Αριθμός 1499/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Στεφανίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ό. Κ. του Π., 2) Δ. συζύγου Γ. Μ., το γένος Π. Κ., κατοίκων ..., 3) Α. συζύγου Κ. Χ., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., 4) Ρ. θυγατέρας Ν. Κ., 5) Ε. συζύγου Γ. Κ., το γένος Ν. Κ., κατοίκων ..., 6) Π. χήρας Γ. Ζ., το γένος Σ. Α., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Γ. Ζ. του Η., 7) Χ. Γ. Ζ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Γ. Ζ. του Η., 8) Η. Ζ. του Γ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Γ. Ζ. του Η., κατοίκων ..., όπως η έκτη, έβδομη και όγδοη φέρονται με την από 3-7-2022 κλήση-αίτηση του αναιρεσείοντος, 9) Π. Κ. του Ι., κατοίκου .... Οι υπό στοιχείο 1, 2, 3, 6, 8 και 9 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Παπαγεωργίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Οι υπό στοιχείο 4, 5 και 7 αναιρεσίβλητοι, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2004 αγωγή των α' και β' ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 1-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκε η απόφαση 4/2007, μη οριστική, του ίδιου Δικαστηρίου. Με την από 25-6-2015 κλήση τους, οι α' και β' ήδη αναιρεσίβλητες, επανέφεραν προς συζήτηση την από 20-12-2004 αγωγή τους, και άσκησαν επιπλέον την από 27-7-2015 ανακοπή. Οι υποθέσεις συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 48/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-4-2021 αίτηση και την από 3-7-2022 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1, 2 και 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι εάν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (ΑΠ 714/2020, ΑΠ 20/2011). Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση ( Α.Π 265/2022. Α.Π 714/2020). Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί ( Α.Π 714/2020, ΑΠ 265/2022). Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 παρ. 1 όπως ήδη ισχύει, του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως. Εξάλλου, ο αντίδικος εκείνου του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε η βιαία διακοπή της δίκης, δεν νομιμοποιείται να προβεί στη γνωστοποίηση του θανάτου του, ούτε η τυχόν τέτοια δήλωσή του επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης (ΑΠ 7/2020). Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπερού η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικό του, που έλαβε γνώση, καθ` οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεώρησε τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291 K.Πολ.Δ., ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαίως διακοπείσας δίκης προς τον υπερού η διακοπή διάδικο (Α.Π 265/2022, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 477/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα στοιχεία της δικογραφίας, εισάγεται για συζήτηση με επίσπευση των αναιρεσειόντων η από 20/4/2021 αίτηση για αναίρεση της 48/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου η οποία ασκήθηκε στις 21-4-2021 καθώς και η από 3-7-2022 αίτηση - κλήση του αναιρεσείοντος την οποία απευθύνει προς τους Π. χήρα Γ. Ζ., Χ. Γ. Ζ. και Η. Γ. Ζ., ως νόμιμους και καθολικούς διαδόχους του αποβιώσαντος στις 22-7-2021 έκτου των αναιρεσιβλήτων Γ. Ζ. του Η., όπως αποδεικνύεται από το από 2-2-2022 και με αριθμ. πρωτ. … απόσπασμα της Ληξιαρχικής Πράξης Θανάτου του Ληξιαρχείου ΔΕ Καμείρου, Ρόδου, το από …-2-2022 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου … και τα 451 και 452/2022 πιστοποιητικά περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης και περί μη αποποιήσεως, αντίστοιχα. Με την αίτηση αυτή επισπεύδει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης κοινοποιώντας στους ως άνω υπέρ των οποίων επήλθε η επανάληψη το δικόγραφο της αίτησης αυτής και το δικόγραφο της υπό κρίση αναίρεσης. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο με τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (2/11/2022) δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, οι τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων και η Χ. Ζ. του Η. μία εκ των καθολικών κληρονόμων του έκτου των αναιρεσιβλήτων. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις 11253, 11254/27.1.2022 και 11441 και11442/29-7-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο … Β. Σ.. Α. ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και κλήση για συζήτηση της υπόθεσης επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις ως άνω, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, νομίμως επαναλαμβάνεται η βιαίως διακοπείσα λόγω του θανάτου του αναιρεσιβλήτου Γ. Ζ. του Η. παρά την απουσία των προαναφερομένων, πρέπει δε να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία αυτών. Η πιο πάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: ι). Με την από 20-12-2004 αγωγή τους, οι ενάγουσες ήδη πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητες την οποία απεύθυναν κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο τους, ο νόμιμος χρόνος κτητικής παραγραφής κατ' άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού διά της με χρησικτησία κτήσης κυριότητας του επιδίκου ακινήτου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου σε εκάστη εξ αυτών, προκειμένου να εγγραφεί στο όνομά τους το εν λόγω ακίνητο στα οικεία κτηματολογικά βιβλία. ιι). Με την από 1-7-2005 αγωγή του ο ως άνω εναγόμενος της πρώτης αγωγής, την οποία απεύθυνε κατά των εναγουσών της πρώτης αγωγής, επικαλούμενος παράγωγο τρόπο ζητούσε ν' αναγνωρισθεί κύριος του προαναφερθέντος επιδίκου ακινήτου και ν'υποχρεωθούν οι εναγόμενες οι οποίες το κατείχαν να του το αποδώσουν. Οι αγωγές αυτές, αφού συνεκδικάσθηκαν, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η αριθμ. 1/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτησή τους έως ότου περατωθεί τελεσίδικα η υπόθεση επί της από 18-8-1968 αγωγής του Σ. Χ. κατά της Ο. Χ., με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπό του ο χρόνος κτητικής παραγραφής επί του πιο πάνω επιδίκου ακινήτου και της από 22-4-1974 κυρίας παρεμβάσεως του Ν. Κ. (πατέρα ενάγοντος και εναγομένου αντιστοίχως στις πιο πάνω αγωγές), με την οποία επικαλούμενος παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας ζητούσε ν'αναγνωρισθεί αυτός κύριος του επιδίκου. Οι ενάγουσες και ήδη δύο πρώτες αναιρεσίβλητες επανέφεραν με κλήση την από 20-12-2004 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους ο χρόνος κτητικής παραγραφής του άρθρου 63 του Κανονισμού του Κτηματολογίου Δωδεκανήσου κατά ποσοστό 1/ 2 εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου συνεκδίκασε την αγωγή αυτή με την από 27-7-2015 ανακοπή που άσκησαν οι ίδιες ως άνω ενάγουσες κατά των τρίτης , τέταρτης πέμπτης των ήδη αναιρεσιβλήτων, του ήδη αναιρεσείοντος και των Γ. Ζ. και Π. Κ., (ήδη έκτου και έβδομου των αναιρεσιβλήτων), με την οποία ζητούσαν ν'αναγνωρισθεί η (συγ)κυριότητά τους επί του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμία και να ακυρωθεί το 352/2015 απόγραφο κάτωθι αντιγράφου εκτελεστού της 83Α/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και η από 24-6-2015 επιταγή προς εκτέλεση κατά το μέρος που αφορούν την απόδοση από τους έκτο και έβδομο των καθών η τριτανακοπή του επιδίκου ακινήτου στους πρώτη έως και τέταρτη των καθών η τριτανακοπή και ν' απαγορευθεί σ' αυτούς κάθε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης στο μέλλον. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 101/2019 απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν και την ανακοπή ως προς τους πέμπτο και έκτο των καθών ως απαράδεκτη και κατά τα λοιπά ως αβάσιμη. Οι ενάγουσες τριτανακόπτουσες άσκησαν κατά της αποφάσεως αυτής την από 1-5-2019 έφεσή τους επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 48/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την 101/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, κράτησε και δίκασε επί της ουσίας την από 20-12-2004 αγωγή και την από 27-7-2015 τριτανακοπή και δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσίαν και απέρριψε το αίτημα ως προς τους τέσσερις πρώτους των καθών να παύσουν κάθε πράξη διατάραξης και να υποχρεωθούν αυτοί να παραλείπουν στο μέλλον κάθε διαταρακτική ενέργεια ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας και κατά τα λοιπά δέχθηκε την τριτανακοπή ως βάσιμη κατ'ουσίαν και αναγνώρισε ότι στο πρόσωπο των εναγουσών κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και σε βάρος του εναγομένου συμπληρώθηκε ο νόμιμος χρόνος της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου επί του επιδίκου, αναγνώρισε την (συγ)κυριότητα των τριτανακοπτούσων κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω επιδίκου και ακύρωσε το 352/24-6-2015 απόγραφο κάτωθι αντιγράφου εκτελεστού της υπ'αριθμ. 83Α/2011απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και την από 24-6-2015 επιταγή προς εκτέλεση κατά το μέρος που αφορούν την απόδοση του επιδίκου ακινήτου από τους 5ο και 6ο των καθών στους λοιπούς των καθών η τριτανακοπή και απαγόρευσε σ'αυτούς κάθε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης που αφορά το ως άνω ακίνητο δυνάμει του ως άνω εκτελεστού τίτλου στο μέλλον. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 201/2017). Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π 400/2019, ΑΠ 201/2017). Περαιτέρω, η ποσοτική αοριστία δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ (Α.Π 299/2020, ΑΠ 886/2018, 1106/2014, 1452/2008). Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός. ( Α.Π 583/2018). Στη προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ειδικότερα δεν απέρριψε την τριτανακοπή των τριτανακοπτουσών και ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, ως αόριστη, διότι δεν επικαλούνται υφιστάμενο δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο ακίνητο. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε ο πιο πάνω ισχυρισμός περί αοριστίας της ένδικης τριτανακοπής στο δικαστήριο της ουσίας και δη, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο και ότι στο τελευταίο δικαστήριο επαναφέρθηκε με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, από τις οποίες σε κάθε περίπτωση δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων πρόβαλε τέτοιο ισχυρισμό ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε ότι τον επανέφερε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Κατά το άρθρο 63 παρ.1 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το υπ' αριθ. 132 της 1-9-1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας, με το άρθρο 2 παρ 1 του ν. 510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας, (μούλκ), επιτρέπεται η παραγραφή κατά τις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας, μετά δεκαπενταετία, από την εγγραφή που έγινε. Ο νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος με πράξη με την οποία συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι γραμμένος ή με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή, αν αυτοί δεν υπάρχουν, του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνεται, ως τρόπος κτήσης της κυριότητας, η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή), η οποία ως προς τα λοιπά, πέραν της δεκαπενταετούς νομής, στοιχεία, ήτοι ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης της χρησικτησίας, μετά την εισαγωγή στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 510/1947 της Ελληνικής Νομοθεσίας, ήτοι από 30-12- 1947, διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (Ολ.Α.Π 188/1980). Επομένως, μετά την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο, αρκεί κατά τα άρθρα 974, 976-979 και 1045 Α.Κ, προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία η επί πλήρη δεκαπενταετία άσκηση νομής με διάνοια κυρίου ( Α.Π 768/2022, Α.Π 787/2021,Α.Π 887/2002). Εξάλλου, ο Αστικός Κώδικας αγνοεί πλην άλλων και τον θεσμό της κτητικής παραγραφής του προϊσχύσαντος δικαίου τον οποίο αναπληρώνει με τον θεσμό της χρησικτησίας και συνεπώς οι όροι της κτητικής παραγραφής και της έκτακτης χρησικτησίας είναι ταυτόσημοι (Α.Π. 743/2019, Α.Π 399/2018, 180/2018,629/2016, 1426/2014 289,2014). Περαιτέρω, με το άρθρο 974 του Α.Κ., για τον καθορισμό της έννοιας της νομής, ορίζεται ότι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, σύμφωνα με το άρθρο 1045 του Α.Κ., εκείνος που έχει τη νομή του, κατά το καθοριζόμενο στον νόμο χρονικό διάστημα, πράγματος γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία) και από το άρθρο 1051 του Α.Κ., συνάγεται ότι εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος είτε με καθολική είτε με ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει τον δικό του χρόνο χρησικτησίας στον χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, δεδομένου ότι η γενόμενη με το ως άνω άρθρο 63 παραπομπή στις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας είναι γνήσια, δηλαδή, η συμπλήρωσή του γίνεται όχι με τις διατάξεις που κατά τη θέσπιση του Κτηματολογικού Κανονισμού ίσχυαν, αλλά με αυτές που κάθε φορά ισχύουν και αποτελούν έτσι συμπληρωματικά κείμενα της παραπέμπουσας διατάξεως ( Α.Π 768/2022, Α.Π 787/2021, Α.Π. 641/2017). Επομένως, σε περίπτωση τέτοιας παραγραφής, η οποία μπορεί να προταθεί με αγωγή ή και με ένσταση , επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος εκείνου που απέκτησε το ακίνητο με τίτλο και ανεξάρτητα αν η παραγραφή άρχισε και συμπληρώθηκε μετά την εγγραφή του τίτλου στο Κτηματολόγιο ή και προηγουμένως, εκτός αν στη δεύτερη περίπτωση ο τιτλούχος απέκτησε το ακίνητο από επαχθή αιτία και διατελούσε σε καλή πίστη, στηριζόμενος στα δεδομένα της κτηματολογικής εγγραφής, οπότε δεν επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος του. (Α.Π 743/2019). Ακόμη, η χρησικτησία διακόπτεται, σύμφωνα με το άρθρο 1048 Α.Κ. με την απώλεια της νομής , σύμφωνα δε με το άρθρο 1049 Α.Κ με την έγερση, κατά του χρησιδεσπόζοντος ή κατέχοντος το πράγμα, διεκδικητικής αγωγής. Η διακοπή αυτή επέρχεται μόνο υπέρ του ενάγοντος, οι δε διατάξεις για τη διακοπή της παραγραφής με την έγερση αγωγής εφαρμόζονται αναλόγως. Περαιτέρω πρέπει να λεχθεί ότι αν και η διάταξη του άρθρου 1049 ΑΚ ομιλεί μόνο για την έγερση διεκδικητικής αγωγής, το νόημά της είναι ότι η χρησικτησία διακόπτεται όταν στο μέλλον να κτηθεί, βάσει αυτής, δικαίωμα, δηλαδή η κυριότητα γίνεται επίδικο. Επομένως διακοπή της χρησικτησίας επάγεται κάθε πράξη που απευθύνεται κατά του χρησιδεσπόζοντος και φέρει το δικαίωμα σε δικαστική διάγνωση, ανεξάρτητα με το δικονομικό τύπο, με τον οποίο εμφανίζεται η πράξη αυτή.(A.Π 929/2018, ΑΠ 1750/2012). Επίσης κατά το άρθρο 936 παρ. 1 περ. α` ΚΠολΔ, τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση και, ιδίως, δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση. Κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου 936 ΚΠολΔ, η ανακοπή αυτή πρέπει να απευθύνεται κατά του επισπεύδοντος δανειστή και του καθού η εκτέλεση, μεταξύ των οποίων δημιουργείται δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΠολΔ ( ΟλΑΠ 63/1981, Α.Π 400/2019, ΑΠ 2154/2014). Με τη διάταξη αυτή παρέχεται ειδικό ένδικο βοήθημα (ανακοπή) στον τρίτο, δηλαδή σε πρόσωπο έξω από τα υποκείμενα της αναγκαστικής εκτέλεσης, προς προστασία δικαιώματος του επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, που είναι επικρατέστερο εν όλω ή εν μέρει έναντι του επικαλουμένου δικαιώματος του καθού η εκτέλεση. Η ανακοπή δε τρίτου μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων (έμμεσης εκτέλεσης), αλλά και σε οποιοδήποτε είδος αναγκαστικής εκτέλεσης και, επομένως, και επί άμεσης εκτέλεσης (Α.Π 400/2019,ΑΠ 639/2014). Η άσκηση της ανακοπής αυτής δεν υπόκειται ευθέως από το νόμο σε χρονική οριοθέτηση, όμως είναι δυνατόν να ασκηθεί κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση στον καθού η εκτέλεση έως και την κύρια διαδικασία, ιδίως μάλιστα με αφορμή τις περιπτώσεις της άμεσης εκτέλεσης, όπου η κύρια διαδικασία εντοπίζεται σε μια πράξη ( Α.Π 400/2019, ΑΠ 639/2014). Στην περίπτωση αυτή, της άμεσης εκτέλεσης, όπως είναι και εκείνη της απόδοσης ακινήτου (άρθρα 943 παρ. 1 ΚΠολΔ), μετά την εγκατάσταση του υπέρ ου η εκτέλεση ο τρίτος προστατεύεται μόνο με τις αγωγές του κοινού δικαίου για την προστασία της ιδιοκτησίας του, όπως είναι η διεκδικητική ή αναγνωριστική αγωγή κυριότητας, κατά τα άρθρα 70 ΚΠολΔ και 1094 ΑΚ ( Α.Π 400/2019, ΑΠ 2154/2014, ΑΠ 1705/2009). Περαιτέρω, παραδεκτά σωρεύεται στο ίδιο δικόγραφο με την ανακοπή τρίτου η διεκδικητική ή η αναγνωριστική αγωγή κυριότητας κινητού ή ακινήτου που έχει εκπλειστηριαστεί, ή επισπεύθηκε κατ` αυτού άμεση εκτέλεση, οπότε μαζί με την ανακοπή εξετάζεται και η αγωγή ( Α.Π 400/2019, ΑΠ 1705/2009, ΑΠ 927/2002,ΑΠ 434/1995). Ακόμη, κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης (Α.Π 1/2023). Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης, ενώ η απόκρουση της νομιμοποίησης ή της συνδρομής εννόμου συμφέροντος από τον εναγόμενο αποτελεί άρνηση και όχι ένσταση. Οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις, της νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής έννομου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας και η παραβίασή τους εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 1 του άρθρου 559 και όχι στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ ΑΠ 25/2008, Ολ ΑΠ 18/2005, Α.Π 656/2020, ΑΠ 40/2018, ΑΠ 2068/2017, ΑΠ 458/2017). Ακόμη κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ,, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται ,είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 10/2011, Ολ. ΑΠ 2/2011). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" ( Ολ. Α.Π 2/2019, ΟλΑΠ 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο ήταν αρχικά αγρός, ενώ πλέον είναι οικόπεδο, έκτασης 770 τ.μ, κείμενο στη θέση "Α." της κτηματικής περιφέρειας Κ., φύλλο 3, μερίδα 1081 και φάκελος 621, νομικής φύσης 'αρζί-μιρ και ήδη 'μουλκ', φερόμενο θεμελιωδώς εγγεγραμμένο στο όνομα της Ο. Χ. του Σ. (σχετ. η με αρ. 621/28.12.1928 διάταξη του Προϊσταμένου του Κτηματολογίου …). Το έτος 1971 η Ο. Χ. το μεταβίβασε δυνάμει του με αρ. .../5.7.1971 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου … Χ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στο Κτηματολόγιο … (αρ. πρ. 3081/19.7.1971) στον Ν. Κ.. Ο τελευταίος το έτος 2003 το μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, δυνάμει του με αρ. .../6.5.2003 συμβολαίου του συμβολαιογράφου … Δ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στο Κτηματολόγιο … (αρ. πρ. 4953/2003), στον υιό του Κ. Κ. (εναγόμενος-4ου εφεσίβλητος). Ήδη όμως, κατά το έτος 1968 ο Σ. Χ. είχε ασκήσει την από 18.8.1968 και με αρ. καταθ. 823/1968 αγωγή κατά της Ο. Χ. (θείας του), με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί πως είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπό του ο χρόνος της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής του άρθρου 63ΚτΚ, για τέσσερα ακίνητα, συμπεριλαμβανομένου του επιδίκου. Στη δίκη εκείνη ο Ν. Κ. άσκησε την από 22.4.1974 με αρ. καταθ. 217/1974 κύρια παρέμβαση, ισχυριζόμενος πως κατέστη κύριος όλων των επιδίκων ακινήτων, δυνάμει του ως άνω με αρ. .../5.7.1971 συμβολαίου αγοραπωλησίας, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του και να του αποδοθούν τα ακίνητα. Εκδόθηκε η με αρ. 439/1974 εν μέρει οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή και η κύρια παρέμβαση κατά το μέρος που αφορούσε τα τρία από τα τέσσερα ακίνητα, μεταξύ δε αυτών και το επίδικο, και ως προς το τέταρτο ακίνητο τάχθηκαν αποδείξεις. Κατά τη διάρκεια των αποδείξεων, η δίκη διεκόπη βιαίως, λόγω θανάτου του ενάγοντος Σ. Χ. στις 20.9.1976, ενώ ακολούθως, στις 8.5.1978 απεβίωσε και η Ο. Χ.. Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση, κατόπιν των με αρ. 486/2.6.2004 και 878/7.10.2004 κλήσεων του κυρίως παρεμβαίνοντος κατά των κληρονόμων των ως άνω αρχικών διαδίκων και εκδόθηκε n με αρ. 147/2006 απόφαση) του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία κρίθηκε πως η αξίωση του κυρίως παρεμβαίνοντος (Ν. Κ.) είχε υποκύψει εν επιδικία σε παραγραφή (καθώς από τη βίαιη διακοπή της δίκης την 8.12.ί976 έως το χρόνο επανάληψής της μεσολάβησε διάστημα 28 ετών, χωρίς να λάβει χώρα οιαδήποτε διαδικαστική πράξη). Εναντίον της απόφασης αυτής ο Ν. Κ. άσκησε την από 20.7.2006 με αρ. καταθ. 276/2006 και προσδ. 337/2006 έφεση κατά των εξ αδιαθέτου κλήροvouωv του Σ. Χ. και της Ο. Χ.. Η έφεση εκδικάσθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου κατά τη δικάσιμο της 7ης. 11.2008, κατά την οποία παραστάθηκαν οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος την 28.10.2006 εκκαλούντος Ν. Κ., ενώ ο Κ. Κ. παρενέβη ως ειδικός διάδοχος του πατέρα του. Ωστόσο μετά τη συζήτηση της έφεσης, οι παραστάντες πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, με κοινή έγγραφη δήλωση που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου με αρ. καταθ. 1 /23.1.2009, δήλωσαν πως δεν επιθυμούν την έκδοση απόφασης. Περαιτέρω, ο Ν. Κ. είχε ασκήσει την από 1.8.1985 με αρ. καταθ. 488/1985 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου κατά της εναγόμενης Ε. συζ.Η. Ζ., το γένος Ν. Χ., με την οποία, ισχυριζόμενος πως μετά τον θάνατο του Σ. Χ. το 1976, η αδελφή του-εναγόμενη κατέλαβε αυθαιρέτως τα τέσσερα ακίνητα που είχε αγοράσει με νόμιμο τίτλο το έτος 1971 από την από θεμελιώδη εγγραφή τιτλούχο Ο. Χ., ζητούσε να αναγνωρισθεί η κυριότητα του σε αυτά και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του τα αποδώσει. Η τελευταία άσκησε ανταγωγή, ισχυριζόμενη πως στα τρία από τα τέσσερα ακίνητα, [πλην του επιδίκου με αρ. κτημ. μερίδας 1081), είχε καταστεί κυρία, κατ' αρθ. 63 ΚτΚ, συνυπολογίζοντας τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου και του αδελφού της, ενώ για το επίδικο ακίνητο (με αρ. κτημ. μερίδας 1081) ο Π. Κ. (πατέρας των εκκαλουσών και ήδη 6ος εφεσίβλητος) άσκησε την από 14.2.1986 και με αρ. καταθ. 173/1986 κύρια παρέμβαση, με την οποία ισχυρίσθηκε πως το (επίδικο στην παρούσα υπόθεση) με αρ. κτηματολογκής μερίδας 1081 γαιών Κ. ακίνητο νεμόταν με διάνοια κυρίου ο πεθερός του Α. Δ. από το 1947 μέχρι το 1973, οπότε το παρέδωσε σε αυτόν (κυρίως παρεμβαίνοντα) ως άτυπη προίκα, καθώς παντρεύτηκε την κόρη του (Π. Δ. - μητέρα των εκκαλουσών), και ότι ο ίδιος (κυρίως παρεμβαίνων) συνέχισε να το νέμεται, με διάνοια κυρίου, έως την άσκηση της κύριας παρέμβασης, ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του, συνυπολογιζομένης και της νομής του δικαιοπαρόχου του, ο χρόνος της κτητικής παραγραφής του άρθρου 63 του ΚτΚ. Η υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου στις 17.11.1994 και εκδόθηκε η με αρ. 3/1995 εν μέρει οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση του Π. Κ. ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 56 παρ.1 του Ν. 1329/1983 το ακίνητο αυτό, ως προικώο, αποδόθηκε αυτοδικαίως από την 18.2.1983 στη σύζυγο του Π. Κ., η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην κύρια παρέμβαση, νομιμοποιείτο στην άσκηση κύριας παρέμβασης, ενώ κατά τα λοιπά ανέστειλε τη δίκη για το ένα ακίνητο και ανέβαλε την έκδοση απόφασης για τα λοιπά έως το αμετάκλητο πέρας της δίκης που είχε ανοιχθεί κατόπιν της ως άνω αναφερόμενης από 18.8.1968 συναφούς αγωγής που είχε ασκήσει ο Σ. Χ. κατά της Ο. Χ. και της ασκηθείαας σε εκείνη τη δίκη από 22.4.1974 κύριας παρέμβασης του Ν. Κ.. Μετά τον θάνατο του Ν. Κ. στις 28.10.2006 και της Ε. Ζ.-Χ. στις 12.11.2008, η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με τη με αρ. καταθ. 144/2009 κλήση των καθολικών διαδόχων του Ν. Κ. (ήτοι της συζύγου του Μ., το γένος Ν. Δ. και των τριών θυγατέρων του, Α., Ρ. και Ε. - ήδη 1η, 2η και 3η εφεσίβλητες), κατά του Γ. Ζ., ως καθολικού διαδόχου της μητέρας του Ε. Ζ.-Χ. (εναγομένης), και του Π. Κ., ως κυρίως παρεμβαίνοντα, ενώ στη διεξαχθείσα δίκη παρενέβη προσθέτους υπέρ των ως άνω κληρονόμων του Ν. Κ. ο Κ. Κ.. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδου, με τη με αρ. 83Α/201 1 απόφασή του, ανακάλεσε τη με αρ. 3/1995 απόφαση κατά το μέρος που ανέστειλε τη δίκη, έκανε δεκτή την από 1.8.2005 με αρ. καταθ. 488/1985 αγωγή, αναγνώρισε τις ως άνω κληρονόμους του Ν. Κ., ήτοι τη σύζυγό του και τις τρεις κόρες του ως κυρίες των τεσσάρων ακινήτων, μεταξύ δε αυτών και του επιδίκου, και υποχρέωσε τους καθ' ων η κλήση (ήδη 5° και 6° καθών η τριτανακοπή-εφεσιβλήτων) , καθώς και κάθε άλλον που ήλκε από αυτούς δικαίωμα, να αποδώσει τα ακίνητα στις καλούσες. Οι Π. Κ. (κυρίως παρεμβαίνων) και Γ. Ζ. [ως διάδοχος της αρχικώς εναγομένης) άσκησαν την από 15.6.2011 έφεση εναντίον της με αρ. 83Α/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 89/2015 απόφαση του Εφετείου Δωδεκάνησου. Με αυτήν απορρίφθηκε η έφεση ως προς τον Γ. Ζ. ως ουσιαστικώς αβάσιμη, ενώ ως προς τον Π. Κ. ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία πως την με αρ. 3/1995 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε απορριφθεί η κύρια παρέμβασή του ως απαράδεκτη, χωρίς να προσβληθεί εκείνη η απόφαση με έφεση και επομένως αυτός δεν νομιμοποιείτο να συνεχίζει τη δίκη, ενώ απαραδέκτως οι καλούσες έστρεψαν την κλήση και εναντίον του. Ακολούθως, εκδόθηκε το με αρ. 352/2015 πρώτο απόγραφο εκτελεστό της με αρ. 83Α/2011 απόφασης και η από 24.6.2015 επιταγή προς εκτέλεση, με τα οποία υποχρεούνται οι 5ος και 6ος καθών η τριτανακοπή να αποδώσουν μεταξύ άλλων και το επίδικο (Κ.Μ. 1081 γαιών Κ.) ακίνητο στις κληρονόμους του Ν. Κ., μετά δε το θάνατο της συζύγου του Μ. στις 27.6.2012 στη θέση της υπεισήλθαν τα τέσσερα τέκνα της, ήδη τέσσερις πρώτοι των καθ' ων η τριτανακοπή-εφεσίβλητοι. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο καλλιεργούσε η από τη θεμελιώδη εγγραφή τιτλούχος Ο. Χ., γεννηθείσα το 1897, μέχρι το έτος 1945, οπότε εγκαταστάθηκε στην πόλη της Ρόδου και παρέδωσε τα ακίνητά της να τα καλλιεργεί ο ανιψιός της Σ. Χ. (σχετ. η με αρ. 505/18.81966 βεβαίωση του Αγρονόμου Ρόδου), αφού η Ο. Χ. δεν είχε αποκτήσει δική της οικογένεια. Άλλωστε και από τις καταθέσεις της Δ. συζ. Α. Δ. (γιαγιάς των εναγουσών) και του Ηλία Ζερβού, που λήφθηκαν στα πλαίσια της δίκης που διεξήχθη κατόπιν της από 18.8.1968 αγωγής του Σ. Χ. κατά της Ο. Χ., προκύπτει ότι μετά την εγκατάσταση της στη … η τελευταία ανέθεσε την καλλιέργεια των αγρών της στα Κ. στον ανιψιό της Σ. Χ.. Μάλιστα κατά το έτος 1970 συνήφθη μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης, δυνάμει της οποίας η Ο. Χ. εκμίσθωσε στον Σ. Χ. την οικία της και τους τρεις αγρούς της, μεταξύ αυτών και το επίδικο, με αντάλλαγμα ο Σ. Χ. να της παραδίδει 100 κιλά ελαιόλαδο ετησίως, όπως προκύπτει από το από 1.7.1970 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του μισθωτή (καθώς η εκμισθώτρια ήταν αγράμματη), από τον Πρόεδρο της Κοινότητας Κ.. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η Ο. Χ. πώλησε δυνάμει του ως άνω με αρ. .../5.7.1971 συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στον Ν. Κ. τα τέσσερα ακίνητα που είχε στην κυριότητα της στα Κ. …, μεταξύ δε αυτών και το επίδικο. Μετά τη σύναψη της σύμβασης ο Ν. Κ. μετοίκησε στην Αμερική και επέστρεψε για διακοπές στα μέσα του 1985, οπότε διαπίστωσε ότι το επίδικο ακίνητο καλλιεργείτο από τρίτους. Για το λόγο αυτό άσκησε την από 1.5.1985 διεκδικητική αγωγή εναντίον της αδελφής του Σ. Χ., Ε. Ζ.-Χ. (σημειώνεται ότι ο Σ. Χ. δεν είχε τέκνα ενώ η σύζυγός του κατοικούσε στους Φ. και δεν ενδιαφερόταν για τους αγρούς που αυτός καλλιεργούσε). Σύμφωνα με όσα ανέφερε η Ε. Ζ.-Χ., αδελφή του Σ. Χ., στις από 20.6.1986 προτάσεις της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε κατόπιν της από 1.5.1985 αγωγής του Ν. Κ.) αυτή ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, το οποίο όμως διεκδίκησε ο Π. Κ. το πρώτον με την από 14.2.1986 κύρια παρέμβασή του σε εκείνη τη δίκη (η οποία, όπως εκτέθηκε, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την με αρ. 3/1995 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου). Από την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων των εναγουσών-τριτανακοπτουσών Α. Μ. και Κ. Φ., σε συνδυασμό με την επ' ακροατηρίου εξέταση του Π. Ε. ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι ο Π. ή Π. Κ., πατέρας των εναγουσών-τριτανακοπτουσών (μετά τον θάνατο του Σ. Χ. το έτος 1976) αφαίρεσε το αμπέλι που υπήρχε στο επίδικο ακίνητο και φύτευσε ξυλόδεντρα, προέβη δε σε περίφραξη αυτού με σιδηροπασσάλους και συρματόπλεγμα. Ο τελευταίος περί τα τέλη του 1987 παρέδωσε τη νομή του επιδίκου στις δύο κόρες του Δίκαια και Ό. Κ., οι οποίες έκτοτε και μέχρι την άσκηση της ένδικης από 10.12.2004 αγωγής ασκούσαν οι ίδιες αποκλειστικά πράξεις νομής και κατοχής στο επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, χωρίς να διακοπεί η νομή αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1048 και 1049 ΑΚ. Ειδικότερα, κατόπιν της από 22.12.1987 αίτησης των εναγουσών Ό. και Δ. Κ. του Π.) εκδόθηκε στο όνομά τους η με αρ. 301/15.3.1988 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Ρόδου, προκειμένου να ανεγερθεί διώροφη κατοικία στο επίδικο με Κ.Μ 1081 Γαιών Κ. ακίνητο. Η ανέγερση των κατοικιών άρχισε το έτος 1990 και ολοκληρώθηκε το 1993, οπότε ηλεκτροδοτήθηκε το ακίνητο (σχετ. η από 10.6.1993 σύμβαση ηλεκτροδότησης που συνήψε η δεύτερη ενάγουσα Δ. Κ.) και έκτοτε αμφότερες οι ενάγουσες διαβιούν στις κατοικίες που έχουν ανεγερθεί εντός του επιδίκου. Με τα δεδομένα αυτά, οι ενάγουσες απέκτησαν τη συγκυριότητα του επιδίκου ακινήτου, με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο έκτακτης χρησικτησίας, αφού αποδείχθηκε ότι οι ίδιες νέμονταν το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό τους, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστη, ενεργώντας επ' αυτού τις πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του, συνεχώς και αδιαλείπτως, τουλάχιστον επί 15ετία, ήτοι από το έτος 1988 μέχρι την άσκηση της αγωγής, στα τέλη του 2004, και επομένως έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπό τους ο χρόνος της κτητικής παραγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού, πέραν του ότι και ο δικαιοπάροχος πατέρας τους Π. Κ. νεμόταν το επίδικο με διάνοια κυρίου από το έτος 1976 και εντεύθεν. Επομένως είναι αλυσιτελής ο ισχυρισμός του εναγομένου 4ου εφεσίβλητου πως η κτητική παραγραφή των αντιδίκων του διακόπηκε με την έγερση εκ μέρους του της με αρ. καταθ. 234/13.7.2005 διεκδικητικής αγωγής του, που προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με τις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου. Πρέπει να σημειωθεί πως με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου πέραν των 5ου και 6ου εφεσιβλήτων (Γ. Ζ. και Π. Κ.) και η 1η εφεσίβλητη Α. Κ. (αδελφή του Κ. Κ.) συνομολόγησαν τα πραγματικά περιστατικά της ένδικης τριτανακοπής, ομολογία που βεβαίως εκτιμάται ελεύθερα, στα πλαίσια του άρθρου 77 ΚΠολΔ. Πρέπει ακόμα να σημειωθεί πως οι ενάγουσες δεν δεσμεύονται από το δεδικασμένο που παρήχθη από την με αρ. 83Α/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία έγινε δεκτή η από 1.8.1985 με αρ. καταθ. 488/1985 αγωγή του Ν. Κ. κατά της Ε. Ζ.-Χ., καθόσον η κύρια παρέμβαση που είχε ασκήσει ο πατέρας τους Π. Κ. σε εκείνη τη δίκη είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη με την με αρ. 3/1995 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, και το δεδικασμένο που παρήχθη από την απόφαση αυτή αφορούσε μόνο το κριθέν δικονομικό ζήτημα (αρθ. 322 παρ.ϊ τελ. εδ ΚΠολΔ), ήτοι την ενεργητική του νομιμοποίηση με βάση τα εκτεθέντα στην κύρια παρέμβαση πραγματικά περιστατικά που επικαλείτο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι στο πρόσωπο των εναγουσών-εκκαλουσών κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστη και σε βάρος του εναγομένου 4ου εφεσίβλητου συμπληρώθηκε ο νόμιμος χρόνος της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού επί του επίδικου ακινήτου. Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή η τριτανακοπή, να αναγνωρισθεί η συγκυριότητα των εναγουσών κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου και να ακυρωθούν το με αρ. 352/24.6.2015 απόγραφο κάτωθι αντιγράφου εκτελεστού της με αρ. 83Α/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και η από 24,6.2015 επιταγή προς εκτέλεση κατά το μέρος που αφορούν την απόδοση του επίδικου ακινήτου στους υπ, 2π, 3π ' και 4° των καθών η τριτανακοπή -1η, 2η, 3η και 4° των εφεσιβλήτων, να απαγορευθεί δε σε αυτούς κάθε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης στο μέλλον εκ του ανωτέρω εκτελεστού τίτλου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη με την αιτιολογία πως παρόλο που οι ενάγουσες ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο από το 1988 έως την άσκηση της ένδικης αγωγής την 23.12.2004, ήτοι για 16 έτη, δεν απέκτησαν κυριότητα καθώς δεν είχαν γνωστοποιήσει την αντιποίηση της νομής τους στον εναγόμενο, κατ' αρθ. 981 ΑΚ, και επομένως η κτητική τους παραγραφή άρχισε τον Ιανουάριο του 2005 και διακόπηκε με την άσκηση της με αρ. 234/13.7.2005 διεκδικητικής αγωγής του εναγομένου, γενομένης δεκτής της σχετικής του ένστασης, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις. Περαιτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε απορρίπτοντας την τριτανακοπή ως απαράδεκτη ως προς τους 5° και 6° των καθών-εφεσιβλήτων και ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους λοιπούς. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικώς βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να κρατηθούν οι υποθέσεις και στη συνέχεια: α.να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικώς βάσιμη και να γίνει εν μέρει δεκτή η τριτανακοπή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα ως άνω αναφερόμενα". Το Εφετείο με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, αφού δέχθηκε την έφεση των εναγουσών τριτανακοπτουσών και ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων ως κατ' ουσίαν βάσιμη και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (101/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου), κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της από 20-12-2004 και 27-7-2015 αγωγής και τριτανακοπής αντίστοιχα των εναγουσών και τριτανακοποτουσών αντίστοιχα. Δέχθηκε δε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την αγωγή. Απέρριψε δε α. το αίτημα της τριτανακοπής να παύσουν οι τέσσερις πρώτοι των καθών κάθε πράξη διατάραξης και να υποχρεωθούν αυτοί να παραλείπουν στο μέλλον κάθε διαταρρακτική ενέργεια ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας και κατά τα λοιπά δέχθηκε την τριτανακοπή ως βάσιμη κατ'ουσίαν. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο ήταν αρχικά αγρός νομικής φύσης 'αρζί-μιρ και ήδη 'μουλκ' οικόπεδο, έχει έκταση 770 τ.μ. και βρίσκεται στη θέση "Α." της κτηματικής περιφέρειας Κ. …. Ότι το ως άνω επίδικο ακίνητο φέρεται θεμελιωδώς στο Κτηματολόγιο της …, εγγεγραμμένο στο όνομα της Ο. Χ. του Σ.. Ότι το επίδικο καλλιεργούσε η θεμελιώδης τιτλούχος Ο. Χ., από της κτήσεως του το 1928 μέχρι το έτος 1945, που μετεγκαταστάθηκε στην πόλη της Ρόδου και ανέθεσε την καλλιέργεια του επιδίκου στον ανιψιό της Σ. Χ.. Ότι το έτος 1971, η Ο. Χ. μεταβίβασε το επίδικο δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../5.7.1971 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου στον Ν. Κ.. Ότι ο τελευταίος (Ν. Κ.) το έτος 2003 το μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος με αρ. .../6.5.2003 συμβολαίου στον υιό του Κ. Κ. (εναγόμενος της από 20-12-2004 αγωγής και 4ος καθού η ανακοπή ήδη αναιρεσείων). Ότι μετά την σύναψη της προαναφερόμενης σύμβασης το 1971,ο Ν. Κ. μετοίκησε στην Αμερική και επέστρεψε για διακοπές στα μέσα του 1985, οπότε διαπίστωσε ότι το επίδικο ακίνητο καλλιεργείτο από τρίτους. Για το λόγο αυτό άσκησε την από 1.5.1985 διεκδικητική αγωγή εναντίον της αδελφής του Σ. Χ., Ε. Ζ.-Χ.. Ότι στην ανοιγείσα με την ως άνω αγωγή δίκη, άσκησε την από 14-2-1986 κυρία παρέμβαση ο Π. Κ. (πατέρας των εκκαλουσών και ήδη 7ος αναιρεσίβλητος, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του, συνυπολογιζομένης και της νομής του δικαιοπαρόχου του, ο χρόνος της κτητικής παραγραφής του άρθρου 63 του ΚτΚ, η οποία με την 3/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Κατά τα λοιπά αναβλήθηκε η υπόθεση κατά τα αναφερόμενα στην εν λόγω απόφαση. Ότι στη συνέχεια μετά τον θάνατο του Ν. Κ. (2006) και της Ε. Χ.- Χ. (2008), η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση με κλήση των καθολικών διαδόχων του Ν. Κ. (ήτοι της συζύγου του Μ., το γένος Ν. Δ. και των τριών θυγατέρων του, Α., Ρ. και Ε. - ήδη 3η , 4η και 5η αναιρεσίβλητες), κατά του Γ. Ζ., ως καθολικού διαδόχου της μητέρας του Ε. Ζ.-Χ. (εναγομένης), και του Π. Κ., ως κυρίως παρεμβαίνοντα, ενώ στη διεξαχθείσα δίκη παρενέβη προσθέτους υπέρ των ως άνω κληρονόμων του Ν. Κ. ο Κ. Κ., ήδη αναιρεσείων. Ότι ο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, με τη με αρ. 83Α/2011 απόφασή του, ανακάλεσε τη με αρ. 3/1995 απόφαση κατά το μέρος που ανέστειλε τη δίκη, έκανε δεκτή την από 1.8.2005 με αρ. καταθ. 488/1985 αγωγή, αναγνώρισε τις ως άνω κληρονόμους του Ν. Κ., ήτοι τη σύζυγό του και τις τρεις κόρες του ως κυρίες των τεσσάρων ακινήτων, μεταξύ δε αυτών και του επιδίκου, και υποχρέωσε τους καθ' ων η κλήση ( 5° και 6° καθών η τριτανακοπή - εφεσιβλήτων και ήδη 6ο και 7ο των αναιρεσιβλήτων), καθώς και κάθε άλλον που ήλκε από αυτούς δικαίωμα, να αποδώσει τα ακίνητα στις καλούσες ήδη 3η, 4η και 5η αναιρεσίβλητες. Ότι με την με αρ. 89/2015 απόφαση του Εφετείου Δωδεκάνησου, απορρίφθηκε η έφεση κατά της απόφασης αυτής των Π. Κ. (κυρίως παρεμβαίνων), ως αβάσιμη και Γ. Ζ. [ως διάδοχος της αρχικώς εναγομένης) ως απαράδεκτη. Ακολούθως, εκδόθηκε το με αρ. 352/2015 πρώτο απόγραφο εκτελεστό της με αρ. 83Α/2011 απόφασης και η από 24.6.2015 επιταγή προς εκτέλεση, με τα οποία υποχρεούνται οι 5ος και 6ος καθών η τριτανακοπή να αποδώσουν μεταξύ άλλων και το επίδικο ακίνητο στις κληρονόμους του Ν. Κ., μετά δε το θάνατο της συζύγου του Μ. στις 27.6.2012 στη θέση της υπεισήλθαν τα τέσσερα τέκνα της, ήδη τέσσερις πρώτοι των καθ' ων η τριτανακοπή (αναιρεσείων και τρίτη, τέταρτη και πέμπτη αναιρεσίβλητες). Ότι ο Π. Κ., αμέσως μετά τον θάνατο του Σ. Χ. το 1976, ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο και ότι περί τα τέλη του 1987 παρέδωσε την νομή του ακινήτου αυτού στις δύο κόρες του ενάγουσες τριτανακόπτουσες και ήδη πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητες, Ότι οι τελευταίες απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστη με έκτακτη χρησικτησία, επειδή ενέμοντο το επίδικο ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό τους, ενεργώντας επ' αυτού τις πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του, συνεχώς και αδιαλείπτως, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαπενταετίας και συγκεκριμένα από το έτος 1988 μέχρι την άσκηση της αγωγής, (τέλη του 2004) και επομένως έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπό τους ο χρόνος της κτητικής παραγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού. Ότι αλυσιτελώς προβλήθηκε ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί διακοπής της κτητικής παραγραφής των εναγουσών- τριτανακοπτουσών και ήδη δύο πρώτων αναιρεσιβλήτωνμ με την έγερση από αυτόν της 234/13-7-2005 διεκδικητικής αγωγής. Σύμφωνα με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 936 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αναφέρεται ούτε ο τίτλος κτήσεως της (συγ)κυριότητας των τριτανακοπτουσών, επί του επιδίκου ακινήτου, ούτε η μεταγραφή του στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου, χωρίς την οποία δεν νοείται κτήση κυριότητας ακινήτου. Επίσης αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ συνισταμένη στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1048 Α.Κ 1049 Α.Κ και 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι ".....ο Π. ή Π. Κ. πατέρας των εναγουσών ανακοπτουσών (μετά τον θάνατο του Σ. Χ. το έτος 1976) αφαίρεσε το αμπέλι που υπήρχε στο επίδικο ακίνητο και φύτευσε ξυλόδεντρα, προέβη δε σε περίφραξη αυτού με σιδεροπασσάλους και συρματόπλεγμα. Ο τελευταίος περί τα τέλη 1987 παρέδωσε την νομή που επιδίκου στις δύο κόρες του Δικαία και Ό. Κ....". Είναι δε αβάσιμοι οι λόγοι αυτοί διότι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 936 του Κ.Πολ.Δ. και 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και δεν εφάρμοσε αυτές των άρθρων 1048 και 1049 του Α.Κ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης διότι διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι οι τριτανακόπτουσες- ενάγουσες είχαν αποκτήσει την (συγ)κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία, ενεργώντας επ' αυτού τις πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του, συνεχώς και αδιαλείπτως, τουλάχιστον επί 15ετία, ήτοι από το έτος 1988 μέχρι την άσκηση της αγωγής, στα τέλη του 2004, και επομένως έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπό τους ο χρόνος της κτητικής παραγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού, και την απόρριψη ως αλυσιτελούς κατά τα ανωτέρω της ένστασης του αναιρεσείοντος περί διακοπής της κτητικής παραγραφής του άρθρου 63 του ΚτΚ με την έγερση εκ μέρους του το 1985 διεκδικητικής αγωγής α. δεδομένου ότι για την παραδοχή του αγωγικού ισχυρισμού περί κυριότητας των δύο αναιρεσιβλήτων με 15ετή χρησικτησία δεν τάσσεται από το προαναφερθέν άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού ως προϋπόθεση τίτλος κτήσεως της κυριότητας του και καταχώρηση αυτού στα αντίστοιχα κτηματολογικά βιβλία και β. κατά τον χρόνο άσκησης της αναφερόμενης εκ μέρους του αναιρεσείοντος αγωγής (2005), σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο των εναγουσών τριτανακοπτουσών ο χρόνος της κτητικής παραγραφής- δεκαπενταετούς χρησικτησίας. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του τέταρτου αναιρετικού λόγου, ότι η νομή του Σ. Χ. διεκόπη από την απόκτηση από τον πατέρα του αναιρεσείοντος Ν. Κ. το 1971και ότι τον Ιανουάριο του 2005 οι δύο πρώτες αναιρεσίβλητες άρχισαν να νέμονται το επίδικο, οπότε ο αναιρεσείων άσκησε την 234/13-7-2005 διεκδικητική κατ'αυτών αγωγή που τους επιδόθηκε στις 8-2-2005, συνιστούν την κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος εκτίμηση των αποδείξεων, για τη συναγωγή του επιθυμητού σ'αυτόν αποδεικτικού πορίσματος, είναι δε απαράδεκτες, διότι πλήττουν την μη υποκειμένη σε αναίρεση εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ). Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (Α.Π 619/2023, Α.Π 723/2020, ΑΠ180/2017, 566/2017, 596/2017). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος περί κτήσεως συγκυριότητας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, καθεμιάς των εναγουσών τριτανακοπτουσών με δεκαπενταετή κτητική παραγραφή (δεκαπενταετή χρησικτησία), δεν έλαβε υπόψη την από 31-10-1989 εξώδικη διαμαρτυρία πρόσκληση και δήλωση του Ν. Κ./νου Κ.) πατρός του αναιρεσείοντος που απεύθυνε κατά των Π. Κ. και Ε. συζ. Η. Ζ., κοινοποιηθείσα προς το Τμήμα της Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Πολεοδομίας Δωδεκανήσου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, "...όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα υπό των διαδίκων έγγραφα δημόσια και ιδιωτικά τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων , έστω και αν δεν μνημονεύονται ένα προς ένα, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση παρακάτω χωρίς όμως να αγνοείται η σημασία και η σπουδαιότητα των υπολοίπων και χωρίς να παραλείπεται κανένα από την επανεκτίμηση της ουσίας της διαφοράς..." σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το πιο πάνω έγγραφο, το οποίο ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού. Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 20-4-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 48/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου. Τέλος, στον αναιρεσείοντα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος των πρώτης δεύτερης, τρίτης, έβδομου και των παρισταμένων εκ των καθολικών διαδόχων του έκτου των διαδίκων, το οποίο οι τελευταίοι νόμιμα και βάσιμα υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-4-2021 αίτηση του Κ. Κ. του Ν., για αναίρεση της 48/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των πρώτου δεύτερου, τρίτης, έκτου και έβδομου των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ