετής νομή (για την έκτακτη χρησικτησία), ενόψει του ότι προ του έτους 1986 που συντάχθηκε το επικαλούμενο με αριθμό ... διανεμητήριο συμβόλαιο, ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου και άλλοι συγκύριοι, πλην των εναγομένων, των οποίων δεν προσδιορίζεται το ιδανικό μερίδιο, επί πλέον δε δεν προσδιορίζεται μετά την διανομή συγκεκριμένων πλέον αυτοτελών ιδιοκτησιών με το επικαλούμενο με αριθμό ... διανεμητήριο συμβόλαιο, σε ποια ιδιοκτησία περιλαμβάνεται το επίδικο, ποιος ασκούσε πράξεις νομής επ' αυτού και ποιες, για τη προσμέτρηση έκτοτε του χρόνου άσκησης τους. Εξάλλου, ο ισχυρισμός ιδίας κυριότητας με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων των εναγομένων κατ' άρθρο 1051 ΑΚ είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται ποιοι ήταν οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων, από πότε νέμονταν αυτοί τα ιδανικά τους μερίδια και ποιο το ποσοστό τους, για να προσμετρηθεί ο χρόνος νομής τους στο χρόνο νομής των εναγομένων, που επίσης δεν προσδιορίζεται το ιδανικό μερίδιο του καθένα, για να καταλυθεί έτσι η επικαλούμενη με την αγωγή κυριότητα των εναγόντων, αφού στο χρόνο της αγωγής χωρούν δύο χρησικτησίες... Με την έφεση τους οι εκκαλούντες και προς θεμελίωση ενστάσεως ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, επικαλούνται για πρώτη φορά, ότι οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοι τους όπως και οι λοιποί κατονομαζόμενοι συγκύριοι, νέμονταν κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, δυνάμει των αναφερόμενων αντίστοιχα τίτλων ή με τα αναφερόμενα αντίστοιχα προσόντα χρησικτησίας, ακίνητο εκτάσεως 406,43 τ.μ. στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο, ασκώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής επ' αυτού 80 χρόνια προ του έτους 1986 και ακολούθως, με το με αριθμό ... προαναφερθέν συμβόλαιο, διένειμαν τούτο και έλαβαν οι ίδιοι (εναγόμενοι) εξ αδιαιρέτου τμήμα 64.206,32 τ.μ. που περιλαμβάνει το επίδικο, το οποίο διανεμήθηκε περαιτέρω σε 16 αυτοτελείς ιδιοκτησίες με το με αριθμό ... προαναφερθέν διανεμητήριο συμβόλαιο. Οι ισχυρισμοί όμως, αυτοί, που αποσκοπούν στην προσμέτρηση χρόνου χρησικτησίας για τη συμπλήρωση εικοσαετούς νομής και κατάλυσης του δικαιώματος κυριότητας των εναγόντων,... απαραδέκτως τοπρώτον προτάθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 ΚΠολΔ για την παραδεκτή βραδεία προβολή τους και επομένως πρέπει να απορριφθούν...". Με τα δεδομένα αυτά το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 επ., 983, 1033, 1041, 1042, 1045, 1046, 1051 ΑΚ, που αφορούν στην κτήση κυριότητας ακινήτου, τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον στις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται: 1) ότι το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 13.100 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., περιήλθε ως τμήμα μείζονος αγροτεμαχίου, εκτάσεως 114.915 τ.μ., στην κυριότητα (συγκυριότητα) των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, από τους αληθείς κυρίους αυτού....., δυνάμει των ... συμβολαίων του συμβολαιογράφου ..., αντίστοιχα, νόμιμα μεταγραμμένων, 2) ότι στους ως άνω δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων το εν λόγω μείζον ακίνητο είχε περιέλθει, κατά πλήρη κυριότητα, σε εξ αδιαιρέτου ποσοστό 1/3 για τον πρώτο και 2/3 για τον δεύτερο με το ... νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηρακλείου, Ε. Α., από τους αληθείς κυρίους ... στους οποίους είχε μεταβιβαστεί λόγω πωλήσεως, με το ... νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Χ. Κ. 3) ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους και ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους (άμεσοι, απώτεροι και απώτατοι) νέμονταν ως κύριοι τη μείζονα εδαφική έκταση, τμήμα της οποίας είναι το επίδικο, ασκώντας σε αυτήν τις προσιδιάζουσες στη φύση της διακατοχικές πράξεις νομής και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, την οριοθέτησαν με περίφραξη, την εκμίσθωναν σε κτηνοτρόφους για τη βόσκηση των ποιμνίων τους και σε μελισσοκόμους για την τοποθέτηση κυψελών μελισσών, διάνοιξαν σε αυτήν γεώτρηση, κατόπιν σχετικής αδείας του Νομάρχη Ηρακλείου, την επέβλεπαν και την προστάτευαν από καταπατήσεις τρίτων, προσφεύγοντας στα αρμόδια δικαστήρια, με την άσκηση αγωγών, οι οποίες έγιναν τελεσίδικα δεκτές, 4) ότι η οριοθέτηση της ως άνω μείζονος ιδιοκτησίας, τμήμα της οποίας αποτελεί το επίδικο, προκύπτει με σαφή σταθερά καθώς και φυσικά όρια από όλες τις πλευρές της σύμφωνα με τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη, και τα συμπεράσματα των τοπογράφων μηχανικών που το επισκέφθηκαν, 5) ότι το επίδικο ουδέποτε αποτέλεσε τμήμα της εδαφικής έκτασης των 400 περίπου στρεμμάτων, η οποία με το ... νόμιμα μεταγραμμένο διανεμητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Α. Σ., διαχωρίστηκε σε έξι ακίνητα εμβαδού 63.072 τ.μ. το καθένα και μετέπειτα με το ... νόμιμα μεταγραμμένο διανεμητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, τμήμα εμβαδού 63.073 τ.μ. και κατά νεώτερη καταμέτρηση 64.206,32 τ.μ. διανεμήθηκε μεταξύ διαφόρων συμβαλλομένων, στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι αρχικοί έντεκα εναγόμενοι, από τους οποίους ορισμένοι είχαν ήδη αποβιώσει στο στάδιο της δευτεροβάθμιας δίκης, που συνεχίσθηκε από τους κληρονόμους τους. Επί πλέον ορθά δέχθηκε το Εφετείο: α) ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων περί ιδίας κυριότητάς τους επί του επιδίκου ακινήτου, με παράγωγο τρόπο αποτελούσε άρνηση της αγωγής, εφόσον αυτοί για τη στοιχειοθέτησή του επικαλούνταν ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, και των δικαιοπαρόχων τους, αλλά στους δικούς τους, καθώς και ότι ο επικαλούμενος από τους αναιρεσείοντες πρωτότυπος τρόπος κτήσης κυριότητας με τακτική και με έκτακτη χρησικτησία είναι μη νόμιμος, εφόσον με βάση τους επικαλούμενους από αυτούς τίτλους κτήσης με πρώτο το διανεμητήριο συμβόλαιο του έτους 1986 και την έκτοτε άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο μέχρι την άσκηση της αγωγής το έτος 1994, δεν συμπληρώνονταν στο πρόσωπο τους, ο απαιτούμενος χρόνος ούτε της δεκαετίας, ούτε της εικοσαετίας, για τη κτήση κυριότητας επί αυτού με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας αντίστοιχα, β) ότι ο ισχυρισμός ιδίας κυριότητας με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων κατ' άρθρο 1051 ΑΚ είναι αόριστος, εφόσον δεν προσδιορίζονται οι δικαιοπάροχοι τους, ούτε από πότε νέμονταν αυτοί τα ιδανικά τους μερίδια και ποιο το ποσοστό τους, για να προσμετρηθεί ο χρόνος νομής τους στο χρόνο νομής των αναιρεσειόντων, των οποίων επίσης δεν προσδιορίζεται το ιδανικό μερίδιο για τον καθένα από αυτούς, για να καταλυθεί έτσι η επικαλούμενη με την αγωγή κυριότητα των αναιρεσιβλήτων, οι μεταγενέστεροι δε ως άνω ισχυρισμοί των ιδίων (αναιρεσειόντων) με το δικόγραφο της εφέσεώς τους, οι οποίοι αποσκοπούν στην προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους στο χρόνο της δικής τους νομής, ώστε να συμπληρωθεί εικοσαετής νομή αυτών επί του επιδίκου ακινήτου είναι απαράδεκτοι, ως προταθέντες για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς να συντρέχει λόγος που να επιτρέπει την βραδεία προβολή τους, κατά τα αναφερόμενα στις προπαρατιθέμενες οικείες νομικές σκέψεις. Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι το διεκδικούμενο ακίνητο ανήκει στην κυριότητα των αναιρεσιβλήτων την οποία αυτοί απέκτησαν με τους επικαλούμενους από τους ίδιους παράγωγο και πρωτότυπο τρόπους κτήσεως κυριότητας. Με τα δεδομένα αυτά είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο, κατά την εκτίμησή του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με το να μη δεχθεί ότι ο επικαλούμενος παράγωγος τρόπος κτήσης κυριότητάς τους επί του επιδίκου ακινήτου συνιστούσε ένσταση ιδίας κυριότητας και ότι οι ίδιοι απέκτησαν την κυριότητα τούτου με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής τους και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 974 επ., 983, 1033, 1041, 1042, 1045, 1046, 1051, ΑΚ, και δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, ήτοι τον ως άνω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό τους περί ιδίας κυριότητας αυτών επί του επιδίκου ακινήτου, όσον αφορά την παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα δε κατά το δεύτερο σκέλος του ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη τον σχετικό ισχυρισμό και τον απέρριψε, κατά τα ως άνω εκτιθέμενα. Αβάσιμος είναι επίσης και ο έκτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι ότι το Εφετείο προέβη σε ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καταλήγοντας με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο συμπέρασμα περί κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επίδικου ακινήτου. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι οι ως άνω λόγοι, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβαίνοντας σε αναλυτική αναφορά των ισχυρισμών τους, καταλογίζουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (πραγματογνωμοσύνης, εγγράφων, συμβολαιογραφικών τίτλων, τεχνικών εκθέσεων, τοπογραφικών διαγραμμάτων, μαρτυρικών καταθέσεων, ενόρκων βεβαιώσεων), το περιεχόμενο των οποίων περιλαμβάνουν στο αναιρετήριο, με κριτικές παρατηρήσεις, αξιολογήσεις και σχόλια, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ, κατά την άποψή τους, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων προκύπτει, ότι το επίδικο ακίνητο, ανήκει στην κυριότητα (συγκυριότητα) των ιδίων είναι απαράδεκτοι, επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, κατά παραβίαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, απέρριψε ως απαράδεκτο, τον προαναφερόμενο ισχυρισμό τους περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου δια της προσμετρήσεως του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους στο δικό τους χρόνο νομής επί του επιδίκου ακινήτου, με τις παραδοχές ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος λόγω έλλειψης των απαιτούμενων για την θεμελίωση της εν λόγω ένστασης στοιχεία, και ότι η μεταγενέστερη επίκλησή τους με το δικόγραφο της εφέσεώς τους, οι οποίοι αποσκοπούν στην προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους στο χρόνο της δικής τους νομής, ώστε να συμπληρωθεί εικοσαετής νομή αυτών επί του επιδίκου ακινήτου προτάθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς να συντρέχει λόγος που να επιτρέπει την βραδεία προβολή τους. Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό (τρίτο) αναιρέσεως αιτιώνται οι αναιρεσείοντες ότι, ακόμη και αν έχει γίνει δεκτή η βραδεία προβολή των ως άνω ισχυρισμών τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τους οποίους γίνονταν μνεία των απαιτούμενων περιστατικών για την νομή επί του επιδίκου ακινήτου από τους δικαιοπαρόχους τους και την προσμέτρησή τους στη δική τους νομή, προκειμένου να συμπληρωθεί η εικοσαετής νομή τους επί αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, οι ισχυρισμοί αυτοί εσφαλμένα απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι από το Εφετείο, ενώ έπρεπε να ληφθούν υπόψη ως ανήκοντες στους προνομιακούς ισχυρισμούς, ήτοι ως αποδεικνυόμενοι εγγράφως από τα προσκομιζόμενα ενώπιον του έγγραφα και συγκεκριμένα τα αναγραφόμενα στο ως άνω ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Α. Σ. και στους αναφερόμενους σε αυτό τίτλους κτήσης των συνιδιοκτητών τους στο μείζον ακίνητο των 406 στρεμμάτων, τους οποίους εξέθεταν και στην έφεσή τους. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, εφόσον η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, την οποία διαμόρφωσε μετά από έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει οποιαδήποτε προϋπόθεση που να επιτρέπει την βραδεία προβολή του ως άνω, απαραδέκτως προτεινομένου ενώπιόν του, ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και διότι, εφόσον περιστατικά που στοιχειοθετούν τον συγκεκριμένο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων δεν προβλήθηκαν, ως έδει, με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προς αντίκρουση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, ώστε να είναι ορισμένος, η αοριστία αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί με την αναφορά τέτοιων περιστατικών στο δικόγραφο της εφέσεως, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δικογραφίας. Εξάλλου, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των αριθμών 1, 14 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 280 παρ. 3 του Ν. 89/1969 και δεν κήρυξε άκυρα τα νομίμως μεταγραμμένα ... πωλητήρια συμβόλαια του Συμβολαιογράφου ..., που μεταγράφηκαν νόμιμα, με βάση τα οποία δέχθηκε ότι περιήλθε στη συγκυριότητα των εναγόντων, κατά ποσοστό ΛΑ εξ αδιαιρέτου στον καθένα μείζον ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί και το επίδικο, (παράγωγος τρόπος), ενώ, κατά τους αναιρεσείοντες, τα ως άνω συμβόλαια ήταν άκυρα και δεν παρήγαγαν αποτελέσματα, εφόσον δεν αναφέρεται σε αυτά ότι προσκομίσθηκε η επί ποινή ακυρότητας προβλεπόμενη από τις ως άνω διατάξεις του δασικού κώδικα δήλωση του ΝΔ 105/1969, περί του ότι το Δημόσιο δεν προέβαλε κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του μεταβιβαζομένου επίδικου ακινήτου, είναι πρωτίστως απαράδεκτος ως αλυσιτελής. Τούτο δε, διότι, με τον λόγο αυτό, υπό την επίκληση της παραβίασης όλων των αριθμών 1, 14 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττονται μόνο οι παραδοχές της απόφασης σχετικά με την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν κύριοι (συγκύριοι) του επιδίκου ακινήτου και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς, οπότε ακόμη και με την υποτιθέμενη παραδοχή ως βάσιμου του ως άνω λόγου αναίρεσης, δεν επέρχεται ανατροπή της επιβλαβούς για τους αναιρεσείοντες απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη. Τέλος, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ. γ'). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ /2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.(ΑΠ 104/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1784/2017). Ήδη με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος αποδεικτικά μέσα, που είχαν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, όπως: α) το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κ. Φ., που μεταγράφηκε στις 14.12.1978, β) το με αριθμό ... προσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Γ. Σ., σε εκτέλεση του οποίου συντάχθηκαν μετέπειτα τα ... οριστικά συμβόλαια του ίδιου συμβολαιογράφου, γ) το ... διανεμητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Α. Σ., και το ... συμβόλαιο με το συνημμένο σε αυτό τοπογραφικό του πολιτικού μηχανικού Γ. Σ., δ) την από 1 Φεβρουαρίου 2017 τεχνική έκθεση του γεωμέτρη τοπογράφου Γ. Κ., ε) το από Νοέμβριος 2007 τοπογραφικό του μηχανικού Ζ. Κ., το με χρονολογία Δεκέμβριος 1978 τοπογραφικό του μηχανικού Δ.. Ρ. και τη με χρονολογία Ιανουάριος 2014 τεχνική έκθεση του μηχανικού Μ. Χ., ζ) την 31/1985 απόφαση της επιτροπής επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων Νομού Ηρακλείου, η1) την περιεχόμενη στο .. πρακτικό του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, το οποίο συντάχθηκε κατά τη συζήτηση της με αριθ. πρωτ. ..αιτήσεως των λοιπών κληρονόμων Π. Λ. στην έκταση των 406 στρεμμάτων που διανεμήθηκε με το ... συμβόλαιο, κατάθεση του μάρτυρα Γ. Σ., αγροφύλακα της περιοχής από το έτος 1950 έως το έτος 1964, η2) την περιεχόμενη στο με αριθμό ..πρακτικό του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου που συντάχθηκε κατά τη συζήτηση της με αριθ. πρωτ. ..αγωγής των κληρονόμων Π. Λ., στρεφόμενη κατά των Α. Κ. και Γ. Π., κατάθεση του μάρτυρα Α. Κ., η3) τις ... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ..., που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Α. Σ. προς απόκρουση αγωγής που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι κατά των συνιδιοκτητών στην έκταση των 406 στρεμμάτων ... κλπ., για παραπλήσιο του επιδίκου τμήμα και οι οποίες έπρεπε να ληφθούν υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, η4) τη με αριθμό 895/1977 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, η 5) το με αριθμό ... έγγραφο της ΚΓ εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, με το συνοδευτικό αυτού τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Μ. Α., η6 και Η6) τη με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ..., που λήφθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κ. Π., προς απόκρουση όμοιας με την κρινόμενη αγωγής που άσκησαν επίσης οι αναιρεσίβλητοι κατά του Μ.. Μ., καθώς και το με χρονολογία Ιούνιος 2010 τοπογραφικό του μηχανικού Κ. Δ., η7) και η8) τη με χρονολογία 21.11.2003 εξώδικη δήλωση των κληρονόμων Π. Λ. που στρέφεται κατά των Ε.. Μ. και Ρ συζ. Ε.. Μ. και τις προς τους ίδιους ... εκθέσεις επιδόσεως αυτής του δικαστικού επιμελητή Χρ. Κ, η9) την 1505/2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Κ. Π. Π., του μάρτυρα των Ε.. Λ. κλπ., Ε. Γ., η10) το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ε. Β., το από 10.6.1978 μισθωτήριο εκμίσθωσης από την Μ. Τ. - Α., στον κτηνοτρόφο Ν. Κ., τις 637/1989 και 65/1988 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, αντίστοιχα, τα μεταγενέστερα της διανομής του έτους 1986 με αριθμούς ... μισθωτήρια συμβόλαια της συμβολαιογράφου Α. Σ., με τα οποία η Ε. Τ. μίσθωσε τα εκ της άνω διανομής ληφθέντα εδάφη στους βοσκούς Β. Κ. και Σ. Κ., όπως τα ακίνητα αυτά περιγράφονται στο αναφερόμενο στα ως άνω συμβόλαια με χρονολογία 23.10.1987 κτηματολογικό χάρτη του τοπογράφου Γ. Σ., θ) το …συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κ. Ζ., ι) τους τίτλους κτήσεως των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων που αναφέρονται στο ... διανεμητήριο συμβόλαιο και ειδικότερα: 1) την ... Δημόσια Διαθήκη του απωτέρου δικαιοπαρόχου τους ..., που συντάχθηκε από τον τότε συμβολαιογράφο Ηρακλείου ... και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το ... Πρακτικό Δημοσίας Συνεδριάσεως του Πρωτοδικείου Ηρακλείου, 2) το με ... Δηλωτικό αποδοχής του τότε Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Α. Δ., 3) το ... Προικοσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., 4) τους τίτλους του ως άνω απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, ήτοι το ... συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ε. Μ., τα ... συμβόλαια του ίδιου συμβολαιογράφου, ….5) τους τίτλους των εκ των απώτερων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων ... Π. Λ. κλπ. ήτοι αντίστοιχα το ... δωρητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κ./νου Α.. Ζ., και το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Α. Σ., 6) τον τίτλο των Α. Π. και …… δωρητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ηρακλείου, …., 7) τον τίτλο των συνιδιοκτητών των αναιρεσειόντων … την … δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ηρακλείου…., 8) τον τίτλο του ….. κλπ., ήτοι την ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Κ. - Π. και τον τίτλο του δικαιοπαρόχου των Μ. Β., ήτοι το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ζ. Β.. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση σε αυτήν βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από: α) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που διαδίκων, που εξετάσθηκαν ενώπιον Εισηγητή Δικαστή του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στην με αριθμό ... έκθεση εξετάσεως μαρτύρων, β) την από 15.9.2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Β. Δ., αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, που ορίσθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προδικαστική του απόφαση, γ) τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων η από Ιανουάριος 2010 πραγματογνωμοσύνη του Ι. Μ., αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού που διορίσθηκε από το TEE Ηρακλείου για τη δίκη αυτή μετά από αίτημα των εναγόντων, η από 11.6.1986 πραγματογνωμοσύνη του Γ. Σ., αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού, που διεξήχθη μετά από δικαστική απόφαση στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των εναγόντων και άλλων εναγομένων, η από Ιανουάριος 2014 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ε. Χ. και η από 1.2.2017 τεχνική έκθεση του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Γ. Κ. που συντάχθηκαν κατ' εντολή των εναγομένων - εκκαλούντων προς αντίκρουση της πραγματογνωμοσύνης του Β. Δ.. Επί πλέον εκτός από την εκτεθείσα διαβεβαίωση, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις τους. Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μνημονεύει ειδικά και αξιολογεί εκτενώς το περιεχόμενο των εχόντων ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης συμβολαίων, της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και των λοιπών ως άνω εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης και των τεχνικών εκθέσεων, με συγκεκριμένες αναφορές και σε πλείστα άλλα έγγραφα, με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, εξαίροντας μερικά από αυτά, όπως έχει δικαίωμα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους (ΑΠ 155/2020), χωρίς να ήταν αναγκαίο να αιτιολογήσει ειδικώς όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα, ούτε το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων στις οποίες αναφέρονται οι αναιρεσίβλητοι, των οποίων, επισημαίνεται, δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ξεχωριστή μνεία, καθώς αυτές δόθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης και λαμβάνονται υπόψη μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως άλλωστε αποδέχονται και οι ίδιοι. Επομένως, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί του ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι κύριοι (συγκύριοι) του επιδίκου ακινήτου, το οποίο αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου κυριότητας των ιδίων, ταυτιζόμενο απολύτως σε όλα τα συνεχόμενα μεταβιβαστικά της κυριότητας συμβόλαια, ως προς τη θέση και τα όριά του καθώς και περί του ότι οι αναιρεσείοντες ουδέποτε κατέστησαν συγκύριοι αυτού με παράγωγο τρόπο, καθόσον ο επικαλούμενος από αυτούς πρωτότυπος τρόπος κτήσης του επιδίκου ακινήτου, δεν εξετάσθηκε κατ' ουσίαν έχοντας απορριφθεί ως μη νόμιμος, κατά τα προαναφερόμενα. Κατά συνέπεια ο ως άνω λόγος αναιρέσεως με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, εφόσον οι αιτιάσεις, με τις οποίες οι αναιρεσείοντες, παραθέτοντας εκτεταμένα σε αυτόν το περιεχόμενο όλων των ως άνω των αποδεικτικών μέσων μεταξύ των οποίων και των ενόρκων βεβαιώσεων που δόθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης, εκφράζουν τις δικές τους απόψεις περί του ότι η εκτίμησή τους, σε συνδυασμό με τα δικά τους συμπεράσματα από την αξιολόγησή τους, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, ήτοι στο ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του μείζονος ακινήτου κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους και των ιδίων, οδηγούν σε ανεπίτρεπτο έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλο αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 5.7.2020 αίτηση για αναίρεση της 25/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παρέστησαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδάφ.6 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 5.7.2019 αίτηση για αναίρεση της 25/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ