Αριθμός 818/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Θ., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ. του Χ., κατοίκου ... και 2) E. συζ. Α. Σ., το γένος Χ. Ξ., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Ζαμπίτη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η 18384/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, και με την από 6-9-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38547/2009 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 2038/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-2-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 25-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου και του τρίτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως την απόρριψη δε του δευτέρου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι). Κατά το άρθρο 138 ΑΚ δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά είναι άκυρη, η υπό την εικονική δε αυτή δικαιοπραξία άλλη είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Η έννοια της εικονικότητας είναι ορισμένη αφ' εαυτής και εμπεριέχει και το στοιχείο ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας θεωρείται αυτονόητα ότι συντρέχει. Η εικονική δικαιοπραξία είναι άκυρη, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη κατά την έννοια του άρθρου 180 ΑΚ. Άκυρη λόγω εικονικότητας μπορεί να είναι και η σύμβαση εκχώρησης (άρθρα 455 επ του ΚΠολΔ) με αποτέλεσμα να μη μεταβιβάζεται στον εκδοχέα οποιοδήποτε δικαίωμα. Στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον εκχωρηθέντα οφειλέτη, ο οποίος είναι τρίτος, μη συμβαλλόμενος στη σύμβαση εκχώρησης. (Α.Π. 2187/2007). Η σύμβαση εκχωρήσεως είναι δικαιοπραξία εκποιητική, αφού άμεσο αποτέλεσμά της είναι όχι η ανάληψη κάποιας ενοχικής υποχρεώσεως από τον εκχωρητή, αλλά η απώλεια της απαιτήσεως γι' αυτόν υπέρ του εκδοχέα. Επίσης η εκχώρηση είναι σύμβαση αναιτιώδης, με αποτέλεσμα να μην επηρεάζεται το κύρος της από την ύπαρξη ή ανυπαρξία ή ακυρότητα της υποκειμένης σ' αυτήν εσωτερικής αιτίας, δηλαδή της βασικής υποσχετικής δικαιοπραξίας, η οποία η απετέλεσε την αιτία και το σκοπό της συνάψεώς της. Ο κανόνας όμως αυτός σχετικά με ότι η περί εκχωρήσεως εκποιητική σύμβαση είναι ανεξάρτητη της αιτίας αυτής δεν εφαρμόζεται εάν η αιτία της εκχωρήσεως είναι αθέμιτος, ως και εάν από το περιεχόμενο της συμβάσεως εκχωρήσεως προκύπτει ότι τα μέρη εξήρτησαν το κύρος και την ενέργεια της συμβάσεως εκχωρήσεως από το κύρος και την ενέργεια εκείνης, οπότε παύει πλέον ο αφηρημένος χαρακτήρας της εκχωρήσεως και επομένως, όχι μόνο τα συμβληθέντα μέρη μεταξύ τους, αλλά και ο οφειλέτης νομιμοποιείται να επικαλεσθεί κατά του εκδοχέως την ανυπαρξία ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, η οποία είναι δυνατόν να μην περιέχεται στην εκποιητική περί εκχωρήσεως σύμβαση, αλλά να προηγηθεί σε άλλη υποσχετική σύμβαση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητος ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Τέτοια νόμιμη αιτία είναι μεν η πώληση, όχι όμως και η εξασφάλιση απαιτήσεως εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση, η οποία δεν αναγνωρίζεται υπό του νόμου ως justa causa μεταβιβαστική κυριότητος και για το λόγο αυτό η για την τελευταία αυτή αιτία γενομένη σύμβαση μεταβιβάσεως ακινήτου είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ, ως αντικειμένη στην από λόγους γενικοτέρου συμφέροντος υπαγορευθείσα επιτακτική διάταξη του άρθρου 1033 σε συνδυασμό και προς το άρθρο 1239 ΑΚ. Η ακυρότητα αυτή εκτείνεται και στο προσύμφωνο, στη σύμβαση δηλαδή εκείνη, με την οποία υπόσχεται κάποιος τη σύναψη συμβάσεως για τη μεταβίβαση ακινήτου, για την μη αναγνωριζομένη από τον νόμο ως άνω αιτία της εξασφαλίσεως της απαιτήσεως του δανειστού. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το με αριθμό .../1981 προσύμφωνο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζωής Κανάκη η εργολάβος εταιρία "ΑΦΟΙ Β. ΟΕ" υποσχέθηκε να πωλήσει στους εκκαλούντες -ενάγοντες την υπό στοιχείο Α αγωγής Α. Σ. και τη σύζυγο του Ε., από κοινού και κατ' ισομοιρία, ένα διαμέρισμα, εμβαδού 95 τ.μ., που βρίσκεται επί της οδού ... αριθ. 10 στο Δήμο ..., αντί τιμήματος 1.000.000 δραχμών, που καταβλήθηκε στο σύνολο του στην εργολάβο εταιρία. Το εν λόγω διαμέρισμα χρησιμοποιούσαν έκτοτε οι αγοραστές ως κατοικία των ιδίων και της οικογένειας τους, χωρίς να καταρτισθεί το οριστικό συμβόλαιο γιατί αφ' ενός μεν υπήρχαν κάποιες διαφορές με την εργολάβο, αφετέρου δε δεν διέθεταν το απαραίτητο ποσό για την κατάρτιση της οριστικής συμβολαιογραφικής σύμβασης ... . Οι εκκαλούντες περί το Νοέμβριο του έτους 1995 και για το λόγο ότι είχαν άμεση ανάγκη χρημάτων για την αγορά επ' ονόματι της κόρης τους Μ. επιχείρησης περιπτέρου επί της οδού ... αρ. 20, ζήτησαν από τον εφεσίβλητο, που διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας γουναρικών επί της ... και τον γνώριζε ο πρώτος εκκαλών λόγω της εργασίας του ως σερβιτόρου σε παρακείμενο εστιατόριο, όπου σύχναζε ο εφεσίβλητος, να τους δανείσει το ποσό των 3.500.000 δρχ. Έτσι ο τελευταίος συμφώνησε να τους καταβάλλει το ποσό αυτό ως δάνειο, και οι εκκαλούντες να του επιστρέψουν αυτό εντόκως, σε μηνιαίες δόσεις, χωρίς και να συμφωνηθεί συγκεκριμένος χρόνος αποπληρωμής του. Προκειμένου δε να εξασφαλισθεί η επιστροφή του ποσού του δανείου και των τόκων αυτού, συνολικού ύψους 3.000.000 δρχ., όπως το εν λόγω ποσό υπολογίσθηκε από το δανειστή και για το οποίο δάνειο δεν συντάχθηχε κάποιο έγγραφο συμφωνητικό ή απόδειξη, σ εφεσίβλητος ζήτησε και οι εκκαλούντες συμφώνησαν να του εκχωρήσουν τα δικαιώματα τους οπό το προαναφερθέν υπ' αριθμ. .../1981 προσύμφωνο για το διαμέρισμα της κατοικίας τους, με τη συμφωνία ότι όταν εξοφληθεί το δάνειο θα τους επαναμεταβιβάσει τα εκχωρηθέντα δικαιώματα. Μάλιστα δε συμφωνήθηκε η επιστροφή του δανείου και των τόκων αυτού σε μηνιαίες δόσεις, ποσού 65.000 δρχ. εκάστη. Ακολούθως, με το με αριθμό .../29-11-1995 συμβόλαιο εκχώρησης δικαιωμάτων εκ προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Ζωσσίδου, οι ως άνω αγοραστές εκχώρησαν στον ήδη εφεσίβλητο τα δικαιώματα τους που απέρρεαν από το προσύμφωνο για το διαμέρισμα, αντί αναφερομένου τιμήματος 8.000.000 δρχ., το οποίο, κατά τα αναφερόμενα στο συμβόλαιο εκχώρησης καταβλήθηκε οπό τον εκδοχέα στους εκχωρητές πριν από την υπογραφή του και χωρίς τη παρουσία της συμβολαιογράφου, ενώ όπως αποδείχθηκε το καταβληθέν ποσό στους εκκαλούντες από τον εφεσίβλητο ήταν μόνο το ποσό του συμφωνηθέντος δανείου των 3.500.000 δρχ. Επίσης, με ρητό όρο του παραπάνω συμβολαίου εκχώρησης συμφωνήθηκε ότι οι εκχωρητές θα παραμείνουν ως μισθωτές στο διαμέρισμα και θα καταβάλλουν μίσθωμα. Στη συνέχεια με το με αριθμό .../6-12-1995 συμβόλαιο πώλησης και σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Σωσσίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα ..., και το οποίο καταρτίστηκε σ' εκτέλεση του .../1981 προσυμφώνου και του ως άνω .../29-11-1995 συμβολαίου εκχώρησης, το εν λόγω διαμέρισμα, μετά του αναλογούντος ποσοστού συνδιοκτησίας 9,50% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινόκτητων και κοιινόχρηστων μερών της οικοδομής, δηλαδή ως αυτοτελής πλέον διαιρετή ιδιοκτησία, περιήλθε στην κυριότητα του εφεσίβλητου. Από το εν λόγω συμβόλαιο προκύπτει ότι η αντικειμενική αξία του διαμερίσματος ανέρχονταν σε 9.939.375 δρχ., ότι αυτό καταρτίστηκε με τη παρουσία των πωλητών (της εργολάβου εταιρίας και των οικοπεδούχων), χωρίς βέβαια την παρουσία των εκχωρητών, οι οποίοι την κατάρτισή του πληροφορήθηκαν πολύ μεταγενέστερα, όπως θα αναφερθεί παρακάτω. Την ίδια δε ημέρα της σύνταξης του οριστικού συμβολαίου, την οποία και δεν γνώριζαν οι εκκαλούντες, συντάχθηκε το από 6-12-1995 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο φέρεται ότι ο εφεσίβλητος εκμίσθωσε το εν λόγω διαμέρισμα στον πρώτο εκκαλούντα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία του ίδιου και της οικογένειας του, για χρονικό διάστημα δύο ετών, αντί μηνιαίου μισθώματος 65.000 δρχ. για το πρώτο έτος της μίσθωσης προσαυξανόμενο κατά 15% για κάθε επόμενο έτος. Η κατάρτιση της εν λόγω μίσθωσης έγινε καθ' υπόδειξη του εφεσίβλητου και προκειμένου να δικαιολογηθεί η καταβολή των μηνιαίων δόσεων επιστροφής του δανείου. Πρέπει να λεχθεί ότι, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας από τη πλευρά των εκκαλούντων, οι τελευταίοι για τις παραπάνω ενέργειες τους, δηλαδή τη σύναψη προφορικά του δανείου και την κατάρτιση του συμβολαίου εκχώρησης, δεν συμβουλεύθηκαν δικηγόρο και ενήργησαν καθ' υπόδειξη του εφεσίβλητου. Ακολούθως, ο εφεσίβλητος με την ιδιότητα του εκμισθωτή, από τη προαναφερθείσα εικονική μίσθωση, άσκησε κατά του πρώτου εκκαλούντος στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την υπ' αριθμ. κατ. 118700/21-5-1997 αγωγή, με την οποία κατήγγειλε τη μίσθωση λόγω καθυστέρησης των μισθωμάτων μετά του χαρτοσήμου, ποσού 74.750 δρχ. μηνιαίως, για τους μήνες από Αύγουστο 1996 μέχρι Μάιο του 1997 και ζήτησε την απόδοση της χρήσης του μισθίου διαμερίσματος και την καταβολή ποσού 723.905 δρχ. για τα καθυστερούμενα μισθώματα. Εκδόθηκε δε, ερήμην του ήδη πρώτου εφεσιβλήτου, η υπ' αριθ. 28.094/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία), με την οποία κρίθηκε ότι η μίσθωση λύθηκε λόγω καταγγελίας κατ' άρθρο 597 ΑΚ και υποχρεώθηκε ο εκεί εναγόμενος να αποδώσει στον ενάγοντα (ήδη εφεσίβλητο) τη χρήση του μισθίου διαμερίσματος και να του καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα. Η απόφαση αυτή, με σχετική επιταγή προς εκτέλεση, επιδόθηκε στον πρώτο εκκαλούντα (εναγόμενο) στις 2 Δεκεμβρίου 1997... . Ωστόσο, η εν λόγω απόφαση δεν εκτελέστηκε, για το λόγο ότι καταβλήθηκαν τα οφειλόμενα ποσά και οι εκκαλούντες εξακολούθησαν να διαμένουν σε αυτό, συνεχίζοντας να καταβάλλουν στον εφεσίβλητο το ποσό των 65.000 δρχ. μηνιαίως. Σχετικά δε με την απόφαση, που αφορά απόδοση της χρήσης του μισθίου, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή αποτελεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 651 εδ, β' ΚΠολΔ, δεδικασμένο μόνο ως προς το ζήτημα της απόδοσης της χρήσης του μισθίου που έχει κριθεί και όχι ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεπιμπτόντως, όπως η κυριότητα ... . Περί το έτος 2002, όταν ο πρώτος εκκαλών με τον εξετασθέντα μάρτυρα Ν. Ξ. μετέβησαν στην οικία του εφεσίβλητου προκειμένου να του καταβάλλουν το υπόλοιπο οφειλόμενο από το ποσό των 8.000.000 δρχ. και να λήξει η μεταξύ τους εκκρεμότητα, πληροφορήθηκαν το πρώτον ότι έγινε οριστική μεταβίβαση του διαμερίσματος στον τελευταίο, ο οποίος και δεν αποδέχθηκε την προσφορά του υπολοίπου, δηλώνοντας ότι το διαμέρισμα ταυ ανήκει, απαιτώντας 60.000.000 δρχ, για την επαναμεταβίβαση του, όπως κατέθεσε ο παραπάνω μάρτυρας. Στη συνέχεια οι εκκαλούντες απευθύνθηκαν σε δικηγόρο και δη στον Γ. Π. (που υπογράφει και την αγωγή), ο οποίος μετά από έρευνα στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο, τους ενημέρωσε ότι πράγματι έχει καταρτισθεί το οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης και ασκήθηκε η υπό κρίση αγωγή. Στην υπό κρίση αγωγή αναφέρεται ότι με την καταβολή των μισθωμάτων από 1-1-1996 μέχρι την κατάθεση της αγωγής τους έχουν καταβάλλει 6.695.000 δρχ. ή 19.647 ευρώ, έναντι του πόσου των 3.000,000 δρχ. και ότι έτσι έχουν εξοφλήσει το δάνειο και τους τόκους αυτού. Ακολούθως και μετά την κατάθεση της παραπάνω αγωγής και πριν την επίδοση της στον εναγόμενο με την από 19-8-2004 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε στον εφεσίβλητο την 10-8-2004, οι εκκαλούντες, επικαλούμενοι ότι και στην υπό κρίση αγωγή τους, δηλαδή εικονικότητα της σύμβασης εκχώρησης λόγω πώλησης προς τον εναγόμενο των εκ του προσυμφώνου δικαιωμάτων τους, ότι αυτή καταρτίσθηκε με μοναδικό σκοπό την οικονομική διασφάλιση του εφεσίβλητου για την αποπληρωμή προς αυτούς δανείου 3.500.000 δρχ., ότι και η μίσθωση ήταν εικονική, ότι με την καταβολή των μισθωμάτων έχει καταβληθεί έναντι τον κεφαλαίου του δανείου ποσό 2.366.157 δρχ. και για το λόγο αυτό παρακατέθεσαν το υπόλοιπο ποσό των 1.333.843 δρχ 3.327,40) ευρώ, ζήτησαν να παραλάβει το σχετικό γραμμάτιο παρακατάθεσης και αναγνωρίσει "συμβολαιογραφικά" την εικονικότητα της σύμβασης εκχώρησης και του μεταβιβαστικού συμβολαίου, όπως δε προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. .../19.8.2004 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης παρακατατέθηκε υπέρ του εφεσίβλητου ποσό 3.327 ευρώ με την αιτιολογία "... για πλήρη και ολοσχερή εξόφληση δανείου δρχ, 3.500.000 ..." και ποσό 7600 ευρώ για "... εξόφληση τόκων των μηνών Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου και Αυγούστου 2004 ...". Ο εφεσίβλητος με την από 13-9-2004 εξώδικη δήλωση του, που επιδόθηκε στους εκκαλούντες την 14-9-2004, αρνήθηκε ως παντελώς αναληθή και δόλια τα αναγραφόμενα στην προαναφερθείσα εξώδικη δήλωση των τελευταίων και ζήτησε, εντός πέντε ημερών την καταβολή των οφειλομένων, κατ' αυτόν μισθωμάτων, για το χρονικό διάστημα από Μάιο έως Σεπτέμβριο του 2004. Οι εκκαλούντες ζήτησαν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και με την 30940/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τέθηκε το διαμέρισμα υπό μεσεγγύηση, για το λόγο ότι πιθανολογήθηκε ότι υφίσταται διαφορά περί τη κυριότητα αυτού, ενόψει της ασκηθείσας ένδικης αγωγής και κίνδυνος περαιτέρω μεταβίβασης του ακινήτου. Στη συνέχεια σ εφεσίβλητος άσκησε σχετική αγωγή κατά του πρώτου εκκαλούντος, με την οποία κατήγγειλε τη μίσθωση και ζητούσε απόδοση της χρήσης του μισθίου και την καταβολή των μισθωμάτων Μαΐου-Δεκεμβρίου 2004, η οποία με την 6862/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. που κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της 6701/2005 - απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη για το λόγο ότι με προγενέστερη αγωγή του για την οποία εκδόθηκε η προαναφερθείσα 29094/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) είχε καταγγελθεί κατ' άρθρο 597 ΑΚ η μίσθωση και έκτοτε αυτή είχε λυθεί και οφείλεται αποζημίωση χρήσης. Για τα παραπάνω περιστατικά, για την εικονικότητα δηλαδή της σύμβασης εκχώρησης και για ποιο λόγο αυτή έγινε, με λεπτομέρεια κατέθεσε ο εξετασθείς από τη πλευρά των εκκαλούντων ο μάρτυρας Ν. Ξ., αδελφός της δεύτερης εκκαλούσας και στις δύο καταθέσεις του (ενώπιον του πρωτόδικου και του δικαστηρίου της παραπομπής), αλλά και ενώπιον του Ειρηνοδικείου κατά την εκδίκαση της προαναφερθείσας αγωγής, ..., ο οποίος έχει ιδία γνώση και ήταν παρών στις συζητήσεις μεταξύ του πρώτου εκκαλούντος και του εφεσίβλητου. Συγκεκριμένα ο παραπάνω μάρτυρας κατέθεσε ότι πράγματι οι εκκαλούντες έλαβαν δάνειο από τον εφεσίβλητο ποσού 3,500.000 δρχ., ότι συμφωνήθηκε να επιστραφεί το ποσό των 3.000.000 δρχ., στο οποίο υπολογίσθηκαν από τον δανειστή-εφεσίβλητο και οι τόκοι (υπέρμετροι μάλιστα κατά την αγωγή και το μάρτυρα), σε χρονικό διάστημα που το προσδιόρισε σε 5-6 έτη από την κατάρτιση κατά το τέλος του 1995 της σύμβασης του δανείου, ότι η εκχώρηση έγινε για την εξασφάλιση της επιστροφής του δανείου, ότι η συμφωνία πώλησης που αναφέρεται στη σύμβαση εκχώρησης ήταν εικονική και καταβλήθηκε το ποσό των 8.000,000 δρχ. που αναφέρεται ως τίμημα, αλλά μόνο το ποσό των 3.500.000 δρχ. του δανείου, ότι το ποσό των 65.000 δρχ. δεν ήταν μίσθωμα αλλά δόση έναντι του δανείου και των τόκων και ότι πολύ αργότερα, μόλις το 2002, που μαζί με τον πρώτο εκκαλούντα μετέβησαν στην οικία του εφεσίβλητου και παρουσία της συζύγου και μάρτυρος του τελευταίου ζήτησαν να γίνει εκκαθάριση, πληροφορήθηκαν τη μεταβίβαση του διαμερίσματος και ότι ο εφεσίβλητος ζήτησε 60.000.000 δρχ. για να επαναμεταβιβάσει το διαμέρισμα. Τα ίδια δε καταθέτουν και οι από την πλευρά των εκκαλούντων στην 587/2006 ένορκη βεβαίωση μάρτυρες Μ. Σ., Θ. Ξ. και Μ. Σ., τα οποία οι πρώτη και δεύτερη εξ αυτών είχαν επίσης καταθέσει στην προηγηθείσα έτερη 3186/2004 ένορκη βεβαίωση για τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ πράγματι αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες, κατά το χρόνο της κατάρτισης της εκχώρησης, είχαν ανάγκη χρημάτων για την μίσθωση και αγορά της επιχείρησης περιπτέρου στο όνομα της κόρης τους Μ., στην οποία και προέβησαν χρησιμοποιώντας το ποσό που δανείστηκαν από τον εφεσίβλητο και λειτούργησε η επιχείρηση αυτή από το Νοέμβριο 1995, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο του πρώτου φύλλου του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του ΤΕΒΕ της Μ. Σ. και σειρά αποδείξεων πληρωμής εισφορών από 11/1995 μέχρι 11/1996. Πρέπει να σημειωθεί ότι το ότι δεν αντέδρασαν οι εκκαλούντες, πριν από την άσκηση της αγωγής, δικαιολογείται από το ότι ο εφεσίβλητος συνέχισε να εισπράττει τις μηνιαίες δόσεις των 65.000 δρχ., υπό τη μορφή μισθώματος και δεν γνώριζαν ότι έχει γίνει το οριστικό συμβόλαιο, όταν δε περί το έτος 2002 πληροφορήθηκαν τη μεταβίβαση, συνέχισαν να καταβάλουν τις μηνιαίες δόσεις μέχρι τον Απρίλιο του 2004, που άσκησαν την αγωγή. Αντίθετη από τα παραπάνω κρίση, ότι δηλαδή πρόκειται για καθ' όλα έγκυρη σύμβαση εκχώρησης λόγω πωλήσεως αντί καταβληθέντος τιμήματος όπως ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος δεν μπορεί να στηριχθεί στην κατάθεση της συζύγου του Μ. Κ., η οποία ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καμία πειστική εξήγηση δεν έδωσε για το λόγο για τον οποίο επί μία οκταετία το μίσθωμα παρέμεινε το ίδιο, δηλαδή 65.000 δρχ. μηνιαίως, χωρίς να επιδιωχθεί οπό τον σύζυγο της, φερόμενο ως εκμισθωτή, οποιαδήποτε αύξηση, ούτε ακόμα και η συμφωνηθείσα 15% για κάθε έτος με το προαναφερθέν μισθωτήριο, ούτε και για πιο λόγο δεν προέβη ο εφεσίβλητος στη κατάρτιση νέου μισθωτηρίου, μετά την έκδοση της εξωστικής απόφασης το έτος 1997, παρότι τα μισθώματα των ακινήτων κατά το χρονικό διάστημα 1996-2004 παρουσίαζαν αλματώδη αύξηση. Η συμπεριφορά αυτή του εφεσίβλητου είναι όλως ασυνήθιστη κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει μάλιστα του ότι, όπως και η παραπάνω μάρτυρας κατέθεσε, άλλα και ο εφεσίβλητος κατά τη πρώτη συζήτηση της εναντίον του αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά την οποία εκδόθηκε η παραπεμπτική απόφαση, εξεταζόμενος ανωμοτί ..., το διαμέρισμα το αγόρασε για εκμετάλλευση, γεγονός που δεν δικαιολογεί ανεκτικότητα σε τέτοιο βαθμό και επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού μάλιστα δεν συνδέονταν οι διάδικοι με συγγένεια ή ιδιαίτερη φιλία, αλλά, όπως προαναφέρθηκε ο εφεσίβλητος, που διατηρούσε κατάστημα εμπορίας γουναρικών και η σύζυγός του απλώς γνώριζαν τον πρώτο εκκαλούντα που εργαζόταν ως σερβιτόρος στο εστιατόριο, που σύχναζαν, πλησίον του καταστήματός τους. Τα κατατεθέντα δε από την παραπάνω μάρτυρα ότι ο πρώτος εκκαλών τους πίεζε φορτικά επί πολλούς μήνες πριν την εκχώρηση για να αγοράσουν το διαμέρισμα και μάλιστα ότι "ερχόταν και παρακαλούσε", όχι μόνο δεν κρίνονται πειστικά, αλλά αντίθετα προσκρούουν στη κοινή λογική, καθόσον, αν πρόθεση των εκκαλούντων ήταν να πουλήσουν το διαμέρισμα, ευχερώς μπορούσαν να το πράξουν είτε απευθυνόμενοι σε μεσίτες ακινήτων, είτε με σχετικές αγγελίες στις εφημερίδες, όπως συνήθως συμβαίνει κατά τα διδάγματα της ποινής πείρας στις αγοραπωλησίες των ακινήτων, καθόσον είναι ασύνηθες στις εν λόγω συναλλαγές ο πωλητής να απευθύνεται επί μακρόν μάλιστα χρονικό διάστημα σε ένα συγκεκριμένο αγοραστή, που ο ίδιος έχει επιλέξει, ενώ κατά το έτος 1995 η αγορά ακινήτων παρουσίαζε μεγάλη ζήτηση από υποψήφιους αγοραστές. Εξάλλου ο από την πλευρά του εφεσίβλητου μάρτυρας Γ. Σ. στην κατάθεση του, που περιλαμβάνεται στα ίδια 18334/7-2-2006 πρακτικά, αναφέρεται μόνο στην εκχώρηση, με βάση όσα του μετέφερε ο εφεσίβλητος, χωρίς να έχει ιδία γνώση. Ούτε δε προσκομίζεται από τον εφεσίβλητο έγγραφη απόδειξη για τη καταβολή του αναφερόμενου στο συμβόλαιο εκχώρησης τιμήματος στους εκκαλούντες, το οποίο μάλιστα ο ίδιος προσδιορίζει κατά την προαναφερθείσα εξέταση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, όπως και η μάρτυρας σύζυγος του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στο ποσό των 13.500.000 δρχ., δηλαδή σε μεγαλύτερο οπό το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο εκχώρησης ποσό των 8.000.000 δρχ. Αλλά και το γεγονός ότι πράγματι στην αγωγή αναφέρεται ως καταβληθέν το ποσό των 6.695.000 δρχ. και ακολούθησε η παρακατάθεση του υπολοίπου ποσού κατά τα προαναφερθέντα, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική από τα παραπάνω κρίση. Ενόψει του ότι κρίσιμο για την ερευνώμενη από το παρόν Δικαστήριο σωρευόμενη στο αρχικό δικόγραφο αγωγή δεν είναι αν καταβλήθηκε το ποσό των 8.000.000 δρχ., αλλά αν η αναφερόμενη ως αιτία της σύμβασης της εκχώρησης πώληση ήταν εικονική και αν υποκρύπτεται υπό αυτή καταπιστευτική εξασφαλιστική εκχώρηση των δικαιωμάτων των εκκαλούντων προκειμένου να εξασφαλισθεί η από δάνειο απαίτηση του εκδοχέα - εφεσίβλητου, η δε σωρευθείσα στο αρχικό δικόγραφο αναγνωριστική αγωγή ότι το δάνειο εξοφλήθηκε, απορρίφθηκε οπό το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως αόριστη, κατά τα εκτεθέντα στο υπό στοιχείο Ι κεφάλαιο της παρούσας και δεν μεταβιβάσθηκε με την υπό κρίση έφεση στο Δικαστήριο αυτό ... . Από τα προαναφερθέντα πλήρως αποδεικνύεται ότι η παραπάνω σύμβαση εκχώρησης είναι εικονική και συνεπώς και άκυρη ως πώληση των εκ του προσυμφώνου δικαιωμάτων των εκκαλλούντων-αγοραστών, γιατί οι δηλώσεις βουλήσεως συμβαλλομένων για εκχώρηση με αιτία την πώληση των δικαιωμάτων των εκ προσυμφώνου αγοραστών του διαμερίσματος στον εφεσίβλητο δεν έγιναν στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικώς, καθόσον οι συμβαλλόμενοι ήθελαν πραγματικά όχι να πωληθούν τα εκ του προσυμφώνου δικαιώματα τους αλλά να εξασφαλισθεί η πιο πάνω απαίτηση του εφεσιβλήτου από το καταβληθέν στους εκκαλούντες δάνειο ποσού των 3.500.000 δρχ., μετά των τόκων αυτού μέχρι την αποπληρωμή του, συνολικού ποσού 8.000.000 δρχ. Πρόκειται δηλαδή για σχετική εικονικότητα της σύμβασης εκχώρησης και κάτω από την εικονική αυτή εκχώρηση καλύπτεται έγκυρη καταπιστευτική (εξασφαλιστική) εκχώρηση των εκ του προσυμφώνου δικαιωμάτων τους, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πιο πάνω απαίτηση από δάνειο του εφεσίβλητου. Συνεπώς αφού η άκυρη λόγω εικονικότητας σύμβαση εκχώρησης (άρθρα 455 επ του ΚΠολΔ), έχει ως αποτέλεσμα να μη μεταβιβάζεται η απαίτηση και στη προκείμενη περίπτωση τα εκχωρηθέντα δικαιώματα των αγοραστών από τα προσύμφωνο, ενώ κατά το εκτεθέντα στο τέλος της υπό στοιχείο ΙΙΙα νομικής σκέψης δεν απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον οφειλέτη, δηλαδή στη προκείμενη περίπτωση από τους εκ προσυμφώνου πωλητές (οικοπεδούχους και εργολάβο εταιρία), οι οποίοι είναι τρίτοι, μη συμβαλλόμενοι στη σύμβαση εκχώρησης, η με βάση αυτή (εκχώρηση) καταρτισθείσα οριστική σύμβαση μεταβίβασης του διαμερίσματος με το υπ' αριθμ. .../6-12-1995 συμβόλαιο πώλησης και σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Σωσσίδου, είναι και αυτή άκυρη για τον ίδιο λόγο, λόγω της υπάρχουσας μεταξύ της εκχώρησης των δικαιωμάτων του προσυμφώνου και της κύριας σύμβαοης σχέσης εξάρτησης, υπό την έννοια, ότι η τελευταία θεμέλιο έχει την πρώτη. Συνεπώς, ο εφεσίβλητος δεν έγινε κύριος του διαμερίσματος με βάση το προαναφερθέν οριστικό συμβόλαιο, αφού το τελευταίο είναι άκυρο για το παραπάνω λόγο, κατά τη βάσιμη περί τούτου ένσταση του πρώτου εκκαλούντος, που προέβαλλε αυτός νομότυπα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επικαλούμενος τα ίδια περιστατικά που αποτέλεσαν και περιεχόμενο της ερευνώμενης ως άνω αγωγής και η οποία κρίθηκε νόμιμη από το παρόν Δικαστήριο, κατά τα προαναφερθέντα. Ενόψει αυτών η αναγνωριστική της ακυρότητας της εκχώρησης και του με βάση αυτή καταρτισθέντος μεταβιβαστικού συμβολαίου λόγω εικονικότητας, σωρευθείσα στο αρχικό δικόγραφο, αγωγή αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα λόγω εικονικότητας του υπ' αριθμ. .../29.1. 1995 συμβολαίου εκχώρησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Σωσσίδου λόγω πώλησης από τους ενάγοντες - εκκαλούντες προς τον εφεσίβλητο - εναγόμενο των εκ του προσυμφώνου δικαιωμάτων τους, καθώς και του καταρτισθέντος με βάση την εν λόγω εκχώρηση υπ' αριθμ..../1995 οριστικού μεταβιβαστικού συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφο. Όσον δε αφορά τη συνεκδικασθείσα με την εκκαλούμενη απόφαση υπό στοιχείο Β ως άνω διεκδικητική αγωγή κατά του πρώτου εκκαλούντος, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατά τα προεκτεθέντα δέχθηκε την αγωγή αυτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, απορρίπτοντας την ένσταση εικονικότητας που είχε προβάλλει ο εναγόμενος-πρώτος εκκαλών, ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, έσφαλλε, κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο της Έφεσης και πρέπει να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σχετικό με την αγωγή αυτή κεφάλαιό της, να κρατηθεί και να δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό υπ' αριθμ. κατάθεσης 37.224/2009 διεκδικητική αγωγή, να γίνει δεκτή η ένσταση του εναγομένου ακυρότητας λόγω εικονικότητας της εκχώρησης και του καταρτισθέντος με βάση αυτή οριστικού συμβολαίου και ως ουσιαστικά βάσιμη και να απορριφθεί η αγωγή αυτή ...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με το εάν η ένδικη σύμβαση εκχώρησης είναι άκυρη, ως εικονική, διότι η δήλωση των συμβληθέντων δεν αποσκοπούσε πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίστηκε, ή εάν υπό αυτή κρύπτεται σύμβαση εξασφαλίσεως απαιτήσεως του αναιρεσείοντος -εφεσιβλήτου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση, δοθέντος ότι δέχεται αντιφατικά το μεν ότι η σύμβαση εκχωρήσεως είναι άκυρη ως εικονική, το δε ότι κάτω από την "εικονική αυτή εκχώρηση καλύπτεται έγκυρη καταπιστευτική (εξασφαλιστική) εκχώρηση των εκ του προσυμφώνου δικαιωμάτων τους", χωρίς περαιτέρω να διευκρινίζει εάν οι αντίδικοι εξήρτησαν το κύρος και την ενέργεια της συμβάσεως εκχωρήσεως, κατά τα προκύπτοντα από το περιεχόμενο της συμβάσεως αυτής, από το κύρος και την ενέργεια εκείνης, εν όψει των όσων εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Συνεπώς οι πρώτος και τρίτος, από τον αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκαν παραδεκτώς κατά το άρθρο 562 παρ.4 Κ.Πολ.Δ. από τον Εισηγητή, είναι βάσιμοι. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, κατ' ορθή ερμηνευτική διατύπωση της παρ.3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 2038/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ