Αριθμός 4/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 18η Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων:…, κατ.. …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπούγα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2002 αγωγή των αρχικών διαδίκων Α. Π., Θ. Π. και των ήδη υπό στοιχείο 2, 4, 5 και 6 αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2004 μη οριστική, 279/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 264/2009 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο με την από 22-11-2011 αίτησή του. Εκδόθηκε η 625/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η απόφαση 162/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-8-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 23/08/2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αριθμ. 162/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς ΕφετείουΛάρισας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων,κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν έφεση αυτού (αναιρεσείοντος) κατά της υπ' αριθ 279/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου των αρχικώς εναγόντων. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ). Α1. Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, οι διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών καταργήθηκαν, τα δε δικαιώματα "επί των αγροκηπίων, βοσκών, λειμώνων, δασών, νομών και παντός είδους γαιών κατεχομένων παρ' ιδιώτου ή κοινοτήτων δυνάμει φιρμανίων, χοτζετίων, ταπίων και άλλων τίτλων ή δυνάμει απλώς των διατάξεων του Οθωμανικού Νόμου" βάσει των άρθρων 4 και 9 της από 20.6/2.7.1881 συμβάσεως μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το νόμο - ΛΗ'/1882, αναγνωρίσθηκαν και μετατράπηκαν εις πλήρη κυριότητα των δικαιούχων των δικαιωμάτων αυτών και οι μεταξύ αυτών κτηματικές σχέσεις υπήχθησαν έκτοτε στο κοινό δίκαιο. Δηλαδή, από την προσάρτησή της στην Ελλάδα, εισήχθη στη Θεσσαλία η ημεδαπή νομοθεσία, η οποία ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις που εφεξής δημιουργούνται, με τη διάκριση, ότι, ως προς το παρελθόν, αυτές ρυθμίζονται κατά τον προϊσχύοντα Οθωμανικό Νόμο, θεωρούμενο ως νόμο - όχι αλλοδαπό, αλλά - εσωτερικό. Κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), δημόσιες γαίες είναι οι αγροί, οι λειμώνες, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, τα δάση και οι παρόμοιοι με αυτούς τόποι, η δε κυριότητα επ' αυτών ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο, το οποίο μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας, διαδέχθηκε σ' αυτή το Ελληνικό Δημόσιο, εκτός αν, με βάση τα προεκτεθέντα, είχε αποκτηθεί νομίμως από τρίτο. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 9, 19, 30, 68 και 71 του ίδιου Οθωμανικού νόμου, επί των δημοσίων γαιών μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούν να αποκτήσουν οι ιδιώτες, με την έκδοση έγγραφου τίτλου, ταπίου, που φέρει την αυτοκρατορική σφραγίδα ή μονόγραμμα και στο οποίο ρητά αναφέρεται το είδος των παραχωρούμενων γαιών (ΑΠ 625/2014, ΑΠ 385/2012). Όπως δε προκύπτει από τα άρθρα 36 και 37 του ίδιου νόμου περί γαιών, το πιο πάνω δικαίωμα μπορούσε να μεταβιβασθεί εν ζωή ή αιτία θανάτου ή και να γίνει ανταλλαγή γαιών κατόπιν αδείας της Αρχής. Ειδικά επί καλλιεργήσιμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, ο οποίος καταλάμβανε, εξουσίαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση και χωρίς να απαιτείται η έκδοση "ταπίου" στο όνομά του, το οποίο άλλωστε ήταν αποδεικτικό και όχι συστατικό του δικαιώματος "τεσσαρούφ". Προϋπόθεση, όμως, για την κτήση του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από το σφετεριστή είναι όχι μόνον η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή του αγρού επί μια δεκαετία, αλλά και η καλλιέργεια αυτού και επομένως δεν είναι δυνατή η, κατά τον ως άνω τρόπο, από το σφετεριστή απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών. Ενώ, η τυχόν εγκατάλειψη της δημόσιας γης επί τριετία χωρίς να υπάρχει δικαιολογημένο κώλυμα για την καλλιέργεια, είχε ως αποτέλεσμα την έκπτωση του δικαιούχου από το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), σύμφωνα με τα άρθρα 68, 69 έως 71 και 75 του άνω Οθωμανικού νόμου περί γαιών, η οποία είχε ως συνέπεια την αυτοδίκαιη επαναφορά του πιο πάνω δικαιώματος στο Οθωμανικό Δημόσιο. Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1248 και 1660 του Οθωμανικού ΑΚ, στην πρώτη από τις οποίες προβλέπονται οι τρόποι κτήσης κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία, και στη δεύτερη που προβλέπει τη δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει, ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου, με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από εκείνον που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία, κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών (ΑΠ 1291/2021, ΑΠ 120/2018, ΑΠ 1817/2011). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.8 παρ.1 κωδ.(7-39), ν.9 παρ.1 πανδ. (50-4), ν.2 παρ.20, πανδ. (41-4), ν.6 πρ.πανδ. (44-3), ν.76 παρ.1, πανδ.(18-1) και 7 παρ.3 πανδ. (23-3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατ' άρθρο 51 Εισ.Ν.Α.Κ., μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου αδιαλείπτως, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού ο οποίος χρησιδέσποζε να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού(ΑΠ279/2019, ΑΠ69/2018, ΑΠ946/2017). Ως "καλή πίστη" δε νοείται, κατά τις διατάξεις των ν.27 πανδ.(18.1), 15 παρ.3, 48 πανδ. (41.3) 11 πανδ. (51.4), 5 παρ.5, 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16) η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας, άλλου επ' αυτού (ΑΠ 1789/2005). Επίσης, προκειμένου για έκτακτη χρησικτησία που άρχισε υπό το κράτος του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαΪκού δικαίου, είναι απαραίτητη η ύπαρξη καλής πίστης, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη περιστατικών που καθιστούν εύλογη την πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος για το ανεπίληπτο της νομής του (ΑΠ 464/2004). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" προκύπτει, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ' αυτά Ολ. ΑΠ 75/1987, ΑΠ 78/2015). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε(Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ8/2018). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτων αγωγή, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμ. …. συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Λάρισας Π. Σκουμπούγερα, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων Γ. Γ. Κ. απέκτησε από τον αληθή κύριο αυτού Οθωμανό Ε. Ε. του Ι., το σ' αυτόν ανήκον κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή αγρόκτημα (τσιφλίκι) στη θέση "…", ή "…" ή "…", τμήμα του οποίου αποτελούν τα επίδικα ακίνητα. Ήτοι ένα αγρόκτημα αποτελούμενο από καλλιεργούμενες και λιβαδικές εκτάσεις (βοσκότοπους), μετά των οικιών, γεωργικών οικιών,, αποθηκών, αχυρώνων, στάβλων, κονακίων, χανιών, χορτονομών, προβατονομών, μανδριών, αλωνιών κλπ που υπήρχαν μέσα σ' αυτό. Το όλο αυτό ακίνητο βρισκόταν κοντά στο χωριό …. (ήδη …), της επαρχίας τότε … και στη συνέχεια της κτηματικής περιφέρειας του…, και ήδη εντός του Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου … Ν…. . Είχε έκταση περί τα 10.000 στρέμματα και συνόρευε με το κτήμα … και γαίες των χωριών… . Στον ως άνω Οθωμανό πωλητή Ε. Ε. του Ι., είχε περιέλθει το ως άνω τσιφλίκι, δυνάμει των στο αγοραπωλητήριο αυτό συμβόλαιο (…) αναφερόμενων δώδεκα επίσημων οθωμανικών τίτλων (ταπίων), τα οποία, όπως αναφέρεται στο ως άνω συμβόλαιο παραδόθηκαν στον αγοραστή, τα οποία, όμως, δεν προσκομίσθηκαν λόγω καταστροφής του Υποθηκοφυλακείου Φερών. Με τα ταπία αυτά αυτός αγόρασε το ήμισυ του ενός μεριδίου των σε οκτώ ίσια μερίδια διανεμηθέντων και πωληθέντων αγροκτημάτων, ήτοι το 1/16 (προφανώς εξ αδιαιρέτου) των δώδεκα τσιφλικιών ονομαζόμενων Ο., Ο., Τ., Κ., Ν., Κ. Ο. (Κ.), Χ. Ο., Ε. Χ. και λοιπών ευρισκομένων κοντά στον…, υπαγομένων, τότε, στην Επαρχία …, καλουμένων Δ. Κ. και κατόπιν παραχωρήσεως στους συνιδιοκτήτες του μεριδίου του (1/16) επί των δώδεκα τσιφλικιών, εκτός των τσιφλικιών "…" και … (…) και αντ' αυτού έλαβε στην κυριότητά του ολόκληρα τα μερίδια των συνιδιοκτητών του επί των δύο αυτών αγροκτημάτων (…) και, γεγονός που έλαβε χώρα το έτος 1865 (τουρκικό έτος 1281 από Εγίρας, στο οποίο αντιστοιχεί το Χριστιανικό έτος 1865) δυνάμει του από 1.2.1281 (Τουρκικού έτους) εξηκοστού πέμπτου (65ου) ανταλλακτηρίου ή διανεμητηρίου εγγράφου των συνιδιοκτητών των τσιφλικιών αυτών. Δηλαδή κατόπιν διανομής- ανταλλαγής που έγινε το έτος 1865 μεταξύ των συνιδιοκτητών των ως άνω δώδεκα (12) τσιφλικιών με την οποία αυτός (…) έλαβε στην αποκλειστική του κυριότητα, νομή και κατοχή του ολόκληρα τα τσιφλίκια "…" και "…" (…) και έκτοτε τα κατείχε και νέμονταν αυτά κατά τον προορισμό τους με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως μέχρι της δια του άνω συμβολαίου (…) πωλήσεως αυτών στον Γ. Κ.. Από την περιέλευση δε του ακινήτου αυτού στο Γ. Κ. αυτός το κατείχε και το νέμονταν με τη θέληση να είναι κύριος αυτού, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας επ` αυτού όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του. Ειδικότερα καλλιεργούσε τους αγρούς με δημητριακά, συνέλεγε τους καρπούς και τη χορτονομή, αποθήκευε αυτά στις αποθήκες, εκμίσθωνε τους υπόλοιπους αγρούς σε καλλιεργητές, τις προβατονομές, χορτονομές και προβατομάντρες σε κτηνοτρόφους, για βόσκηση και σταυλισμό των ποιμνίων τους, τις οικίες τις διέθετε για κατάλυμα στο εργατοϋπαλληλικό προσωπικό και τις οικογένειες τους, συνεχίζοντας τη νομή του δικαιοπαρόχου του Οθωμανού. Στη συνέχεια ο Γ. Κ. με το υπ`αρ. … συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Βόλου Κ. Καραμανώλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε το 1/2 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου Δ. Γ. Γ. και έκτοτε ασκούσαν μαζί κοινά και αδιαίρετα, ο καθένας κατά το ποσοστό συγκυριότητάς του όλες τις διακατοχικές πράξεις επ` αυτού. Μετά το θάνατο του Δ. Γ. Γ., αυτός κληρονομήθηκε από την κόρη του Ζ. Δ. Γ., που ήταν το μοναδικό τέκνο του και η μοναδική και καθολική κληρονόμος του. Η τελευταία υπεισήλθε και αναμείχθηκε στην κληρονομιά αυτή διανοία κληρονόμου δικαιούχου και το παρέλαβε στη νομή της, κατά το ίδιο εξ αδιαιρέτου ποσοστό του δικαιοπαρόχου της, μαζί με τον Γ. Κ.. Στη συνέχεια με το υπ' αρ. … συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Βόλου Κων. Καραμανώλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι παραπάνω συγκύριοι, Γ. Κ. και Ζ. Γ., μεταβίβασαν το παραπάνω ακίνητο κατά τα ποσοστά της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητάς του ο καθένας, στο Μ. Χ. Α., ο οποίος κατέλαβε το ακίνητο ως αποκλειστικός κύριος αυτού και ασκούσε όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του με καλή πίστη, νόμιμο τίτλο και με τη θέληση να είναι κύριος αυτού, μέχρι και το θάνατό του την…. Ενώ με την από … ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, ο Μ. Α., κατέλιπε μοναδικούς κληρονόμους του, κατά μεν την επικαρπία του ακινήτου τη σύζυγο του Ε., κατά δε την ψιλή κυριότητα τους γιους του Α., Ρ. και Χ., κοινά αδιαίρετα και κατ' ισομοιρίαν κατά ποσοστό 1/3 τον καθένα, οι οποίοι υπεισήλθαν και αναμίχθηκαν στην κληρονομιά διανοία κληρονόμου και το παρέλαβαν στη νομή τους. Όλα τα προαναφερόμενα πρόσωπα, ο καθένας από το χρόνο που έλαβε χώρα το γεγονός μεταθέσεως σ` αυτόν της κυριότητας, παρέλαβε στη νομή του τα ιδανικά μερίδια που του αναλογούσαν στο αγρόκτημα και ασκούσε ανεμπόδιστα κάθε πράξη νομής που αρμόζει σε κύριο. Ειδικότερα, λόγω της φύσεως του κτήματος, κατά κανόνα βοσκούσαν τα ζώα τους σ` αυτό, καλλιεργούσαν τους αγρούς με δημητριακά συνέλεγαν τους καρπούς, εκμίσθωναν τους υπόλοιπους αγρούς σε καλλιεργητές, τις προβατονομές, χορτονομές και προβατομάντρες σε κτηνοτρόφους για βόσκηση και σταυλισμό των ποιμνίων τους, τις οικίες διέθεταν για κατάλυμα στο προσωπικό και τις οικογένειες τους. Όλες οι ανωτέρω πράξεις νομής ήταν ικανές κατά το δίκαιο που ίσχυε μέχρι το 1915 να στηρίξουν νομή του επιδίκου αγροκτήματος και κατά συνέπεια να δημιουργήσουν προϋποθέσεις χρησικτησίας. Ήταν δε όλοι ανεξαίρετα καλής πίστεως νομείς αφού ανεπίληπτα (με την άδολη δηλαδή και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων πάνω σ αυτό) πίστευαν ο μεν πρώτος απ` αυτούς λόγω των "ταπίων" που έλαβε από το Οθωμανικό Δημόσιο, οι δε διάδοχοί του λόγω των προαναφερόμενων τίτλων κυριότητας, με βάση τα οποία ο καθένας παρέλαβε και συνέχισε τη νομή του δικαιοπαρόχου του, ότι ήταν οι αληθινοί κύριοι αυτού. Φυσικά ο απώτερος δικαιοπάροχός τους είχε την εξουσίαση του κτήματος ήδη πριν την απελευθέρωση της Θεσσαλίας (1881), πλην όμως ο χρόνος νομής υπό το καθεστώς της Τουρκοκρατίας δεν μπορεί να προσμετρηθεί διότι από τα άρθρα 1248 και 1674 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα και του άρθρου 3 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών δεν αναγνωριζόταν ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσεως της κυριότητας τόσο ως προς τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας, όσο και ως προς τις δημόσιες γαίες και συνεπώς δεν υπολογίζεται για τη χρησικτησία ο χρόνος νομής που διέδραμε υπό το κράτος της Οθωμανικής νομοθεσίας ... . Συνεπώς με τις ανωτέρω πράξεις νομής που άσκησαν οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων από το 1881 μέχρι το 1915 με διάνοια κυρίου και καλή πίστη (την οποία δικαιολογούσε η γνώση ότι είχαν εκδοθεί τα προαναφερόμενα "ταπία" που καταστράφηκαν), οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων, την οποία μεταβίβασαν με παράγωγο τρόπο στους άμεσους δικαιοπαρόχους αυτών, όχι με τίτλο (ταπί) από το Οθωμανικό Δημόσιο, αλλά με έκτακτη χρησικτησία που άρχισε το 1881 που απελευθερώθηκε η Θεσσαλία από τον τουρκικό ζυγό και συμπληρώθηκε μέχρι το 1915. Σημειωτέον ότι η αναφορά στην αγωγή των τίτλων που είχαν λάβει οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων από το Οθωμανικό Δημόσιο και οι οποίοι κατά τους ισχυρισμούς τους απωλέσθηκαν δεν γίνεται για να θεμελιωθεί η κτήση κυριότητας και σε ένα τέτοιο τρόπο, αλλά για να δικαιολογηθεί η αξιούμενη από το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο καλή πίστη για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία. Ανεξαρτήτως, λοιπόν, αν τα παραπάνω ταπία είχαν ή όχι νόμιμα εκδοθεί και αν για την ανταλλαγή των τσιφλικίων, υπήρχε η αναγκαία για το κύρος της ανταλλαγής αυτής, άδεια της αρχής, τα ταπία αυτά υπήρχαν ως έγγραφα αφού αναφέρονται στο υπ' αριθμ. … αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, στο οποίο μάλιστα αναφέρεται ότι παραδόθηκαν στον αγοραστή Γ. Γ. Κ.. Ο τελευταίος δια της παραδόσεως της νομής από τον έως τότε νομέα και εμφανιζόμενο στη σύμβαση ως αληθή κύριο και μάλιστα κάτοχο δώδεκα τίτλων κυριότητας (ταπίων), σε συνδυασμό και με τα λοιπά στοιχεία (σύνταξη αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και μεταγραφή του, καταβολή τιμήματος, πληρωμή των τελών χαρτοσήμου, ανάληψη υποχρέωσης προς καταβολή του ετήσιου φόρου), αποδεικνύεται ότι ευρίσκονταν σε καλή πίστη, υπό την έννοια των διατάξεων των άρθρων ν. 27 πανδ.(18.1), 15 παρ.3, 48 πανδ. (41.3) 11 πανδ. (51.4), 5 παρ.5, 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16), ήτοι ότι υπήρχε σ' αυτόν η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας, άλλου επ` αυτού και εν προκειμένω είτε του Ελληνικού Δημοσίου, είτε του Οθωμανικού κράτους ... Με βάση τα προκύπτοντα από το προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο στοιχεία, σαφώς προκύπτει ότι ο αγοραστής Γ. Γ. Κ. είχε την εδραία πεποίθηση ότι ο πωλητής του ήταν πράγματι κύριος και νομέας του πωληθέντος ακινήτου και ότι τη νομή αυτή του μεταβίβασε δια της παραδόσεώς της. Η συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστης στο πρόσωπο του ανωτέρω Γ. Γ. Κ., αλλά και των λοιπών δικαιοπαρόχων των εναγόντων, κατά τον κρίσιμο χρόνο της κτήσεως κυριότητας έναντι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, με έκτακτη χρησικτησία, ενισχύεται και από τις εξής διοικητικές πράξεις οργάνων του εναγομένου Δημοσίου: Α) Περί του ότι το ως άνω αγρόκτημα ήταν ιδιωτικό και δεν ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο κατά το 1882 που εισήχθη η ελληνική νομοθεσία στην απελευθερωθείσα από τον τουρκικό ζυγό το 1881 Θεσσαλία (προσαρτηθείσα πλέον στην Ελλάδα κατά την από 2.7.1881 σύμβαση μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας που κυρώθηκε με το νόμο ΠΛΞ' του 1882) και άρα ουδέποτε έγινε κύριος αυτού το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού (σύμφωνα και με τις διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου β.δ. από 17.11.1836), βασικό είναι το εξής αδιάψευστο ντοκουμέντο: Στο υπ' αριθ. 512/7.12.1883 φύλλο της ΕτΚ του Βασιλείου της Ελλάδος δημοσιεύτηκε ο από 24.5.1883 "Πίναξ των κτήσεων του Οθωμανικού Κράτους των κειμένων εν ταις χώραις ταις παραχωρηθείσαις τη Ελλάδι δια της Συμβάσεως Κωνσταντινουπόλεως, υποβληθείς γαλλιστί εις την ελληνο-τουρκικήν επιτροπήν υπό των Οθωμανών επιτρόπων". Στον πίνακα αυτό περιγράφονται για κάθε "καζά" (νομό) οι κτήσεις του Τουρκικού Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και τα δημόσια δάση και λιβάδια. Στις σελίδες … περιγράφεται η ακίνητη δημόσια περιουσία του "καζά"… . Αυτά είναι τα πράγματι δημόσια τουρκικά κτήματα, στην κυριότητα των οποίων υπεισήλθε το ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού. Μεταξύ αυτών δεν περιλαμβάνεται το επίδικο (σημαντικότατο από απόψεως τουλάχιστον εμβαδού), μολονότι αναφέρονται μικρότερης έκτασης κτήματα, όπως βοσκές 2.000 στρεμμάτων .Αν το επίδικο ήταν δημόσιο και όχι ιδιωτικό, ασφαλώς και θα περιλαμβανόταν στον Πίνακα αυτό. Η απουσία του μαρτυρεί ότι δεν ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο (και άρα δεν περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο το 1881), αλλά ήταν ιδιωτικό, ενισχύοντας έτσι τη θέση των εναγόντων ότι είχε παραχωρηθεί η εξουσίασή του στον απώτερο δικαιοπάροχό τους, Γ. Γ. Κ.. Συνεπώς οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των αρχικώς εναγόντων κατέστησαν με τον προαναφερόμενο πρωτότυπο τρόπο κύριοι του όλου κτήματος, μέρος του οποίου αποτελεί το επίδικο. Β) Με την αρ. … απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Βόλου τμήμα 2.178 στρεμμάτων, της παραπάνω συνολικής έκτασης 10.000 στρεμμάτων του αγροκτήματος "…" απαλλοτριώθηκε, κατά τις διατάξεις του από 15.2.1923 Ν.Δ., προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών κλπ. Από την απαλλοτρίωση αυτή εξαιρέθηκε το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου, υπέρ των προαναφερομένων συνιδιοκτητών του. Με την αρ. … απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων …, στη συνεδρίαση της οποίας κλήθηκαν κατά νόμο, οι αποκατασταθέντες ακτήμονες και οι συγκύριοι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων (Ε., Α., Ρ. και Χ. Α.), καθορίσθηκε η οφειλόμενη σ' αυτούς αποζημίωση για την απαλλοτρίωση αυτή. Στη συνέχεια με την αρ. 48144/25 του μηνός Απριλίου 1932 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ αρ. 40 τεύχ. Β/9.5.1932, κυρώθηκε και η οριστική διανομή (του έτους 1930) της ως άνω απαλλοτρίωσης του κτήματος "…". Από την απαλλοτρίωση αυτή εξαιρέθηκε όπως προαναφέρθηκε το υπόλοιπο ακίνητο συγκυριότητας των παραπάνω, συνολικής εκτάσεως …. στρεμμάτων και έχει λάβει τον αριθμό (…) στους κτηματολογικούς πίνακες και τα κτηματολογικά διαγράμματα της απαλλοτρίωσης αυτής. Το (κρίσιμο) γεγονός ότι η εξαιρεθείσα έκταση είναι τα προπεριγραφόμενα επίδικα ακίνητα προκύπτει και από την υπ' αριθμ. … έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Ν. Β. και μάλιστα με την προαναφερόμενη μορφολογία. Βέβαια η εξαίρεση (με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων) από την απαλλοτρίωση του συνόλου ή ενός μέρους από την έκταση γίνεται απρόσωπα υπέρ όλων των ιδιοκτητών αυτής και η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύσει, έστω και παρεμπιπτόντως, ζητήματα σχετικά με τη κυριότητα της εκτάσεως που εξαιρέθηκε ... Γι' αυτό άλλωστε η ανωτέρω περί εξαίρεσης απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων. Ωστόσο συνάγεται ισχυρότατο τεκμήριο ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν ήταν κύριο της εξαιρεθείσας (επίδικης) εκτάσεως, αφού διαφορετικά τα όργανά του δεν θα την εξαιρούσαν υπέρ ιδιωτών. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι με το υπ' αρ. … συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Απόστολου Σφέτσου που τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το … συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, η Ε. χα Μ. Α. μεταβίβασε το δικαίωμα επικαρπίας της τον Χ. Κ. Π. (πεθερό της πρώτης ενάγουσας) και παππού από την πατρική γραμμή των δεύτερου και τρίτου των εναγόντων, ο οποίος μέχρι το χρόνο του θανάτου του (…) ασκούσε επ' αυτού το δικαίωμα επικαρπίας του, η οποία στη συνέχεια περιήλθε με κληρονομική διαδοχή του ως άνω αποβιώσαντος χωρίς να αφήσει διαθήκη, στα τέκνα του Ν. (σύζυγο της πρώτης ενάγουσας), Π. (πατέρα του δεύτερου και τρίτου των εναγόντων) και Κ., παππού από τη μητρική γραμμή του τετάρτου και πατέρα των δύο τελευταίων εναγόντων, στην οποία υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν διάνοια κληρονόμου. Επίσης με το υπ' αρ. … συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ψιλοί κύριοι, Ρ. και Α. Α. μεταβίβασαν στο Χ. Π. την ενάσκηση του δικαιώματος επικαρπίας του τμήματος που θα περιέρχονταν σ' αυτούς μετά το θάνατο της μητρός τους Ε. Α.. Στη συνέχεια, με τα υπ' αρ. … συμβόλαια του συμβολαιογράφου Βόλου Γ. Κορώνη που μεταγράφηκαν νόμιμα, η Φ. Π. Π., μοναδική κληρονόμος του αποβιώσαντος πατέρα της, Α. Α., την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε, ο Ρ. Α. και Χ. Α., και οι νόμιμοι καταπιστευματοδόχοι Ι. Ρ. Α., Μ. Χ. Α., και Μ. θυγ. Χ. Α., πώλησαν την ψιλή κυριότητα αυτού στους Α. συζ. Ν.Π. (πρώτη ενάγουσα) κατά ποσοστό 6/18 εξ αδιαιρέτου, στον Ι. Π. Π. (δεύτερο ενάγοντα) κατά ποσοστό 2/18 εξ αδιαιρέτου, στο Θ. Π. Π. (τρίτο ενάγοντα) κατά ποσοστό 3/18 εξ αδιαιρέτου, στην Ε. συζ. Κ. Π. (γιαγιά των τριών τελευταίων εναγόντων) κατά ποσοστό 6/18 εξ αδιαιρέτου και στον Π. Χ. Π. (δικαιοπάροχο των δεύτερου και τρίτο των εναγόντων) κατά ποσοστό 1/18 εξ αδιαιρέτου. Η μεταβίβαση δε αυτή επετράπη από το Υπουργείο Γεωργίας, σύμφωνα με την εποικιστική νομοθεσία δυνάμει των σχετικών αποφάσεων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες και δεν αμφισβητούνται από το εναγόμενο. Μετά το θάνατο δε στις … της Ε. χας Μ. Α., ενώθηκε η επικαρπία με την ψιλή κυριότητα και οι παραπάνω απέκτησαν το δικαίωμα της συγκυριότητας επί του ακινήτου των …. στρεμμάτων που εξαιρέθηκε από την απαλλοτρίωση κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά ο καθένας. Μετά δε και το θάνατο στις … του Π. Χ. Π., που άφησε την υπ' αρ. … δημόσια διαθήκη του που δημοσιεύθηκε νόμιμα, περιήλθε στο γιο του, που κατέλειπε κληρονόμο του και ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομιά με την … πράξη αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, Ι. Π. (δεύτερο ενάγοντα), ποσοστό συγκυριότητας (2/18 + 1/18=) 3/18 εξ αδιαιρέτου. Εξάλλου οι παραπάνω Α., Ι., Θ. και Ε. Π. το τρίτο δεκαήμερο του μηνός Ιουνίου 1975 προέβησαν μεταξύ τους σε άτυπη διανομή, κατά τα ποσοστά συγκυριότητας καθενός του συνολικού επιδίκου των … στρ και έκτοτε καθένας τους νέμονταν και κατείχε, μέχρι το θάνατό του με τη θέληση να είναι κύριος αυτού και με καλή πίστη συνεχώς και αδιάλειπτα, τα ακίνητα που αναφέρονται αμέσως παρακάτω, ώστε, παρά το άτυπο της διανομής λόγω έλλειψης του τύπου του συμβολαιογραφικού εγγράφου που είναι απαραίτητος, καθόσον αφορά η διανομή ακίνητα, να καταστούν κύριοι αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ειδικότερα κατέστησαν: 1) Η. Α. χήρα Ν. Π. το γένος Ν. Κ. (πρώτη ενάγουσα), συγκυρία, συννομέας και συγκάτοχος αυτού κατά τα 6/18 εξ αδιαιρέτου, έλαβε στην αποκλειστική της νομή και κατοχή το τμήμα (περιοχή) αυτού, εκ καλλιεργούμενων αγρών και βοσκοτόπων, εκτάσεως (συνολικής) 2.100 περίπου στρεμμάτων, εμφαινόμενο με το λατινικό αριθμό δύο (II) στο από Μαρτίου 2000 διάγραμμα του πολιτ. μηχανικού Α. Θ. και συνορευόμενο γύρω-γύρω κατά το σχεδιάγραμμα αυτό: α) με τις δια της άνω υπ' αριθμ…. αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων …, απαλλοτριωθείσες εκτάσεις του αρχικού τσιφλικιού "…", β) με το υπό το λατινικό αριθμό …. τμήμα (περιοχή) του ιδίου σχεδιαγράμματος, ιδιοκτησίας σήμερα του δευτέρου ενάγοντος Ι. Π. Π., γ) με τα με Αραβικούς αριθμούς … αγροτικά ακίνητα, του με το λατινικό αριθμό …. τμήματος (περιοχής) του ιδίου, αυτού σχεδιαγράμματος, ιδιοκτησίας σήμερα των εναγόντων Ό. Δ. Μ.-Π., Κ. Δ. Μ. και Ε. Φ. Χ.-Π., ως την οικεία θέση ειδικότερα εκτίθεται, δ) με όρια των κτηματικών περιφερειών Σ. και Ν. Α. και ε) με ιδιοκτησία …. Έκτοτε ήτοι από της κατά τα άνω διενεργηθείσης άτυπης διανομής αύτη κατέχει και νέμεται το διαιρετό αυτό τμήμα (ακίνητο), αποκλειστικά για τον εαυτό της, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως μέχρι σήμερα, ασκούσα επ' αυτού τις ίδιες διακατοχικές πράξεις που ασκούσε μέχρι τότε μετά των συνιδιοκτητών της χωρίς να ενοχληθεί παρ' ουδενός στην ήσυχη, ανεπίληπτη και μακρόχρονη, υπέρ 28ετή αυτή νομή και κατοχή της επ' αυτού καταστάσα ούτω κυρία αυτού (διαιρετού τμήματος) με έκτακτη χρησικτησία. 2) Ο. Ι. Π. Π. (δεύτερος ενάγων) έλαβε στην αποκλειστική του νομή και κατοχή το τμήμα (περιοχή), εκτάσεως 2.000 περίπου στρεμμάτων (εξ αγρών καλλιεργούμενων και βοσκοτόπου) εμφαινόμενο στο παραπάνω σχεδιάγραμμα του μηχανικού Α. Θ. με το λατινικό αριθμό … και συνορευόμενο γύρω-γύρω κατά το διάγραμμα αυτό: α) με τις δια της άνω υπ' αριθμ. … αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Βόλου απαλλοτριωθείσες γαίες του μείζονος αγροκτήματος "…" προς αποκατάσταση των ακτημόνων καλλιεργητών κλπ., β) με το υπό λατινικό αριθμό … αγρόκτημα (περιοχή) του διαγράμματος αυτού, ιδιοκτησίας σήμερα της πρώτης ενάγουσας Α. χήρας Ν. Π., γ) με όριο κτηματικής περιφερείας της τέως Κοινότητος…, ήδη Δημοτικό Διαμέρισμα Δήμου…., δ) με αγρούς κατοίκων ... (…) και ε) με το λατινικό αριθμό … αγρό (περιοχή) του ως άνω διαγράμματος, ιδιοκτησίας σήμερα του τρίτου ενάγοντος Θ. Π. Π.. Έκτοτε ούτος κατέχει και νέμεται το διαιρετό αυτό τμήμα, αποκλειστικά για τον εαυτό του, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως μέχρι σήμερα, ασκών επ' αυτού όλες τις στη φύση και στον προορισμό αυτού προσιδιάζουσες διακατοχικές πράξεις, ήτοι τις ίδιες ως άνω διακατοχικές πράξεις που ασκούσε μετά των συνιδιοκτητών του επί του όλου αγροκτήματος μέχρι την άτυπη αύτη διανομή, καταστάς ούτω, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησίας. 3) Ο Θ. Π. Π. (τρίτος ενάγων) έλαβε το τμήμα (περιοχή) ήτοι αγρό καλλιεργούμενο εκτάσεως 160 περίπου στρεμμάτων, εμφαινόμενο στο παραπάνω σχεδιάγραμμα (Α. Θ.) υπό το λατινικό αριθμό … (…) και συνορευομένου γύρω-γύρω κατά το σχεδιάγραμμα αυτό: α) με τις απαλλοτριωθείσες γαίες δυνάμει της άνω υπ' αριθμ. … αποφάσεως της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων …. και β) με το υπό το λατινικό αριθμό … (…) αγροτικό ακίνητο (αγροτολιβαδική έκταση, - περιοχή) του αυτού ως άνω σχεδιαγράμματος, ιδιοκτησίας σήμερα του εξ αυτών Ι. Π.. Έκτοτε ούτος κατέχει και νέμεται το διαιρετό αυτό τμήμα (αγρό) αποκλειστικά για τον εαυτό του με καλή πίστη και διάνοια κυρίου αδιαλείπτως και αδιαταράκτως μέχρι σήμερα, ασκών επ' αυτού τις ίδιες ως άνω διακατοχικές πράξεις που ασκούσε επί του όλου αγροκτήματος, καταστάς ούτω κύριος αυτού (διαιρετού τμήματος) εξ εκτάκτου χρησικτησίας. 4) Η Ε. συζ. Κ. Π., το γένος Α. Α. (άμεσος δικαιοπάροχος των τριών τελευταίων εξ αυτών) έλαβε το τμήμα-περιοχή (από αγρούς καλλιεργούμενους και βοσκότοπους), εκτάσεως εν όλω 2.000 περίπου στρεμμάτων, εμφαινόμενο υπό το λατινικό αριθμό … (…) στο άνω από Μαρτίου 2000 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Θ. και συνορευόμενο, κατά το σχεδιάγραμμα αυτό, γύρω-γύρω: α) με το υπό το λατινικό αριθμ. ( ΙΙ) τμήμα (περιοχή) του σχεδιαγράμματος αυτού, ιδιοκτησίας σήμερα της πρώτης ενάγουσας Α. χήρας Ν. Π., το γένος Χ. Κ., β) με τις απαλλοτριωθείσες γαίες του αρχικού αγροκτήματος "…" δυνάμει της παραπάνω υπ' αριθμ…. απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων …, γ) με το πρώην αγρόκτημα … και ήδη αγρούς αδελφών …., δ) με κτηματική περιφέρεια …., ε) με ιδιοκτησία …. και στ) με κτηματική περιφέρεια … . Έκτοτε αύτη κατείχε και ενέμετο το διαιρετό αυτό τμήμα (περιοχή) αποκλειστικά για τον εαυτό της, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως μέχρι του θανάτου της. Το έτος … απεβίωσε η Ε. Π. η οποία με τις από …. ιδιόγραφες διαθήκες της που δημοσιεύθηκαν νόμιμα, κατέλειπε το προαναφερόμενο τμήμα του ακινήτου που ανήκε σ' αυτή, κατά διαιρετά τμήματα στους τρείς τελευταίους ενάγοντες, οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά κατά τα αναφερόμενα παρακάτω: α) Στον Κ. Δ. Μ. 1) κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, έναν αγρό καλλιεργημένο εκτάσεως 240 περίπου στρεμμάτων, εμφαινόμενο στο άνω από Μαρτίου 2000 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Θ. υπό τον αραβικό αριθμό …. και συνορευόμενο γύρω-γύρω, κατά το σχεδιάγραμμα αυτό: α) με το υπό τον αραβικό αριθμό …. ακίνητο του ίδιου σχεδιαγράμματος, ιδιοκτησίας των Ό. Μ. και Ε. Χ., β) με όρια Δήμου …., γ) με τον υπό το λατινικό αριθμό … ιδίου σχεδιαγράμματος αγροτικό ακίνητο ιδιοκτησίας της Α. Ν. Π., δ) με το υπό τον αραβικό αριθμό … αγρό ιδιοκτησίας της Ό. Μ. και ε) με αγρούς ιδιοκτησίας … (πρώην αγρόκτημα …) και 2) κατά ψιλή κυριότητα: α) αγρού (καλλιεργούμενου) εμφαινομένου στο ως άνω σχεδιάγραμμα Α. Θ. με τον αραβικό αριθμό …, εκτάσεως 105 στρεμμάτων, πλέον ή έλαττον και συνορευόμενου κατά το σχεδιάγραμμα αυτό γύρω-γύρω: με το υπό τον αραβικό αριθμό … ακίνητο του αυτού σχεδιαγράμματος ιδιοκτησίας της Ό. Μ. και με ιδιοκτησία … (πρώην κτήμα…), β) αγρού (καλλιεργούμενου) εμφαινομένου στο ως άνω σχεδιάγραμμα Α. Θ. με τον αραβικό αριθμό .., εκτάσεως δεκαεπτά (17) στρεμμάτων περίπου και συνορευόμενου γύρω-γύρω με το υπό τον αραβικό αριθμό …. αγροτεμάχιο του ίδιου σχεδιαγράμματος, ιδιοκτησίας της Ό. Μ. και με υπό το λατινικό αριθμό … ακίνητο του ιδίου σχεδιαγράμματος, ιδιοκτησίας της Α. Ν. Π., γ) αγρού (καλλιεργούμενου) εμφαινομένου στο άνω σχεδιάγραμμα Α. Θ., υπό τον αραβικό αριθμό …, εκτάσεως δεκαοκτώ (18) περίπου στρεμμάτων και συνορευόμενου γύρω-γύρω με το υπό τον αραβικό αριθμό … αγροτεμάχιο του ίδιου σχεδιαγράμματος, ιδιοκτησίας της Ό. Μ. και με το λατινικό αριθμό … ακίνητο (περιοχή) του αυτού σχεδιαγράμματος ιδιοκτησίας της Α. Ν. Π., δ) αγρού (καλλιεργούμενου) εμφαινομένου στο αυτό ως άνω σχεδιάγραμμα Α. Θ. με τον αραβικό αριθμό …, εκτάσεως είκοσι (20) περίπου στρεμμάτων και συνορευομένου γύρω-γύρω με τους υπό τους αραβικούς αριθμούς … αγρούς του ιδίου παραπάνω διαγράμματος, ε) αγρού (καλλιεργούμενου) εμφαινομένου στο άνω σχεδιάγραμμα Α. Θ. υπό τον αραβικό αριθμό … εκτάσεως τριάντα επτά (37) περίπου στρεμμάτων και συνορευομένου γύρω-γύρω 1) με το υπ' αριθμ. … αγροτεμάχιο του ίδιου ως άνω διαγράμματος ιδιοκτησίας της Ό. Δ. Μ., 2) με τον υπό τον αραβικό αριθμό …. ως άνω αγρό του ιδίου σχεδιαγράμματος, ιδιοκτησίας του ιδίου και 3) με τους υπό τους αραβικούς αριθμούς … αγρούς του αυτού ως άνω σχεδιαγράμματος ιδιοκτησίας της Ε. Φ. Χ.-Π. και στ) αγρού (καλλιεργούμενου) εμφαινομένου στο ίδιο ως άνω σχεδιάγραμμα Α. Θ. με τον αραβικό αριθμό …, εκτάσεως πέντε (5) περίπου στρεμμάτων και συνορευομένου γύρω-γύρω, με τον υπό τον αραβικό αριθμό … αγροτεμάχιο του αυτού ως άνω διαγράμματος ιδιοκτησίας της Ό. Μ. και με το υπό το λατινικό αριθμό … ακίνητο (περιοχή) του ίδιου σχεδιαγράμματος ιδιοκτησίας της Α. χήρας Ν. Π.. Την εις αυτόν επαχθείσα ως άνω κληρονομιά της μάμμης του (από μητέρα) αυτής, ούτος έκτοτε την αποδέχθηκε, συνταχθείσης σχετικά και της υπ' αριθμ. … δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμ/φου Αθηνών Γεωργ. Καρατσόλη, νομίμως μεταγραφείσης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου …, στον τόμο … και υπ' αύξοντα αριθμό … και έκτοτε κατέχει και νέμεται τα προπεριγραφέντα αγροτικά ακίνητα κατά τις άνω διακρίσεις (πλήρη και ψιλή κυριότητα), με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο κληρονομίας τίτλο, συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως μέχρι σήμερα ασκών επ' αυτών τις ίδιες διακατοχικές πράξεις που ασκούσε η δικαιοπάροχός του αυτή, καταστάς ούτω κύριος αυτών και εκ τακτικής και εξ εκτάκτου χρησικτησίας, νομίμως προσμετρών στην επ' αυτών νομή του και τη νομή της δικαιοπαρόχου του ταύτης. Β) Στην Ό. συζ. Δ. Μ., το γένος Κ. και Ε. Π. (θυγατέρα της): 1) κατά πλήρη κυριότητα α) το αγροτικό ακίνητο (λιβάδι), εκτάσεως 200 περίπου στρεμμάτων, που φαίνεται στο παραπάνω σχεδιάγραμμα Α. Θ., με τον αραβικό αριθμό … και συνορεύει κατά το διάγραμμα αυτό …) με το υπό το λατινικό αριθμό … ακίνητο (περιοχή) του διαγράμματος αυτού, ιδιοκτησίας της Α. Ν. Π., 2) με τους υπό τους αραβικούς αριθμούς … αγρούς του αυτού ως άνω σχεδιαγράμματος, 3) με τις απαλλοτριωθείσες, με την άνω υπ' αριθμ…. απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων … γαίες του μείζονος κτήματος "…" και 4) με ιδιοκτησία … και … (πρώην κτήμα …) και β) το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου ( …), εκτάσεως (του όλου) 700 περίπου στρεμμάτων, εμφαινόμενο στο ως άνω σχεδιάγραμμα … υπό τον αραβικό αριθμό … και συνορευόμενο γύρω-γύρω με το υπό το λατινικό αριθμό … αγροτικό ακίνητο (περιοχή) του ίδιου σχεδιαγράμματος, με το υπό τον αραβικό αριθμό … ακίνητο, αγρό καλλιεργούμενο, του αυτού διαγράμματος, ιδιοκτησίας του Κ. Μ. και με όρια του Δήμου … και 2) κατ' επικαρπία εφόρου ζωής, τα προπεριγραφέντα υπό τους αραβικούς αριθμούς … ακίνητα (αγροί), του ως άνω σχεδιαγράμματος Α. Θ., που κατελήφθησαν και ανήκουν κατά ψιλή κυριότητα στον Κ. Δ. Μ.. Την εις αυτήν επαχθείσα ως άνω κληρονομιά της μητρός της, αύτη αποδέχθηκε, συνταχθείσης σχετικά και της άνω … πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμ/φου Αθηνών Καρατσόλη, νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου …. και έκτοτε κατέχει και νέμεται τα αγροτικά αυτά ακίνητα με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο κληρονομιάς τίτλο και κατά τις άνω διακρίσεις (πλήρη κυριότητα και επικαρπία) συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκούσα επ' αυτών τις ίδιες διακατοχικές πράξεις με τη δικαιοπάροχό της αυτή χωρίς ποτέ να ενοχληθεί παρ' ουδενός μέχρι σήμερα στην ήσυχη, ανεπίληπτη και μακρόχρονη υπερεικοσαοκταετή νομή και κατοχή της επ' αυτών, νομίμως προσμετρούσα στη νομή επ' αυτών και τη νομή της δικαιοπαρόχου της ταύτης, καταστάσα ούτω κυρία των κατά πλήρη κυριότητα καταληφθέντων εις αυτήν ως άνω διαιρετών ακινήτων (τμημάτων) και εξ εκτάκτου χρησικτησίας και γ) Στην Ε. συζ. Φ. Χ., το γένος Κ. και Ε. Π. (θυγατέρα της): α) αγρό (καλλιεργούμενο), εκτάσεως σαράντα (40) περίπου στρεμμάτων, εμφαινόμενο στο αυτό ως άνω σχεδιάγραμμα Α. Θ. με τον αραβικό αριθμό … και συνορευόμενο γύρω-γύρω, κατά το σχεδιάγραμμα αυτό, με το υπό τον αραβικό αριθμό … ακίνητο του ιδίου διαγράμματος, ιδιοκτησίας της Ό. Δ. Μ. και με τους υπό τους αραβικούς αριθμούς … και οκτώ (8) αγρούς του ίδιου διαγράμματος, ιδιοκτησίας του Κ. Μ., β) αγρό καλλιεργούμενο εκτάσεως πενήντα (50) περίπου στρεμμάτων, εμφαινόμενο με τον αραβικό αριθμό …. στο ως άνω σχεδιάγραμμα Α. Θ. και συνορευόμενο γύρω-γύρω με τους υπό τους αραβικούς αριθμούς…, … και … αγρούς του ίδιου διαγράμματος, ιδιοκτησίας του Κ. Δ. Μ. και με το υπό το λατινικό αριθμό …. ακίνητο (περιοχή) του αυτού σχεδιαγράμματος ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας Α. Ν. Π. και γ) του 1/2 εξ αδιαιρέτου αγροτικού ακινήτου (…) εκτάσεως (του όλου) 700 περίπου στρεμμάτων εμφαινομένου υπό τον αραβικό αριθμό … στο αυτό ως άνω διάγραμμα Α. Θ. (του ετέρου του 1/4 εξ αδιαιρέτου καταληφθέντος κατά τα άνω στην Ό. Μ.) και συνορευομένου γύρω-γύρω με τα υπό τους αριθμούς … (αραβικό) και … (λατινικό) του ίδιου σχεδιαγράμματος αγροτικά ακίνητα ιδιοκτησίας των Κ. Μ. και Α. Π., αντίστοιχα και με όρια της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …. Την εις αυτήν επαχθείσα ως άνω κληρονομία της αποβιωσάσης αυτής μητρός της αύτη έκτοτε αποδέχθηκε, συνταχθείσης σχετικά και της άνω υπ' αριθμ. … δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμ/φου Αθηνών Γ. Καρατσόλη, νόμιμα μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου … και έκτοτε αυτή κατέχει και νέμεται τα αγροτικά αυτά ακίνητα (διαιρετά τμήματα) με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο κληρονομιάς τίτλο, συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως μέχρι σήμερα, ασκούσα επ' αυτών τις ίδιες διακατοχικές πράξεις που ασκούσε η δικαιοπάροχός της, καταστάσα ούτω κυρία αυτών και εξ εκτάκτου χρησικτησίας, νομίμως προσμετρούσα στη νομή της και τη νομή της δικαιοπαρόχου της ταύτης επ' αυτών. Με τον παραπάνω τρόπο οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά με παράγωγο τρόπο, κατά τις διακρίσεις που γίνονται παραπάνω, του επιδίκου ακινήτου το οποίο κατά τον κτηματολογικό πίνακα της οριστικής διανομής του 1930, βρίσκεται στην περιφέρεια της τέως κοινότητας … του Δημοτικού Διαμερίσματος Δήμου … και συνορεύει α) με τις κατά τα παραπάνω απαλλοτριωθείσες γαίες, β) με κτηματική περιφέρεια … (…), γ) με κτηματική περιφέρεια…, δ) με ιδιοκτησία…, ε) με κτηματική περιφέρεια … και στ) με …. κτήμα ….. Επίσης από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, απεδείχθη ότι οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι αυτού και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τις διακρίσεις που γίνονται παραπάνω, καθόσον όπως προαναφέρθηκε ήδη από το έτος 1882, οπότε κατά τα προεκτεθέντα το όλο ακίνητο-τσιφλίκι "… περιήλθε στη νομή και κατοχή του απώτατου δικαιοπαρόχου τους Γ. Κ. μέχρι και το έτος 1915, από το οποίο και εφεξής κατέστη αδύνατη η έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του Δημοσίου, είχε ήδη συμπληρωθεί (από το έτος 1912) η χρησικτησία επ' αυτού, στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων των εναγόντων. Για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά το βρδ, επί του ανωτέρω ακινήτου, αποτελούμενο από καλλιεργούμενες και λιβαδικές εκτάσεις (βοσκοτόπους) δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ποιες είναι οι καλλιεργούμενες και ποιες οι λιβαδικές εκτάσεις, αφού και στις δυο περιπτώσεις αρκεί η παράδοση της νομής του ακινήτου και η ύπαρξη καλής πίστης στον αποκτώντα, πράγμα που κατά τα προαναφερόμενα υπήρχε στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Γ. Γ. Κ., όπως αναλυτικά αναφέρεται παραπάνω. Η ανωτέρω αποσαφήνιση μεταξύ καλλιεργούμενων και λιβαδικών εκτάσεων, ήταν αναγκαία υπό το κράτος του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών, για την απόκτηση επί του πιο πάνω ακινήτου δικαιώματος "τεσσαρούφ", χωρίς την έκδοση ή όχι ταπίου, γεγονός που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, κατά τα προεκτεθέντα. Περαιτέρω προέκυψε ότι το εναγόμενο αμφισβητεί (εντελώς αόριστα και αβάσιμα) την κυριότητα των εναγόντων, θεωρώντας ότι τα επίδικα είναι δημόσια έκταση. Όμως, όπως ήδη προαναφέρθηκε το Ελληνικό Δημόσιο κατά την απαλλοτρίωση του παραπάνω ακινήτου εξαίρεσε από αυτή το παραπάνω τμήμα των … στρ. αναγνωρίζοντας εμμέσως την κυριότητα των απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγόντων σ' αυτό. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι και ο μάρτυρας των εναγόντων, ο οποίος είναι κάτοικος της περιοχής και γνωρίζει το ακίνητο καταθέτει ότι πάντοτε αυτό θεωρούνταν "…" και ουδέποτε κανείς ούτε και το εναγόμενο αμφισβήτησε την κυριότητά τους επ' αυτού. Αντίθετα, όλοι οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, όπως προαναφέρθηκε, επιτηρούσαν το επίδικο, το φύλασσαν, το καλλιεργούσαν, το εκμίσθωναν σε τρίτους, κυρίως προς βοσκή εισπράττοντας τα μισθώματα, ενεργούσαν δε τις ανωτέρω πράξεις με τη θέληση να είναι κύριοι αυτού και με καλή πίστη προ της εισαγωγής του αστικού κώδικα, αλλά και μετά έχοντας δηλαδή την πεποίθηση ότι ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων επί του επιδίκου. Ενώ από τα προσκομιζόμενα συμβόλαια, προκύπτει ότι το επίδικο αποτελείται από καλλιεργούμενες και χορτολιβαδικές εκτάσεις, βοσκές και κατά τα αναφερόμενα στη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη εκτάσεις με βλάστηση από πουρνάρια, αλλά και κουνούκλες, σπάρτα, θυμάρι σε θαμνώδη μορφή, τα οποία λόγω της μορφολογίας του εδάφους που έχει και περιοχές με χαμηλούς θάμνους, παρά την καλλιέργεια και τη βόσκηση αυτών αναπτύχθηκαν οι διάσπαρτοι θάμνοι, που δεν μπορούν να προσδώσουν στο επίδικο ή τμήματα αυτού την ιδιότητα του δάσους, λόγω της αραιότητας των θάμνων αυτών, της έλλειψης οργανικής μεταξύ τους σύνδεσης και της περιστοίχισης αυτών από καλλιεργούμενες ή βοσκήσιμες εκτάσεις. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν απεδείχθη η άσκηση από το εναγόμενο οποιασδήποτε πράξης νομής και κατοχής επί του επιδίκου. Αντίθετα απεδείχθη από τα προσκομιζόμενα έγγραφα ότι το τελευταίο δια των οργάνων του αναγνώρισε την κυριότητα των εναγόντων επ' αυτού και ειδικότερα, ο δασολόγος Ν. Γ. με την από …. εισήγησή του προς το Δασαρχείο …, πρότεινε την αναγνώριση των εναγόντων ως συγκυρίων εξ αδιαιρέτου του τεμαχίου με αριθμό … της παραπάνω απαλλοτρίωσης του χάρτου Ν. Π. … 1930, ο δασάρχης …. στο αρ. … έγγραφο του προς την Επιθ. Δασών … και … …, προτείνει επίσης την αναγνώριση των εναγόντων κυρίων του τεμαχίου …. Η Δ/νση Δασών με το … έγγραφο της προς την Περιφ. … αναφέρει ότι μετά από αυτοψία των υπαλλήλων της και εφαρμογή των τίτλων των εναγόντων προτείνει την εξ αδιαιρέτου και υπέρ των τελευταίων αναγνώριση της κυριότητάς τους στο … τεμάχιο (συνολικού εμβαδού … 6τρ) του ως άνω αγροκτήματος. Είναι δε χαρακτηριστικό το γεγονός που σημειώνεται και στη διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη και το οποίο δεν ανατράπηκε ανταποδεικτικά από το εναγόμενο και τον τεχνικό του σύμβουλο, ότι τα όρια του με αριθμό … τεμαχίου, συμπίπτουν πλήρως με τα αναφερόμενα στους τίτλους κτήσης των εναγόντων. Με βάση λοιπόν τα προαναφερόμενα, η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να αναγνωρισθούν οι ενάγοντες συγκύριοι του επιδίκου αγροκτήματος ο καθένας κατά τα αιτούμενα ιδανικά μέρη". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν τμήμα του αγροκτήματος (τσιφλικιού), που βρίσκεται στη θέση "…", ή "…" ή "…", της κτηματικής περιφέρειας του…., και ήδη εντός του Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου…, εκτάσεως 10.000 στρεμμάτων, που αποτελείται από καλλιεργούμενες και λιβαδικές εκτάσεις (βοσκότοπους), μετά των οικιών, γεωργικών οικιών, αποθηκών, αχυρώνων, στάβλων, κονακίων, χανιών, χορτονομών, προβατονομών, μανδριών, αλωνιών κλπ που υπήρχαν μέσα σ' αυτό. Ότι το ανωτέρω αγρόκτημα (τσιφλίκι) περιήλθε στην κυριότητα, του απώτατου δικαιοπαρόχου των (αρχικώς) εναγόντων Γ. Γ. Κ. από τον αληθή κύριο αυτού Οθωμανό Ε. Ε. του Ι., με το υπ' αριθμ. … πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Λάρισας Π. Σκουμπούγερα, που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι στον ως άνω Οθωμανό πωλητή Ε. Ε. είχε περιέλθει με 12 επίσημους Οθωμανικούς τίτλους (ταπία). Ότι το ανωτέρω αγρόκτημα (τσιφλίκι) ο Ε. Ε. του …. από το έτος … και στη συνέχεια ο Γ. Γ. Κ. από την, κατ' έτος …., αγορά του, απώτατοι δικαιοπάροχοι των (αρχικώς) εναγόντων, νέμονταν, συνεχώς, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη ασκώντας, αμφότεροι, εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής, προσιδιάζουσες στην μορφή του. Ότι, ειδικότερα, ο Γ. Γ. Κ. καλλιεργούσε τις αγροτικές εκτάσεις και συνέλεγε τους παραγόμενους καρπούς, καθώς επίσης εκμίσθωνε τις μεν αγροτικές εκτάσεις σε γεωργούς, τις δε λιβαδικές σε κτηνοτρόφους για βόσκηση και σταυλισμό των ποιμνίων τους. Ότι τις ίδιες εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής, εξακολούθησαν, αδιαλείπτως, να ασκούν, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, στο άνω αγρόκτημα (τσιφλίκι),ο ειδικός, λόγω πωλήσεως, διάδοχος, στο 1/2 εξ αδιαιρέτου, του ανωτέρω Γ. Γ. Κ., Δ. Γ., η καθολική διάδοχος αυτού (Δ. Γ.), Ζ. Γ., θυγατέρα του και ο Μ. Α. στον οποίο οι Γ. Γ. Κ. και Ζ. Γ. μεταβίβασαν, το ανήκον στον καθένα ποσοστό συγκυριότητας,1/2 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. …. πωλητηρίου συμβολαίου. Ότι η απαιτούμενη καλόπιστη 30ετής νομή είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο του απώτατου δικαιοπαρόχου των (αρχικώς) εναγόντων Μ. Α. πριν τις 12/9/1915, με την προσμέτρηση στο δικό του χρόνο νομής (1905-1915) εκείνου των δικαιοπαρόχων του, που είχε ως έννομη συνέπεια την περιέλευση της κυριότητας του ανωτέρω μείζονος αγροκτήματος (τσιφλικιού) σ' αυτόν, τμήματα του οποίου αποτελούν τα επίδικα,με έκτακτη χρησικτησία (τριακονταετή καλόπιστη νομή) του ΒΡΔ, συμπληρωθείσα πριν από τις 12/09/1915. Ότι τούτο μείζον αγρόκτημα (τσιφλίκι) δεν ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο ούτε περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου το έτος 1882, οπότε εισήχθη η ελληνική νομοθεσία στην απελευθερωθείσα, το έτος 1881 από τον τουρκικό ζυγό, Θεσσαλία, με την από 02/07/1881 σύμβαση μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το νόμο ΠΛΞ'του 1882. Ότι, τμήμα του προαναφερόμενου τσιφλικιού … στρεμμάτων, το οποίο συναποτελούν τα επίδικα εδαφικά τμήματα, που φέρει αριθμό … στον κτηματολογικό πίνακα και στο κτηματολογικό διάγραμμα της οριστικής διανομής, εξαιρέθηκε, της γενόμενης υπέρ των ακτημόνων καλλιεργητών απαλλοτρίωσης του έτους …, και καθορίσθηκε, υπέρ των (συν)ιδιοκτητών αυτού, Ε. χήρας Μ. Α., Α., Ρ. και Χ. Α., καθολικών διαδόχων του Μ. Α., και απώτερων δικαιοπαρόχων των(αρχικώς) εναγόντων, αποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα, 2.178 στρεμμάτων, έκταση αυτού (τσιφλικιού). Ότι από το έτος 1915 και εφεξής οι, με παράγωγο τρόπο (καθολική και ειδική διαδοχή),κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλομένη διακρίσεις, καθιστάμενοι δικαιοπάροχοι (άμεσοι, απώτεροι και απώτατοι) των εναγόντων, εγκαταστάθηκαν στη νομή των επιδίκων, εξακολούθησαν δε, αδιαλείπτως, να νέμονται αυτά ασκώντας εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής, (καλλιέργεια, βόσκηση) με καλή πίστη μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23/2/1946) και έκτοτε ανεξάρτητα από την ύπαρξη καλής πίστης.Ότι, κατόπιν τούτου οι ενάγοντες έγιναν (συγ)κύριοι των επίδικων εδαφικών εκτάσεων που συναποτελούν το προαναφερόμενο …. στρεμμάτων τμήμα του τσιφλικιού "…", με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κατά τις διατάξεις του ΑΚ έχοντας την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι κύριοι αυτών και ότι δεν παραβιάζουν δικαιώματα άλλων, χωρίς το δικαίωμά τους να αμφισβητηθεί από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1), 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), ν.27 πανδ.(18.1), 15 παρ.3, 48 πανδ. (41.3) 11 πανδ. (51.4), 5 παρ.5, 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16) και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επίδικου αγροκτήματος (τσιφλικιού) των …. στρεμμάτων τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και ειδικότερα κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ από τον απώτατο δικαιοπαρόχο των αρχικώς εναγόντων, Μ. Α., με τριακοντετή καλόπιστη νομή, πριν τις 12/9/1915 και της μη απόδειξης ότι το επίδικο περιήλθε ποτέ στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Β. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του ΚΠολΔ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1453/2021, ΑΠ1443/2015, ΑΠ 78/2015). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της ασκήσεως πράξεων νομής στο επίδικο με καλή πίστη από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων από το 1882 και εφεξής, χωρίς απόδειξη. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, της αριθμ…. έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση οι διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, με το πρόσχημα της αναιρετικής πιο πάνω πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών (αποδεικτικών μέσων) που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά το αναιρεσείον, για τα πράγματα κρίση (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που οι τελευταίοι, υπέβαλαν με τις προτάσεις τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.) μειωμένα κατ' άρθρο 22 του ν.3693/1997,κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-08-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ. 162/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων,τα οποία ορίζειστο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ