Αριθμός 1556/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Η. Π. του Κ., κατοίκου ... και 2)Μ. Λ. του Α., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Δημητράτο, για αναίρεση της υπ'αριθ.57/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιουλίου 2013 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1005/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 20 του ν. 4139/2013 που ως επιεικέστερος εφαρμόζεται αντί του άρθρου 20 παρ.1 περ. β' και ζ' του κ.ν.ν.3459/2006, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 20 ποινές, όποιος, εκτός των άλλων περιπτώσεων, κατέχει ναρκωτικά. Η κατοχή ναρκωτικών ουσιών ως έγκλημα είναι, η φυσική εξουσίασή τους από τον δράστη, κατά τρόπο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά, είναι δε αναγκαίος ο προσδιορισμός του προσώπου που έχει την πραγματική εξουσία διαθέσεως της ναρκωτικής ουσίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται υποκειμενικά δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επιμέρους υλικές ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς, αλλά αρκεί να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση σε καθένα από τα εγκλήματα αυτά ως συναυτουργός. Ειδικότερα συγκατοχή ναρκωτικών υπάρχει όταν υφίσταται μεταξύ των δραστών κοινός δόλος φυσικής εξουσιάσεως της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας, η οποία πρέπει να είναι σαφώς προσδιορισμένη και να υφίσταται η δυνατότητα σε όλους τους συναυτουργούς ασκήσεως της φυσικής αυτής εξουσιάσεως με τη δυνατότητα διαθέσεως και διαπιστώσεως οποτεδήποτε της υπάρξεως αυτής. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτουμένη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η επιβαλλομένη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό συνιστά έλλειψη ακροάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχείο Β' του ίδιου κώδικα. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση τέτοιας απαντήσεως σε ισχυρισμό απαράδεκτο ή αρνητικό της κατηγορίας. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι τα ναρκωτικά δεν ευρίσκοντο στην κατοχή του, διότι δεν γνώριζε την ύπαρξή τους ή διότι δεν είχε πρόσβαση στον χώρο όπου ευρίσκοντο δεν αποτελεί αυτοτελή αλλά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, με την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθ. 57/2013 απόφασή του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, κήρυξε τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, ενόχους κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατά συναυτουργία, χωρίς να είναι τοξικομανείς και παράνομης κατοχής όπλων κατά συναυτουργία, με την συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε του ΠΚ και καταδίκασε τον καθένα από αυτούς σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ για την πρώτη πράξη, σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών για την δεύτερη πράξη και σε συνολική ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών και ενός μηνός. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών η αναιρεσείουσα στους κατατεθέντες και αναπτυχθέντες προφορικώς από τους συνηγόρους της αυτοτελείς ισχυρισμούς της αρνήθηκε ότι γνώριζε την ύπαρξη όλων των ναρκωτικών ενώ κατά την απολογία της αρνήθηκε μόνον ότι γνώριζε την ύπαρξη των ναρκωτικών Ecstasy και ότι δεν είχε πρόσβαση στον χώρο όπου ευρίσκοντο τα ναρκωτικά Ecstasy διότι τα είχε κλειδώσει σε συρτάρι ο ήδη πρώτος αναιρεσείων συγκατηγορούμενός της και δεν συναπεφάσιζε με αυτόν περί της τύχης των ουσιών αυτών. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της αναιρεσείουσας κατά το σκέλος του που αιτιάται ότι, χωρίς την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απερρίφθη ο αυτοτελής ισχυρισμός της ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη των ναρκωτικών Ecstasy και δεν είχε πρόσβαση στον χώρο όπου ευρίσκοντο τα ναρκωτικά Ecstasy πρέπει να απορριφθεί διότι αυτός δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας περί από κοινού κατοχής της άνω ναρκωτικής ουσίας. Η απόφαση όμως διέλαβε την κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθ' όσον παραθέτει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε την συγκατοχή της αναιρεσείουσας επί όλων των ναρκωτικών ουσιών, μεταξύ των οποίων και επί της συγκεκριμένης ναρκωτικής ουσίας Ecstasy σε δισκία και σε σκόνη, ότι δηλαδή όλα τα ναρκωτικά που ήσαν στη κατοικία των κατηγορημένων ήσαν χύμα και όλο το σπίτι ήταν "σουπερ μάρκετ ναρκωτικών", δηλαδή ότι όλα τα ναρκωτικά ήσαν στην κατοχή αμφοτέρων των κατηγορουμένων ως κατόχων του χώρου που φυλάσσονταν και τα μέσα από τα οποία τα συνήγαγε, δηλαδή την κατάθεση του ονομαστικώς αναφερομένου μάρτυρος και είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας εν σχέσει με την συγκατοχή της αναιρεσειούσης επί της συγκεκριμένης ναρκωτικής ουσίας Ecstasy σε δισκία και σε σκόνη. Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για την καταδικαστική του κρίση, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠοινΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Η απλή, όμως, γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης και τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση για γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του ΚΠοινΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης που διατάσσεται ως άνω, αλλά λαμβάνεται υπόψη από το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του ως απλό έγγραφο, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά το άρθρο 30 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 4139/2013: "1. Όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση κατά τους όρους του άρθρου αυτού και των άρθρων 31?35. 2. Η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου διαπιστώνεται κατά την άσκηση της ποινικής δίωξης και σε κάθε φάση της ποινικής διαδικασίας, σύμφωνα με την αρχή της ηθικής αποδείξεως, όπως ορίζεται από το άρθρο 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 3. Για τη διάγνωση της εξάρτησης ενός προσώπου από ναρκωτικά συνεκτιμώνται ιδίως ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία: πιστοποιήσεις αναγνωρισμένων υπηρεσιών απεξάρτησης, χορήγησης υποκαταστάτων ή ανταγωνιστικών στα οπιοειδή ουσιών, περίθαλψης για παθήσεις συνδεόμενες με τη χρήση ουσιών, ψυχολογικά και κοινωνικά δεδομένα που αφορούν τον κατηγορούμενο, ευρήματα εργαστηριακών εξετάσεων που αποκαλύπτουν χρήση ναρκωτικών για μακρόχρονες περιόδους. Σε κάθε φάση της ποινικής διαδικασίας δύναται να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτημα του κατηγορουμένου, προκειμένου να καθοριστεί αν πράγματι υπάρχει εξάρτηση, όπως επίσης και το είδος και η βαρύτητα αυτής. ... Η πραγματογνωμοσύνη συνεκτιμάται με τα παραπάνω διαγνωστικά κριτήρια...". Οι άνω διατάξεις των παρ. 2 και 3 δεν μετέβαλαν το προϋφιστάμενο της ισχύος του άνω ν. 4139/2013 νομικό καθεστώς, καθ' όσον η μεν αρχή της ηθικής αποδείξεως, εκ του άρθρου 177 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, ουδέποτε έπαυσε ισχύουσα, ώστε να επαναβεβαιωθεί η ισχύς της, από δε το άρθρο 178 ΚΠοινΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην αποδεικτική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη, η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστού, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις ενός προσώπου, ως αποδεικτικό μέσο, εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, υπό την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, οφείλει όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικανική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους, η δε υποχρέωση συνεκτιμήσεως των ανωτέρω στην παρ. 3 του άνω ν. 4139/2013 ενδεικτικώς παρατιθεμένων "στοιχείων", δεν μεταβάλλει αυτά σε αυξημένης αποδεικτικής δυνάμεως αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, το αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του ΚΠοινΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από το δικαστήριο, το δικαστικό συμβούλιο ή ανακριτικό υπάλληλο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων, και πρέπει το δικαστήριο να αναφέρει ειδικά ότι το έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως ή να προκύπτει από το περιεχόμενο των περιστατικών που εκθέτει ότι το έλαβε υπόψη του και το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα κατά τρόπο αναμφισβήτητο. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο το έλαβε υπόψη του και το συνεκτίμησε, χωρίς να αρκεί η αναφορά του στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ. Η ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη, όμως, η οποία έχει διενεργηθεί κατόπιν αιτήσεως κάποιου διαδίκου, δεν απαιτείται να αναφέρεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά θεωρείται απλό έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι προέβαλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι είναι τοξικομανείς, ότι δηλαδή, κατά την διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 4139/2013, είχαν κατά τον χρόνο της πράξεως αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών και δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, που έχει ως συνέπεια την ηπιότερη ποινική μεταχείριση του δράστη, για την απόδειξη του δε επεκαλέσθησαν τις από 28-5-2010 δύο "εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης" του ψυχιάτρου Α. Τ., οι οποίες, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπησή τους, είναι ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες, οι οποίες διενεργήθηκαν κατόπιν εντολής των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων και προσκομίστηκαν από αυτούς, και, επομένως, όπως αναφέρθηκε, δεν αποτελούν ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και ορθώς περιλαμβάνονται στα έγγραφα, μετά των οποίων και συνεκτιμήθηκαν, χωρίς να ήταν αναγκαίο το Δικαστήριο να αντικρούσει τα αντίθετα συμπεράσματα του εν λόγω Α. Τ. προς τα συμπεράσματα της ιατροδικαστού παραγματογνώμονος Ε. Λ. που διορίσθηκε από τον ανακριτή, τα οποία έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία απεφάνθη ότι οι κατηγορούμενοι δεν ήσαν τοξικομανείς. Στο προοίμιο του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αναφέρεται ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνοντα και τα ανωτέρω δύο. Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως ως προς το σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη των συμπερασμάτων του ανωτέρω "πραγματογνώμονος", περί της ιδιότητος των αναιρεσειόντων ως τοξικομανών, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον δεν πρόκειται περί εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, κατά την έννοια των διατάξεων του ΚΠοινΔ. Οι λοιπές αιτιάσεις του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με τις οποίες, κατ' εκτίμηση, προβάλλεται η αντίθεση των επισημαινομένων αποδεικτικών μέσων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τον ισχυρισμό ότι, στην πραγματικότητα, παρά την περί του αντιθέτου αναφορά στην απόφαση, δεν ελήφθησαν υπόψη τα ανωτέρω (επισημαινόμενα) αποδεικτικά μέσα, διότι, διαφορετικά, δεν δικαιολογείται το πόρισμα της αποφάσεως, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτοι, καθ' όσον η εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, την οποία πλήττουν ως εσφαλμένη οι λοιπές αιτιάσεις του τρίτου λόγου αναιρέσεως, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας της αποφάσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α' ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημοσίας συνεδριάσεως, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώστηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώστηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα, από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ, πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικά δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλομένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει ότι έγινε ανάγνωση, μεταξύ των άλλων και των εξής εγγράφων: α) η από 28-5-2010 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Α. Τ." (υπ' αριθ. 34) και β) η από 28-5-2010 έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Α. Τ." (υπ' αριθ. 53). Τα δύο αυτά αναγνωσθέντα έγγραφα όπως προκύπτει από τα πρακτικά, ανεγνώσθησαν κατ' αίτηση των κοινών συνηγόρων των κατηγορουμένων και οι κατηγορούμενοι γνωρίζοντας το περιεχόμενό τους μπορούσαν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ, έτσι ώστε δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμα της υπερασπίσεως τους, ούτε ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Με την ανάγνωση του κειμένου των εγγράφων αυτών στο ακροατήριο, επαρκώς προσδιορίσθηκε η ταυτότητά τους και έγιναν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις, παρατηρήσεις περί αυτών, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αυτά αναφέρονται στα πρακτικά. Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλομένη απόφαση η προαναφερομένη πλημμέλεια για απόλυτη ακυρότητα, με την αιτίαση ότι με την περιεχομένη στα πρακτικά αναφορά δεν προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παράβαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Κατά την διάταξη του άρθρου 33 παρ. 2 του ν. 4139/2013 που ορίζει τις έννομες συνέπειες της ολοκληρώσεως θεραπευτικού προγράμματος απεξαρτήσεως εκτός σωφρονιστικών καταστημάτων: "Όποιος έχει βεβαίωση ολοκλήρωσης εγκεκριμένου κατά νόμο συμβουλευτικού ή θεραπευτικού προγράμματος σωματικής αποτοξίνωσης με ή χωρίς υποκατάστατα και σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης θεωρείται ότι κατά την εισαγωγή του για θεραπεία είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών". Η διάταξη αυτή (όπως και η προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 31 παρ. 8 του ν. 3459/2006 Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά) δεν έχει την έννοια τεκμηρίου τοξικομανίας κατά τον χρόνο εισαγωγής για θεραπεία, καθ' όσον τόσον κατά την διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 3459/2006 Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά όσον και του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 4139/2013 τοξικομανείς είναι όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσεως ναρκωτικών και (σωρευτικώς) δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις. Συνεπώς η αναιρεσιβαλλομένη ορθώς ερμήνευσε την άνω διάταξη και ως προς το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη διότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της άνω διατάξεως το δικαστήριο, ενώ δέχθηκε ως αποδειχθέν ότι ο αναιρεσείων "απευθύνθηκε στις 14-11-2006 στο τμήμα οικογενειακής θεραπείας της μονάδας απεξαρτήσεως τοξικομανών- αλκοολικών (18 Άνω) του Ψυχιατρικού Νοσοκομείο Αττικής όπου παρακολούθησε και ολοκλήρωσε το θεραπευτικό πρόγραμμα...", απέρριψε τον εκ του άνω λόγου ισχυρισμό του ότι ήταν τοξικομανής και δη κατά τον χρόνο της πράξεως (15 Αυγούστου 2005). Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν το δικαστήριο αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία που έχει από το νόμο, παρότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της (αρνητική υπέρβαση). Κατά τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 4139/2013 "Μετά την ολοκλήρωση με επιτυχία του εγκεκριμένου κατά νόμο συμβουλευτικού ή θεραπευτικού προγράμματος σωματικής αποτοξίνωσης με ή χωρίς υποκατάστατα και σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης, που πιστοποιείται εγγράφως από τον επιστημονικό διευθυντή του οικείου προγράμματος: ... γ) Το δικαστήριο αναγνωρίζει ελαφρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής υποχρεωτικά στον δράστη που έχει τελέσει εγκλήματα από αυτά που αναφέρονται στα άρθρα 31 και 32 και δυνητικά στις λοιπές περιπτώσεις εγκλημάτων". Συνεπώς με την συνδρομή της άνω προϋποθέσεως υποχρεωτικά χορηγείται το άνω ελαφρυντικό στις περιπτώσεις κατοχής ναρκωτικών ουσιών του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 4139/2013, λόγω της άνω παραπομπής στο άρθρο 32 του νόμου αυτού, το οποίο παραπέμπει στα εγκλήματα του άρθρου 31 μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα εγκλήματα του άρθρου 20. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το δικαστήριο της ουσίας ενώ δέχθηκε ως αποδειχθέν ότι ο αναιρεσείων "απευθύνθηκε στις 14-11-2006 στο τμήμα οικογενειακής θεραπείας της μονάδας απεξαρτήσεως τοξικομανών- αλκοολικών (18 Άνω) του Ψυχιατρικού Νοσοκομείο Αττικής όπου παρακολούθησε και ολοκλήρωσε το θεραπευτικό πρόγραμμα...", αρνήθηκε να ασκήσει δικαιοδοσία που έχει από το νόμο, παρότι συντρέχουν οι όροι ασκήσεώς της και δεν χορήγησε και μάλιστα οίκοθεν το άνω ελαφρυντικό του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και πρέπει κατά παραδοχή του δευτέρου σκέλους του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, τρίτου λόγου αναιρέσεως να αναιρεθεί εν μέρει η αναιρεσιβαλλομένη μόνον ως προς τον πρώτον αναιρεσείοντα και μόνον ως προς τις διατάξεις περί επιβολής της άνω ποινής καθείρξεως και περί επιμετρήσεως συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, δεδομένου ότι η συγκρότησή του από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος. Πρέπει δε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως της δευτέρας αναιρεσείουσας και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 57/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου, μόνον ως προς τον αναιρεσείοντα Η. Π. του Κ. και μόνον κατά το μέρος της που δεν απεφάνθη περί της συνδρομής, στο πρόσωπό του, του ελαφρυντικού του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και ως προς τις διατάξεις περί επιβολής ποινής καθείρξεως έξι (6) ετών και περί επιμετρήσεως συνολικής ποινής. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Απορρίπτει την από 26-7-2013 (υπ' αριθ. 5678/29-7-2013) αίτηση- δήλωση της Μ. Λ. του Α., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 57/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ