Αριθμός 76/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου - Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Αλευρά, για αναίρεση της υπ' αριθ. 68638/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 732/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 70 παρ. 1 του Νόμου 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 2081/1992 όποιος εκχερσώνει, υλοτομεί, αποψιλώνει ή καλλιεργεί έκταση δημόσια ή ιδιωτική που κηρύχθηκε αναδασωτέα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή 500.000 δραχμών για κάθε 100 τετραγωνικά μέτρα που καταστρέφονται. Ειδικά η χρηματική ποινή για καταστροφή πέραν του ενός στρέμματος αναδασωτέας εκτάσεως αυξάνεται σε ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές για κάθε επιπλέον 100 τετραγωνικά μέτρα αναδασωτέας εκτάσεως που καταστρέφονται. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 41 παρ. 1 του ίδιου ως άνω Νόμου "η κήρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων ενεργείται δι' αποφάσεως του οικείου Νομάρχου καθοριζούσης σαφώς τα όρια της εκτάσεως η οποία κηρύσσεται αναδασωτέα και συνοδευομένης υποχρεωτικώς υπό σχεδιαγράμματος, το οποίο δημοσιεύεται εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Επίσης σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 71 του ως άνω Νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 του Ν. 2145/1993, εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς αυτών και κάθε τρίτο, που επιχειρεί άνευ δικαιώματος ή καθ' υπέρβαση των υπό του παρόντος νόμου προβλεπομένων εξαιρέσεων, την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος οριστικής ή προσωρινής μορφής ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση, εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως δημοσίας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές. Περαιτέρω κατά το άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του Ν. 3208/2003, δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης είναι αραιά. Εξ άλλου η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν προκειμένου για καταδικαστική απόφαση αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με βάση τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους και να προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκαν όλα υπόψη, χωρίς ανάγκη να παρατίθεται τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά. Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε κατά πλειοψηφία την αναιρεσείουσα ένοχη για παράβαση των άρθρων 70 παρ. 1 και 71 παρ. 1 του Ν. 998/1979, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο και την καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και σε συνολική χρηματική ποινή 4.000 ευρώ, η οποία ανεστάλη, επίσης κατά πλειοψηφία, για το ότι αυτή στη δασική θέση ... τέρμα οδού ... της Περιφερείας Γλυφάδας Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από 4.1.2005 μέχρι 4.2.2005: Α) εντός δασικής εκτάσεως χωρίς δικαίωμα ανήγειρε κτίσμα ή πραγματοποίησε οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση και συγκεκριμένα εντός δασικής εκτάσεως εμβαδού 6 στρεμμάτων που βρίσκεται στην ανωτέρω θέση προέβη στην τοποθέτηση κοντέϊνερ διαστάσεων 2,5 x 6,5 μ. κατάλληλα διαμορφωμένο με πόρτα και δύο παράθυρα με χρήση κατοικίας και μία παλαιά τροχοφόρα υδροφόρα, Β) εκχέρσωσε έκταση που κηρύχθηκε αναδασωτέα, δηλαδή σε έκταση 6 στρεμμάτων που με την υπ' αριθμ. 108424/34 απόφαση του Υπ. Γεωργίας και την υπ' αρ. 331496/72 απόφαση Νομάρχη Αττικής κηρύχθηκε αναδασωτέα, παράνομα προέβη στην εκχέρσωση της θαμνώδους δασικής βλαστήσεως αποτελουμένης από αγριελιές, ασπάλαθα και θυμάρια. Στο σκεπτικό της ως άνω αποφάσεώς του το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά παράθεση νομικών σκέψεων ομοίων με τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσης, δέχθηκε κατά την άποψη της πλειοψηφίας που αποτελεί και την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../7-12-2000 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Κηφισιάς Παντελή Ιωάννου Δημητρίου, νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταβιβάστηκαν στην κατηγορουμένη, κατά κυριότητα, από τη μητέρα της Μ. σύζυγο Γ. Β., το γένος Α. και Π. Μ., τα 6/7 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Άνω Γλυφάδας Αττικής, εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Γλυφάδας, εκτάσεως 7.150 τ.μ. Στον ως άνω τίτλο κτήσεως, το εν λόγω ακίνητο αναφέρεται ως αγροτεμάχιο, μνημονεύεται δε ότι συνορεύει βόρεια με πλευρά ΕΔ μήκους 45,10 μ. με ιδιοκτησία Ό. και Κ. Κ. και με πλευρά ΑΖ μήκους 52,64 μ. εν μέρει με οδό ονομαζόμενη ... και εν μέρει με ιδιοκτησία Μ. Π., νότια με πλευρά ΒΓ μήκους 95,92 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά με πλευρά ΑΒ μήκους 96,03 με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά με πλευρά ΓΔ μήκους 53,73 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου και με πλευρά ΕΖ μήκους 37,64 μ. με ιδιοκτησία Ό. και Κ. Κ.. Περαιτέρω δυνάμει του υπ' αριθμό .../2000 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Κηφισιάς Παντελή Ιωάννου Δημητρίου, μεταβιβάστηκε στον Α. Μ. του Α. και Ε., κατά κυριότητα, από τη θεία τους Μ. σύζυγο Γ. Β. (μητέρα της κατηγορουμένης), το 1/7 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Άνω Γλυφάδας Αττικής, εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Γλυφάδας, εκτάσεως 7.150 τ.μ. Στον ως άνω τίτλο κτήσεως αναφέρεται ότι η δωρήτρια δήλωσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Πειραιά ότι το ως άνω ακίνητο δεν της απέφερε εισόδημα οιασδήποτε φύσεως κατά το χρόνο που είναι κυρία αυτού και πάντως όχι πέραν της τελευταίας πενταετίας, ότι αυτό είναι αγροτεμάχιο χωρίς κτίσματα και δεν είναι δάσος, έκταση δασική και δεν έχει κηρυχθεί αναδασωτέο. Εντούτοις αποδείχθηκε ότι το άνω ακίνητο αποτελεί μέρος ευρύτερης δημόσιας αναδασωτέας εκτάσεως και ειδικότερα, εμπίπτει στην έκταση που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την υπ' αρ. 108424/1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας περί κηρύξεως αναδασωτέων εκτάσεων του Λεκανοπεδίου Αττικής σε συνδυασμό με την υπ' αρ. 331496/1972 Απόφαση του Νομάρχη Αττικής, η οποία δημοσιεύτηκε στο υπ' αρ. 113/ΤΒ/22.12.1972 φύλλο Εφημερίδος της Κυβερνήσεως στο οποίο έχει δημοσιευθεί και το συνημμένο στην ως άνω 331496/1972 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών διάγραμμα υπό κλίμακα 1:5.000 του Δασαρχείου Αθηνών της 14-12-1972 περί αναδάσωσης της ύπερθεν της Γλυφάδας δασικής εκτάσεως, εμβαδού 11.000 στρεμμάτων περίπου, στο οποίο (διάγραμμα) η εν λόγω έκταση και τα όρια αυτής προσδιορίζονται υπό τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Η,Θ,Ι,Κ,Λ,Μ,Ν,Ξ,Ο,Π,Ρ,Σ,Τ,Υ,Φ,Χ,Ω, Α1,Β1,Γ1,Δ1,Ε1,Ζ1,Η1,Θ1,Ι1,Κ1,Λ1,Μ1,Ν1,Ξ1,Ο1,Π1,Ρ1,Σ1,Τ1,Υ1,Φ1,Χ1,Ω1,Α2,Β2,Γ2,Δ2,Ε2,Ζ2,Η2,Θ2,Ι2, Α), ακολούθως δε αυτή χαρακτηρίστηκε δημόσια δασική έκταση με την υπ' αρ. 387/28-1-1998 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πεντέλης ... Ειδικότερα προέκυψε ότι η ανωτέρω έκταση ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, ως Δημόσια αναδασωτέα Διακατεχόμενη Δασική, καθόσον έχει έδαφος ημιαργιλώδες, μέση κλίση 10-15%, καλυπτόταν πριν από την κατάληψή της (κατά τα κάτωθι αναφερόμενα) από αγριελιές, ασπάλαθα, θυμάρια, και βραχώδεις εξάρσεις, συμβάλλοντας με τη βλάστησή της αυτή στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και την εξυπηρέτηση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος, καθώς χρησίμευε στη συγκράτηση του χωμάτινου εδάφους της περιοχής, συνορεύει ανατολικά με δημόσια διακατεχόμενη αναδασωτέα δασική έκταση, δυτικά με δημόσια διακατεχέμενη αναδασωτέα δασική έκταση, βόρεια με δημόσια διακατεχόμενη αναδασωτέα δασική έκταση (στην οποία έχει γίνει παράνομη κατάληψη από το Μ. Π.) και νότια με δημόσια διακατεχόμενη αναδασωτέα δασική έκταση, επισημαίνεται δε ότι η εν λόγω έκταση έχει μεγάλη οικοπεδική αξία, καθόσον βρίσκεται πλησίον του εντός σχεδίου πόλεως της Γλυφάδας και δη πλησίον της περιοχής .... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη, κατά το χρονικό διάστημα από τις 4-1-2005 έως τις 4-2-2005, με πρόθεση, στη θέση "... - τέρμα οδού ..." της περιφέρειας Γλυφάδας Αττικής, με πρόθεση, προέβη στην εκχέρσωση της θαμνώδους δασικής βλάστησης αποτελούμενης από αγριελιές, ασπάλαθα και θυμάρια, επί τμήματος, επιφάνειας 6 στρεμμάτων, της προαναφερόμενης δημόσιας αναδασωτέας διακατεχόμενης δασικής έκτασης. Επίσης, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, επί του ιδίου τμήματος, επιφάνειας 6 στρεμμάτων της εν λόγω εκτάσεως, η κατηγορουμένη, με πρόθεση, προέβη στην τοποθέτηση ενός κοντέϊνερ, διαστάσεων 2,5 x 6,5 μ., ειδικά διαμορφωμένου με πόρτα και παράθυρα, για να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία και μιας τροχοφόρας υδροφόρας. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν με σαφήνεια από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ιδίως, από το 7-2-2005 πρωτόκολλο μηνύσεως του δασοφύλακα Η. Κ. σε συνδυασμό με την από 5-6-2006 έκθεση αυτοψίας της Δασοπόνου Μ. Α.. Αντίθετα, δεν προέκυψε ότι η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στις εκτάσεις, που αναφέρονται στο βασιλικό διάταγμα, που έχει δημοσιευθεί στο υπ' αρ. 120/29-4-1952 φύλλο ΦΕΚ περί μερικής άρσεως της αναδασώσεως εκτάσεως 400 περίπου στρεμμάτων της θέσεως "..." Γλυφάδας Αττικής, στο βασιλικό διάταγμα, που έχει δημοσιευθεί στο υπ' αρ. 161/11-10-1958 φύλλο ΦΕΚ, περί άρσεως της αναδασώσεως εκτάσεως 485 στρεμμάτων της θέσεως "..." Γλυφάδας Αττικής και στο βασιλικό διάταγμα, που έχει δημοσιευθεί στο υπ' αρ. 33-24-3-1959 φύλλο ΦΕΚ, περί τροποποιήσεως και επεκτάσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Γλυφάδας, στη θέση "..." και καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτών και έτσι, ουσιαστικά αυτή δεν απέβαλε ποτέ το δασικό της χαρακτήρα. Επισημαίνεται ότι η κατηγορουμένη γνώριζε ότι η προπεριγραφείσα έκταση των 6 στρεμμάτων αποτελεί τμήμα της ευρύτερης έκτασης που είχε κηρυχθεί δημόσια αναδασωτέα διακατεχόμενη δασική, με τις ανωτέρω αποφάσεις και την ανωτέρω πράξη χαρακτηρισμού, που εκδόθηκαν σε χρόνο προγενέστερο του υπ' αρ. .../7-12-2000 μεταβιβαστικού συμβολαίου. Εξάλλου, η γνώση της προκύπτει και από το γεγονός, ότι αυτή είχε προβεί στην άσκηση σχετικής προσφυγής, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας κατηγορίας Η. Κ. ενώπιον το Δικαστηρίου τούτου, ο οποίος ανέφερε ότι δεν υπάρχουν ελιές στην εν λόγω περιοχή, η οποία βρίσκεται κοντά στην ..., περιλαμβάνει δασικές και αναδασωτέες εκτάσεις και δεν έχει αποχαρακτηρισθεί και ότι υπάρχει ένας δρόμος, τον οποίον άνοιξαν οι καταπατητές, χωρίς η κατάθεσή του να αναιρείται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό μέσο, δεδομένου ότι αυτός έχει επισκεφθεί την επίδικη έκταση και έχει ιδίαν αντίληψη για τη μορφή και το χαρακτήρα της επίμαχης έκτασης ενόψει της βλάστησης που υφίστατο εντός αυτής. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης, ότι η επίδικη έκταση, επιφάνειας 6 στρεμμάτων, είναι αγροτεμάχιο, στο οποίο υπήρχαν πολύ παλαιές ελιές, από τις οποίες η ίδια αποκομίζει εισόδημα, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης δεν κρίνονται πειστικές, διότι αμφότερες έκαναν λόγο για την ύπαρξη των παλαιών ελιών και του σχετικού εισοδήματος από το ακίνητο, που μεταβιβάστηκε στην κατηγορουμένη, πλην όμως στα προαναφερόμενα υπ' αρ. .../7-12-2000 και .../7-12-2000 μεταβιβαστικά συμβόλαια ουδέν περί τούτου αναφέρεται από την παρέχουσα και δωρεοδόχο αντίστοιχα Μ. Β., μητέρα της κατηγορουμένης - πρώτη μάρτυρα υπεράσπισης. Εξάλλου, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες δεν προκύπτει ότι οι εικονιζόμενες σε αυτές ελιές φύονται στην επίδικη έκταση, πολλώ δε μάλλον εφόσον ο μάρτυρας κατηγορίας - δασοφύλακας, που γνωρίζει την περιοχή και έχει άμεση αντίληψη της υφιστάμενης σε αυτή βλάστησης, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι δεν υπάρχουν ελιές στην εν λόγω περιοχή. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η αξιοπιστία της κατάθεσής του δεν πλήττεται από την από 20-11-2002 έκθεση αυτοψίας - φωτοερμηνείας του δασολόγου Α. Π., που αποτελεί ιδιωτική γνωμοδότηση, στην οποία αναφέρεται ότι το κτήμα της κατηγορουμένης καλλιεργείτο με ελιές, από το 1937 και παλαιότερα, δεδομένου ότι αυτό το συμπέρασμα του ανωτέρω δασολόγου έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το γεγονός, ότι στα προαναφερόμενα υπ' αρ. .../7-12-2000 και .../7-12-2000 μεταβιβαστικά συμβόλαια δεν γίνεται καμία μνεία σχετικά με την ύπαρξη ελαιοδένδρων επί του ακινήτου αυτού, καμία δε σχετική αναφορά δεν υπάρχει και στην υπ' αρ. .../25-5-2000 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Παντελή Ιωάννη Δημητρίου, δυνάμει της οποίας η μητέρα - δικαιοπάροχος της κατηγορουμένης απέκτησε την κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου, λόγω κληρονομικής διαδοχής στην περιουσία της αποβιώσασας μητέρας της Π. χήρας Α. Μ. ...". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της άνευ δικαιώματος πραγματοποιήσεως εγκαταστάσεως κατασκευάσματος (κοντέϊνερ), με πόρτα και παράθυρα, κατάλληλα διαμορφωμένου για κατοικία και μιας παλαιάς υδροφόρας, εντός δασικής εκτάσεως και της παράνομης εκχέρσωσης της θαμνώδους βλαστήσεως από την ίδια ως άνω δασική έκταση που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα, για τα οποία καταδίκασε την κατηγορουμένη, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 70 παρ. 1 και 71 παρ. 1 του Ν. 998/1979, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε. Ειδικότερα: α) περιγράφει κατά θέση, έκταση και όρια συγκεκριμένα την ευρύτερη διακατεχόμενη από το Δημόσιο αναδασωτέα δασική έκταση εντός της οποίας η κατηγορουμένη προήλθε στις ως άνω πράξεις, β) περιγράφει τα εγκατασταθέντα εντός μέρους αυτής της εκτάσεως από την ίδια κατηγορουμένη άνευ δικαιώματος κατασκευάσματα και τη χρήση των, γ) αναφέρει ότι η εκχερσωθείσα και εντός της οποίας έγινε η ως άνω εγκατάσταση του εν λόγω κατασκευάσματος έκταση αποτελεί τμήμα ευρύτερης δημόσιας δασικής εκτάσεως που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα και περί του δασικού χαρακτήρα αυτής, δ) αναφέρει πέραν της αρχικής γενικής αποφάσεως της 13.9.1934 του Υπουργού Γεωργίας περί κηρύξεως αναδασωτέας της περιοχής του Λεκανοπεδίου Αττικής λόγω αραιώσεως και καταστροφής των δασών αυτού του Λεκανοπεδίου και τη σχετική απόφαση του Νομάρχη Αττικής με αριθμό Υ.Γ. 331496/15.12.1972 με την οποία η εμφαινόμενη σε συνημμένο σχεδιάγραμμα του δασαρχείου Αθηνών δασική έκταση 11.000 στρεμμάτων κηρύχθηκε αναδασωτέα το φύλλο Εφημερίδος της Κυβερνήσεως στο οποίο δημοσιεύθηκε αυτή η απόφαση και το τοπογραφικό διάγραμμα που την συνόδευε, ε) αναφέρει τη γνώση της κατηγορουμένης περί της κηρύξεως της εκτάσεως ως αναδασωτέας και περί του δασικού χαρακτήρα αυτής και στ) αναφέρει ότι η έκταση που κατέλαβε και εκχέρσωσε η κατηγορουμένη έχει μεγάλη οικοπεδική αξία ως ευρισκόμενη πλησίον της εντός του σχεδίου πόλεως της Γλυφάδας και δη πλησίον της περιοχής ... . Όσον αφορά τον προσδιορισμό του δασικού χαρακτήρα της εκτάσεως, στην οποία έγιναν οι συνιστώσες τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, αρκεί η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι πριν από αυτές καλυπτόταν από δασική βλάστηση (αγριελιές, ασπάλαθα, θυμάρια) στην εκχέρσωση των οποίων προήλθε όταν κατέλαβε το τμήμα επιφανείας έξι στρεμμάτων και προέβη στην εγκατάσταση του αναφερόμενου κατασκευάσματος και κατά το νόμο όπως προαναφέρθηκε οποιαδήποτε έκταση δημόσια ή ιδιωτική η οποία καλύπτεται από βλάστηση όπως η παραπάνω οποιασδήποτε διαπλάσεως και αν είναι αραιά χαρακτηρίζεται ως δασική και η στέρηση της εν λόγω αναδασωτέας εκτάσεως από δασική βλάστηση από τις παραπάνω ενέργειες της αναιρεσείουσας δεν αναιρεί το δασικό χαρακτήρα αυτής. Από τις παραδοχές αυτές και την περαιτέρω που αφορά στο ότι η έκταση που με την πιο πάνω απόφαση του Νομάρχη Αττικής, όπως απεικονίζεται και προσδιορίζεται ως προς την έκταση και τα όριά της στο συνοδεύον αυτή διάγραμμα γίνεται δεκτό ότι χαρακτηρίσθηκε δημόσια δασική έκταση με την αναφερόμενη πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πεντέλης πριν γίνουν οι επεμβάσεις της αναιρεσείουσας σε τμήμα αυτής με τις προαναφερθείσες ενέργειές της έπεται ότι παρά την κατ' αρχήν μη ύπαρξη ανάγκης να αναφέρεται στην αιτιολογία της αποφάσεως με ποια πράξη ή απόφαση της διοικήσεως έχει χαρακτηρισθεί ως δασική η έκταση στις οποίες προέβη η κατηγορουμένη στις από τα άρθρα 70 παρ. 1 και 71 παρ. 1 ν. 998/1979 αξιόποινες πράξεις δεν απαιτείτο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και στην καταδίκη της για τις αποδοθείσες σ' αυτήν ως άνω πράξεις να καθορισθεί ειδικότερα καθόρια με βάση το τοπογραφικό διάγραμμα η ακριβής θέση εντός της αναδασωτέας δασικής εκτάσεως της επί μέρους τέτοιας εκτάσεως στην οποία επενέβη η καταδικασθείσα. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες και όσα ισχυρίζεται αυτή για ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο ότι αποδείχθηκαν να οδηγήσουν κατ' εφαρμογή των αναφερομένων διατάξεων του Ν. 998/1979 σε καταδίκη της χωρίς τέτοιο σχεδιάγραμμα και για έλλειψη συνδρομής του υποκειμενικού στοιχείου ως προς την τέλεση από αυτήν των αποδοθεισών αξιοποίνων πράξεων ενόψει των επικαλούμενων τίτλων ιδιοκτησίας των προκατόχων της και της ίδιας στην ως άνω έκταση αλλά την προς τις δημόσιες Αρχές δηλώσεών της ως προς το συγκεκριμένο ακίνητο και την συλλογή ελαιοκάρπου από αυτό καθώς και για αντιφατικές αιτιολογίες μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την ύπαρξη ή όχι ελαιών στο εν λόγω ακίνητο, δεν στοιχειοθετούν παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως, καθόσον υπό την επίκληση ελλείψεων στην αιτιολογία και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου πλήττεται η ουσιαστική κρίση του ως άνω δικαστηρίου που δεν ελέγχεται αναιρετικώς, με συνέπεια οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως να είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 του Κ.Ποιν.Δ. αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η εναντίον του ποινική δίωξη δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα του προσώπου που κατηγορήθηκε ως δράστης και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτήν υπό την έννοια ότι η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη κατηγορία. Οι παραπάνω προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν συμπλεκτικά, δηλαδή αν ελλείπει μία από αυτές δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από την εκπροσωπήσασα στην κατ' έφεση δίκη την αναιρεσείουσα πληρεξούσια δικηγόρο της υποβλήθηκε ο καταχωρηθείς στα πρακτικά και αναπτυχθείς προφορικά αυτοτελής ισχυρισμός να κηρυχθεί απαράδεκτη η εναντίον της εντολέα της ποινική δίωξη λόγω δεδικασμένου προκύπτοντος από την 97151/29.9.2011 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αθωώθηκε αυτή για την ίδια πράξη καταλήψεως αναδασωτέας εκτάσεως στην ίδια θέση με την εγκατάσταση κοντέϊνερ ως κατοικίας με χρόνο τελέσεως σε αμφότερες τις περιπτώσεις εντός του Φεβρουαρίου του 2005 (4-1 - 9/2 και 17/2/2005), ενώ επικουρικώς ζήτησε να αναβληθεί η συζήτηση προκειμένου να προσκομίσει καθαρογραμμένη την πιο πάνω απόφαση. Το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε την ένσταση αυτή της κατηγορουμένης περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως λόγω δεδικασμένου δεχθέν ότι από τα προσκομισθέντα σχετικά έγγραφα ήτοι το ακριβές υπηρεσιακό απόσπασμα της με αριθμό 97151/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και το αντίγραφο του οικείου κατηγορητηρίου της δικασίμου της 29.9.2011 σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας προέκυψε ότι η ποινική δίωξη για την πράξη για την οποία αθωώθηκε η κατηγορουμένη αφορούσε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά σε διαφορετικό χρόνο τελεσθέντα από εκείνα της εκδικαζόμενης ενώπιόν του ποινικής υποθέσεως ήτοι την κατασκευή προσθήκης ξύλινης κατασκευής 2,5 x 4 μ. και πετρόκτιστου προαυλίου 8 x 6 μ. επί του ανωτέρω κατασκευάσματος (κοντέϊνερ), στις 17.2.2005. Ακόμη το ίδιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αναβολής εκδικάσεως της υποθέσεως προκειμένου να προσκομισθεί καθαρογραμμένη η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κρίνοντας ότι δεν ήταν αναγκαία τέτοια αναβολή εφόσον προκύπτει ότι δεν υφίσταται ταυτότητα ιστορικής αιτίας μεταξύ της εκδικασθείσης πριν και της υπό εκδίκαση υποθέσεως και δεν εξαρτάται σε καμία περίπτωση από την υπόθεση επί της οποίας αθωώθηκε η κατηγορουμένη η απόφαση επί της εκδικαζόμενης από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο υποθέσεως. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεως ως προς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της κατηγορίας επί της οποίας εκδόθηκε η αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου σε σχέση με τα αντίστοιχα των σε προγενέστερο χρόνο γενομένων δεκτών ότι τελέστηκαν αξιόποινων πράξεων επί των οποίων αποφάνθηκε η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση. Επιπλέον με όσα επικαλέστηκε στην κατ' έφεση δίκη κατά την προβολή του σχετικού ισχυρισμού περί απαραδέκτου της ποινικής διώξεως λόγω δεδικασμένου και με όσα αναφέρει στον σχετικό λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως με τον οποίο παραπονείται για την κατά παραβίαση του άρθρου 57 Κ.Ποιν.Δ. απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση του εν λόγω ισχυρισμού της δεν κάνει λόγο η αναιρεσείουσα εάν η ως άνω αθωωτική απόφαση κατέστη αμετάκλητη και πως έλαβε χώρα το γεγονός αυτό. Η σαφής και ορισμένη αναφορά των στοιχείων αυτών είναι προϋπόθεση για να είναι παραδεκτός ο περί παραβιάσεως του δεδικασμένου λόγος αναιρέσεως. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 ΣΤ' Κ.Ποιν.Δ. πρώτος αναιρετικός λόγος για παραβίαση από το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο του δεδικασμένου από προηγούμενη αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται εάν και κατά ποιο τρόπο κατέστη η προδιαληφθείσα αθωωτική απόφαση αμετάκλητη. Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι, ενώ με την ανωτέρω αθωωτική απόφαση έγινε δεκτό ότι η πράξη της κατασκευής ξύλινης κατασκευής από αυτή σε κοντέϊνερ και πετρόκτιστου προαυλίου δεν προέκυψε ότι έγιναν σε δασική περιοχή μη κριθείσης πειστικής της καταθέσεως του μάρτυρα Η. Κ. περί δασικής φύσεως του όλου επιδίκου ακινήτου, με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκαν αντιθέτως τα ίδια πραγματικά περιστατικά χωρίς τοπογραφικό που να επισυνάπτεται σε πράξη της αρμοδίας δασικής υπηρεσίας περί χαρακτηρισμού της εκτάσεως και καταδικάστηκε αυτή ως κατασκευάστρια του ίδιου κοντέϊνερ στο ίδιο σημείο ως δασικό, είναι απορριπτέες διότι υπό την επίκληση παραβιάσεως του δεδικασμένου από την παραπάνω προηγούμενη απόφαση πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου της ουσίας. Όσον αφορά το υποβληθέν από τη συνήγορο που εκπροσώπησε την κατηγορουμένη κατ' άρθρο 352 Κ.Ποιν.Δ. αίτημα για αναβολή της δίκης προκειμένου να προσκομισθεί η καθαρογραμμένη πιο πάνω αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών προκύπτει από όσα προαναφέρθηκαν ότι διέλαβε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο στο τέλος του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεώς του και με περιεχόμενη στο διατακτικό της διάταξη για απόρριψη του περί αναβολής αιτήματος ότι απάντησε με επαρκή αιτιολογία στο εν λόγω αίτημα της κατηγορουμένης και είναι απορριπτέες οι αντίθετες αιτιάσεις περί σιγή απορρίψεως του με συνέπεια να είναι αβάσιμος και κατά το τελευταίο σκέλος του ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. κατ' ορθή εκτίμηση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που πρέπει να υπάρχει και σε κάθε παρεμπίπτουσα απόφαση όπως είναι και αυτή με την οποία απορρίπτεται αίτημα αναβολής της δίκης για νέες (κρείσσονες) αποδείξεις. Περαιτέρω, στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καταχωρήθηκε ότι η αναιρεσείουσα στην κατ' έφεση δίκη δια της συνηγόρου που την εκπροσώπησε προέβαλε νομοτύπως κατά σαφή και ορισμένο τρόπο, με παράδοση γραπτού σημειώματος και προφορική ανάπτυξη του κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. αυτοτελή ισχυρισμό για συγνωστή νομική πλάνη της κατηγορουμένης που προβλέπεται από το άρθρο 31 παρ. 2 του Π.Κ. περί μη καταλογισμού σε αυτήν των πράξεων που της αποδίδονται από το ότι δεν μπορούσε να διαγνώσει αυτή ακόμη και αν έκταση είχε χαρακτηρισθεί ως δασική τον άδικο χαρακτήρα των πράξεων αυτών. Επομένως είναι απορριπτέος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' και Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως για το ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε καμία αιτιολογία ούτε έλαβε υπόψη του τον επικαλούμενο ως υποβληθέντα αλλά στην πραγματικότητα μη προκύπτοντα ότι προβλήθηκε ισχυρισμό της κατηγορουμένης περί συγνωστής νομικής πλάνης αυτής. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 244 Κ.Ποιν.Δ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 13 του Ν. 3904/2010, προκύπτει ότι η προανάκριση δεν είναι αναγκαία, εκτός άλλων περιπτώσεων, και για τα πλημμελήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, μεταξύ των οποίων κατά τη διάταξη του στοιχείου Β' του άρθρου 114 ιδίου Κώδικα, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 3904/2010 υπάγονται και τα δασικά (πλην του εμπρησμού) με συνέπεια σε αυτές τις περιπτώσεις να δύναται ο Εισαγγελέας αμέσως να καλέσει τον κατηγορούμενο απευθείας στο ακροατήριο, όπως αναφέρεται και στη διάταξη της παρ. 1 εδαφ. α' του άρθρου 245 ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 3904/2010. Υλική δε έκφραση της παραπομπής αυτής αποτελεί η σημείωση στο φάκελο της δικογραφίας ή στο διαβιβαστικό αυτής έγγραφο του νομικού χαρακτηρισμού της πράξεως, του ακροατηρίου του αρμοδίου δικαστηρίου και της αναγραφής της ημερομηνίας καθώς και της υπογραφής του Εισαγγελέα που επεξεργάστηκε την υπόθεση και επιπλέον η σύνταξη κατηγορητηρίου που θα αποτελέσει τη βάση του κλητηρίου θεσπίσματος. Όμως, υπήρχε δυνατότητα και στην περίπτωση που δεν ήταν αναγκαία η προανάκριση να διαταχθεί από τον Εισαγγελέα, πριν παραπέμψει τον κατηγορούμενο απευθείας στο ακροατήριο, προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση αν την έκρινε αναγκαία για να διεξαχθούν συγκεκριμένες ανακριτικές πράξεις κατά την προεισαγωγική διερεύνηση της ποινικής υποθέσεως, όπως για την άμεση καταγραφή προσφάτων εντυπώσεων και στην σε πρώτο στάδιο διατήρηση υλικού ή αποτύπωση καταστάσεως που ενδέχεται στη συνέχεια να αλλοιωθεί. Για διαδικαστική ευχέρεια και όχι για υποχρέωση του Εισαγγελέα πρόκειται η δυνατότητα αυτού στις περιπτώσεις των άνω εγκλημάτων πριν την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο να παραγγείλει την διενέργεια προανακριτικών πράξεων που θεωρεί αναγκαίες και αφορούν ενέργειες που δεν έγιναν μέχρι τη διαβίβαση σε αυτόν της δικογραφίας. Κατ' ακολουθίαν δεν ήταν προϋπόθεση ασκήσεως της ποινικής δίωξης για τις αποδοθείσες στην αναιρεσείουσα αξιόποινες πράξεις κατά τα ισχύοντα κατά το χρόνο που έκρινε ο Εισαγγελέας ότι έπρεπε να παραπεμφθεί αυτή στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με απευθείας κλήση η διενέργεια προηγουμένως αυτοψίας στον τόπο τελέσεως των πράξεων αυτών και η σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος ούτε ελέγχεται αναιρετικώς η άσκηση από τον Εισαγγελέα ποινικής διώξεως για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις με παραπομπή της κατηγορουμένης στο ακροατήριο χωρίς να διατάξει προηγουμένως προανάκριση για να διενεργηθεί αυτοψία με επισύναψη στην έκθεση και τοπογραφικού σκαριφήματος της εκτάσεως στην οποία έλαβαν χώρα οι πράξεις για τις οποίες διαβιβάστηκε από το Δασάρχη Πεντέλης στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών το σχετικό πρωτόκολλο μηνύσεως με το περιλαμβανόμενο στα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο του δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου υπ' αριθμ. 6299/3.8.2005 έγγραφο Δασαρχείου Πεντέλης. Επιπλέον στα αναφερόμενα στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως αναγνωσθέντα έγγραφα περιλαμβάνεται και η από 5/6/2006 έκθεση αυτοψίας που από την επισκόπησή της προκύπτει ότι αφορά στην γενόμενη στις 2/6/2006 αυτοψία από τη Δασοπόνο Μ. Α. μετά και την μήνυση που από 7/2/2005 υπέβαλε κατά της αναιρεσείουσας ο δασοφύλακας της περιοχής για εκχέρσωση και τοποθέτηση διαμορφωμένου σε οικία κοντέϊνερ εντός δημοσίας διακατεχόμενης αναδασωτέας δασικής εκτάσεως στη θέση ... - ... τέρμα της οδού ... περιφερείας Γλυφάδας. Έτσι δεν υπέπεσε το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο σε οποιανδήποτε πλημμέλεια όσον αφορά την έρευνα της υποθέσεως παρά την κατά τις αιτιάσεις της ήδη αναιρεσείουσας μη σύννομη άσκηση ποινικής διώξεως κατ' αυτής και παραπομπής της στο ακροατήριο χωρίς προηγούμενη σύνταξη διαγράμματος της εκτάσεως εντός της οποίας φερόταν ότι τέλεσε τις αποδιδόμενες πράξεις. Επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσείουσας κατ' ορθή εκτίμηση αφορούν όχι σε υπέρβαση της εξουσίας του δικαστηρίου με το να αποφασίσει αυτό για ζήτημα μη υπαγόμενο στη δικαιοδοσία του είτε με το να παραλείψει να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, αλλά σε ακυρότητα από παράλειψη του Εισαγγελέα να διατάξει να ενεργηθεί προανακριτική πράξη κατά την προδικασία. Κατ' άρθρο 173 παρ. 1, β' Κ.Ποιν.Δ., τέτοια ακυρότητα μπορεί να προβληθεί παραδεκτώς μέχρι το τέλος της προδικασίας και επί παραπομπής κατηγορουμένου με απευθείας κλήση στο ακροατήριο για αδικήματα όπως τα δασικά, κατά των οποίων δε χωρεί προσφυγή κατ' άρθρο 322 Κ.Ποιν.Δ. ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, δύναται να προταθεί μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία εν προκειμένω παρήλθε άπρακτη με συνέπεια ως μη προταθείσα μέχρι τότε να θεωρείται κατ' άρθρο 174 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. ότι καλύφθηκε. Επομένως, ο επί των άνω αιτιάσεων στηριζόμενος σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' λόγος αναιρέσεως για ακυρότητα που αναφέρεται στην προδικασία είναι αβάσιμος. Μετά απ' όλα τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατ' ουσία και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1.6.2012 (υπ' αριθμό 54/2012) αίτηση της Α. Σ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 68638/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιανουαρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ