Αριθμός 1402/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσίβλητης: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Η. Μ. Α. Ε. Ε. Ν. Μ. Κ. Ι.-Δ. Κ. Κ. Π. Σ. Υ.", με το διακριτικό τίτλο "Η. Μ.Α.Ε." και έδρα την ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, στην οποία λειτουργεί την ιδιωτική κλινική με την επωνυμία "Ι. Κ. Ε. Ν. H. C." και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Θεοδόση και Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Β. Τ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 653/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2748/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-1-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 3-1-2022 (αριθμός έκθ. κατάθεσης 294/28/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 2748/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 12-4-2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 653/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 11-12-2017 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 609862/3174/ 2017) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικ. με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 11-12-2017 αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ισχυρίστηκε ότι η τελευταία είναι διάδοχος του Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "Κ. Ι. Ε. Ν.", κατά του οποίου είχε ασκήσει την από 30-12-2014 αγωγή του, με την οποία εξέθετε τα εξής: Ότι μεταξύ αυτού και του ως άνω Ιδρύματος καταρτίστηκαν οι από 11-2-2000 και 1-3-2010 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με τις οποίες συμφωνήθηκε να παρέχει στο Νοσοκομείο "Ε. Ν." τις υπηρεσίες του ως ιατρός - επεμβατικός καρδιολόγος με την πρώτη σύμβαση και ως αναπληρωτής διευθυντής με τη δεύτερη, έναντι μηνιαίων αποδοχών καθοριζόμενων από την ατομική του σύμβαση, την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ των εργαζομένων στις ιδιωτικές κλινικές όλης της Χώρας (Ο.Σ.Ν.Ι.Ε.), τις διαιτητικές αποφάσεις και τον νόμο και οι οποίες (αμοιβές) ανέχονταν, κατά τη σύναψη της δεύτερης σύμβασης, στο ποσό των 2.235,25 ευρώ μηνιαίως. Ότι από την αρχική του πρόσληψη έως την άσκηση της αγωγής παρείχε πραγματικώς και προσηκόντως τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο Ίδρυμα, σε καθημερινή βάση, σύμφωνα με το συμβατικό του ωράριο, κατά τις συγκεκριμένες ημέρες και ώρες που καθορίζονταν από το τελευταίο για την εξυπηρέτηση των αναγκών του Νοσοκομείου και του Τμήματος του οποίου αυτός Προΐστατο ως αναπληρωτής διευθυντής. Ότι η σύμβαση εργασίας του με το εναγόμενο Ίδρυμα του παρείχε ρητά το δικαίωμα παροχής ιατρικών υπηρεσιών σε προσωπικούς του ασθενείς εντός των εγκαταστάσεων του Νοσοκομείου, ειδικότερα δε, με το άρθρο 4 παρ. 2 της από 1-3-2010 σύμβασης συμφωνήθηκε ότι για τους εν λόγω ασθενείς το Νοσοκομείο ουδέν ποσοστό παρακρατεί επί της προσωπικής αμοιβής του ως θεράποντος ιατρού, η οποία αμοιβή θα καθορίζεται ελεύθερα μεταξύ αυτού και του ασθενούς. Ότι οι προσωπικοί του ασθενείς, μετά την εκ μέρους του παροχή ιατρικών υπηρεσιών προς αυτούς, κατέβαλλαν στο λογιστήριο του Νοσοκομείου τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, την οποία το τελευταίο όφειλε να αποδώσει ακολούθως σ' αυτόν, ενώ συνήθης πρακτική ήταν και η, κατόπιν έκδοσης από αυτόν της αντίστοιχης απόδειξης παροχής υπηρεσιών, καταβολή της προσωπικής του αμοιβής στο λογιστήριο του Νοσοκομείου από την ασφαλιστική εταιρεία, με την οποία ο εκάστοτε προσωπικός του ασθενής είχε συνάψει σχετική σύμβαση. Ότι πέραν των οριζόμενων με τη σύμβαση εργασίας του τακτικών μηνιαίων αποδοχών, ως μέρος αυτών είχε συμφωνηθεί ρητά μεταξύ αυτού και του εναγομένου Ιδρύματος, άλλως σιωπηρά βάσει της πάγιας πρακτικής αυτού, ειδική αμοιβή που προέκυπτε από τα εκδιδόμενα τακτικά από το τελευταίο και αφορώντα ονομαστικά καθέναν από τους ιατρούς μεριδολόγια/αμοιβολόγια. Ότι, παρά την εκ μέρους του προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών του, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και τα προβλεπόμενα από την ιατρική δεοντολογία και ηθική, το εναγόμενο καθυστερεί να του καταβάλει α) μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών του, οι οποίες αφορούν το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2012 έως τον Μάρτιο του 2014 και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 21.947,03 ευρώ και β) την ειδική αμοιβή του από μεριδολόγια/αμοιβολόγια, η οποία αφορά τα έτη 2008 έως 2014 και ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 268.074,30 ευρώ. Ότι με βάση το ως άνω ιστορικό και κατόπιν μερικής μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 21.947,03 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι αυτό έχει την υποχρέωση να του καταβάλει το ποσό των 268.074,30 ευρώ, αμφότερα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Ότι επί της ανωτέρω αγωγής του εκδόθηκε η υπ' αριθ. 708/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε αυτή εξ ολοκλήρου δεκτή. Ότι με επίσπευση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.Ε.", στις 24-9-2014 εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό το Νοσοκομείο "Ε. Ν." ως οικονομικό σύνολο, μοναδικός δε πλειοδότης και υπερθεματίστρια αναδείχθηκε η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία "Η. Α.Ε.", η οποία κατέβαλε το πλειστηρίασμα ποσού 115.000.000 ευρώ και την 1-11-2014 ανέλαβε το σύνολο τω κτηρίων του Νοσοκομείου, τον εξοπλισμό του, την άδεια λειτουργίας του και κάθε άλλο δικαίωμα επί περιουσιακών στοιχείων αναγκαίων για τη λειτουργία του, έκτοτε δε, συνεχίζει την ίδια επιχειρησιακή δραστηριότητα, διατηρώντας την ταυτότητα της μεταβιβάζουσας επιχείρησης και χωρίς καμία διακοπή στη λειτουργία αυτής. Ότι κατ' αυτόν τον τρόπο η εναγομένη υπεισήλθε, ως νέα εργοδότρια, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αρχικού εργοδότη, ήτοι του Ι. Ε. Ν., από συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με αυτό για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις ανωτέρω εργασιακές σχέσεις. Με βάση το ως άνω ιστορικό και κατόπιν μερικής μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία να του καταβάλει το ποσό των 147.797,0 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι αυτή έχει την υποχρέωση να του καταβάλει το ποσό των 142.224,33 ευρώ, αμφότερα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 653/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε αυτή εξ ολοκλήρου δεκτή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγομένη με την από 12-4-2019 έφεσή της, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 2748/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτησή της. Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος της 16/18.7.1920. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 λήφθηκαν "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου". Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων. Έτσι, οι διατάξεις του ως άνω Π.Δ/τος εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. α' και γ'). Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως "μεταβίβαση" θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. β'). Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης (άρθρο 3 παρ. 1 στοιχ. α' και β'). Η Οδηγία 98/50/ΕΚ αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης. Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο, δηλαδή, που ευνοεί την κατάφαση της "μεταβίβασης" ακόμη και σε περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, πρέπει να πρόκειται για μια "οικονομική οντότητα". Πρέπει δηλαδή να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα ("οικονομική οντότητα"), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού που επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 317/2022, 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017). Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου φορέα στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994, ΑΠ 317/2022, 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 1188/2019, ΑΠ 1369/2018). Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια (ΑΠ 317/2022, 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 444/2019). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης, κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτήρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κ.λπ.) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 317/2022, 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018). Η βαρύτητα που θα αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζόμενων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών, χωρίς να αποκλείεται, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, η λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων που μπορεί να συνιστούν επιπλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (ΑΠ 317/2022, 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 444/2019). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, με τη μεταβίβαση και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταφέρονται στον διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος της 16/18.7.1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κ.λπ." (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955). Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κ.λπ., για την οποία οι εργαζόμενοι, αν και πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο. Εξάλλου, ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε νοούνται οι οποιοσδήποτε φύσεως υποχρεώσεις, είτε από σύμβαση είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα, να είχαν συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 317/2022, 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018). Επομένως, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από την υπερημερία του αρχικού εργοδότη, που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, και συνακόλουθα ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας, αφού το προσωπικό της επιχείρησης εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 317/2022, 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1147/2017). Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του Π.Δ/τος 178/2002 συνιστούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, που αποσκοπούν στην προστασία του περιεχομένου της εργασιακής σχέσης, και συνακόλουθα είναι άκυρη η συμφωνία μεταξύ του μεταβιβάζοντος και των εργαζομένων, βάσει της οποίας οι τελευταίοι παραιτούνται από συμβατικές τους αξιώσεις, όταν η συμφωνία αυτή έχει ως αιτία τη μεταβίβαση και στοχεύει στο να αποτραπεί η υπεισέλευση του νέου φορέα στο σύνολο των υφιστάμενων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έναντι των εργαζομένων (ΑΠ 317/2022, 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 444/2019). Περαιτέρω, με την παρ. 1 του άρθρου 4α της Οδηγίας 98/50/ΕΚ ορίζεται ότι "Εκτός εάν τα κράτη μέλη προβλέπουν άλλως, τα άρθρα 3 και 4 δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο εκχωρητής υπόκειται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, κινηθείσα με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του εκχωρητή και οι διαδικασίες αυτές διεξάγονται υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής (που μπορεί να είναι σύνδικος πτωχεύσεως, εξουσιοδοτημένος από αρμόδια δημόσια αρχή)" και με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να αποφευχθεί η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες αφερεγγυότητας με σκοπό να στερηθούν οι εργαζόμενοι των δικαιωμάτων που απορρέουν από την παρούσα Οδηγία". Οι ως άνω διατάξεις των παρ. 1 και 4 του άρθρου 4α της Οδηγίας 98/50/ΕΚ έχουν συμπεριληφθεί αυτούσιες στις παρ. 1 και 4 του άρθρου 5 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ, αντίστοιχα, η οποία, όπως προεκτέθηκε, κωδικοποίησε την Οδηγία 77/187/ΕΟΚ. Ακολούθως, με το άρθρο 6 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002 ορίζεται ότι: "1. Τα άρθρα 4 και 5 του παρόντος δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στο άρθρο 44 παρ. 5 του Ν. 2648/1998, η οποία κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και σύμφωνα με διαδικασίες που διεξάγονται υπό την εποπτεία της, κατά περίπτωση, αρμόδιας Αρχής". Με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998 (με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989) ορίζεται ότι: "Αφερέγγυος εργοδότης είναι: α) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που περιέρχεται σε κατάσταση παύσεως ή αναστολής των πληρωμών του και κηρύσσεται σε πτώχευση με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου. Αν η επιχείρηση αυτού του εργοδότη συνεχίζει να λειτουργεί παρά την κήρυξη σε πτώχευση, τότε ο εργοδότης δεν θεωρείται αφερέγγυος, β) επιχείρηση (προβληματική) που υποβάλλεται στην ειδική εκκαθάριση των άρθρων 9 του ν. 1386/1983 (ΦΕΚ 107 Α'), 46 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α') και 14 του ν. 2000/1991 (ΦΕΚ 206 Α'), όπως ισχύουν, γ) ασφαλιστική επιχείρηση της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε με απόφαση του αρμοδίου υπουργού, λόγω παράβασης διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας και τίθεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση (αναγκαστική) σύμφωνα με το άρθρο 12α του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 10 Α') όπως ισχύει, δ) κάθε εργοδότης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που η επιχείρησή του τέθηκε, ύστερα από προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία, σε εκκαθάριση με σκοπό την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών του και με αποτέλεσμα τη λύση των σχέσεων εργασίας με τους μισθωτούς του". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας (ΕΕ L 160), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ως διαδικασία αφερεγγυότητας νοείται κάθε συλλογική διαδικασία που προϋποθέτει την αφερεγγυότητα του οφειλέτη και συνεπάγεται τη μερική ή ολική πτωχευτική του απαλλοτρίωση και τον διορισμό συνδίκου και οδηγεί στην εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, περιλαμβάνει δε και τη διαδικασία που περατώνεται με πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλα μέτρα που τερματίζουν την αφερεγγυότητα του οφειλέτη ή με τερματισμό λόγω ανεπάρκειας ενεργητικού (ΑΠ 317/2022, 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 837/2018). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι διατάξεις του άρθρου 6 του Π.Δ/τος 178/2002, με τις οποίες εισάγονται εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζομένους πεδίο εφαρμογής των άρθρων 4 και 5 αυτού, είναι στενά ερμηνευτέες και ότι η απαρίθμηση των περιπτώσεων εξαίρεσης λόγω διαδικασιών πτώχευσης ή άλλης αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στην παρ. 5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998, είναι περιοριστική και όχι ενδεικτική. Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και από τη γραμματική διατύπωση της ως άνω διάταξης, δεδομένου ότι δεν χρησιμοποιείται η λέξη "ιδίως" ή άλλη παρεμφερής λέξη ή φράση, που να υποδηλώνει ενδεικτική απαρίθμηση των περιπτώσεων αφερεγγυότητας. Εξάλλου, ο νομοθετικός λόγος που υπαγορεύει τις ως άνω εξαιρέσεις, είναι η διευκόλυνση της εκκαθάρισης επιχειρήσεων με τις προβλεπόμενες από το νόμο συλλογικές διαδικασίες, με ρευστοποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων προς διαφύλαξη των συμφερόντων των δανειστών, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει όταν συνεχίζεται η λειτουργία της επιχείρησης, όπως ορίζεται ρητά, άλλωστε, στην περίπτωση της πτώχευσης με συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης. Προς τον σκοπό δε, να αποφευχθεί η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, με τις οποίες εισάγονται εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζομένους πεδίο εφαρμογής των Οδηγιών 98/50/ΕΚ και 2001/23/ΕΚ, με τις προεκτεθείσες διατάξεις αυτών (Οδηγιών) δόθηκε κατεύθυνση στα κράτη μέλη για τη λήψη σχετικών προς τούτο μέτρων. Περαιτέρω, με το άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που περιέχεται στο κεφάλαιο για την κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων, ορίζεται ότι "κατάσχεση μπορεί να γίνει και σε περιουσιακά δικαιώματα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, τα οποία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 953 παρ. 1 και 2, 982 και 992, ιδίως σε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ευρεσιτεχνίας, εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών, σε απαιτήσεις κατά τρίτων εξαρτώμενες από αντιπαροχή, εφόσον κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται η μεταβίβαση αυτών των δικαιωμάτων". Γενικά στη ρύθμιση των άρθρων 1022 επ. του ΚΠολΔ υπάγεται οποιοδήποτε περιουσιακής φύσεως δικαίωμα του οφειλέτη, μη υποκείμενο σε κατάσχεση κατά τις ως άνω διατάξεις. Συνεπώς και το άυλο αγαθό της επιχείρησης, ως συνόλου, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο κατά το άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο η έννοια του δικαιώματος δεν είναι η αυστηρά νομική, αλλά περιουσιακή, ώστε να περιλαμβάνονται όχι μόνο τα νομικώς αλλά και τα οικονομικώς αυθύπαρκτα δικαιώματα. Η κατάσταση αυτή περιλαμβάνει τα κατ' ιδίαν (εμπράγματα, ενοχικά κ.λπ.) δικαιώματα, καθώς και τα ιδιαίτερα δικαιώματα επί άυλων αγαθών (σήματος, διακριτικού γνωρίσματος κ.λπ.), έτσι ώστε ο αποκτών δια του πλειστηριασμού να συνεχίζει την επιχείρηση και να καθίσταται δικαιούχος όλων των επί μέρους δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 7/2009, ΑΠ 317/2022, 322/2022, ΑΠ 323/2022). Συνακόλουθα, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης της επιχείρησης ως συνόλου, κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που κινείται ατομικά από τον δανειστή του καθ' ου η εκτέλεση και οδηγεί στην απόκτηση της επιχείρησης ως συνόλου από τον υπερθεματιστή, με τη διατήρηση συγχρόνως της επιχείρησης ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας, δεν αποτελεί διαδικασία πτώχευσης, η οποία, ως σύστημα καθολικής και συλλογικής εκτέλεσης, καταλαμβάνει όλους τους πτωχευτικούς πιστωτές και ολόκληρη την περιουσία του οφειλέτη που πτώχευσε και σκοπεύει, κατά κανόνα, στην εκκαθάριση ολόκληρης της περιουσίας του οφειλέτη (ΟλΑΠ 4/2018, ΑΠ 317/2022, 322/2022, ΑΠ 323/2022) ούτε διαδικασία αφερεγγυότητας εκ των διαλαμβανομένων στην παρ. 5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998, περιπτώσεων αφερεγγυότητας ούτε γίνεται με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης και υπό την εποπτεία αρμόδιας προς τούτο αρχής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 6 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, ούτε αποτελεί οποιαδήποτε άλλη, ανάλογη της πτώχευσης, διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως αυτή προσδιορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού 1346/2000, καθότι δεν είναι συλλογική διαδικασία αφερεγγυότητας που συνεπάγεται την πτωχευτική απαλλοτρίωση και τον διορισμό συνδίκου προς εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Μόνο δε το γεγονός ότι καθ' ον χρόνο έλαβε χώρα η διαδικασία της κατάσχεσης και του πλειστηριασμού επιχείρησης ως συνόλου, κατ' εφαρμογή των άρθρων 1022 επ. του ΚΠολΔ, η επιχείρηση είχε ήδη περιέλθει σε κατάσταση μόνιμης και διαρκούς αδυναμίας πληρωμών που καθιστούσε αδύνατη τη λειτουργία της, δεν διαφοροποιεί τα ανωτέρω, εφόσον δεν κινήθηκαν συλλογικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, σκοπούσες στην εκκαθάριση των περιουσιακών της στοιχείων υπό την εποπτεία αρμόδιας αρχής, και αυτή εξακολούθησε τη λειτουργία της. Ως εκ τούτου, η συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης, που κατασχέθηκε και στη συνέχεια εκπλειστηριάστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ, από τον υπερθεματιστή στον οποίο κατακυρώθηκε με αναγκαστικό πλειστηριασμό, συνιστά μεταβίβαση επιχείρησης κατά την έννοια των διατάξεων του Π.Δ/τος 178/2002 και της Οδηγίας 98/50/ΕΚ (καθώς και της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ), με συνέπεια οι εργαζόμενοι της επιχείρησης να εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο των άρθρων 4 και 5 του ως άνω Π.Δ/τος και των αντιστοίχων άρθρων 3 και 4 της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, καθότι στην ως άνω διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ δεν τυγχάνει εφαρμογής, όπως προεκτέθηκε, η διάταξη του άρθρου 6 του Π.Δ/τος 178/2002 και μάλιστα ούτε ευθέως ούτε αναλόγως, καθότι προσφυγή σε αναλογική εφαρμογή διάταξης προϋποθέτει κενό δικαίου και ομοιότητα της αρρύθμιστης με συναφείς ρυθμισμένες περιπτώσεις (ΟλΑΠ 7/2017, ΑΠ 317/2022, 322/2022, ΑΠ 323/2022), περίπτωση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω. Εξάλλου, με το άρθρο 49 του Ν. 2082/1992 ορίζεται ότι "1 Κυρώνεται και αποκτά ισχύ νόμου η σύσταση από τον Ε. Ε. Σ. (Ε.Ε.Σ.) Κοινωφελούς Ιδρύματος μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ Ε. Ν." που συνεστήθη με την 8031/23.7.1992 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας συζ. Ηλία Μασούρου γένος Παύλου Τσανάκα, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την 13840/21.8.1992 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίας Π. Μορφωπού - Χρόνη. 2. Το Ίδρυμα αυτό αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και διέπεται αποκλειστικά από τις παραπάνω κωδικοποιηθείσες διατάξεις, οι οποίες παρατίθενται στη συνέχεια και κυρώνονται με τον παρόντα νόμο και έχουν ως εξής...". Με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 4058/2012 προστέθηκε παρ. 2 στο άρθρο 2 του καταστατικού του ως άνω κοινωφελούς ιδρύματος, η οποία έχει ως εξής : "2. Για την εξυπηρέτηση των αναγκών του, το Κοινωφελές Ίδρυμα Ε. Ν. μπορεί να: α) Πωλεί, μισθώνει, προβαίνει σε χρηματοδοτική μίσθωση και εκμεταλλεύεται, εν γένει, τα περιουσιακά του στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου και του Νοσηλευτικού Ιδρύματος ως ομάδας περιουσίας. Στην περίπτωση πώλησης ή εκμίσθωσης του Νοσηλευτικού Ιδρύματος θα εφαρμόζεται η παράγραφος 7 του άρθρου 6, η οποία απαιτεί αυξημένη πλειοψηφία 2/3 των παρόντων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. β) Ιδρύει εταιρείες, με σκοπό που συνάδει με τους σκοπούς του". Συνεπώς, το ως άνω κοινωφελές ίδρυμα είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που απολαμβάνει οικονομικής και διοικητικής αυτοτέλειας, δεν υπάγεται σε κρατικό έλεγχο και λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και η λειτουργία του διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και τις διατάξεις του καταστατικού του (ΑΠ 317/2022, ΑΠ 322/2022, ΑΠ 323/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 317/2022, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 519/2022, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 2/2022). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 317/2022, ΑΠ 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1266/2017). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 317/2022, ΑΠ 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 1388/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων προσελήφθη από το ΝΠΙΔ με την επωνυμία Κ. Ί. Ε. Ν. (στο εξής ΚΙΕΝ), με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και παρείχε τις υπηρεσίες του ως ιατρός στο Νοσοκομείο Ε. Ν.. Ειδικότερα, προσελήφθη στις 11/2/2000 ως ιατρός - επεμβατικός καρδιολόγος και την 1/3/2010 με νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου συμφωνήθηκε να απασχολείται εφεξής ως ιατρός και με την ιδιότητα του Αναπληρωτή Διευθυντή. Την εργασία του εκτελούσε σύμφωνα με τις οδηγίες και το πρόγραμμα εργασίας του Νοσοκομείου που καθόριζε το ΚΙΕΝ σε ώρες εργασίας - ωράριο - εφημερίες, που επίσης καθοριζόταν από το τελευταίο, υποχρεούμενος να παρέχει τις υπηρεσίες του σε κάθε ασθενή του Νοσοκομείου, συμμορφούμενος με τις εντολές και οδηγίες του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΙΕΝ, των προϊσταμένων του τμήματος του που τοποθετούσε το ΚΙΕΝ, τις αποφάσεις των επιτροπών και των εν γένει οργάνων του ιδρύματος και λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες του Νοσοκομείου και τον κοινωφελή του χαρακτήρα, ώστε η σύμβαση εργασίας που τον συνέδεε, με το ΚΙΕΝ, τόσο με βάση το περιεχόμενο της συμβάσεως του, όσο και ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματικά προσφέρθηκε η εργασία να έχει τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων καθ' όλο τον χρόνο που αφορά η αγωγή ελάμβανε από το ΚΙΕΝ μηνιαίες αποδοχές που αποτελούνταν αφενός από το συμφωνημένο κατά μήνα σταθερό του μισθό με τα κάθε είδους επιδόματα και προσαυξήσεις που ορίζονται από τις ΣΣΕ (ΟΣΝΙΕ), τις Δ.Α. και το νόμο, όπως εκάστοτε ίσχυσαν, αφετέρου ποσό αντίστοιχο με το ύψος της αμοιβής ιατρού ή μέρους αυτής που εισέπραττε το ΚΙΕΝ πέραν των νοσηλίων, εξετάσεων, φαρμακευτικής δαπάνης κλπ. από τα ασφαλιστικά ταμεία και τις ασφαλιστικές εταιρείες των εξεταζομένων ή νοσηλευομένων στους οποίους έκανε ιατρικές πράξεις ο ενάγων. Το ύψος του ποσού που του κατέβαλλε το ΚΙΕΝ από την δεύτερη αιτία (ειδική αμοιβή κατά την αγωγή) είχε σχέση με το αν η αμοιβή ιατρού αφορούσε λήπτη υπηρεσιών που ο ίδιος ο ενάγων είχε φέρει στο Νοσοκομείο, δηλαδή δικό του ασθενή, στην απόφαση του οποίου να ζητήσει τις υπηρεσίες του Νοσοκομείου καθοριστικό ήταν ότι ο ενάγων θα του παρείχε ιατρικές υπηρεσίες και ότι εκείνος τον κατεύθυνε σε αυτό, ή άλλον, εκτός της προηγούμενης περίπτωσης λήπτη υπηρεσιών, στον οποίο το Νοσοκομείο όρισε τον ενάγοντα να εκτελέσει τις απαραίτητες ιατρικές πράξεις ή άλλος γιατρός του Νοσοκομείου τον παρέπεμψε σε εκείνο για να εκτελέσει ιατρική πράξη κ.ο.κ. Στην πρώτη περίπτωση το ΚΙΕΝ του απέδιδε ολόκληρο το ποσό της αμοιβής ιατρού που εισέπραττε, χωρίς να παρακρατεί κανένα ποσό, ενώ στην άλλη περίπτωση το ΚΙΕΝ του απέδιδε ποσοστό, που αποφάσιζε το ίδιο, παρακρατώντας μέχρι και το 40% της αμοιβής. Άλλωστε ο ενάγων, που δεν απαγορευόταν από τη σύμβαση εργασίας του να διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο, αλλά απαγορευόταν η συνεργασία του με οποιοδήποτε άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα, εφόσον ασθενής του χρειαζόταν να νοσηλευθεί σε ιδιωτική νοσηλευτική μονάδα ή να λάβει υπηρεσίες που προσέφερε ο εργοδότης του, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και οι υπηρεσίες της ειδικότητας του ενάγοντος όφειλε υποχρεωτικώς να τον παραπέμψει προς τούτο στο νοσοκομείο Ε. Ν., διότι από τη σύμβαση εργασίας του είχε τεθεί απαγόρευση συνεργασίας με άλλα Νοσηλευτικά Ιδρύματα. Το Νοσοκομείο Ε. Ν. εισέπραττε από κάθε λήπτη των υπηρεσιών του, άρα και από τους προσωπικούς ασθενείς του ενάγοντος στους οποίους εντός του Νοσοκομείου Ε. Ν. προσέφερε τις υπηρεσίες του, αμοιβή ιατρού, το ύψος της οποίας καθοριζόταν από τις συμβάσεις που είχε συνάψει με τα ασφαλιστικά ταμεία και τις ασφαλιστικές εταιρείες. Το ποσό αμοιβής ιατρού το εισέπραττε το Νοσοκομείο στο όνομα του και για λογαριασμό του και όχι στο όνομα και για λογαριασμό του ενάγοντος, κατόπιν εντολής ή πληρεξουσιότητας ή οποιασδήποτε άλλης σχέσης. Οι προσωπικοί ασθενείς του ενάγοντος που εισάγονταν στο Νοσοκομείο λόγω της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του και στους οποίους ενεργούσε ιατρικές πράξεις, νοσηλεύονταν όπως και οι λοιποί στους οποίους ο ενάγων ενεργούσε ιατρικές πράξεις ως ιατρός του Νοσοκομείου, η δε προσφορά των υπηρεσιών του στους πρώτους γινόταν ως μέρος της όλης φροντίδας που προσέφερε το ΚΙΕΝ με τον εξοπλισμό του και έμμισθο - μόνιμο προσωπικό του, ιατρικό, στο οποίο συγκατελέγετο και ο ενάγων, νοσηλευτικό και βοηθητικό. Άλλο είναι το ζήτημα ότι για τις ιατρικές του πράξεις στους πρώτους ο ενάγων θα ελάμβανε υψηλότερη "ειδική αμοιβή" από το ΚΙΕΝ, συμφωνία που άλλωστε δικαιολογείτο αφενός από το ότι ο ενάγων, με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που είχε συνάψει με το ΚΙΕΝ αμειβόταν με τις νόμιμες αποδοχές και είχε αποκλεισθεί από τη δυνατότητα συνεργασίας με άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα και αφετέρου από το ότι το ΚΙΕΝ, από την προσέλευση ασθενών σ' αυτό αποκλειστικά λόγω της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του ενάγοντος ιατρού και στις ιατρικές του ικανότητες, παρότι απέδιδε το ισόποσο αμοιβής ιατρού σ' αυτόν, ωφελούνταν κατά τα νοσηλεία, την αμοιβή για διαγνωστικές εξετάσεις κλπ. Τα ποσά που κατέβαλε το ΚΙΕΝ στον ενάγοντα από την παραπάνω αιτία συνιστούν αντιπαροχή - αντάλλαγμα του ΚΙΕΝ για την εξαρτημένη εργασία του ως ιατρού του ΚΙΕΝ και στην προσωπική του δέσμευση, στο πλαίσιο της ίδιας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του και προς όφελος του εργοδότη του να κατευθύνει τους προσωπικούς του πελάτες στο Νοσοκομείο Ε. Ν., αφού του είχε αποκλεισθεί η δυνατότητα να συνεργασθεί με άλλο Νοσηλευτήριο, όπου θα μπορούσε να παράσχει υπηρεσία στους ασθενείς του. Έχει επομένως η παροχή αυτή χαρακτήρα πρόσθετου μισθού και ο ενάγων αντίστοιχη μισθολογική αξίωση (648, 653 ΑΚ). Επίσης, τα ίδια ισχύουν και για όσα ποσά οφείλονται στον ενάγοντα ως ποσοστό της αμοιβής ιατρού που εισέπραξε το ΚΙΕΝ, ομοίως για λογαριασμό του, για εκτέλεση ιατρικών πράξεων εκ μέρους του ενάγοντος στους υπόλοιπους ασθενείς του Νοσοκομείου στο πλαίσιο επίσης της εξαρτημένης εργασίας του ως ιατρού στο Νοσοκομείο, είτε κατά σύσταση του Ε. Ν., είτε άλλων ιατρών εργαζομένων στο ίδιο Νοσοκομείο, που έκριναν ότι χρειάζονται για την αντιμετώπιση περιστατικών και τις δικές του ιατρικές υπηρεσίες, τις οποίες ως έμμισθο - μόνιμο προσωπικό του ΚΙΕΝ είχε την υποχρέωση να προσφέρει, όπως και στην προηγούμενη περίπτωση ασθενών, υπό την εποπτεία και τις οδηγίες του εργοδότη του, που σε κάθε περίπτωση ασκούσε το διευθυντικό του δικαίωμα. Τον χαρακτήρα μισθού των παραπάνω αποδοχών δεν αναιρεί το γεγονός ότι για την είσπραξη τους από το ΚΙΕΝ ο ενάγων εξέδιδε απόδειξη παροχής υπηρεσιών του προς αυτό ούτε ότι δεν υπολογίζονταν τα ποσά αυτά στα επιδόματα εορτών κλπ., χωρίς αντίρρηση του ενάγοντος, διότι σημασία έχει αν οφείλονται ως αντιπαροχή για την προσφορά εξαρτημένης εργασίας, όπως πράγματι οφείλονται, και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών, χαρακτηρισμός που εξαρτάται ιδίως από τους όρους και τις συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία, ενώ όσον αφορά το επιχείρημα περί μη συνυπολογισμού των αποδοχών στα επιδόματα δώρων κλπ., γίνεται σύγχυση μεταξύ μισθού και τακτικών αποδοχών. Το ΚΙΕΝ, παρότι από το 2012 δεν εξοφλούσε, λόγω οικονομικής δυσχέρειας, την ειδική αμοιβή, συνέχισε να αποστέλλει στον ενάγοντα τους καταλόγους (μεριδολόγια/ αμοιβολόγια), από όπου προέκυπταν τα ονόματα των ασθενών στους οποίους είχε εκτελέσει ιατρικές πράξεις και για τους οποίους το Νοσοκομείο είχε εισπράξει αμοιβή ιατρού και όφειλε να του καταβάλει, κατά τη συμφωνία τους (ρητή ή σιωπηρή), ποσό ίσο με αυτήν ή μέρος αυτής, προκειμένου να ενημερωθεί και να ελέγξει την ακρίβεια τους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για τα έτη 2009, 2010, 2011, 2012, 2013 και 2014 (έως τέλος Σεπτεμβρίου που αφορούν οι αξιώσεις του ενάγοντος) το ΚΙΕΝ δεν κατέβαλε στον ενάγοντα την αμοιβή του από την ανωτέρω αιτία, το ακριβές ύψος δε των οφειλομένων στον ενάγοντα για την παραπάνω αιτία αποδεικνύεται από την 25-9-2014 έγγραφη δήλωση που χορήγησε το ΚΙΕΝ κατόπιν αιτήσεως του, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε αναγγελία των απαιτήσεων του στον πλειστηριασμό του Νοσοκομείου του ΚΙΕΝ, χωρίς να αναιρείται η περί τούτου αποδεικτική του αξία από το ότι τα ποσά αναφέρονται ως διεκδικούμενα και όχι ως οφειλόμενα, διότι λαμβάνεται ως σημείο αναφοράς ο ενάγων που τα διεκδικεί και όχι το ΚΙΕΝ που τα οφείλει. Με βάση τις ανωτέρω δηλώσεις "τα καθαρά πληρωτέα ποσά σε ευρώ" στον ενάγοντα για την ειδική του αμοιβή ανέρχονται στο ποσό που διεκδικεί με την αγωγή του. Το ΚΙΕΝ, παρότι διατήρησε επιφύλαξη στις παραπάνω δηλώσεις για κάθε νόμιμο δικαίωμα του σχετικά με το σύνολο των παραπάνω αξιώσεων του ενάγοντος, δεν προέβαλε ποτέ οποιαδήποτε συγκεκριμένη αμφισβήτηση των ποσών που το ίδιο προσδιόρισε ότι δικαιούται ο ενάγων με τις δηλώσεις του αυτές, ενώ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς η από 30/12/2014 πρώτη αγωγή στρεφόταν κατ' αυτού, δεν εμφανίσθηκε. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η Τ. Π., που διατηρούσε σε βάρος του ΚΙΕΝ ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, ύψους περίπου 96.000.000 ευρώ, οι οποίες περιήλθαν σ' αυτήν δυνάμει ειδικής διαδοχής μετά την απόκτηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της κυπριακής τράπεζας (αρχικής δανείστριας) με την επωνυμία C. P. B. CO LTD (πρώην M. P. B. P. CO LTD), για τις απαιτήσεις αυτές είχε επιτύχει την έκδοση διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε με την από 28-5-2014 και με αριθμό κατάθεσης 10872/1127/6-6-2014 αίτηση της στο Ειρηνοδικείο Αθηνών να της δοθεί άδεια κατάσχεσης του Νοσοκομείου Ε. Ν. ως οικονομικής μονάδας και συνόλου περιουσίας, που περιλαμβάνει το άυλο δικαίωμα επί του διακριτικού τίτλου, την άδεια λειτουργίας ιδιωτικής κλινικής, τις πάσης φύσεως απαιτήσεις του έναντι τρίτων, τις διαρκείς συμβάσεις συνεργασίας και κάθε άλλο δικαίωμα (ενοχικό και εμπράγματο) επί περιουσιακών στοιχείων, το οποίο είναι αναγκαίο για τη συνέχιση της παραγωγικής λειτουργίας και της οικονομικής δραστηριότητας του Νοσοκομείου Ε. Ν.. Με την 924/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή η αίτηση και την 24-9-2014 έλαβε χώρα αναγκαστικός πλειστηριασμός της νοσηλευτικής μονάδας ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Ε. Ν. ως επιχείρησης - οικονομικής μονάδας και συνόλου περιουσίας και κατακυρώθηκε στην εκκαλούσα - εναγομένη, μοναδική πλειοδότη, έναντι πλειστηριάσμα-τος 113.135.251 ευρώ. Η εκκαλούσα - εναγομένη, που όπως και η ίδια αναφέρει στην έφεσή της ήταν θυγατρική της Τράπεζας Πειραιώς, συνέχισε τη λειτουργία της επιχείρησης και συνέχισε να απασχολεί τον ενάγοντα - εφεσίβλητο στην ίδια θέση εργασίας με τα ίδια καθήκοντα και με τους ίδιους όρους. Η με τον παραπάνω τρόπο μεταβίβαση του Νοσοκομείου Ε. Ν. στην εκκαλούσα - εναγομένη, η οποία προέκυψε από μετατροπή της Ανώνυμης Εταιρείας N. E. Κ. Τ. Κ. Α. Α. Ε., με σκοπό και την οργάνωση, εκμετάλλευση και διοίκηση νοσηλευτικών μονάδων και την παροχή νοσηλευτικών και διαγνωστικών υπηρεσιών, η οποία αποφασίστηκε την 19-9-2014 και καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ την 22-9-2014, ήτοι δύο ημέρες προ του πλειστηριασμού, έγινε προκειμένου να διασωθεί η επιχείρηση του Νοσοκομείου Ε. Ν., να συνεχιστεί απρόσκοπτα και αδιάκοπα η λειτουργία του υπό τη νέα διοίκηση και με τις ίδιες θέσεις εργασίας και το προσωπικό του. Ο σκοπός της διατήρησης της επιχείρησης του Νοσοκομείου και η συνέχιση λειτουργίας του μετά τον πλειστηριασμό αποτυπώνονται τόσο στην αίτηση κατάσχεσης, όσο και στην απόφαση του Ειρηνοδικείου που την επέτρεψε, ενώ συνάγεται και από το ότι δημιουργήθηκε η εναγομένη προκειμένου να υπερθεματίσει και να περιέλθει σ' αυτήν η επιχείρηση, για να συνεχίσει να την ασκεί, όπως και έκανε. Επομένως εν προκειμένω, οι απαιτήσεις του ενάγοντος έναντι του ΚΙΕΝ μεταβιβάστηκαν στη διάδοχο εκκαλούσα - εναγομένη, νέο εργοδότη, διότι πρόκειται για μεταβίβαση επιχείρησης, που εμπίπτει στον προστατευτικό σκοπό του ΠΔ 178/2002 και της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου και όχι στις εξαιρέσεις της προστασίας, σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί και στο σκεπτικό. Άλλωστε, η πραγματική κατάσταση που διαπιστώνεται, ήτοι η συνεχής απασχόληση του ενάγοντος στην ίδια θέση εργασίας και μετά τον πλειστηριασμό δεν δικαιολογεί την εξαίρεσή του από την προστασία του ΠΔ 178/2002 και της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου". Με αυτές τις παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12-4-2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι με το να δεχθεί ότι η διαδικασία του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ, βάσει της οποίας κατασχέθηκε από την Τ. Π. και εκπλειστηριάσθηκε το Νοσοκομείο "Ε. Ν." του κοινωφελούς ιδρύματος "Ε. Ν.", που κατακυρώθηκε σ' αυτήν, ως μοναδική πλειοδότρια, δεν αποτελούσε διαδικασία που να εμπίπτει στην ειδική εξαίρεση του άρθρου 6 του Π.Δ/τος 178/2002, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 4,5,6 του ως άνω Π.Δ/τος και του άρθρου 44 παρ. 5 του Ν. 2648/1998. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης ευθέως των ως άνω διατάξεων ισχυριζόμενη ότι η απαρίθμηση των περιπτώσεων αφερεγγυότητας στο άρθρο 44 παρ.5 του Ν.2648/1998 είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική, όπως έχει κριθεί με την υπ' αριθ. 837/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου και την υπ' αριθ. 3013/2014 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που δέχθηκαν ότι η θέση υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος και του πτωχευτικού δικαστηρίου συνιστά διαδικασία αφερεγγυότητας εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 παρ. 1 Οδηγίας 2001/23/ΕΚ και ότι η κατάσχεση επιχείρησης ως συνόλου, που γίνεται με άδεια του Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, προσομοιάζει με τις διατάξεις του άρθρου 141 του Πτωχευτικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τη μεταβίβαση με πλειστηριασμό του ενεργητικού της επιχείρησης, που γίνεται με άδεια του Δικαστηρίου. Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, η διαδικασία της αναγκαστικής κατάσχεσης της επιχείρησης ως συνόλου, κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που οδηγεί στην απόκτηση της επιχείρησης από τον υπερθεματιστή με ταυτόχρονη διατήρηση αυτής ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας, δεν αποτελεί διαδικασία πτώχευσης ούτε διαδικασία αφερεγγυότητας εκ των διαλαμβανομένων στην παρ. 5 του άρθρου 16 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998, και επομένως δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, με τις οποίες εισάγονται εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζομένους πεδίο εφαρμογής των άρθρων 4 και 5 αυτού. Ούτε η ως άνω διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης επιχείρησης μπορεί να υπαχθεί στη διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως καθορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000, καθότι δεν είναι συλλογική διαδικασία που συνεπάγεται τη μερική ή ολική πτωχευτική απαλλοτρίωση και τον διορισμό συνδίκου προς εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Ο ισχυρισμός δε της αναιρεσείουσας, ότι η απαρίθμηση των διαδικασιών αφερεγγυότητας στο άρθρο 44 παρ. 5 του Ν. 2648/1998 είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική, δεδομένου ότι στη διάταξη αυτή περιλαμβάνονται διαδικασίες αφερεγγυότητας που έχουν καταργηθεί, όπως το άρθρο 9 του Ν. 1386/1983 ή το άρθρο 46 του Ν. 1892/1990, ενώ δεν μνημονεύονται διαδικασίες από νεώτερα νομοθετήματα που εμπίπτουν αναμφίβολα σ' αυτή την κατηγορία, όπως η προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης του άρθρου 99 του νέου Πτωχευτικού Κώδικα και η μεταβίβαση της επιχείρησης του οφειλέτη στα πλαίσια της διαδικασίας εξυγίανσης κατά το άρθρο 106α του Πτωχευτικού Κώδικα, προβάλλεται αλυσιτελώς σε σχέση με τη κρινόμενη υπόθεση, καθότι οι διατάξεις του ΚΠολΔ που καθορίζουν τη διαδικασία κατάσχεσης ειδικών περιουσιακών στοιχείων, στα οποία περιλαμβάνεται και η επιχείρηση ως σύνολο (άρθρα 1022 επ. ΚΠολΔ), δεν είναι μεταγενέστερες της διάταξης του άρθρου 44 παρ. 5 του Ν. 2648/1998, αλλά προϋπήρχαν αυτής, χωρίς να συμπεριληφθούν στις διαδικασίες αφερεγγυότητας του εργοδότη που απαριθμούνται περιοριστικά στην ως άνω διάταξη. Επιπρόσθετα και ως προς τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι οι ως άνω διατάξεις αφερεγγυότητας εφαρμόζονται ανάλογα στις περιπτώσεις ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικού ιδρύματος, πρέπει να σημειωθεί ότι με τον προαναφερθέντα Κανονισμό (ΕΚ) 1346/2000 εξαιρέθηκαν από το πεδίο εφαρμογής του οι διαδικασίες αφερεγγυότητας που αφορούν τα πιστωτικά ιδρύματα (άρθρο 1 παρ. 2) και για τον λόγο αυτό εκδόθηκε η Οδηγία 2001/24/ΕΚ (ΕΕ L 125) για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων, η οποία ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με το Ν. 3458/2006 (ΦΕΚ 94 Α/8.5.2006). Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Οδηγίας αυτής, ως διαδικασίες εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων ορίζονται οι συλλογικές διαδικασίες, τις οποίες κινούν και ελέγχουν οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές κράτους μέλους με σκοπό τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων υπό την εποπτεία των αρχών αυτών, ακόμη και όταν η διαδικασία αυτή περατώνεται με πτωχευτικό συμβιβασμό ή άλλο ανάλογο μέτρο, ενώ με το άρθρο 12 παρ. 1 συνδέεται ευθέως η έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης με την ανάκληση της άδειας πιστωτικού ιδρύματος. Συνεπώς, ο ορισμός της διαδικασίας πτώχευσης ή αφερεγγυότητας του άρθρου 5 παρ. 1 της οδηγίας 2001/23/ΕΚ ταυτίζεται, προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων, με τη διαδικασία εκκαθάρισης κατά το άρθρο 2 της Οδηγίας 2001/24/ΕΚ, καθότι η διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων τελεί υπό τον έλεγχο δικαστικής ή άλλης δημόσιας αρχής, όπως προαπαιτεί το άρθρο 5 παρ. 1 της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ (ΑΠ 317/2022, ΑΠ 837/2018, ΟλΣτΕ 3013/2014). Από τον συνδυασμό δε, των διατάξεων των παραγράφων 1 και 10 του άρθρου 63Δ, όπως η παρ. 10 αντικαταστάθηκε με την παρ. 11 του άρθρου 10 του Ν. 4051/2012, και της παρ. 1 περ. στ' του άρθρου 68 του Ν. 3601/2007 με τίτλο "Ανάληψη και άσκηση δραστηριοτήτων από τα πιστωτικά ιδρύματα...", όπως οι διατάξεις αυτές ίσχυαν πριν την κατάργηση του ως άνω νόμου (3601/2007) με το άρθρο 166 παρ. 1 του Ν. 4261/2014, προκύπτει ότι με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να υποχρεωθεί πιστωτικό ίδρυμα ή ο ειδικός εκκαθαριστής αυτού, σε περίπτωση που αυτό είχε τεθεί σε ειδική εκκαθάριση και μέχρι την ολοκλήρωση των εργασιών εκκαθάρισης, να μεταβιβάσουν περιουσιακά στοιχεία του πιστωτικού ιδρύματος σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα και ότι στις ως άνω περιπτώσεις δεν εφαρμόζονταν οι προστατευτικές για τους εργαζομένους διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του Π.Δ/τος 178/2002. Επομένως, η διαδικασία εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων είναι συλλογική διαδικασία εκκαθάρισης που κινείται από την εποπτεύουσα αρχή (Τράπεζα Ελλάδος) και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος (ΑΠ 317/2022, ΑΠ 348/2020, ΑΠ 33/2020), ενώ αντίθετα η διαδικασία κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ, που οδηγεί στην απόκτηση αυτής από τον υπερθεματιστή με τη διατήρηση συγχρόνως της επιχείρησης ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας, δεν αποτελεί συλλογική διαδικασία εκκαθάρισης ούτε τελεί υπό τον έλεγχο και την εποπτεία δικαστικής ή άλλης δημόσιας αρχής. Επιπρόσθετα, στις προαναφερθείσες διαδικασίες μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων πιστωτικών ιδρυμάτων σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, προβλέπεται ρητά, με την παρ. 10 του άρθρου 63Δ του Ν. 3601/2007, εξαίρεση από την εφαρμογή των προστατευτικών για τους εργαζομένους διατάξεων των άρθρων 4 και 5 του Π.Δ/τος 178/2002 (αντίστοιχη εξαίρεση προβλέπεται και με την παρ. 2 του άρθρου 145Β του μεταγενέστερου Ν. 4261/2014, ισχύοντος κατά τον χρόνο που χρόνο έλαβε χώρα η ένδικη μεταβίβαση, με την οποία (παρ. 2) ορίζεται ότι στις περιπτώσεις μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, το άρθρο 479 του ΑΚ δεν εφαρμόζεται και οι συμβάσεις εργασίας δεν μεταφέρονται), εξαίρεση που δεν προβλέπεται, όπως προεκτέθηκε, στη διαδικασία κατάσχεσης επιχείρησης ως συνόλου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1022 επ. του ΚΠολΔ. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η κατάσχεση επιχείρησης ως συνόλου, που γίνεται με άδεια του Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, προσομοιάζει με τις διατάξεις του άρθρου 141 του Πτωχευτικού Κώδικα που προβλέπει τη μεταβίβαση με πλειστηριασμό του ενεργητικού της επιχείρησης, είναι αβάσιμος, καθότι, όπως προεκτέθηκε, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης της επιχείρησης ως συνόλου, κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, με άδεια του Δικαστηρίου, που οδηγεί στην απόκτηση αυτής από τον υπερθεματιστή με τη διατήρηση συγχρόνως της επιχείρησης ως ενότητας και αυθύπαρκτης οικονομικής μονάδας (ΟλΑΠ 7/2009), δεν αποτελεί διαδικασία πτώχευσης, που ως σύστημα καθολικής και συλλογικής εκτέλεσης σκοπεύει, κατά κανόνα, στην εκκαθάριση ολόκληρης της περιουσίας του οφειλέτη (ΟλΑΠ 4/2018) και δεν τελεί, όπως η πτώχευση ή οι άλλες διαδικασίες αφερεγγυότητας, υπό την εποπτεία αρμόδιας προς τούτο αρχής (άρθρο 6 παρ. 1του Π.Δ/τος 178/2002). Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η κατάσχεση κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, του Νοσοκομείου "Ε. Ν." και η κατακύρωσή του στην αναιρεσείουσα εταιρεία, κατόπιν δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού, δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 6 του Π/Δτος 178/2002, που ορίζουν τις εξαιρέσεις από το προστατευτικό για τους εργαζομένους πεδίο εφαρμογής των άρθρων 4 και 5 αυτού, ούτε στις διατάξεις του άρθρου 44 παρ. 5 του Ν. 2648/1998, που ορίζουν τις περιπτώσεις αφερεγγυότητας εργοδότη, ορθά ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις, τα δε περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων του άρθρου 6 του Π/Δτος 178/2002 και του άρθρου 44 παρ. 5 του 2648/1998, αλλά αντίθετα πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 4 του Π.Δ/τος 178/2002 και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 4, 5 και 6 του Π.Δ/τος 178/2002, ισχυριζόμενη ότι με αντιφατικές, άλλως με ελλιπείς αιτιολογίες, δέχθηκε ότι η διαδικασία αναγκαστικής κατάσχεσης κατ' άρθρο 1022 του ΚΠολΔ και δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού του νοσοκομείου "Ε. Ν.", ως οικονομικής μονάδας και συνόλου περιουσίας, δεν αποτελεί διαδικασία ανάλογη της αφερεγγυότητας, διότι δεν συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά του άρθρου 44 παρ. 5 του Ν. 2648/1998 και του Κανονισμού 1346/2000 του Συμβουλίου, ωστόσο δεν αιτιολογεί εάν υπάρχει κάποια διαδικασία στο εθνικό μας δίκαιο ανάλογη της αφερεγγυότητας. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι με τη διαδικασία κατάσχεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ, του Νοσοκομείου "Ε. Ν." και κατακύρωσής του στην αναιρεσείουσα εταιρεία, κατόπιν δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού, επήλθε μεταβίβαση σ' αυτήν της ως άνω επιχείρησης, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Π.Δ/τος 178/2002, και ότι ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα εταιρεία υπεισήλθε, ως διάδοχος εργοδότης, στην εργασιακή σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο με το ως άνω κοινωφελές ίδρυμα, διέλαβε τις παραδοχές ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία συνέχισε τη λειτουργία του νοσοκομείου "Ε. Ν." χωρίς διακοπή, με τον ίδιο εξοπλισμό, που ήταν αναγκαίος για τη συνέχιση της παραγωγικής λειτουργίας και της οικονομικής δραστηριότητας αυτού, με τον ίδιο διακριτικό τίτλο και άδεια λειτουργίας ιδιωτικής κλινικής, καθώς και με τις ίδιες θέσεις εργασίας και το ίδιο προσωπικό, ότι συντελέστηκε μεταβίβαση της επιχείρησης του Νοσοκομείου "Ε. Ν." σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 και ότι η εν λόγω μεταβίβαση δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 6 του ως άνω Π.Δ/τος, παραπέμποντας στο σημείο τούτο στη μείζονα σκέψη της (αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης), όπου αναφέρεται ότι η διαδικασία του άρθρου 1022 του ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται στις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 6 ούτε στις περιπτώσεις αφερεγγυότητας του άρθρου 44 του Ν. 2648/1998 ή οποιασδήποτε άλλης ανάλογης της πτώχευσης διαδικασίας αφερεγγυότητας, καθότι δεν συγκεντρώνει τα στοιχεία των άρθρων 1 και 2 του Κανονισμού 1346/2000 περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας. Με τις ως άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να καταλήξει στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 4, 5 και 6 του ΠΔ/τος 178/2002, 16 παρ. παρ. 5 του Ν. 1836/1989, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του Ν. 2648/1998 και 1022 του ΚΠολΔ, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. I) Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη. Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνο από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά. Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη. Με βάση το κριτήριο αυτό γίνεται φανερό ότι η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα, που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη, ως προς τον τρόπο και εν μέρει ως προς τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του στον καθορισμένο από τη σύμβαση και τη φύση των υπηρεσιών τόπο, δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 322/2022). Ειδικότερα, η σχέση του ιατρού με το ιδιωτικό νοσηλευτικό κέντρο ή την ιδιωτική κλινική μπορεί να είναι: α) Σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, κατά την οποία ο εργαζόμενος στο νοσηλευτικό κέντρο ιατρός παρέχει την εργασία του με μισθό -ο τρόπος καθορισμού και καταβολής του οποίου δεν επηρεάζει τον χαρακτηρισμό της σύμβασης- και υποβάλλεται σε προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του (νοσηλευτικό κέντρο), η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο μισθωτός ιατρός και να δίνει δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο της παρεχόμενης ιατρικής εργασίας (άρθρα 648 επ. ΑΚ σε συνδ. με το άρθρο 6 του Ν.Δ/τος 765/1943) ή β) σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, κατά την οποία ο παρέχων στο νοσηλευτικό κέντρο τις υπηρεσίες του ιατρός δεν υποχρεούται στην παροχή καθ' ορισμένα χρονικά διαστήματα τακτικής εργασίας, αλλά ύστερα από συμφωνία με το Κέντρο αναλαμβάνει κατά περίπτωση και με ελεύθερη κρίση την ενέργεια συγκεκριμένης ιατρικής πράξης (εγχείρησης, νοσηλείας κλπ.), αντί της συμφωνούμενης εκάστοτε αμοιβής, και δεν έχει την υποχρέωση να εκτελεί κάθε ανατιθέμενη σ' αυτόν πράξη και να συμμορφώνεται, ιδίως ως προς τον χρόνο και τον τρόπο, στις εντολές του εργοδότη (άρθρα 648 επ. ΑΚ) ή γ) σύμβαση ελεύθερης συνεργασίας επιτρεπτώς καταρτιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ, κατά την οποία ο ιατρός, χωρίς να συνδέεται μονίμως με το νοσηλευτικό κέντρο, προσάγει τους προσωπικούς πελάτες του ασθενείς σ' αυτό και χρησιμοποιώντας τις εγκαταστάσεις του (χειρουργεία, κλίνες, μηχανήματα κλπ.) και τις υπηρεσίες του προσωπικού του (ιατρικού, νοσηλευτικού, βοηθητικού κλπ.), ενεργεί τις σχετικές ιατρικές πράξεις (εγχειρήσεις κλπ.). Και αυτός λαμβάνει από τον πελάτη του (ή τον ασφαλιστικό του φορέα) τη σχετική αμοιβή του, η δε κλινική λαμβάνει, επίσης, από τον ασθενή ή τον ασφαλιστικό του φορέα την αμοιβή και τα έξοδα για την παραχώρηση της χρήσης των εγκαταστάσεών της και την παροχή των υπηρεσιών του προσωπικού της (ΑΠ 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 118/2009, ΑΠ 1006/2004), χωρίς βέβαια να αποκλείεται η είσπραξη από την κλινική όλου του οφειλόμενου από τον ασθενή ποσού για την προς αυτόν παροχή ιατρικών υπηρεσιών και η εν συνεχεία απόδοση από την κλινική στον ιατρό της άνω συμφωνηθείσας αμοιβής του. Η ανωτέρω διαζευκτική παράθεση των συμβατικών μορφών που μπορεί να λάβει η σχέση του ιατρού με το ιδιωτικό νοσηλευτικό κέντρο ή την ιδιωτική κλινική, δεν αποκλείει την περίπτωση ο μισθωτός ιατρός να συνδέεται με τον εργοδότη του και με άλλες, εκτός της σύμβασης εργασίας, συμβάσεις. Έτσι δεν αποκλείεται η ύπαρξη μεταξύ των αυτών προσώπων παράλληλων συμβατικών σχέσεων, από τις οποίες η μία να είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και η άλλη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου ή μεσιτείας ή άλλη σύμβαση (ΑΠ 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 1040/2007, ΑΠ 325/2001). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή με βάση τη σύμβαση καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της εργασίας, δηλαδή όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός), αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή που καταβάλλεται ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΟλΑΠ 5/2011, ΟλΑΠ 16/2011, 322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 52/2017). Ο μισθός αποτελεί αναγκαίο όρο για την ύπαρξη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, καθώς η αντιπαροχή του μισθού από την πλευρά του εργοδότη αποτελεί μαζί με την παροχή της εργασίας από την πλευρά του μισθωτού μία από τις δύο βασικές εννοιολογικές συντεταγμένες της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, επί μεταβίβασης επιχείρησης ο προηγούμενος εργοδότης και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το νέο εργοδότη για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (322/2022, ΑΠ 323/2022, ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 525/2013, ΑΠ 339/2011, ΑΠ 318/2010) και επομένως, με βάση τις διατάξεις του εν λόγω Π.Δ/τος, ο διάδοχος εργοδότης δεν ευθύνεται για χρέη του μεταβιβάζοντος που έχουν προκύψει από άλλες συμβατικές σχέσεις, όπως π.χ. συμβαίνει με αμοιβές που οφείλονται σε παρόχους υπηρεσιών δυνάμει σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, έργου ή άλλη σύμβασης. II) Κατά τη διάταξη του άρθρου 250 αριθ. 17 του ΑΚ, σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 261 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 481 και 486 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση παθητικής ενοχής εις ολόκληρον, γεγονότα που ενεργούν υποκειμενικά είναι ιδίως η όχληση, η καταγγελία, η υπερημερία, το πταίσμα, η αδυναμία παροχής στο πρόσωπο ενός συνοφειλέτη, η παραγραφή, η διακοπή και η αναστολή της, η σύγχυση και το δεδικασμένο. Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος της 16/18.7.1920, προκύπτει ότι, εάν πριν τη μεταβίβαση της επιχείρησης ο εργαζόμενος ασκήσει κατά του προηγούμενου (μεταβιβάζοντος) εργοδότη αγωγή για τις απαιτήσεις του από τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με συνέπεια τη διακοπή του χρόνου παραγραφής αυτών, η ως άνω επελθούσα, πριν τη μεταβίβαση, διακοπή της παραγραφής αντιτάσσεται και κατά του νέου (αποκτώντος) εργοδότη, καθόσον όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του προηγούμενου εργοδότη μεταφέρονται, ως είχαν, στο νέο εργοδότη. Αντιθέτως, εάν η άσκηση της αγωγής και η, συνεπεία αυτής, διακοπή της παραγραφής των απαιτήσεων του εργαζομένου κατά του προηγούμενου (μεταβιβάζοντος) εργοδότη από τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας λάβει χώρα μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης και στο πλαίσιο της, κατ' άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, εις ολόκληρον ευθύνης του προηγούμενου με τον νέο εργοδότη για εργατικές αξιώσεις που είχαν προκύψει μέχρι τον χρόνο που ο τελευταίος ανέλαβε την επιχείρηση, τότε η ως άνω διακοπή της παραγραφής δρα υποκειμενικά κατά το άρθρο 486 του ΑΚ και, συνεπώς, βλάπτει μόνο τον προηγούμενο εργοδότη και όχι τον συνυπόχρεο νέο εργοδότη, ως προς τον οποίο μπορεί να συμπληρωθεί ο κατά νόμο χρόνος παραγραφής, ανεξαρτήτως της άσκησης της ως άνω αγωγής, στρεφόμενης μόνο κατά του προηγούμενου εργοδότη. Επομένως, κρίσιμο στοιχείο για την ευθύνη του νέου εργοδότη μετά την κατά του προηγούμενου εργοδότη άσκηση αγωγής για εργατικές αξιώσεις ως διακοπτικού της παραγραφής γεγονότος, αποτελεί ο χρόνος μεταβίβασης της επιχείρησης ως οικονομικής οντότητας στον νέο φορέα, που επάγεται μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, και συγκεκριμένα το χρονικό σημείο που την ευθύνη λειτουργίας της επιχείρησης αναλαμβάνει ο νέος εργοδότης. Ο χρόνος αυτός προκύπτει από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, η δε περί τούτου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως κρίση περί τα πράγματα, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 322/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο (τελευταίο) λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των διατάξεων των άρθρων 361, 341, 345, 479, 480, 486, 648, 649, 653 ΑΚ, 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ), 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955 και 4 του Π.Δ/τος 178/2002 (δεύτερος λόγος) και των διατάξεων των άρθρων 250 και 486 του ΑΚ (τρίτος λόγος), αμφότεροι δε οι ως άνω λόγοι βάλλουν κατά του κεφαλαίου της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά τις ένδικες "ειδικές αμοιβές" του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων προσελήφθη από το ΝΠΙΔ με την επωνυμία Κ. Ί. Ε. Ν. (στο εξής ΚΙΕΝ), με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και παρείχε τις υπηρεσίες του ως ιατρός στο Νοσοκομείο Ε. Ν.. Ειδικότερα, προσελήφθη στις 11/2/2000 ως ιατρός - επεμβατικός καρδιολόγος και την 1/3/2010 με νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου συμφωνήθηκε να απασχολείται εφεξής ως ιατρός και με την ιδιότητα του Αναπληρωτή Διευθυντή. Την εργασία του εκτελούσε σύμφωνα με τις οδηγίες και το πρόγραμμα εργασίας του Νοσοκομείου που καθόριζε το ΚΙΕΝ σε ώρες εργασίας - ωράριο - εφημερίες, που επίσης καθοριζόταν από το τελευταίο, υποχρεούμενος να παρέχει τις υπηρεσίες του σε κάθε ασθενή του Νοσοκομείου, συμμορφούμενος με τις εντολές και οδηγίες του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΙΕΝ, των προϊσταμένων του τμήματος του που τοποθετούσε το ΚΙΕΝ, τις αποφάσεις των επιτροπών και των εν γένει οργάνων του ιδρύματος και λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες του Νοσοκομείου και τον κοινωφελή του χαρακτήρα, ώστε η σύμβαση εργασίας που τον συνέδεε, με το ΚΙΕΝ, τόσο με βάση το περιεχόμενο της συμβάσεως του, όσο και ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματικά προσφέρθηκε η εργασία να έχει τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων καθ' όλο τον χρόνο που αφορά η αγωγή ελάμβανε από το ΚΙΕΝ μηνιαίες αποδοχές που αποτελούνταν αφενός από το συμφωνημένο κατά μήνα σταθερό του μισθό με τα κάθε είδους επιδόματα και προσαυξήσεις που ορίζονται από τις ΣΣΕ (ΟΣΝΙΕ), τις Δ.Α. και το νόμο, όπως εκάστοτε ίσχυσαν, αφετέρου ποσό αντίστοιχο με το ύψος της αμοιβής ιατρού ή μέρους αυτής που εισέπραττε το ΚΙΕΝ πέραν των νοσηλίων, εξετάσεων, φαρμακευτικής δαπάνης κλπ. από τα ασφαλιστικά ταμεία και τις ασφαλιστικές εταιρείες των εξεταζομένων ή νοσηλευομένων στους οποίους έκανε ιατρικές πράξεις ο ενάγων. Το ύψος του ποσού που του κατέβαλλε το ΚΙΕΝ από την δεύτερη αιτία (ειδική αμοιβή κατά την αγωγή) είχε σχέση με το αν η αμοιβή ιατρού αφορούσε λήπτη υπηρεσιών που ο ίδιος ο ενάγων είχε φέρει στο Νοσοκομείο, δηλαδή δικό του ασθενή, στην απόφαση του οποίου να ζητήσει τις υπηρεσίες του Νοσοκομείου καθοριστικό ήταν ότι ο ενάγων θα του παρείχε ιατρικές υπηρεσίες και ότι εκείνος τον κατεύθυνε σε αυτό, ή άλλον, εκτός της προηγούμενης περίπτωσης λήπτη υπηρεσιών, στον οποίο το Νοσοκομείο όρισε τον ενάγοντα να εκτελέσει τις απαραίτητες ιατρικές πράξεις ή άλλος γιατρός του Νοσοκομείου τον παρέπεμψε σε εκείνο για να εκτελέσει ιατρική πράξη κ.ο.κ. Στην πρώτη περίπτωση το ΚΙΕΝ του απέδιδε ολόκληρο το ποσό της αμοιβής ιατρού που εισέπραττε, χωρίς να παρακρατεί κανένα ποσό, ενώ στην άλλη περίπτωση το ΚΙΕΝ του απέδιδε ποσοστό, που αποφάσιζε το ίδιο, παρακρατώντας μέχρι και το 40% της αμοιβής. Άλλωστε ο ενάγων, που δεν απαγορευόταν από τη σύμβαση εργασίας του να διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο, αλλά απαγορευόταν η συνεργασία του με οποιοδήποτε άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα, εφόσον ασθενής του χρειαζόταν να νοσηλευθεί σε ιδιωτική νοσηλευτική μονάδα ή να λάβει υπηρεσίες που προσέφερε ο εργοδότης του, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και οι υπηρεσίες της ειδικότητας του ενάγοντος όφειλε υποχρεωτικώς να τον παραπέμψει προς τούτο στο νοσοκομείο Ε. Ν., διότι από τη σύμβαση εργασίας του είχε τεθεί απαγόρευση συνεργασίας με άλλα Νοσηλευτικά Ιδρύματα. Το Νοσοκομείο Ε. Ν. εισέπραττε από κάθε λήπτη των υπηρεσιών του, άρα και από τους προσωπικούς ασθενείς του ενάγοντος στους οποίους εντός του Νοσοκομείου Ε. Ν. προσέφερε τις υπηρεσίες του, αμοιβή ιατρού, το ύψος της οποίας καθοριζόταν από τις συμβάσεις που είχε συνάψει με τα ασφαλιστικά ταμεία και τις ασφαλιστικές εταιρείες. Το ποσό αμοιβής ιατρού το εισέπραττε το Νοσοκομείο στο όνομα του και για λογαριασμό του και όχι στο όνομα και για λογαριασμό του ενάγοντος, κατόπιν εντολής ή πληρεξουσιότητας ή οποιασδήποτε άλλης σχέσης. Οι προσωπικοί ασθενείς του ενάγοντος που εισάγονταν στο Νοσοκομείο λόγω της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του και στους οποίους ενεργούσε ιατρικές πράξεις, νοσηλεύονταν όπως και οι λοιποί στους οποίους ο ενάγων ενεργούσε ιατρικές πράξεις ως ιατρός του Νοσοκομείου, η δε προσφορά των υπηρεσιών του στους πρώτους γινόταν ως μέρος της όλης φροντίδας που προσέφερε το ΚΙΕΝ με τον εξοπλισμό του και έμμισθο - μόνιμο προσωπικό του, ιατρικό, στο οποίο συγκατελέγετο και ο ενάγων, νοσηλευτικό και βοηθητικό. Άλλο είναι το ζήτημα ότι για τις ιατρικές του πράξεις στους πρώτους ο ενάγων θα ελάμβανε υψηλότερη "ειδική αμοιβή" από το ΚΙΕΝ, συμφωνία που άλλωστε δικαιολογείτο αφενός από το ότι ο ενάγων, με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που είχε συνάψει με το ΚΙΕΝ αμειβόταν με τις νόμιμες αποδοχές και είχε αποκλεισθεί από τη δυνατότητα συνεργασίας με άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα και αφετέρου από το ότι το ΚΙΕΝ, από την προσέλευση ασθενών σ' αυτό αποκλειστικά λόγω της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του ενάγοντος ιατρού και στις ιατρικές του ικανότητες, παρότι απέδιδε το ισόποσο αμοιβής ιατρού σ' αυτόν, ωφελούνταν κατά τα νοσηλεία, την αμοιβή για διαγνωστικές εξετάσεις κλπ. Τα ποσά που κατέβαλε το ΚΙΕΝ στον ενάγοντα από την παραπάνω αιτία συνιστούν αντιπαροχή - αντάλλαγμα του ΚΙΕΝ για την εξαρτημένη εργασία του ως ιατρού του ΚΙΕΝ και στην προσωπική του δέσμευση, στο πλαίσιο της ίδιας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του και προς όφελος του εργοδότη του να κατευθύνει τους προσωπικούς του πελάτες στο Νοσοκομείο Ε. Ν., αφού του είχε αποκλεισθεί η δυνατότητα να συνεργασθεί με άλλο Νοσηλευτήριο, όπου θα μπορούσε να παράσχει υπηρεσία στους ασθενείς του. Έχει επομένως η παροχή αυτή χαρακτήρα πρόσθετου μισθού και ο ενάγων αντίστοιχη μισθολογική αξίωση (648, 653 ΑΚ). Επίσης, τα ίδια ισχύουν και για όσα ποσά οφείλονται στον ενάγοντα ως ποσοστό της αμοιβής ιατρού που εισέπραξε το ΚΙΕΝ, ομοίως για λογαριασμό του, για εκτέλεση ιατρικών πράξεων εκ μέρους του ενάγοντος στους υπόλοιπους ασθενείς του Νοσοκομείου στο πλαίσιο επίσης της εξαρτημένης εργασίας του ως ιατρού στο Νοσοκομείο, είτε κατά σύσταση του Ε. Ν., είτε άλλων ιατρών εργαζομένων στο ίδιο Νοσοκομείο, που έκριναν ότι χρειάζονται για την αντιμετώπιση περιστατικών και τις δικές του ιατρικές υπηρεσίες, τις οποίες ως έμμισθο - μόνιμο προσωπικό του ΚΙΕΝ είχε την υποχρέωση να προσφέρει, όπως και στην προηγούμενη περίπτωση ασθενών, υπό την εποπτεία και τις οδηγίες του εργοδότη του, που σε κάθε περίπτωση ασκούσε το διευθυντικό του δικαίωμα. Τον χαρακτήρα μισθού των παραπάνω αποδοχών δεν αναιρεί το γεγονός ότι για την είσπραξη τους από το ΚΙΕΝ ο ενάγων εξέδιδε απόδειξη παροχής υπηρεσιών του προς αυτό ούτε ότι δεν υπολογίζονταν τα ποσά αυτά στα επιδόματα εορτών κλπ., χωρίς αντίρρηση του ενάγοντος, διότι σημασία έχει αν οφείλονται ως αντιπαροχή για την προσφορά εξαρτημένης εργασίας, όπως πράγματι οφείλονται, και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών, χαρακτηρισμός που εξαρτάται ιδίως από τους όρους και τις συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία, ενώ όσον αφορά το επιχείρημα περί μη συνυπολογισμού των αποδοχών στα επιδόματα δώρων κλπ., γίνεται σύγχυση μεταξύ μισθού και τακτικών αποδοχών. Το ΚΙΕΝ, παρότι από το 2012 δεν εξοφλούσε, λόγω οικονομικής δυσχέρειας, την ειδική αμοιβή, συνέχισε να αποστέλλει στον ενάγοντα τους καταλόγους (μεριδολόγια / αμοιβολόγια), από όπου προέκυπταν τα ονόματα των ασθενών στους οποίους είχε εκτελέσει ιατρικές πράξεις και για τους οποίους το Νοσοκομείο είχε εισπράξει αμοιβή ιατρού και όφειλε να του καταβάλει, κατά τη συμφωνία τους (ρητή ή σιωπηρή), ποσό ίσο με αυτήν ή μέρος αυτής, προκειμένου να ενημερωθεί και να ελέγξει την ακρίβεια τους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για τα έτη 2009, 2010, 2011, 2012, 2013 και 2014 (έως τέλος Σεπτεμβρίου που αφορούν οι αξιώσεις του ενάγοντος) το ΚΙΕΝ δεν κατέβαλε στον ενάγοντα την αμοιβή του από την ανωτέρω αιτία, το ακριβές ύψος δε των οφειλομένων στον ενάγοντα για την παραπάνω αιτία αποδεικνύεται από την 25-9-2014 έγγραφη δήλωση που χορήγησε το ΚΙΕΝ κατόπιν αιτήσεως του, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε αναγγελία των απαιτήσεων του στον πλειστηριασμό του Νοσοκομείου του ΚΙΕΝ, χωρίς να αναιρείται η περί τούτου αποδεικτική του αξία από το ότι τα ποσά αναφέρονται ως διεκδικούμενα και όχι ως οφειλόμενα, διότι λαμβάνεται ως σημείο αναφοράς ο ενάγων που τα διεκδικεί και όχι το ΚΙΕΝ που τα οφείλει. Με βάση τις ανωτέρω δηλώσεις "τα καθαρά πληρωτέα ποσά σε ευρώ" στον ενάγοντα για την ειδική του αμοιβή ανέρχονται στο ποσό που διεκδικεί με την αγωγή του. Το ΚΙΕΝ, παρότι διατήρησε επιφύλαξη στις παραπάνω δηλώσεις για κάθε νόμιμο δικαίωμα του σχετικά με το σύνολο των παραπάνω αξιώσεων του ενάγοντος, δεν προέβαλε ποτέ οποιαδήποτε συγκεκριμένη αμφισβήτηση των ποσών που το ίδιο προσδιόρισε ότι δικαιούται ο ενάγων με τις δηλώσεις του αυτές, ενώ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς η από 30/12/2014 πρώτη αγωγή στρεφόταν κατ' αυτού, δεν εμφανίσθηκε.... Περαιτέρω, η με τον τέταρτο λόγο εφέσεως, νομοτύπως επαναφερθείσα ένσταση της εναγομένης, περί παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος για τα έτη 2009, 2010 και 2011 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθόσον ο ενάγων για τις ως άνω απαιτήσεις του των ετών 2009, 2010 και 2011 διέκοψε νομοτύπως, εντός της οριζόμενης από το άρθρο 250 Α.Κ. προθεσμίας, την παραγραφή, με την άσκηση της από 30/12/2014 αγωγής του κατά του ΚΙΕΝ που είχε την ίδια ιστορική και νομική βάση και τα ίδια αγωγικά αιτήματα. Οφειλή που αναγνωρίσθηκε δυνάμει και της 708/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατέστη αμετάκλητη, αφού δεν ασκήθηκε κανένα ένδικο μέσο κατ' αυτής. Άλλωστε οι κατά τα ως άνω έτη αξιώσεις του ενάγοντος δεν είχαν παραγραφεί κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως του Νοσοκομείου του ΚΙΕΝ στην εναγομένη που εγένετο στις 24/9/2014 με την επίσπευση και διενέργεια του πλειστηριασμού κατά του ΚΙΕΝ, οπότε η εναγομένη ανέλαβε από την 1η Νοεμβρίου 2014 το σύνολο των κτιρίων του Ν. Ε. Ν., τον εξοπλισμό του, την άδεια λειτουργίας του και κάθε δικαίωμα επί πάντων των περιουσιακών στοιχείων του, υπεισερχόμενη ως διάδοχος εργοδότης στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του ΚΙΕΝ και συνεχίζοντας με το ίδιο προσωπικό και τους ίδιους όρους την επιχείρηση του Νοσοκομείου και συνεπώς τα χρέη του ΚΙΕΝ που θεμελιώνονται στις αξιώσεις του ενάγοντος για τα έτη 2009, 2010 και 2011, δεν έχουν παραγραφεί ούτε για την εναγομένη". Με αυτές τις παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12-4-2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την υπ' αριθ. 653/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε την αγωγή στο σύνολό της, απορρίπτοντας την προβληθείσα από την εναγομένη, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, ένσταση παραγραφής των αγωγικών απαιτήσεων των ετών 2009, 2010 και 2011, κατά παραδοχή της προβληθείσας από τον ενάγοντα, με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις του, αντένστασης διακοπής της παραγραφής. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ, 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ), 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955 και 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα, εάν, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης, οι αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου κατά του ΝΠΙΔ την επωνυμία "Κ. Ι. Ε. Ν." για την καταβολή σ' αυτόν της "ειδικής αμοιβής", που αντιστοιχεί είτε στην αμοιβή του για την εκ μέρους του παροχή ιατρικών υπηρεσιών σε προσωπικούς του ασθενείς (τους οποίους ο ίδιος, ως ελεύθερος επαγγελματίας, διατηρών προσωπικό ιατρείο, παρέπεμπε ως θεράπων ιατρός τους στο νοσοκομείο για τη διενέργεια ιατρικών πράξεων) είτε σε ποσοστό επ' αυτής για την εκ μέρους του παροχή ιατρικών υπηρεσιών σε άλλους ασθενείς (τους οποίους το νοσοκομείο ή άλλοι ιατροί του νοσοκομείου συνέστηναν σ' αυτόν για τις απαραίτητες ιατρικές πράξεις της αντίστοιχης ειδικότητας), την οποία αμοιβή εισέπραττε το νοσοκομείο (μαζί με τις λοιπές δαπάνες νοσηλείας) είτε από τους ίδιους τους εξεταζόμενους ή νοσηλευόμενους ασθενείς, στους οποίους έκανε ιατρικές πράξεις ο αναιρεσίβλητος, είτε από την ασφαλιστική εταιρεία ή το ασφαλιστικό ταμείο των τελευταίων και στη συνέχεια την απέδιδε στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών (την οποία ειδική αμοιβή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του χαρακτήρισε ως πρόσθετο μισθό και μέρος των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου για την από αυτόν παροχή εξαρτημένης εργασίας), είχαν γεννηθεί ή όχι στο πλαίσιο ιδιόμορφης σύμβασης ελεύθερης συνεργασίας μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του Νοσοκομείου "Ε. Ν." (άρθρο 361 του ΑΚ), η οποία λειτουργούσε ανεξάρτητα από τη μεταξύ αυτών υφιστάμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και παράλληλα προς αυτήν, με συνέπεια όλες οι ιατρικές πράξεις που εκτελούνταν στο πλαίσιο λειτουργίας της ως άνω σύμβασης και οι αντίστοιχα καταβαλλόμενες αμοιβές, επειδή οργανώνονταν και πραγματοποιούνταν από τον θεράποντα ιατρό ελεύθερα και χωρίς συνθήκες εξάρτησης, να μη συνιστούν αποδοχές για την παροχή εξαρτημένης εργασίας και να εκφεύγουν της εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002. Ειδικότερα, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι στο πλαίσιο της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσιβλήτου με το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Κ. Ι. Ε. Ν.", ο ανωτέρω παρείχε τις υπηρεσίες του σύμφωνα με το πρόγραμμα εργασίας του νοσοκομείου και σε ωράριο - εφημερίες που καθορίζονταν από το Ίδρυμα, συμμορφούμενος προς τις εντολές και οδηγίες του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος και του Προϊσταμένου του Τμήματός του, τον οποίο τοποθετούσε το Ίδρυμα, καθώς και προς τις αποφάσεις των αρμοδίων επιτροπών και εν γένει των οργάνων του Ιδρύματος, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες του Νοσοκομείου και τον κοινωφελή χαρακτήρα του, ότι με βάση τη σύμβαση εργασίας του είχε απαγορευθεί σ' αυτόν κάθε συνεργασία, υπό την ιδιότητά του ως ελεύθερου επαγγελματία που διατηρούσε ιδιωτικό ιατρείο, με άλλα νοσηλευτικά ιδρύματα ιδιωτικού δικαίου και ότι οι προσωπικοί ασθενείς του αναιρεσιβλήτου, που εισάγονταν στο νοσοκομείο λόγω της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του και κατόπιν σχετικής πρωτοβουλίας του τελευταίου, δέχονταν τις ιατρικές του υπηρεσίες, όπως και οι λοιποί νοσηλευόμενοι στο νοσοκομείο ασθενείς, δεν ερεύνησε ούτε διέλαβε σχετικές παραδοχές, εάν κατά την παροχή ιατρικών υπηρεσιών από τον αναιρεσίβλητο τόσο στους προσωπικούς του ασθενείς, που ο ίδιος, κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας, είχε φέρει στο νοσοκομείο, όσο και στους ασθενείς που του είχαν συστήσει άλλοι ιατροί του νοσοκομείου ή και το ίδιο το νοσοκομείο για την εκτέλεση των απαραίτητων ιατρικών πράξεων, αυτός τελούσε σε σχέση εξάρτησης με το νοσοκομείο, τόσο αναφορικά με τον χρόνο παροχής των ιατρικών υπηρεσιών του, υπό την έννοια του ελεύθερου ή μη από αυτόν καθορισμού του χρόνου διενέργειας των ιατρικών πράξεων εντός ή και εκτός του ωραρίου εργασίας του, πριν ή μετά την έναρξη ή τη λήξη αυτού, λαμβανομένων υπόψη και των υποχρεώσεών του έναντι των λοιπών νοσηλευόμενων ασθενών, και αν αυτός ελεγχόταν από το νοσοκομείο γι' αυτό, όσο και αναφορικά με την ανάμειξη ή μη του νοσοκομείου στον καθορισμό του τρόπου παροχής των ιατρικών υπηρεσιών του, εντός των χώρων του νοσοκομείου, με την άσκηση ιδίως σχετικής εποπτείας προσδιοριζόμενης ειδικώς, ή αντιθέτως, κατά την παροχή των ως άνω υπηρεσιών, αυτός ενεργούσε ελεύθερα, αναπτύσσοντας σχετικώς πλήρη πρωτοβουλία. Περαιτέρω, δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια, εάν ο αναιρεσίβλητος, για την από αυτόν διενέργεια ιατρικών πράξεων σε προσωπικούς κλπ. ασθενείς, είχε τη δυνατότητα καθορισμού του ύψους της επίδικης "ειδικής αμοιβής" κατόπιν ελεύθερης συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και των προσωπικών του ασθενών, αλλά και των ασθενών που είχαν συστήσει σ' αυτόν άλλοι ιατροί του νοσοκομείου ή και το ίδιο το νοσοκομείο για τη διενέργεια των απαραίτητων ιατρικών πράξεων ή εάν, αντιθέτως, το ύψος της ως άνω "ειδικής αμοιβής" καθοριζόταν διαφορετικά (λ.χ. με βάση τα καθορισμένα από την κρατική διοίκηση τιμολόγια ή σε σταθερό ποσό που καθόριζε το νοσοκομείο για τις ως άνω περιπτώσεις, ως πρόσθετη αμοιβή αυτού στο πλαίσιο της μόνης υφισταμένης σχέσης εξαρτημένης εργασίας). Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή της υπό κρίση περίπτωσης στο πραγματικό των προαναφερθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 361, 648, 649, 653 ΑΚ, 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ), 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955 και 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002), υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Περαιτέρω, με την ως άνω, σχετική με το ζήτημα της διακοπής της παραγραφής, κρίση του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 250, 261 παρ. 1 και 486 του ΑΚ, καθόσον, ενώ δέχεται ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία ανέλαβε την επιχείρηση του Νοσοκομείου "Ε. Ν." την 1η Νοεμβρίου 2014 και ότι έκτοτε υπεισήλθε, ως διάδοχος εργοδότης, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Κοινωφελούς Ι. Ε. Ν., ακολούθως δέχεται ότι η μετά την ως άνω κρίσιμη ημερομηνία (1-11-2014) ασκηθείσα εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου από 30-12-2014 αγωγή, στρεφόμενη μόνο κατά του προαναφερθέντος Κοινωφελούς Ιδρύματος, επέφερε διακοπή της παραγραφής των ασκηθεισών με αυτήν αξιώσεων του ενάγοντος και ως προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα νέα εργοδότρια. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του δευτέρου από τον αριθμό 19 (και όχι από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, καθώς και του τρίτου από τον αριθμό 1 (και όχι από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που αφορά την "ειδική αμοιβή" του αναιρεσιβλήτου, καθώς και ως προς την αρρήκτως συνδεόμενη με αυτό διάταξη περί δικαστικών εξόδων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 2748/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 19 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος, Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ