ΑΡΙΘΜΟΣ 1180/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Απριλίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 , περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 2043/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2032/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 79/16.2.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, την 150/4-12-06 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 , κατά του 2043/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεσή του κατά του 246/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών, το οποίο τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για πλαστογραφία και απάτη, τετελεσμένη και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος από το καθένα απ' αυτά που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 Ε, και υπεξαγωγή εγγράφου, [άρθρα 13 περ. γ, στ, 42 παρ. 1, 60, 94 παρ. 1, 98, ως αντικατ. με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν.2721/99, 222, 216 παρ. 1, 3β, ως η παρ. 1α αντικατ. με το άρθρο 14 παρ. 2α του Ν.2721/99, και 386 παρ. 1, 3α, ως η παρ. 3α αντικατ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν.2721/99, του ΠΚ], και εκθέτω σχετικά τα ακόλουθα. 2-Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο, στον οποίο ο νόμος του δίνει το σχετικό δικαίωμα, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα τον παραπέμπει για κακουργήματα και για συναφές με αυτά πλημμέλημα, με αυτοπρόσωπη δήλωση ενώπιον του γραμματέα του εκδώσαντος αυτό Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μέσα στη δεκαήμερη προθεσμία από την επίδοσή του, που έγινε με παράδοση στα χέρια του ενήλικου σύνοικου πατέρα του Χ2 , ως προκύπτει από το επιδοτήριο του αστυφ. ..... Η έκθεση συντάχθηκε από την αρμόδια γραμματέα ..... με την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται από τα άρθρα 150 και 474 ΚΠΔ και περιέχει τους λόγους για τους οποίους ασκείται, οι οποίοι έγκεινται στην έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας και στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε, [άρθρα 139 και 484 παρ. 1 περ. β και δ ΚΠΔ]. Συνεπώς, είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και δικαιωματικά ασκηθείσα, οπότε πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητά της. Α-Νομικές διατάξεις. α-Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα, για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. [Α.Π. 19/01 ΟΛΟΜ-ΠΔΙΚ.01/1225, ΠΧΡ.02/402, ΠΛΟΓ.01/1693]. β-Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ΄ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ΄ άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση. γ-Κατά το άρθρο 98 του Π.Κ., αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρηση της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Στη διάταξη αυτή με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2721/3-6-1999 προστέθηκε και δεύτερη παράγραφος, που ορίζει ότι η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ΄ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. δ-Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 3 του ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστο τριών μηνών. Η χρήση απ' αυτόν του εγγράφου θεωρείται ως επιβαρυντική περίπτωση. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (δηλ. της κατάρτισης ή της νόθευσης ή της χρήσης), σκόπευε να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ., [όπως η τελευταία δευτερεύουσα πρόταση προστέθ. με το άρθρο 1 παρ. 7α του Ν.2.408/96]. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την ποινική υπόσταση της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν είτε η κατάρτιση εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρο 13 γ του ΠΚ από την αρχή στο όνομα άλλου, σαν να είχε γίνει από άλλο, εκτός από το ενεργητικό υποκείμενο, πρόσωπο, είτε νόθευση, δηλ. αλλοίωση της έννοιας του με μεταβολή του περιεχομένου του, που γίνεται με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των απαρτιζόντων την πράξη περιστατικών και το σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή του νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης (Χωραφάς Α/157, Μπουρόπουλος Β/229, Α.Π.37/98 Π.ΧΡ. ΜΗ/730, ΑΠ.329/98 ΠΧΡ. ΜΗ/905). Οι έννομες συνέπειες μπορούν να αφορούν τον παραπλανώμενο ή τρίτο και είναι αδιάφορο αν η εξαπάτηση επιτεύχθηκε, η δε παραπέρα χρήση του εγγράφου αυτού από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί στοιχείο της πλαστογραφίας, αλλά λαμβάνεται υπόψη μόνο ως επιβαρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής, (ΑΠ 540/89 ΠΧΡ Μ/29). Προστατευόμενο έννομο αγαθό των διατάξεων του δέκατου κεφαλαίου του ΠΚ. κατά την κρατούσα άποψη θεωρείται η ασφάλεια των εγγράφων συναλλαγών και αποδείξεων [Κ.Ανδρουλάκης Περί συρροής εγκλημάτων 1968 Β/74, Γάφος Ειδικό Μέρος 1959 Β/46, Δέδες Εγκλήματα περί τα υπομνήματα 1977 σελ.17, Α.Π. 742α]. ε-Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στοιχεία του εγκλήματος της απάτης είναι: α) Σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, ανεξαρτήτως της πραγμάτωσης ή μη του οφέλους αυτού, β) Η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος. και γ) βλάβη ξένης περιουσίας που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη. Η διάταξη της παρ.3 του ανωτέρω άρθρου αντικαταστάθηκε αρχικά μεν από το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, που καθόριζε ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια, ακολούθως δε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 22721/1999, που ορίζει ότι επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α)αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων δραχμών. στ-Κατά το άρθρο 222 ΠΚ, τιμωρείται για υπεξαγωγή εγγράφων, όποιος με σκοπό να βλάψει άλλον αποκρύπτει, βλάπτει ή καταστρέφει έγγραφο του οποίου δεν είναι κύριος ή δεν είναι αποκλειστικά κύριος ή που άλλος έχει δικαίωμα, κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου, να ζητήσει την παράδοση ή την επίδειξή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Από τη διάταση αυτή συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, με προστατευόμενο αντικείμενο το έγγραφο ως μέσο αποδεικτικό, απαιτούνται α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ` του ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) ο δράστης να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ή να είναι μεν κύριος αυτού αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) ο δράστης να ενήργησε προς τον σκοπό της βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του, αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα τούτο είναι αφηρημένης διακινδυνεύσεως, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου για τον παθόντα, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι περιουσιακή, αλλά αρκεί και η δικονομική, λόγω δυσχεράνσεως της αποδείξεως με άλλα μέσα και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. [Α.Π. 672/2006, ΑΠ 29/98, Α.Π. 1733/02 Π.ΛΟΓ 02/02, Δ/ΝΗ 03/1462]. Β-Παραδοχές και σκέψεις του βουλεύματος Στην προκείμενη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, (καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων και απολογίας) προέκυψαν τα εξής, κατ' εκτίμηση, ουσιώδη περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, ο οποίος λειτουργούσε στην Αθήνα από του έτους 2002 επί της .... εταιρική επιχείρηση μισθώσεως αυτοκινήτων υπό την επωνυμία ".......ΟΕΕ", κατά το τρίτο δεκαήμερο του Ιουνίου 2002 με σκοπό να βλάψει άλλον απέκρυψε έγγραφο, του οποίου δεν ήταν κύριος. Ειδικότερα, κατακράτησε το ..... δελτίο ταυτότητας του πελάτη του Ψ1 και το απέκρυψε απ' αυτόν, με σκοπό να το χρησιμοποιήσει επ' ονόματι αυτού, υποδυόμενος δηλ. τον Ψ1, σε υπαλλήλους τραπεζικών καταστημάτων και, εξαπατώντας τους, να αποσπάσει τις χρηματικές του καταθέσεις. Παράλληλα, αφού απέσπασε κατά το πρώτο δεκαήμερο του Αυγούστου 2002 φωτοτυπία του δελτίου ταυτότητας του πελάτη του Ψ2 , με αριθμό .......,κατόρθωσε να καταρτίσει με βάση αυτό πλαστό δελτίο ταυτότητας με τα ατομικά στοιχεία του ανωτέρω, με σκοπό πάλι να το χρησιμοποιήσει επ' ονόματί του, υποδυόμενος δηλ. τον Ψ2 , και να αποσπάσει από τους υπαλλήλους τραπεζικών καταστημάτων, εξαπτώντας τους, τις χρηματικές του καταθέσεις. Πράγματι, κατά το επόμενο χρονικό διάστημα υλοποίησε το εγκληματικό τούτο σχέδιο, που σοφίσθηκε, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος με βλάβη της περιουσίας των ανωτέρω, ως εξής: α) Σε βάρος της περιουσίας του πρώτου Ψ1 . Κατά το χρονικό διάστημα από τις 28-6 έως τις 13-9-2002 εμφανίσθηκε στους υπαλλήλους των καταστημάτων των τραπεζών Εθνικής, Εμπορικής, Γενικής Τράπεζας, EUROBANK και ABN- AMRO-BANK, στην Αθήνα, Πειραιά και Καλλιθέα, και παριστάνοντας σ' αυτούς το ψευδές γεγονός, εν γνώσει της αναλήθειας του, ότι ονομάζεται Ψ1 , επιδεικνύοντας και το δεκτίο ταυτότητας αυτού, το οποίο είχε υπεξαγάγει κατά τα ανωτέρω, και έτσι τους παραπλάνησε να συνάψουν μαζί του τραπεζικές συναλλαγές, από τις οποίες αποκόμισε περιουσιακό όφελος με βλάβη την περιουσία τούτου, δηλ. του Ψ1 . Επ ονόματι αυτού συνήψε τις εξής τραπεζικές συναλλαγές: 1) Ανάληψη του ποσού των 12.500 € από τους λογαριασμούς που διατηρούσε ο ανωτέρω στα καταστήματα των τραπεζών της Εθνικής και Εμπορικής. 2) Ανάληψη του ποσού των 3.000 € ως δάνειο από το κατάστημα της Γενικής Τράπεζας του Πειραιώς. 3) Ανάληψη του ποσού 2.100 € από κάρτα που του χορήγησε το κατάστημα των Πατησίων της τράπεζας EUROBANK. 4) Άνοιγμα του ......λογαριασμού στο κατάστημα της Καλλιθέας της τράπεζας ΑΒΝ-ΑΜΡΟ-ΒΑΝΚ. β) Σε βάρος της περιουσίας του δεύτερου Ψ2 . Κατά το χρονικό διάστημα από τις 13 έως τις 27-9-2002 εμφανίσθηκε στους υπαλλήλους των καταστημάτων της τράπεζας ABN-AMRO-ΒANK και παριστάνοντας σ' αυτούς, εν γνώσει της αναλήθειας του, το ψευδές γεγονός ότι ονομάζεται Ψ2 , επιδεικνύοντας και το δελτίο ταυτότητας αυτού, το οποίο πλαστογράφησε κατά τα ανωτέρω, και έτσι τους παραπλάνησε και επιχείρησε να παραπλανήσει για να συνάψουν μαζί του τραπεζικές συναλλαγές, από τις οποίες αποκόμισε και σκόπευε να αποκομίσει περιουσιακό όφελος με βλάβη την περιουσία τούτου δηλ. του Ψ2 . Επ' ονόματι αυτού συνήψε και επιχείρησε να συνάψει, με την ανωτέρω τράπεζα, τις εξής τραπεζικές συναλλαγές: 1) Ανάληψη του ποσού των 5.200 € από τον ..... λογαριασμό του, από το κατάστημα του Πειραιά. 2) Ανάληψη του ποσού των 3.500 € από τον ανωτέρω λογαριασμό από το κατάστημα του Π. Φαλήρου, Και 3) επιχείρησε να αναλάβει το ποσό των 30.000 δρχ. από τον ανωτέρω λογαριασμό από τους υπαλλήλους του καταστήματος της Λεωφόρου Κηφισίας, μεταφέροντάς το στον ...... λογαριασμό του Ψ1 , πλην όμως δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τον σκοπό του, καθόσον οι αρμόδιοι υπάλληλοι τον υποπτεύθηκαν, ειδοποίησαν την αρμόδια Αστυνομική αρχή και οι αστυνομικοί που προσήλθαν τον συνέλαβαν. Από τις ανωτέρω απατηλές πράξεις αποκόμισε το συνολικό ποσό των 64.300 €, και δη 20.600 σε βάρος του πρώτου παθόντος Ψ1 και 43.700 € σε βάρος του δευτέρου παθόντος Ψ2 , και επιχείρησε να αποκομίσει σε βάρος της περιουσίας του δευτέρου το ποσό των 30.000 €. Οι ανωτέρω πράξεις της πλαστογραφίας, τόσον του δελτίου ταυτότητας του Ψ2 , όσο και των σχετικών παραστατικών των τραπεζών με τα οποία διενήργησε τις ανωτέρω παράνομες τραπεζικές συναλλαγές, και της απάτης αφενός μεν τελέσθηκαν απ' αυτόν κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της καθεμιάς και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση την επανειλημμένη τέλεσή τους, όπως από την προμήθεια των δελτίων ταυτότητας των παθόντων, από την πλαστογράφηση του δελτίου ταυτότητας του δευτέρου, από τη μεθοδευμένη, οργανωμένη και μακροχρόνια δραστηριότητα για την επιτέλεσή τους, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος, και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της καθεμιάς προκύπτει ροπή προς διάπραξή τους, αφετέρου δε το ποσό που αποκόμισε και σκοπούσε να αποκομίσει από την καθεμιά απ' αυτές υπερβαίνει το ποσό των 15.000 €. Από τα περιστατικά αυτά, έκρινε το Συμβούλιο Εφετών, πληρούνται οι ποινικές υποστάσεις των εγκλημάτων της υπεξαγωγής εγγράφου, της πλαστογραφίας και της απάτης, συντελεσμένης και σε απόπειρα, κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκαν,(οι δυο τελευταίες) κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος που αποκόμισε ο δράστης και επιχείρησε να αποκομίσει από την καθεμιά υπερβαίνει το ποσό των 15.000 €. Ακολούθως, απέρριψε την έφεση του κατηγορουμένου ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμ/κών Αθηνών και τον παραπέμπει ενώπιον του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος τελέσεως των ανωτέρω εγκλημάτων. Γ)-Κριτική αξιολόγηση Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε, την, κατά την ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς καμιά αντίφαση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της υπεξαγωγής εγγράφου, της πλαστογραφίας και της απάτης, κατ' εξακολούθηση τα δυο τελευταία με τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων αφενός μεν ότι τελέσθηκαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια αφετέρου δε ότι το συνολικό όφελος που αποκόμισε ο δράστης και επιχείρησε να αποκομίσει υπερβαίνει από το καθένα απ' αυτά το ποσό των 15.000 €, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. γ, στ, 42 παρ. 1, 94, 98, 222, 216 παρ. 1, 3α και 386 παρ. 1, 3α ΠΚ. τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Η αιτίασή του ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν περιέχει τη δέουσα αιτιολογία διότι αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην πρόταση του εισαγγελέα είναι αβάσιμη, διότι η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 93 του Συντάγματος και του άρθρου 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου. [ΑΠ.205/05]. Οι λοιπές αιτιάσεις του ότι το Συμβούλιο Εφετών εκτίμησε εσφαλμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και πείσθηκε ότι τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης, υπό την κακουργηματική τους μάλιστα μορφή, για τις οποίες παραπέμπεται, είναι απαράδεκτες διότι βάλλουν κατά της ανέλεγκτα αναιρετικά ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας. 5-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε συμβούλιο πρέπει το μεν απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου κατά του ανωτέρω παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 210 Ε. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να απορριφθεί η 150/4-12-06 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1 , κατά του 2043/06 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, Και Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των 210 €. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΦώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη 150/4-12-2006 έκθεση αναίρεσης του Χ1 , κατά του 2043/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ΄ ουσία η έφεση αυτού κατά του 246/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης, κατ' εξακολούθηση, τελεσμένη και σε απόπειρα, της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες και απάτες , κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και της υπεξαγωγής εγγράφων, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι΄αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Κατά το άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ, το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη ή ανοχή σε περιουσιακή διάθεση , η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον , προς τον σκοπό να αποκομίσει ο δράστης ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος , είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός . Δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται το πρόσωπο εκείνου που εξαπατήθηκε με εκείνου που ζημιώθηκε. Για την κακουργηματική μορφή τη απάτης απαιτείτο επιπλέον , κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου , όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/1996, ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Μετά όμως την αντικατάσταση της παρ.3 του άρθρου 386 του ΠΚ με το άρθρο 14 παρ.4 του ν. 2721/1999, για την κακουργηματική μορφή της απάτης δεν αρκεί πλέον ο υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε αυτός, ή αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ. (15.000 ευρώ, σύμφωνα με την επίσημη αντιστοιχία που καθορίστηκε με άρθρο 5 του Ν. 2943/2001). Περαιτέρω, από το άρθρο 216 παρ.1 και 2 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση πλαστού άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες , όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον πλαστογράφο, αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 216. Για την κακουργηματική δε μορφή της πλαστογραφίας, που προβλέπεται στο εδάφιο β της παρ.3 του αυτού άρθρου, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.2β του Ν. 2721/1999, το οποίο άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, απαιτείται επιπλέον ο υπαίτιος να διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ ή των 15.000 ευρώ. Οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό το όφελος και η απάτη συρρέουν αληθώς και ουδεμία απορροφά την άλλη, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των παραγράφων 1 των πιο πάνω άρθρων 216 και 386 ΠΚ. σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 94, 42, και 43 του ΠΚ, διότι κάθε μία είναι αυτοτελής και στοιχειοθετείται από διαφορετικά περιστατικά, αφού ειδικότερα η επίτευξη της παραπλάνησης και της βλάβης στην περιουσία του παραπλανωμένου ή του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως τη απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία τη υποστάσεως, ή επιβαρυντική περίπτωση, ή αναγκαίο μέσο διαπράξεως της πλαστογραφίας. Η απόπειρα όμως της απάτης και η χρήση πλαστού ( ή νοθευμένου) εγγράφου, με σκοπό προσπορίσεως περιουσιακού οφέλους ( 216 παρ.3 ΠΚ), όταν τα με την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα , ταυτίζονται προς αυτά που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου , δεν είναι αυτοτελή εγκλήματα και η απόπειρα απάτης απορροφάται από τη χρήση του πλαστού, πράγμα που δεν συμβαίνει εάν επί της απόπειρας απάτης συντρέχουν και άλλες διαφορετικές των προηγουμένων ψευδείς παραστάσεις. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ του ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίπτωσης τέλεσης του εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση. αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Εξάλλου ,κατ' επάγγελμα τέλεση υπάρχει και όταν η πράξη τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάση σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.2 του ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη και το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου με τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Κατά την έννοια του άρθρου 222 ΠΚ, για τη θεμελίωση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, που είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, απαιτούνται. α) έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ του ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μην είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού, αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον, δ) να ενήργησε ο δράστης προς τον σκοπό βλάβης τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή του συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοσή του , αδιάφορα αν επιτεύχθηκε ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα αυτό είναι έγκλημα διακινδύνευσης που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου, χωρίς να προσαπαιτείται και η επίτευξη της βλάβης, ή οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε υλική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, τα οποία θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής, ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι κατ' επιλογή μερικά εξ αυτών. Λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. "Ο κατηγορούμενος, ο οποίος λειτουργούσε στην Αθήνα από του έτους 2002 επί της .... εταιρική επιχείρηση μισθώσεως αυτοκινήτων υπό την επωνυμία ".......ΟΕΕ", κατά το τρίτο δεκαήμερο του Ιουνίου 2002, με σκοπό να βλάψει άλλον, απέκρυψε έγγραφο, του οποίου δεν ήταν κύριος. Ειδικότερα, κατακράτησε το..... δελτίο ταυτότητας του πελάτη του Ψ1 και το απέκρυψε απ' αυτόν, με σκοπό να το χρησιμοποιήσει επ' ονόματι αυτού, υποδυόμενος δηλαδή τον Ψ1 , σε υπαλλήλους τραπεζικών καταστημάτων και, εξαπατώντας τους, να αποσπάσει τις χρηματικές του καταθέσεις. Παράλληλα, αφού απέσπασε κατά το πρώτο δεκαήμερο του Αυγούστου 2002 φωτοτυπία του δελτίου ταυτότητας του πελάτη του Ψ2 , με αριθμό....,κατόρθωσε να καταρτίσει με βάση αυτό πλαστό δελτίο ταυτότητας με τα ατομικά στοιχεία του ανωτέρω, με σκοπό πάλι να το χρησιμοποιήσει επ' ονόματί του, υποδυόμενος δηλ. τον Ψ2 , και να αποσπάσει από τους υπαλλήλους τραπεζικών καταστημάτων, εξαπτώντας τους, τις χρηματικές του καταθέσεις. Πράγματι, κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, υλοποίησε το εγκληματικό τούτο σχέδιο, που σοφίσθηκε, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, με βλάβη της περιουσίας των ανωτέρω, ως εξής: α) Σε βάρος της περιουσίας του πρώτου Ψ1 : Κατά το χρονικό διάστημα από τις 28-6 έως τις 13-9-2002 εμφανίσθηκε στους υπαλλήλους των καταστημάτων των τραπεζών Εθνικής, Εμπορικής, Γενικής Τράπεζας, EUROBANK και ABN - AMRO - BANK, στην Αθήνα, Πειραιά και Καλλιθέα, και, παριστάνοντας σ' αυτούς το ψευδές γεγονός, εν γνώσει της αναλήθειας του, ότι ονομάζεται Ψ1 , επιδεικνύοντας και το δεκτίο ταυτότητας αυτού, το οποίο είχε υπεξαγάγει κατά τα ανωτέρω, και έτσι τους παραπλάνησε να συνάψουν μαζί του τραπεζικές συναλλαγές, από τις οποίες αποκόμισε περιουσιακό όφελος με βλάβη την περιουσία τούτου, δηλ. του Ψ1 . Επ ονόματι αυτού συνήψε τις εξής τραπεζικές συναλλαγές: 1) Ανάληψη του ποσού των 12.500 € από τους λογαριασμούς που διατηρούσε ο ανωτέρω στα καταστήματα των τραπεζών της Εθνικής και Εμπορικής. 2) Ανάληψη του ποσού των 3.000 € ως δάνειο από το κατάστημα της Γενικής Τράπεζας του Πειραιώς. 3) Ανάληψη του ποσού 2.100 € από κάρτα που του χορήγησε το κατάστημα των Πατησίων της τράπεζας EUROBANK. 4) Άνοιγμα του ...... λογαριασμού στο κατάστημα της Καλλιθέας της τράπεζας ΑΒΝ-ΑΜΡΟ-ΒΑΝΚ. β) Σε βάρος της περιουσίας του δεύτερου Ψ2 : Κατά το χρονικό διάστημα από τις 13 έως τις 27-9-2002 εμφανίσθηκε στους υπαλλήλους των καταστημάτων της τράπεζας ABN-AMRO-ΒANK και παριστάνοντας σ' αυτούς, εν γνώσει της αναλήθειας του, το ψευδές γεγονός ότι ονομάζεται Ψ2 , επιδεικνύοντας και το δελτίο ταυτότητας αυτού, το οποίο πλαστογράφησε κατά τα ανωτέρω, και έτσι τους παραπλάνησε και επιχείρησε να παραπλανήσει για να συνάψουν μαζί του τραπεζικές συναλλαγές, από τις οποίες αποκόμισε και σκόπευε να αποκομίσει περιουσιακό όφελος με βλάβη την περιουσία τούτου, δηλαδή του Ψ2 . Επ' ονόματι αυτού συνήψε και επιχείρησε να συνάψει, με την ανωτέρω τράπεζα, τις εξής τραπεζικές συναλλαγές: 1) Ανάληψη του ποσού των 5.200 € από τον ..... λογαριασμό του, από το κατάστημα του Πειραιά. 2) Ανάληψη του ποσού των 3.500 € από τον ανωτέρω λογαριασμό από το κατάστημα του Π. Φαλήρου, Και 3) επιχείρησε να αναλάβει το ποσό των 30.000 δρχ. από τον ανωτέρω λογαριασμό από τους υπαλλήλους του καταστήματος της Λεωφόρου Κηφισίας, μεταφέροντάς το στον ...... λογαριασμό του Ψ1 , πλην όμως δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τον σκοπό του, καθόσον οι αρμόδιοι υπάλληλοι τον υποπτεύθηκαν, ειδοποίησαν την αρμόδια Αστυνομική αρχή και οι αστυνομικοί που προσήλθαν τον συνέλαβαν. Από τις ανωτέρω απατηλές πράξεις αποκόμισε το συνολικό ποσό των 64.300 €, και δη 20.600 σε βάρος του πρώτου παθόντος Ψ1 και 43.700 € σε βάρος του δευτέρου παθόντος Ψ2 , και επιχείρησε να αποκομίσει σε βάρος της περιουσίας του δευτέρου το ποσό των 30.000 €. Οι ανωτέρω πράξεις της πλαστογραφίας, τόσον του δελτίου ταυτότητας του Ψ2 , όσο και των σχετικών παραστατικών των τραπεζών με τα οποία διενήργησε τις ανωτέρω παράνομες τραπεζικές συναλλαγές, και της απάτης, αφενός μεν, τελέσθηκαν απ' αυτόν κατ' επάγγελμα, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της καθεμιάς και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση την επανειλημμένη τέλεσή τους, όπως από την προμήθεια των δελτίων ταυτότητας των παθόντων, από την πλαστογράφηση του δελτίου ταυτότητας του δευτέρου, από τη μεθοδευμένη, οργανωμένη και μακροχρόνια δραστηριότητα για την επιτέλεσή τους, προκύπτει σκοπός του προς πορισμό εισοδήματος, και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της καθεμιάς προκύπτει ροπή προς διάπραξή τους, αφετέρου δε, το ποσό που αποκόμισε και σκοπούσε να αποκομίσει από την καθεμιά απ' αυτές υπερβαίνει το ποσό των 15.000 €. Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτιος των αξιόποινων πράξεων της κακουργηματικής απάτης, τελεσμένης και σε απόπειρα κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που διαπράττει απάτες, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, κατ' από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και της υπεξαγωγής εγγράφων ( άρθρα 13γ, 26 παρ.1α, 27 παρ.1α, 42, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.3β-1 , 222, και 386 παρ.3α-1 ΠΚ). Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου 2043/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Το ίδιο Συμβούλιο κατέληξε στην κρίση του αυτή, αφού, με την επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά του στην εισαγγελική πρόταση, εκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα (ένορκες και ανωμοτί καταθέσεις μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, τις απολογίες και τα υπομνήματα του κατηγορουμένου. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, με επιτρεπτή αναφορά στην εισαγγελική πρόταση, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα πιο πάνω αξιόποινες πράξεις και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των αξιόποινων αυτών πράξεων, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13γ, 26 παρ.1α, 27 παρ.1α, 42, 94 παρ.1, 98, 216 παρ.3β-1 , 222, και 386 παρ.3α-1 ΠΚ, όπως ισχύουν, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Για την πληρότητα δε της πιο πάνω αιτιολογίας δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθούν και τα αναφερόμενα στην αίτηση επί πλέον στοιχεία. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα, με τις πιο πάνω παραδοχές του, περιέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ 'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των κακουργηματικών πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης που του αποδίδονται. Η ειδικότερη αιτίαση ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τέλεσης των πιο πάνω αδίκων πράξεων, καθόσον δεν εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει σε τι συνίσταται το σχέδιο και η υποδομή που είχε διαμορφώσει ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, προκειμένου να προβαίνει στην επανειλημμένη τέλεση των αδικημάτων αυτών, είναι αβάσιμη. Συγκεκριμένα, κατά τις πιο πάνω παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, ήδη από τον Ιούνιο του έτους 2000, είχε συλλάβει το εγκληματικό του σχέδιο και ακολούθως ενήργησε βάσει του σχεδίου αυτού, όχι ευκαιριακά, αλλά για σημαντικό χρονικό διάστημα, επανειλημμένα, μεθοδευμένα και οργανωμένα, διαμορφώνοντας με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης και με σκοπό πορισμού εισοδήματος την κατάλληλη προς τούτο υποδομή, η οποία περιλάμβανε τις λεπτομερώς στο βούλευμα και πιο πάνω μνημονευόμενες ενέργειες του αναιρεσείοντος, ο οποίος είχε παράλληλα διαμορφώσει σταθερή ροπή για την διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Εξάλλου, κατά τις πιο τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, εκτός από την προαναφερθείσα υποδομή που διαμόρφωσε ο αναιρεσείων με σκοπό την επανειλημμένη τέλεση των αδικημάτων αυτών, επιπλέον τέλεσε αυτά επανειλημμένως, αφού, το μεν το αδίκημα τη απάτης, διέπραξε κατ' εξακολούθηση, το δε αδίκημα της πλαστογραφίας δεν φέρεται ότι διέπραξε αυτός κατ' εξακολούθηση, πλην όμως, κατ΄ επανάληψη έκανε χρήση του πλαστού προς πορισμό εισοδήματος. Με τις παραδοχές του αυτές το Συμβούλιο Εφετών πλήρως και εμπεριστατωμένα αιτιολόγησε την κρίση του περί συνδρομής των πιο πάνω επιβαρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο του ήδη αναιρεσείοντος, χωρίς να απαιτείται η παράθεση επιπλέον περιστατικών για την θεμελίωση αυτών και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμες. Επομένως, οι από τις διατάξεις του άρθρου 484 στοιχ. β και δ ΚΠΔ λόγοι της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Επίσης, αβάσιμη είναι και η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το Συμβούλιο εσφαλμένα δέχθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι δεν απορροφάται η απόπειρα απάτης από τη χρήση πλαστού. Σύμφωνα με την νομική σκέψη που αναφέρθηκε στην αρχή, ενώ οι πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό το όφελος και η απάτη συρρέουν αληθώς, η απόπειρα της απάτης και η χρήση πλαστού εγγράφου, με σκοπό προσπορίσεως περιουσιακού οφέλους απορροφάται από τη χρήση του πλαστού, μόνο όμως, όταν τα με την απάτη παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα, ταυτίζονται προς αυτά που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, κατά τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ο αναιρεσείων κατά την τέλεση της πράξεως της απόπειρας απάτης που φέρεται ότι διέπραξε, εκτός από τη χρήση του πλαστού (δελτίου αστυνομικής ταυτότητας), προκειμένου να επιτύχει την παραπλάνηση του τραπεζικού υπαλλήλου ...., επιπλέον, διαβεβαίωσε αυτόν ψευδώς ότι είναι ο Ψ2 και ότι αυτός είναι ο δικαιούχος του ..... λογαριασμού που τηρούσε ο τελευταίος στην Τράπεζα. Συνεπώς, κατά τις παραδοχές του βουλεύματος, τα παρασταθέντα σαν αληθινά ψευδή γεγονότα δεν ταυτίζονται προς αυτά που συνιστούν τη χρήση του πλαστού εγγράφου, ώστε η πράξη της απόπειρας της απάτης να απορροφηθεί από την πράξη της χρήσης του πλαστού. Συνακόλουθα και ο από τη διάταξη του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ. β ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρα 216 και 386 ΠΚ. σε συνδυασμό με τις διατάξεως των άρθρων 94, 42, και 43 του ΠΚ), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Ακολούθως, μετά την απόρριψη των λόγων αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 150/4-12-2006 έκθεση αναίρεσης του Χ1 , κατά του 2043/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαϊου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαϊου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ