Αριθμός 981/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΛΑΜΙΕΩΝ", που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Ι., 2) Ε. - Μ. Κ. του Π., 3) Β. Α. του Ε., 4) Κ. Τ. του Σ., 5) Α. Μ. του Η. και 6) Β. Κ. του Γ., όλων κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Κανέτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 199/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2011 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-2-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 20-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής από την σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής βάσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση εργασίας κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί την σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στην δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος κατά την εξέταση της άνω επικουρικής βάσεως (Ολ.ΑΠ 22/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης από 27-6-2011 αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, ισχυριζόμενοι ότι προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο Λαμίας, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου χρόνου, διάρκειας από 1-1-2011 έως 31-12-2011, ως ειδικοί συνεργάτες του Δημάρχου, και ότι με την ιδιότητά τους αυτή προσέφεραν τις υπηρεσίες τους από 1-1-2011 έως 2-6-2011, που λύθηκε η σύμβαση εργασίας τους, ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά, που οφείλει στον καθένα εξ αυτών, για δεδουλευμένες αποδοχές, επίδομα (δώρο) Πάσχα 2011 και επίδομα αδείας 2011, κυρίως με βάση την σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου καθενός και επικουρικά, για την περίπτωση που θα θεωρηθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας τους από οποιαδήποτε αιτία, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 199/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, το οποίο απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, γιατί έκρινε ότι οι επίδικες συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων ήταν άκυρες, και ακολούθως δέχθηκε την επικουρική βάση αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, την οποία έκρινε νόμιμη και ορισμένη, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρονταν στην αγωγή οι λόγοι ακυρότητας των συμβάσεων, και επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους τα αιτηθέντα χρηματικά ποσά. Κατά της παραπάνω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ο αναιρεσείων Δήμος Λαμίας άσκησε έφεση και το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ορισμένη και νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεχόμενο ότι η αγωγή περιείχε και επίκληση της ακυρότητας των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων και ως εκ τούτου ήταν ορισμένη. Έτσι επικύρωσε, με απόρριψη της εφέσεως του εναγομένου - αναιρεσείοντος, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, μειωμένη, όμως, με βάση το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-2-2012 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. - Ο.Τ.Α., με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΛΑΜΙΕΩΝ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ