ΑΡΙΘΜΟΣ 1337/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη-Εισηγήτρια και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Ν. Β. του Τ. κατοίκου ... και 2) Π. Κ. του Α., κατοίκου ... περί αναιρέσεως της 3578/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) K. T. του H. και 2) Α. συζ. K. T., ... για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους, οι οποίοι δεν παρέστησαν, 3) Δ. Μ. του Ι., κάτοικο ... που δεν παρέστη και 4) Π. Γ. του Α., κάτοικο ... που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Φεβρουαρίου 2013 αίτησή τους και στους από 2 Αυγούστου 2013 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 279/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ καθιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ.1) εφόσον δεν καλύφθηκε, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Κατά δε το άρθρο 314 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνη του άρθρου 28 του ΠΚ, κατά την οποία "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από τις ανωτέρω διατάξεις εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται αφενός μεν πρόκληση σε άλλον σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας, αφετέρου δε α) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλομένης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό της ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές, της κοινής πείρας και λογικής και της συνήθους πορείας των πραγμάτων, β) δυνατότητα αυτού βάσει των προσωπικών του περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια), και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμελείας, εφόσον το ένα σκέλος της ποινικής ευθύνης θεμελιούται στην μη καταβολή της προσήκουσας, κατά την προδιαληφθείσα νομική έννοια, προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) από την οποία επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά συνιστά σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε αυτού, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος δια παραλείψεως τελουμένου, απαιτείται και η συνδρομή των ουσιαστικών όρων του άρθρου 15 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος που τελέστηκε με παράλειψη δεν αρκεί η ύπαρξη κάποιας γενικής νομικής υποχρεώσεως προς παροχή συνδρομής για την πρόληψη του εγκληματικού αποτελέσματος, ούτε και απλής ηθικής προς τούτο υποχρεώσεως, αλλ' απαιτείται να υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται ειδικώς στην αποτροπή του εγκληματικού αποτελέσματος δι' ιδίων ενεργειών του δράστη αμέσως επενεργουσών, ως υπέχοντος, έναντι της εννόμου τάξεως, θέση εγγυητή της διαφυλάξεως του δια του άνω αποτελέσματος προσβαλλόμενου εννόμου αγαθού. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επελεύσεως του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, δύναται να πηγάζει κυρίως α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη του νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, συνδεομένων με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου προς ενέργεια, γ) από ειδική σχέση, δυναμένη να θεμελιωθεί είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε και σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παραλείψεως, δια της οποίας αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του βλαπτικού αποτελέσματος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, εκτός άλλων, να περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου, που προβλέπει την απειλούμενη ποινή. 'Ετσι, στην περίπτωση, κατά την οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για σωματική βλάβη από αμέλεια, που τελέστηκε με πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης κατά τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά της στοιχεία και τη διάταξη του ποινικού νόμου που την προβλέπει και την τιμωρεί (αρθρ. 28, 314 εδαφ. α ΠΚ) και μόνον όταν η αποδιδόμενη σε αυτόν αμέλεια δεν συνίσταται απλά σε ορισμένη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη ) αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του προαναφερθέντος άρθρου 15 του ΠΚ ( ΑΠ 400/2013, ΑΠ 300/2013,ΑΠ 261/2013). Περαιτέρω, κατά την παρ. 5 του άνω άρθρου η έλλειψη στοιχείου του κύρους του κλητηρίου θεσπίσματος αποδεικνύεται από το κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το υπάρχον στη δικογραφία αντίτυπο του και σε έλλειψή τους από το αποδεικτικό επιδόσεως. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και τον συναφή δεύτερο πρόσθετο λόγο προβάλλεται από τον πρώτο κατηγορούμενο, ότι επήλθε σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, συνισταμένη στο ότι το δικαστήριο απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημά του για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος με το οποίο παραπέμφθηκε να δικαστεί, για το οποίο ισχυρίζεται ότι δεν περιείχε α) το άρθρο 15 του ΠΚ που αναφέρεται στην ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και β) τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου που προσδιορίζει την ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθμ. 556/2009 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης ο πρώτος αναιρεσείων κατηγορούμενος παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να δικαστεί για σωματική βλάβη από αμέλεια, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 28, 314 παρ.1α και 315 παρ.1 του Π.Κ. Ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο ακροατήριο του πιο πάνω Δικαστηρίου και πρόβαλε δια των συνηγόρων του ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος σ' αυτόν κλητηρίου θεσπίσματος σύμφωνα με το άρθρο 321 §§ 1 και 4 του ΚΠΔ, για τους λόγους ότι δεν περιείχε α) το άρθρο 15 του Π.Κ που αναφέρεται στην ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και β) τον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου που προσδιορίζει την ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με την παρεμπίπτουσα και κατ' αριθμόν ταυτάριθμη με την οριστική υπ' αριθ. 20908/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο ακολούθως δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο της αποδοθείσας σε αυτόν αξιόποινης πράξης. Κατά της απόφασης αυτής ο εν λόγω αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, με την οποία παραπονέθηκε, εκτός άλλων, και για την απόρριψη της νομοτύπως προβληθείσας στο πρωτόδικο Δικαστήριο ενστάσεώς του για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος κατά το αρθρ. 321 §§ 1 και 4 του ΚΠΔ. Από την επισκόπηση του αντίτυπου του κλητηρίου θεσπίσματος που υπάρχει στη δικογραφία, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει ο Άρειος Πάγος, κατά το άρθρο 321 παρ.5 του ΚΠΔ, για την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου ακυρότητάς του, προκύπτει, ότι τούτο, σε σχέση με την βαρύνουσα τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο αμέλεια διαλαμβάνει μεταξύ άλλων ότι: Στο Σιδηροδρομικό Σταθμό Αδένδρου - Θεσσαλονίκης την 20-10-2005 από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε σωματική κάκωση σε άλλους χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παραπάνω πράξη του και ειδικότερα ο μεν πρώτος κατηγορούμενος (Κ. Π. ) σαν μηχανοδηγός της αμαξοστοιχίας 71 δεν επέδειξε την αρμόζουσα προσοχή κατά την προσέγγιση της αμαξοστοιχίας στον ανωτέρω σταθμό, προκειμένου να μειώσει την ταχύτητά της και να διέλθει από την 4η παρακαμπτήριο γραμμή του σταθμού, ως όριζε το επιδοθέν στην αμαξοστοιχία από το Σταθμό Θεσσαλονίκης κυκλοφοριακό υπόδειγμα 1001.........με αποτέλεσμα να εκτροχιασθεί η αμαξοστοιχία και να τραυματισθούν οι επιβάτες και το προσωπικό της αμαξοστοιχίας ..... Στο εν λόγω κλητήριο θέσπισμα ως νομικές διατάξεις που προβλέπουν και τιμωρούν την πράξη για την οποία ο κατηγορούμενος κλήθηκε να δικασθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μνημονεύονται εκείνες των άρθρων 1, 14, 26 παρ 1, 28, 51, 53, 57, 79, 94παρ 2 και 314 παρ.1, 315 παρ.1 του ΠΚ. Ενόψει τούτων εφόσον στο κλητήριο θέσπισμα διαλαμβάνεται συγκεκριμένη πράξη( μη τήρηση της οδηγίας 1001 που του δόθηκε για το δρομολόγιο που εκτελούσε) από την οποία προκλήθηκε η σωματική βλάβη των παθόντων και όχι σύνολο συμπεριφοράς οπότε τότε και μόνο απαιτείται για το κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος η παράθεση του άρθρου 15 Π Κ και συγκεκριμένος κανόνας δικαίου που προσδιορίζει την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση (ΑΠ300/2013, ΑΠ 400/2013), το δικαστήριο ορθά και αιτιολογημένα απέρριψε την και με λόγο εφέσεως προβληθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Επομένως οι προβληθέντες από τον πρώτο αναιρεσείοντα συναφείς, ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος επ' αυτής, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Κατά το άρθρο 308 παρ. 1 Π.Κ. όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά τιμωρείται με φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή με χρηματική ποινή. Και αν είναι ασήμαντη τιμωρείται με κράτηση ή με πρόστιμο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης διαβαθμίζεται αναλόγως της σπουδαιότητας αυτής, σε απλή, σε εντελώς ελαφρά, η οποία χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης, έχει επιπόλαιες συνέπειες και σε ασήμαντη, που είναι η έχουσα ήπιες συνέπειες. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος προκειμένου να συναγάγει τι δέχθηκε τούτο, δεν αρκείται στις αφηρημένες εκφράσεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εκείνο δέχθηκε, προκειμένου να αποφανθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για το είδος της σωματικής βλάβης που προξενήθηκε (ΑΠ 332/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 3578/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι πρώτος και δεύτερος αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, κηρύχθηκαν, σε δεύτερο βαθμό, ένοχοι σωματικών βλαβών σε βάρος 24 παθόντων από αμέλεια κατά συρροή και καταδικάσθηκαν σε συνολική ποινή φυλακίσεως 34 μηνών έκαστος η οποία ποινή και ανεστάλη επί τριετία. Στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αυτής 3578/2012 αποφάσεως, διαλαμβάνεται ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 20-10-2005 ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν μηχανοδηγός και ο δεύτερος κατηγορούμενος ήταν Προϊστάμενος της 71 αμαξοστοιχίας [INTERCITY] η οποία αναχώρησε από τον Επιβατικό Σταθμό Θεσσαλονίκης ώρα 12:22' με τελικό προορισμό το σταθμό Πειραιώς. Πριν την αναχώρηση από τον Επιβατικό Σταθμό Θεσσαλονίκης, ο Σταθμάρχης και μάρτυρας Φ. Γ. παρέδωσε στο δεύτερο κατηγορούμενο το φύλλο πορείας και δύο τα δύο αντίγραφα του 1001 εγγράφου και του 1036 εγγράφου [ένα για τον ίδιο και ένα για τον πρώτο κατηγορούμενο]. Το 1001 έγγραφο δίνεται όταν στο σιδηροδρομικό δίκτυο γίνονται εργασίες ή γίνεται παράκαμψη, το δε έγγραφο 1036 ενημερώνει για τυχόν βραδυπορίες. Επειδή προ είκοσι ημερών περίπου οι αλλαγές εισόδου στο Σ.Σ. Αδένδρου Θεσσαλονίκης είχαν καθηλωθεί με αρπαγές στην 1η και 4η παρακαμπτήριο, στην κάθοδο και άνοδο αντιστοίχως, λόγω προβλημάτων των συστημάτων σηματοδότησης, η ταχύτητα στο ανωτέρω σημείο, έπρεπε να είναι μειωμένη. Κατά το επιδοθέν στο δεύτερο κατηγορούμενο 1001 έγγραφο, η ταχύτητα στο ως άνω σημείο έπρεπε να είναι κατ' ανώτατο όριο 60 χλμ. την ώρα. Σχετικό κυκλοφοριακό υπόδειγμα 1001, για τον τρόπο διέλευσης των αμαξοστοιχιών από το Σ.Σ. Αδένδρου, δινόταν σε όλες τις αμαξοστοιχίες από το προσωπικό του ΕΣΘ, πριν την αναχώρησή τους. Τα έγγραφα τοποθετούνταν στην κονσόλα του θαλάμου οδήγησης της αμαξοστοιχίας όπου βρίσκονται ο μηχανοδηγός και ο Προϊστάμενος της αμαξοστοιχίας. Η αμαξοστοιχία μετά το Σ.Σ Θεσσαλονίκης έφθασε στο Σ.Σ. Σίνδου όπου στάθμευσε. Μετά από σχετικό τηλεγράφημα της τηλεδιοίκησης επανεκίνησε την πορεία της για τον επόμενο σταθμό, αναπτύσσοντας δρομολογιακή ταχύτητα 157 χλμ την ώρα. Πλησιάζοντας το Σ.Σ. Αδένδρου ο πρώτος κατηγορούμενος δεν μείωσε την ταχύτητα στο όριο των 60 χλμ την ώρα, όπως όριζε το 1001 έγγραφο, του οποίου έλαβε γνώση και στο περιεχόμενο του οποίου έπρεπε να συμμορφωθεί, όπως προκύπτει από τις διατάξεις 221, 341, 346 Κανονισμού Καθηκόντων Μηχανοδηγού. Το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος έλαβε γνώση του 1001 εγγράφου, αλλά δεν μελέτησε τις αναφερόμενες σ' αυτό οδηγίες, σχετικά με το όριο ταχύτητας στο Σ.Σ. Αδένδρου. Επίσης, ο δεύτερος κατηγορούμενος ως Προϊστάμενος δεν ειδοποίησε όπως όφειλε [διατάξεις 33, 34, 36, 37γ Κανονισμού Υπηρεσίας Προϊσταμένων Αμαξοστοιχιών] το μηχανοδηγό κατά την προσέγγιση της αμαξοστοιχίας στα φωτοσήματα εισόδου του Σ.Σ. Αδένδρου για διέλευσή της από την 4η παρακαμπτήριο γραμμή, με τη μειωμένη ταχύτητα των 60 χλμ. την ώρα όπως όριζε το 1001 έγγραφο. Ο μηχανοδηγός όταν αντιλήφθηκε ότι όδευε προς την παρακαμπτήριο γραμμή, πέδησε ακαριαίος, όμως, λόγω της μεγάλης ταχύτητας της τη στιγμή διέλευσης της από τις αλλαγές εισόδου, εκτροχιάσθηκε στη δεξιά πλευρά της σε σχέση με την πορεία της. Την εκτροχίαση ακολούθησε διάσπαση και ανατροπή της σύνθεσης, ενώ στο τελευταίο όχημα εκδηλώθηκε πυρκαγιά, η οποία σβήστηκε εγκαίρως από τη δύναμη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Στη συνέχεια η αμαξοστοιχία χτύπησε σε πυλώνες της ηλεκτροκίνησης, οι οποίοι έπεσαν εντός των γραμμών. Εξαιτίας της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς των κατηγορουμένων και ειδικότερα από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλλουν, τραυματίσθηκαν οι παρακάτω αναφερόμενοι επιβάτες της αμαξοστοιχίας, οι οποίοι υπέστησαν τις αναφερόμενες σωματικές βλάβες: ο T. D. ανήλικος υπέστη θλάση πνευμόνων -θλάση ήπατος και κρανιοεγκεφαλική κάκωση με πολλαπλά επιλεγμένα κατάγματα μετωπιαίου οστού-κροταφικού και βρεγματικού δεξιά με πολλαπλά εμπιέσματα, η T. Α. πάσχει από ΚΕΚ συνεπεία της πρόσκρουσης, η Μ. Γ. υπέστη εκχυμώσεις ΑΜΣΣ, ο Ψ. Ι. υπέστη κάκωση (δε) υποχονδρίου εκχυμώσεις πλαγίας κοιλιακής χώρας [ΑΡ] πρόσθιας κοιλιακής χώρας, η Π. Χ. κάκωση κεφαλής, αυχεναλγία, ο T. K. ανήλικος κάκωση κεφαλής, ο T. A. ανήλικος κάκωση κεφαλής, η M. Α. ανήλικη κάκωση κεφαλής-κάκωση οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής, στήλης, ο Φ. Ε. ρωγμώδη κατάγματα 6η-7ns πλευράς ΑΡ, η Γ. Δ. πόνο στα μαλακά μόρια του αυχένα, η Β. Ε. θλαστικό πτέρυγας ωτός, εκδορές γόνατος, πόνο στον αυχένα/κεφαλή, η Β. Κ. κάκωση ημιθωρακίου [ΑΡ], δυσκολία στην αναπνοή, η Κ. Γ. κάκωση ημιθωρακίου [ΑΡ] μηρού [ΔΕ], η Γ. Π., κάκωση, ινιακά, θλαστικό/συρραφή, η Κ. Ι. κάκωση ημιθωρακίου [ΑΡ] βραχιονίου [ΔΕ], ο Σ. Ζ. κάταγμα πτέρνας δεξιά, η Κ. Α. κρανιοεγκεφαλική κάκωση και εκδορά δεξιάς άκρας χειρός, η Μ. Λ. κρανιοεγκεφαλική κάκωση, η Γ. Γ. κρανιοεγκεφαλική κάκωση, η P. M.-A. κρανιοεγκεφαλική κάκωση, η Κ. Ε. κρανιοεγκεφαλική κάκωση υπαραχνοειδή αιμορραγία και θλάση θώρακος, ο Π. Ε. άλγος αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, αιμωδίες κατά μήκος σπονδυλικής στήλης ct αυχένα οπίσθια προπέτεια με ήπια ελάττωση του εύρους σπονδυλικού σωλήνα, η Τ. Α. κάκωση ΑΜΣΣ κάκωση Δίσκου Α5-Α6, ο Μ. Δ. μώλωπες σε όλο του το σώμα, η Μ. Ε. κάκωση αριστερού θώρακα. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη 3578/2012 απόφασή του, την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και τις σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 26 παρ.1β, 28 και 314 παρ. 1 α', 315 και 308 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και δε στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Πιό συγκεκριμένα Α) αναφέρονται αναλυτικά ως προς τον πρώτο και δεύτερο κατηγορούμενο οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα (εκτροχιασμός αμαξοστοιχίας) β)αναφέρονται και προσδιορίζονται οι παραλείψεις του πρώτου αναιρεσείοντα και συγκεκριμένα η είσοδος σε παρακαμπτήριο γραμμή με ταχύτητα 157 χιλ την ώρα αντί των 60 χιλ την ώρα που του είχε καθορίσει η οδηγία 1001 που έλαβε νωρίτερα από τον Σ.Σ. Θεσσαλονίκης, γ)αναφέρονται και προσδιορίζονται οι παραλείψεις του δεύτερου αναιρεσείοντα και ειδικότερα προσδιορίζονται οι παραλείψεις και συγκεκριμένα η παράλειψή αυτού να παρέμβει ώστε ο μηχανοδηγός να μειώσει την ταχύτητα των 157 χιλ την ώρα και να εισέλθει σε παρακαμπτήριο γραμμή με ταχύτητα 60 χιλ την ώρα που του είχε καθορίσει η οδηγία 1001 που έλαβε και αυτός νωρίτερα από τον Σ.Σ.Θεσσαλονίκης και γνώριζαν και οι δύο δ)αναφέρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην παραπάνω παράλειψή τους και το αποτέλεσμα που επήλθε και δ) αναφέρεται περιφραστικά η μορφή της υπαιτιότητάς του πρώτου αναιρεσείοντος που είναι η μη συνειδητή αμέλεια του (μη πρόβλεψη του αξιοποίνου αποτελέσματος ) στο διατακτικό της απόφασης (σελ. 14η) με τη μορφή " από έλλειψη της προσοχής....υπόδειγμα 1001. Β)αναφέρονται αναλυτικά ως προς τον δεύτερο κατηγορούμενο οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα (εκτροχιασμός αμαξοστοιχίας), ε) αναφέρεται περιφραστικά η μορφή της υπαιτιότητας και του δεύτερου αναιρεσείοντος που είναι η μη συνειδητή αμέλειά του (μη πρόβλεψη του αξιοποίνου αποτελέσματος) στο διατακτικό της απόφασης (σελ 14) με τη μορφή :α) "από έλλειψη της προσοχής ....και ειδικότερα "και υπόδειγμα 1001" και β) " ως προϊστάμενος της αμαξοστοιχίας Φύλλο πορείας )" και είχε υπογράψει αυτό, ενώ το δικαστήριο αιτιολογημένα χαρακτήρισε ως απλές και τις σωματικές βλάβες των Γ. Μ., Χ. Π., Δ. Γ. και Δ. Μ., αφού παραθέτει αναλυτικά αυτές και τις συνέπειές τους, οι οποίες αξιολογούμενες πράγματι είναι απλές και όχι όλως ελαφρές όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Συνεπώς οι 2ος, 3ος, 4ος, 5ος και 6ος συναφείς λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι στερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο και ταυτόχρονα παραβιάζεται η αρχή της προφορικότητας της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. γ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπισή του κατ' αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης 3578/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, στα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης εξ αμελείας κατά συρροή, δεν συμπεριλαμβάνεται και το υπάριθμ.1001 κυκλοφοριακό υπόδειγμα. Το έγγραφο όμως αυτό δεν ήταν έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά έγγραφο ενσωματωμένο στο κλητήριο θέσπισμα και αποτελούσε τη βάση της κατηγορίας, δεν ήταν αναγκαία η ανάγνωσή του ενώ οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι το γνώριζαν αφού οι ίδιοι το είχαν παραλάβει. (ΑΠ 1108/2010), οι δε αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι είχαν τη δυνατότητα, δια των συνηγόρων τους, να ζητήσουν από την διευθύνουσα τη συζήτηση και να λάβουν γνώση του περιεχομένου αυτού οποτεδήποτε, πράγμα που δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι ζήτησαν ώστε να αντικρούσουν την κατηγορία, προβάλλοντας τις τυχόν παρατηρήσεις τους, δεν ήταν δε υποχρεωμένη η διευθύνουσα τη συζήτηση, χωρίς αυτοί να το ζητήσουν, να επιδείξει ιδιαίτερα σε αυτούς το άνω διαδικαστικό έγγραφο. Επομένως ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του Κ.ΠΟΛ.Δ. πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τη με αριθ. εκθ. 2/18-2-2013 αίτηση των 1) Π. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2) Ν. Β. του Τ., κατοίκου ... και τους από 2 Αυγούστου 2013 Πρόσθετους λόγους αυτών περί αναιρέσεως της με αρ. 3578/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ, τον καθένα. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Οκτωβρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ