Αριθμός 905/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ. του Β., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Κόλια και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/10/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 167/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5117/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25/11/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 3/2/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την προσκομιζόμενη νομίμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αναιρεσίβλητο έκθεση επιδόσεως ... / 30-5-2011 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη κατάθεσης και ορισμού ως δικασίμου της 14-2-2012 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα, με κλήση να παραστεί κατ' αυτήν. Ο τελευταίος, κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο (εκ της αρχικής δικασίμου της 14-2-2012), για την οποία δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευσή του (αρθρ. 226 παρ. 4 και 575 Κ.Πολ.Δ.), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του (αρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 και 578 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, όταν η υπόθεση κρίθηκε κατ' ουσίαν, για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ευθεία κατά τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. ή εκ πλαγίου κατά τον αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο όχι μόνο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, αλλά και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή αντίφαση, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως. Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δικ., από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Το δε διατακτικό συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Η αοριστία δε του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 20/2005). Με τον πρώτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι η απόφαση του Εφετείου "προβαίνει σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγµατικών περιστατικών στον επικαλούµενο κανόνα δικαίου και στερείται νοµίµου βάσεως διότι η αναφερόµενη αιτιολογία της σε σχέση µε το τελικό της πόρισµα είναι εντελώς ανεπαρκής, αφού τα πραγµατικά περιστατικά τα οποία επικαλείται και οι εν γένει παραδοχές της εν σχέσει µε όσα εκθέτω ανωτέρω παρατίθενται γενικώς και αορίστως και έρχονται σε αντίθεση και αντίφαση µε τις λοιπές παραδοχές της, µε αποτέλεσµα να µην αρκούν και να µη µπορούν να συγκροτήσουν κατά νοµική και λογική συνακολουθία την προβλεπόµενη ευθύνη µου". Όμως ο αναιρεσείων δεν παραθέτει στο αναιρετήριο τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το Δικαστήριο αυτό της ουσίας, με τις οποίες (παραδοχές) συντελέστηκε η προβαλλόμενη από αυτόν παραβίαση, ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ουσιαστικών διατάξεων (τις οποίες δεν αναφέρει), ούτε εξειδικεύει τα σφάλματα του Εφετείου, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των σχετικών αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, προεχόντως, αόριστος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς. Ειδικότερα, όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθ. 8 περ.β' Κ.Πολ.Δ.), πρέπει, για το ορισμένο του σχετικού λόγου, να αναφέρονται τα "πράγματα" που, κατά τον αναιρεσείοντα δεν λήφθηκαν υπόψη μολονότι προτάθηκαν , καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των "πραγμάτων". Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη "τους διαλαμβανόμενους στην έφεση ισχυρισμούς" του αναιρεσείοντος, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός όμως είναι, προεχόντως, αόριστος γιατί δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως "πράγματα", ήτοι το περιεχόμενο των λόγων εφέσεως, που το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη. Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ. γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "έγγραφα τα οποία προσκόμισε και νομίμως επικαλέστηκε από τα οποία προκύπτει το εσφαλμένο της αγωγής του αντιδίκου". Ο λόγος αυτός είναι παντελώς αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των εγγράφων αυτών και δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό τους περιεχόμενο, καθώς και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή τους και ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι ουσιώδης. Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε χωρίς απόδειξη το κονδύλιο της ένδικης αγωγής "για τα καταβληθέντα έξοδα". Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, αόριστος γιατί δεν αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με τα έξοδα αυτά. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, στην κρίση του ότι ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος προέβη στις αναφερόμενες δικαστικές ενέργειες και υποβλήθηκε στα προσδιοριζόμενα έξοδα για την εκτέλεση της εντολής που του δόθηκε, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αποδεικτικών μέσων ήτοι καταθέσεως μάρτυρος, ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον Συμβολαιογράφου και εγγράφων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεπώς στην παραδοχή του αυτή δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25-11-2010 αίτηση του Δ. Π. για αναίρεση της 5117/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τoν αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ