Αριθμός 1704/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα και ειδικότερα από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια πάρεδρο του Νομικού συμβουλίου του Κράτους, Ελένη Πασαμιχάλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Κοινότητας ... Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΠΥΡΑΜΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Φαρμάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-8-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1033/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείων με την από 29-10-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 5-1-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγου του αναιρετηρίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 90 παρ.2 α' του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού": "Η κατά του Δημοσίου απαίτηση προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρά το νόμο καταβληθέντος σ' αυτό χρηματικού ποσού παραγράφεται μετά τρία έτη από της καταβολής". Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 91 του ιδίου Νόμου η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Τέλος, κατά το άρθρο 93 του ίδιου νόμου "η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται με την υποβολή της υποθέσεως στο αρμόδιο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών" κατά την αληθή δε έννοια της τελευταίας διατάξεως διακοπή της παραγραφής επέρχεται όχι μόνο όταν εισαχθεί στο δικαστήριο η διαφορά που αφορά την ικανοποίηση της αξιώσεως, αλλά και όταν άλλο δικαστήριο, κρίνοντας για διαφορετικό αντικείμενο, επιλύει αρμοδίως ζήτημα που αποτελεί τη βάση ή προϋπόθεση της αξιώσεως ή η παρεμπίπτουσα έρευνα του οποίου θα ήταν αναγκαία για να επιλυθεί η διαφορά που αναφέρεται στην αξίωση (ΟλΑΠ 1327/1986, ΑΠ. 1674/2002), υπό την προϋπόθεση ότι στις δύο δίκες υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, καθόσον η υποβολή της υποθέσεως στο αρμόδιο δικαστήριο αποτελεί διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, όταν ασκείται από τον δανειστή κατά του οφειλέτη της ένδικης αξιώσεως. Αν, αντίθετα, στη δίκη ενώπιον του άλλου δικαστηρίου δεν υπήρξε διάδικος ο φορέας της υποχρεώσεως (οφειλέτης), αλλά τρίτος δεν επέρχεται διακοπή της παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία είχε συνάψει διαδοχικές συμβάσεις δανείων με την Εθνική Κτηματική Τράπεζα, την οποία διαδέχθηκε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Την εξόφληση των δανείων αυτών εγγυήθηκε προς τη δανείστρια η Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Ανάπτυξης (Ε.Τ.Β.Α.), για την εγγύηση δε αυτή αντεγγυήθηκε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δυνάμει της 242/2/27-7-1979 αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής είχε δικαίωμα λήψεως προμήθειας 0,50% επί του εκάστοτε ενεργού υπολοίπου των αντεγγυημένων δανείων, με την καταβολή της οποίας βαρυνόταν η δανειολήπτρια. Η δανείστρια τράπεζα, επικαλούμενη ότι η δανειολήπτρια καθυστερούσε την εξόφληση των δανείων, γνωστοποιούσε στην αρμόδια ΔΟΥ το ύψος των ανεξόφλητων δανείων, τα οποία βεβαιώνονταν ως δημόσια έσοδα και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με βάση τις βεβαιώσεις αυτές εισέπραξε από την ενάγουσα δανειολήπτρια κατά το χρονικό διάστημα από 13-6-1997 έως 31-3-2000 προμήθεια 16.212.995 δρχ. ή 47.580,20 ευρώ. Η ενάγουσα, επικαλούμενη ότι είχε εξοφλήσει από 30-10-1994 τα δάνεια και ότι εντεύθεν δεν υπείχε υποχρέωση καταβολής προμήθειας, ζήτησε με την από 13-8-2001 ένδικη αγωγή της να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού το ως άνω ποσό των 16.212.995 δρχ. ή 47.580,20 ευρώ, που εισέπραξε αχρεώστητα". Το Εφετείο, δεχόμενο αντένσταση της ενάγουσας, που αυτή πρόβαλε ως εφεσίβλητη, δέχθηκε ότι η τριετής κατ' άρθρο 90 παρ.2 του Ν. 2362/1995 παραγραφή της ένδικης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αξιώσεως (της ενάγουσας κατά του Ελληνικού Δημοσίου), που άρχισε με τις (αχρεώστητες) καταβολές από 13-6-1997 έως 31-3-2000 και δεν εμποδίστηκε από κάποιο νομικό λόγο, διακόπηκε με την έγερση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της από 4-1-1999 αγωγής της δανειολήπτριας κατά της δανείστριας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που επιδόθηκε στις 5-1-1999, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι από 30-10-1994 έχουν εξοφληθεί στο σύνολό τους όλες οι απαιτήσεις από τα δάνεια που της χορηγήθηκαν και ότι εντεύθεν δεν οφείλεται το επιτασσόμενο προς πληρωμή με την ως άνω επιταγή χρηματικό ποσό, με τη σκέψη ότι το ανεξόφλητο ύψος των δανείων, που αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης εκείνης, αποτελούσε τη βάση και την προϋπόθεση υπολογισμού της προμήθειας του Ελληνικού Δημοσίου, που είχε αντεγγυηθεί τα δάνεια, η αχρεώστητη είσπραξη της οποίας αποτελεί αντικείμενο της ένδικης αγωγής. Με βάση τις σκέψεις αυτές και την περαιτέρω παραδοχή ότι από της διακοπής ως άνω της παραγραφής και μέχρις ασκήσεως της ένδικης αγωγής δεν είχε συμπληρωθεί ισόχρονη με τη διακοπείσα παραγραφή, απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου περί παραγραφής της αξιώσεως της ενάγουσας και, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 93 α' του Ν. 2362/1995, αφού, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η με τον ανωτέρω τρόπο διακοπή της παραγραφής της αξιώσεως κατά του Δημοσίου από αδικαιολόγητο πλουτισμό, προϋποθέτει ταυτότητα των διαδίκων στις δύο δίκες και τέτοια ταυτότητα διαδίκων δεν υπάρχει στην ένδικη περίπτωση, αφού η πρώτη δίκη διεξήχθη μεταξύ δανειολήπτριας και δανείστριας και η δεύτερη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ δανειολήπτριας και αντεγγυητή. Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω νομική πλημμέλεια. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013. Η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1,191§2 ΚΠολΔ), η αμοιβή όμως του πληρεξούσιου δικηγόρου του θα επιδικασθεί μειωμένη, όπως στο διατακτικό ειδικότερα, δηλαδή κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 22§§1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52§18 ΕισΝ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 5§12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 1033/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ