Αριθμός 510/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... , που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Πανίδου, περί αναιρέσεως της 20191/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουνίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1132/2006. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, αν ο δικαιούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως είναι δέκα ημέρες, εκτός αν η διαμονή του δικαιούμενου είναι άγνωστη, οπότε είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αποφάσεως, η οποία πρέπει να γίνεται, όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ. του ίδιου κώδικα. Αν η έφεση ασκηθεί εκπρόθεσμα απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατά δε της αποφάσεως αυτής χωρεί αναίρεση (άρθρο 476 παρ. 1 και 2 Κ.Π.Δ.). Εξάλλου η απόφαση με την οποία απορρίπτεται το ένδικο μέσο της εφέσεως ως απαράδεκτο, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς του, πρέπει για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, να διαλαμβάνει το χρόνο της επιδόσεως στον εκκαλούντα της εκκαλούμενης αποφάσεως, εκείνον της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό των στοιχείων εγκυρότητας του αποδεικτικού και της επιδόσεως, εκτός αν προβάλλεται με την έφεση λόγος ακυρότητας της επιδόσεως είτε λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων απωλέσθηκε η προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ., οπότε η αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική των ανωτέρω λόγων κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση, ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί με σαφήνεια και πληρότητα. Στην έννοια της ανωτέρω βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος δεν εμπίπτει και η πρόταση του ισχυρισμού, ότι κακώς έγινε η επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως στον εκκαλούντα ως άγνωστης διαμονής, ενώ αυτός ήταν γνωστής διαμονής και για το λόγο αυτόν δεν έλαβε γνώση της επιδοθείσας αποφάσεως, που μάχεται μόνο κατά του κύρους της επιδόσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, απέρριψε ως εκπρόθεσμη και ως εκ τούτου απαράδεκτη την έφεση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας υπ' αριθμ. 94045/1994 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε καταδικασθεί για έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση. Για να στηρίξει την απορριπτική του κρίση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο περιέλαβε την εξής αιτιολογία: "Από το από ... αποδεικτικό επιδόσεως αποφάσεως του αστυφ. ... , που αναφέρεται στην υπ' αριθμ. 94045/1994 απόφαση του Μον. Πλημ. Αθ., προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε στον εκκαλούντα ως αγνώστου διαμονής, δεδομένου ότι δεν ανευρέθη στην επί της οδού ... κατοικία του. Δηλαδή το αρμόδιο όργανο επίδοσης, αφού ερεύνησε τη γνωστή διεύθυνση της οδού.... και δεν τον ανεύρε, εγκύρως επέδωσε κατ' άρθρ. 156 Κ.Ποιν.Δ. ως αγνώστου διαμονής, εφ' όσον μάλιστα από ουδέν στοιχείο (λογαρ. ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΥΔΑΠ, μισθωτ. κατ. κ.ο.κ.) προκύπτει ότι οι διευθύνσεις που επικαλείται (... και ... ) ήταν γνωστές ή ηδύναντο να καταστούν γνωστές στις Αρχές. Συνεπώς εγκύρως επιδόθηκε η απόφαση στον εκκαλούντα ως αγνώστου διαμονής και η έφεση, που κατατέθηκε στις 17 Μαΐου 2005, είναι εκπρόθεσμη, εφόσον ασκήθηκε περί δέκα έτη περίπου μετά την επίδοση της απόφασης. Γιαυτό θα πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρα 476 παρ. 1 και 473 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.)." Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλεται για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, αφού παραθέτει το χρόνο επιδόσεως της εκκαλούμενης στον κατηγορούμενο, το χρόνο της ασκήσεως της εφέσεως και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς να είναι απαραίτητος ο ειδικότερος προσδιορισμός τούτου ή η μνεία των στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως. Βεβαίως με την έκθεση εφέσεως ο εκκαλών κατηγορούμενος για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της εφέσεώς του ισχυρίσθηκε "ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της ως άνω αποφάσεως, αφού κακώς του επεδόθη ως αγνώστου διαμονής στην ... , όπου ουδέποτε διέμενε, ενώ ήταν γνωστής διαμονής στη ... από το 1994 στην οδό ... , στην Αθήνα από το 2001 στην ... και γνώση έλαβε την 12.5.2005 οπότε και συνελήφθη". Ο ανωτέρω όμως ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ο οποίος στρέφεται μόνο κατά του κύρους της επιδόσεως, είναι αόριστος, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται με την έφεσή του, ότι η ως άνω κατά τον κρίσιμο χρόνο διαμονή του ήταν γνωστή στην παραγγείλασα την επίδοση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Εισαγγελική Αρχή και ως εκ τούτου, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού, στον οποίο εκ περισσού αιτιολογημένως απάντησε. Τέλος στο λόγο εφέσεως για μη επίδοση ή άκυρη επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως δεν εμπεριέχεται και ισχυρισμός για ακυρότητα του αποδεικτικού επιδόσεως από συγκεκριμένες ελλείψεις του και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του συναφή αιτιολογία. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Η΄ του Κ.Π.Δ. σχετικοί λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και συνακολούθως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13.6.2006 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 20191/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ