Αριθμός 1207/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Μαρί Δεργαζαριάν και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας, που κατοικοεδρεύει στη Λάρισα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Κάντζια, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ό. Π. του Σ., συζ. Σ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ρούσσου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2003 αίτηση (άρθρου 33 ν. 2971/2001) της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στην Κτηματική Υπηρεσία του Ν. Μαγνησίας και εισήχθη για συζήτηση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας με την από 27-6-2016 κλήση της. Εκδόθηκε η 168/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-8-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 11-8-2020, αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 168/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠοΛΔ) και εμπρόθεσμα, πριν την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 16-10-2019, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 18-8-2020, δηλαδή εντός έτους από τη δημοσίευσή της. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552,553,556,558,564 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδ. με άρθρ.22 ΚΑΑΑ) και πρέπει να έρευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση υπόθεση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την υπ' αριθμ. 1034517/3092/0010/24-4-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Πολιτισμού, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 339/30.4.2002 Φ.Ε.Κ. (τεύχος Δ'), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση εδαφικής έκτασης συνολικού εμβαδού 777.722 τ.μ., που βρίσκεται στις περιοχές των Δήμων Νέας Ιωνίας και Βόλου και εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στα από Οκτώβριο 2001 και με αριθμούς σχεδίων Σ2Ν, Σ3Ν... και έως και Σ23Ν κτηματολογικά διαγράμματα και τους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες με αριθμό τευχών Τ2Ν, Τ3Ν της Διεύθυνσης Μελετών Έργων Οδοποιίας Γ.Γ.Δ.Ε. του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και με κλίμακα 1:500 ή στο 01-Σ2Ν/257-Α1 γ, ΟΡ-Σ1Ν/257-Α1δ κτηματολογικά διαγράμματα και τους με αριθμούς τεύχους ΟΡ-ΤΙ Ν/257-Α1γ και ΟΡ-ΤΙδ' αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες της ίδιας Διεύθυνσης, που έχουν συντάξει οι μηχανικοί Μ.. Α. και Κ.. Μ. και έχει θεωρήσει ο διευθυντής της Διεύθυνσης Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Κ.. Δ.. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε για λόγους δημοσίας ωφέλειας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών που ωφελούνται και ειδικότερα για την κατασκευή του τμήματος Α.Κ. Λαρίσης - Ι.Κ. Αγίας Παρασκευής (Κραυσίδωνας) της Ε.Ο. Βελεστίνου Βόλου (παράκαμψης και εισόδου Βόλου). Χαρακτηρίστηκε δε ως κατεπείγουσα, ενώ το προς, εκτέλεση έργο εξυπηρετούσε τη διενέργεια των Ολυμπιακών Αγώνων 2004. Με την υπ' αριθμό 209/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που δημοσιεύθηκε στις 15.11.2002 καθορίσθηκε προσωρινά η αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν ακίνητο με ΑΚΠ 157Α ενώ με την υπ' αριθμόν 360/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας προσδιορίστηκε οριστικά η αποζημίωση των απαλλοτριουμένων ακινήτων, στα αναγραφόμενα στο διατακτικό αυτής ποσά και με την υπ' αριθμόν 223/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, αναγνωρίσθηκε η αναιρεσίβλητη δικαιούχος της καθορισθείσας με την απόφαση αυτή αποζημίωσης αναφορικά με την ιδιοκτησία με ΑΚΠ 157Α (πρώην 157). Η αναιρεσίβλητη με την κατ' άρθρο 33 του ν.2971/2001 από 10-1-2003 αίτησή της κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που υποβλήθηκε από αυτήν στην Κτηματική Υπηρεσία Νομού Μαγνησίας στις 15-1-2003 και πρωτοκολλήθηκε με αριθμό 134 ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων ότι με την επίμαχη απαλλοτρίωση ορίσθηκε παρά τον νόμο, ότι μέρος της ιδιοκτησίας της με ΑΚΠ 157 αυτοαποζημιώνεται, καθότι ως παρόδια ιδιοκτήτρια του ακινήτου αυτού ωφελείται από την απόκτηση προσώπου στην εθνική οδό, και ζήτησε, για τους αναφερόμενους στην αίτησή της λόγους να αρθεί το τεκμήριο ωφέλειας, να διορθωθεί ο κτηματολογικός πίνακας και να απαλειφθεί κάθε υποχρέωσή της για την προαναφερόμενη ιδιοκτησία της (με ΑΚΠ 157) σε αυτοαποζημίωση, ώστε να λάβει αποζημίωση και για το τμήμα αυτό. Ακολούθως, με την από 27-6-2016 και με αριθμό έκθεσης καταθέσεως 292/27.6.2016 κλήση της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, εισήχθη για συζήτηση η παραπάνω από 10-1-2003 αίτησή της κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία η αναιρεσίβλητη ζήτησε τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα απαλλοτρίωσης και την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας για το ακίνητο με ΚΠ157. Κατόπιν τούτου εκδόθηκε η προσβαλλομένη, με την οποία το δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή την αίτηση, αναγνώρισε ότι για την ιδιοκτησία ΑΚΠ 157Α της αναιρεσίβλητης η οποία απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια με την 1034517/3092/0010/24.4.2002 Κ.Υ.Α δεν συντρέχει το κατά το άρθρο 1 ν. 653/1977 τεκμήριο ωφέλειας, διέταξε τη διόρθωση του οικείου κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης, όρισε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται αποζημίωσης και για εκείνη την έκταση, για την οποία ορίσθηκε ότι αυτοαποζημιώνεται, όπως η τιμή μονάδας καθορίστηκε με την υπ' αριθ. 360/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφελείας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ. α' του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διατάξεως του ν. 653/1977, κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 7/2013, 11/2004 και 10/2004). Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (ΟλΑΠ 7/2013), ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 του ν. 2971/2001, το οποίο, πάντως, κατά το άρθρο 37 εδάφ. α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (ΟλΑΠ, 7/2013, 12/2011, 11/2011). Μάλιστα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγομένης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτριώσεως, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 318/2016, ΑΠ 406/2015, ΑΠ 34/2015). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 126 του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ Α' 82/10-4-2012), που ισχύει και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 του ν. 4070/2012), "1. Η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά παραγράφεται μετά την παρέλευση οκταετίας από την αποδεδειγμένη κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση δεκαετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7. Εάν η οριστική αποζημίωση καθορισθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την κατάληψη του ακινήτου, η αξίωση για την είσπραξη της τυχόν διαφοράς μεταξύ οριστικής και προσωρινής αποζημίωσης παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας από τη δημοσίευση της απόφασης που καθορίζει την οριστική τιμή". Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 10 του ν. 2882/2001, "Η παραγραφή διακόπτεται και με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν: α) στη δικαστική ή διοικητική αναγνώριση, β) στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου της αποζημίωσης και γ) στον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης". Εξάλλου, η αποζημίωση του ιδιοκτήτη απαλλοτριωθέντος ακινήτου για το τμήμα του ακινήτου, ως προς το οποίο θεωρήθηκε, ότι έχει υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων ή (και) αυτοαποζημίωσης κατ' εφαρμογήν του τεκμηρίου της ωφέλειας του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977, το οποίο (τεκμήριο) ήδη και νομοθετικώς ορίστηκε ως μαχητό (άρθρ. 33 του ν. 2971/2001) και το οποίο ανατράπηκε δικαστικώς, έχει ως βάση νόμιμη, κατά τις προρρηθείσες διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 653/1977 και 33 του ν. 2971/2001, ενέργεια των οργάνων του Δημοσίου, αποτελεί δε η αποζημίωση αυτή μέρος της πλήρους αποζημίωσης που κατ' εφαρμογήν της σχετικής συνταγματικής επιταγής (άρθρ. 17 παρ. 2 του Συντάγματος) οφείλεται για την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία. Επομένως, η προβαλλόμενη με τακτική αγωγή αξίωση για την αποζημίωση αυτή, που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια μετά την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας (ήδη άρθρου 33 του ν. 2971/2001, ΟλΑΠ 10 και 11/ 2004, 11/2011), υπόκειται στην ανωτέρω δεκαετή παραγραφή της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2882/2001 και δεν αποτελεί αξίωση προς καθορισμό αποζημίωσης σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, για την οποία ισχύει η γενική εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 249 του ΑΚ (ΑΠ 650/2021, ΑΠ 4/2021, ΑΠ 396/2020, ΑΠ 1338/2019, ΑΠ 982/2018, ΑΠ 816/2018, ΑΠ 601/2018, ΑΠ 452/2018, ΑΠ 260/2018). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών [...]". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 9/2013, ΑΠ 1092/2022, ΑΠ 756/2021, ΑΠ 501/2021). Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε σχετικά με την κατ' άρθρο 10 παρ. 1 του Ν 2882/2001 ένσταση παραγραφής του Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσείοντος, τα εξής: "Από την επισκόπηση διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αιτούσα υπέβαλε.. στο Ελληνικό Δημόσιο κατ' άρθρο 33 του ν 2971/2001 την από 10.1.2003 αίτησή της την 15.1.2013 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου της Κτηματικής Υπηρεσίας Μαγνησίας 134, εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση της υπ' αριθ. 209/15.11.2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που καθόρισε προσωρινά την αποζημίωση, με την οποία ζήτησε την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας, την παραπομπή αίτησής της στην αρμόδια επιτροπή, προκειμένου η τελευταία να συντάξει έκθεση σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακίνητου της από την εκτέλεση του έργου και στη συνέχεια ο φορέας του έργου να αποστείλει, κατά τον νόμο, την αίτησή της μαζί με την εν λόγω έκθεση της επιτροπής στο παρόν Δικαστήριο. Στη συνέχεια μετά από παραπομπή της αίτησης στην Επιτροπή του άρθρου 33 του ν 2971/2001 -η έκθεση της οποίας αποτελεί ως προς την ωφέλεια ή μη του ακινήτου από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, αν και εκτιμάται ελεύθερα, αναγκαίο στοιχείο για τον σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου, έτσι ώστε η παράλειψη της επιτροπής να τοποθετηθεί στα ζητήματα που ορίζει η παρ. 4 του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 να εμποδίζει το δικαστήριο να αποφανθεί για την άρση ή μη του τεκμηρίου της ωφέλειας και την αντίστοιχη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα- η τελευταία (επιτροπή) συνέταξε την από 9.2.2007 έκθεση της, με την οποία τοποθετήθηκε ως προς το ζήτημα της ωφέλειας αναφορικά με το επίδικο ακίνητο, και η οποία (έκθεση) αποτελεί προϋπόθεση για την αποστολή (από τον αρμόδιο φορέα) ή την επίσπευση (από την αιτούσα) προς συζήτηση της αίτησης αυτής στον παρόν Δικαστήριο, ώστε να κριθεί στην ουσία της η υπό κρίση διαφορά. Έτσι λοιπόν στην περίπτωση της εμπρόθεσμης υποβολής της κρινόμενης αιτήσεως στον αρμόδιο φορέα, όπως στην κρινόμενη περίπτωση, δίχως μέχρι τότε να έχει συντελεστεί η απαλλοτρίωση (που σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 7 παρ. 1 εδ. πρώτο του ν. 2882/2001 συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης, που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων) και εφόσον επέλθει η συντέλεση της απαλλοτρίωσης στο διάστημα πριν από την σύγκληση και γνωμοδότηση της επιτροπής του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, όπως επήλθε στην προκειμένη περίπτωση την 16.7.2003, με την δημοσίευση στο ΦΕΚ της γνωστοποίησης περί παρακατάθεσης της αποζημίωσης που καθορίσθηκε δικαστικά, όπως προαναφέρθηκε, η παραγραφή της ένδικης αξίωσης αρχίζει όχι από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης αλλά από την ημερομηνία γνωμοδότησης από την τριμελή διοικητική επιτροπή του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, ως πράξης αναγκαίας για την έναρξη της δίκης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δεδομένου ότι μέχρι τότε δεν είναι δυνατή η δικαστική επίλυση της υπόθεσης, δηλαδή πριν την αποστολή της αιτήσεως από το φορέα στο παρόν Δικαστήριο μαζί με την έκθεση της ως άνω τριμελούς διοικητικής επιτροπής και συνεπώς δεν είναι δυνατή και η επίσπευση της συζήτησης από τον αιτούντα ιδιώτη της αιτήσεώς του, δίχως την έκθεση της επιτροπής αυτής. Συνεπώς από την σύγκληση και γνωμοδότηση της ως άνω επιτροπής, την 9.2.2007, μέχρι και την εισαγωγή της κρινόμενης από 10.01.2003 αιτήσεως, με την ως άνω κλήση της αιτούσας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 27.6.2016, (αλλά και μέχρι την επίδοσή της στον καθ' ου, 12.7.2016 βλ. υπ' αριθμ. 15672/12.7.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δ. Α.) δεν πέρασε το χρονικό διάστημα της δεκαετίας, έτσι ώστε η ένδικη αξίωση της αιτούσας να μην έχει υποπέσει στην δεκαετή παραγραφή. Πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η σχετική ένσταση του καθ' ου". Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίστανται στο ότι το δικαστήριο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 10 του ν. 2882/2001 με το να κρίνει ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα από το καθ' ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείον ένσταση παραγραφής της αξίωσης αποζημίωσης συνεπεία ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, που ασκήθηκε από την αναιρεσίβλητη με την ένδικη από 10-1-2003 αίτησή της, λόγω παρόδου σε κάθε περίπτωση δεκαετίας από την κατά το έτος 2003 (16-7-2003 οπότε δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ αρ. 752 τ. δ' η με αριθμό .../11-7-2003 ειδοποίηση του ΥΠΕΧΩΔΕ περί παρακαταθέσεως της ορισθείσας με την υπ' αριθ. 360/2003 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας) συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την κατάληψη του ακινήτου. Ειδικότερα, με τον λόγο αναίρεσης εκτίθεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο εφάρμοσε τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 10 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001), δεχόμενο ότι από την σύγκληση και γνωμοδότηση της αρμόδιας κατ' άρθρο 33 παρ. 3 ν. 2971/2001 επιτροπής, στις 9-2-2007, μέχρι και την εισαγωγή της κρινόμενης από 10-01-2003 αιτήσεως, με την ως άνω κλήση της αιτούσας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 27-6-2016, (αλλά και μέχρι την επίδοσή της στον καθ' ου, στις 12-7-2016) δεν πέρασε το χρονικό διάστημα της δεκαετίας, έτσι ώστε η ένδικη αξίωση της αιτούσας να μην έχει υποπέσει στην δεκαετή παραγραφή. Κρίνοντας έτσι το Τριμελές Εφετείο, και ειδικότερα με το να δεχθεί, ότι η ασκηθείσα με την ένδικη αίτηση αξίωση της αναιρεσίβλητης για την είσπραξη της αποζημίωσης, λόγω ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, δεν είχε υποπέσει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 δεκαετή παραγραφή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστική διάταξη (της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 2882/2001). Συγκεκριμένα αντικείμενο της συγκεκριμένης δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας της αιτούσας από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε δικαστικά για το τμήμα του ακινήτου της που απαλλοτριώθηκε, η οποία απαλλοτρίωση συντελέσθηκε στις 16-7-2003, οπότε δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ αρ. 752 τ. δ' η με αριθμό .../11-7-2003, η ανακοίνωση της παρακατάθεσης του ποσού αποζημίωσης. Έκτοτε και μέχρι την επίδοση της κλήσης προς συζήτηση της αίτησής της στο καθ' ου, στις 12-7-2016, παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον της δεκαετίας, με αποτέλεσμα η προαναφερομένη αξίωσή της να υποπέσει στη οριζομένη από το άρθρο -10 του ν. 2882/2001 δεκαετή παραγραφή, ενώ αυτή (αναιρεσίβλητη) δεν επικαλέσθηκε διακοπτικά της παραγραφής περιστατικά. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης που προέβαλε το αναιρεσείον, με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν τούτου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στην παραγραφή ή μη της επίδικης αξίωσης, που γεννάται μετά την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας και στη διακοπή ή μη της εν λόγω παραγραφής. Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (ΑΠ 234/2022, ΑΠ 1033/2018, ΑΠ 51/2016).? Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, έγινε δεκτός ο λόγος της αναίρεσης και κρίθηκε ότι η αξίωση της αναιρεσίβλητης έχει υποπέσει στη δεκαετή παραγραφή, δεν καθίσταται αναγκαία πλέον περαιτέρω διευκρίνιση, οπότε επιβάλλεται, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, και στη συνέχεια να απορριφθεί η αίτηση της αναιρεσίβλητης για τον προαναφερόμενο λόγο και να καταδικαστεί αυτή λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της Υ.Α. 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 168/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 168/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στην παραγραφή ή μη της επίδικης αξίωσης που γεννάται μετά την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας και στη διακοπή ή μη της εν λόγω παραγραφής. ΔΙΚΑΖΕΙ επί της από 10-1-2003 αίτησης. ΔΕΧΕΤΑΙ την ένσταση του Ελληνικού Δημοσίου περί παραγραφής της επίδικης αξίωσης και απορρίπτει την αίτηση κατ' ουσίαν ως προς το άνω κεφάλαιο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ