Αριθμός 1620/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΞΤΡΑ ΚΟΜΜΙΟΥΝΙΚΕΙΣΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΤΖΙ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ" τον διακριτικό τίτλο "ΕΧCOΜ Α.Ε", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Φ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Γαβαλά. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Φ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κρανιδιώτη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Οκτωβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1822/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6358/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22 Μαρτίου 2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 7 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ για κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο απαραδέκτου παρά το νόμο, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή όταν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Στην προκειμένη περίπτωση με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης 1822/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη και κατά ένα μέρος βάσιμη από ουσιαστική πλευρά η από 29.10.2004 αγωγή του αναιρεσιβλήτου για προσβολή της προσωπικότητάς του με ψευδείς και συκοφαντικές σε βάρος του αναφορές σε εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού "EXTRA", ιδιοκτησίας της πρώτης από τους αναιρεσείοντες, με παρουσιαστή το δεύτερο από αυτούς, και υποχρεώθηκαν οι δύο τελευταίοι, ο καθένας εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε εκείνον, ως χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη, το ποσό των 100.000 ευρώ. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, λόγω της αοριστίας αυτής, την οποία (αοριστία) οι ίδιοι επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό, και ειδικότερα λόγω της μη συγκεκριμένης αναφοράς πραγματικών περιστατικών που να θεμελιώνουν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου-αναιρεσείοντος, ικανή να προκαλέσει την ηθική βλάβη του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, καθώς και περιστατικών που να στοιχειοθετούν την ηθική βλάβη και να καθορίζουν το εύρος της. Στην επίμαχη από 29.10.2004 αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, εκτίθεται, μεταξύ άλλων, ότι "στις 27.10.2004 και ώρα 16.30, σε εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού "EXTRA", ιδιοκτησίας της πρώτης από τους εναγομένους, με τον τίτλο "δεν ήξερες, δε ρώταγες" και παρουσιαστή το δεύτερο εναγόμενο, ο τελευταίος εμφανίζει ως τετελεσμένο εκ μέρους μου (ενάγοντος) ένα ξυλοδαρμό, που ουδέποτε έλαβε χώρα και μαζί με καλεσμένους της εκπομπής του και τηλεθεατές που τηλεφωνούσαν, επί μιάμιση τουλάχιστον ώρα καταφέρονταν όλοι μαζί εναντίον μου και χρησιμοποιούσαν βαρείς και μειωτικούς χαρακτηρισμούς για το πρόσωπό μου, ικανούς, να πλήξουν την τιμή, την υπόληψη, τη δημόσια εικόνα μου και την επαγγελματική σταδιοδρομία μου, αφού κανείς ενδεχομένως δεν θα ήθελε να συνεργαστεί με ένα "τραμπούκο" ή ένα "εγκληματία", εικόνα που ακριβώς μου αποδίδεται με την επίμαχη εκπομπή", ότι "εμφανίζομαι να έχω επιτεθεί απρόκλητα σε δημοσιογράφο (Σ. Κ.), ο οποίος τραβούσε κάποια πλάνα από την προπόνηση της ομάδας μου" και χρησιμοποιούνται εκφράσεις, όπως "δολοφονική επίθεση", "εγκληματική ενέργεια", "δολοφονική απόπειρα", "κακούργημα", "σύσταση συμμορίας", "συμμορίτες", ότι "ο διασυρμός μου συνεχίζεται με ψευδείς καταγγελίες για επίδειξη επιθετικής συμπεριφοράς εκ μέρους μου και σε άλλες περιπτώσεις και συγκεκριμένα αναφέρουν ότι έκανα άσεμνες χειρονομίες σε φωτορεπόρτερ του περιοδικού "Χάι", ότι έχω επιτεθεί και σε κάποια άλλη κάμερα παλαιότερα, ότι είμαι ένα χαζόπαιδο με πάρα πολύ χαμηλό IQ, ότι είμαι τραμπούκος", ότι οι εναγόμενοι "όλως απροκλήτως, με πλήρη συνείδηση και με προφανή σκοπό την προσωπική μου καταφρόνηση και τη μείωση του κύρους και του ονόματός μου στην ελληνική κοινωνία, τον επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό μου περίγυρο και το δημόσιο βίο της χώρας μας, προέβησαν υπαιτίως και παρανόμως στη μετάδοση των ανωτέρω ισχυρισμών και κατ' αυτό τον τρόπο προκάλεσαν βαρύτατη προσβολή της προσωπικότητάς μου και ηθική βλάβη εκ της ως άνω συκοφαντικής δυσφήμησης, ένεκα της οποίας πρέπει να υποχρεωθούν στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησής μου, κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες και για την προστασία της προσωπικότητας". Με βάση τα περιστατικά αυτά, πέρα από τη λεπτομερή παράθεση στην αγωγή των λεχθέντων κατά την επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή, θεμελιώνεται επαρκώς και με πληρότητα η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου και η απορρέουσα από αυτή ηθική βλάβη του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, και δικαιολογείται πλήρως η αξίωση αυτού σε βάρος τόσο της πρώτης, όσο και του δεύτερου εναγομένου για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ. Επομένως ορθώς κρίθηκε ορισμένη η επίμαχη αγωγή και είναι αβάσιμος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία, ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. 'Οταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται αναλόγως κατά ποσοστό του εν λόγω αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων (ΟλΑΠ 3/2008, ΟλΑΠ 30/2007). Τέτοιο ζήτημα αοριστίας δεν τίθεται όταν η αγωγή αναφέρεται σε μία ενιαία αξίωση, αποτελούμενη από ένα κονδύλιο, του οποίου αρχικό ζητείται η καταψήφιση και στη συνέχεια μετά από περιορισμό κατά ένα μέρος η αναγνώριση. Στην περίπτωση αυτή, αν το δικαστήριο κρίνει κατά ένα μόνο μέρος ουσιαστικά βάσιμη την αξίωση του ενάγοντος, προηγείται ασφαλώς αυτό που αξιώνει ως μείζον ο ενάγων, δηλαδή η καταψήφιση, με την οποία και δημιουργείται εκτελεστός τίτλος και για την οποία, άλλωστε, καταβάλλεται, σύμφωνα με τις προβλέψεις του μέχρι το ν. 3994/2011 (αρθρ. 70) ισχύοντος νομικού καθεστώτος η πρόσθετη επιβάρυνση του τέλους δικαστικού ενσήμου. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, διότι δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αοριστίας αυτής, η οποία κατά τους ισχυρισμούς τους επήλθε μετά τον περιορισμό, με τις προτάσεις του ενάγοντος στον πρώτο βαθμό, του καταψηφιστικού αιτήματος των 200.000 ευρώ, που αντιπροσωπεύει την επίδικη αξίωση αυτού για χρηματική ικανοποίησή του, λόγω ηθικής βλάβης, σε αναγνωριστικό κατά το ποσό των 100.000 ευρώ. Ο λόγος όμως αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο πιο πάνω περιορισμός του μοναδικού κονδυλίου της αγωγής από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό δεν προκαλεί αοριστία της αγωγής. Περαιτέρω, ενόψει των προεκτεθέντων, είναι απαράδεκτος και ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, μολονότι έλαβε χώρα ο προαναφερόμενος περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, προτίμησε να ικανοποιήσει το καταψηφιστικό αίτημα των 100.000 ευρώ, χωρίς να αιτιολογήσει την επιλογή του καταψηφιστικού αιτήματος απέναντι στο ισόποσο αναγνωριστικό και την αντιστοίχιση του επιλεγέντος αιτήματος με την αξίωση, της οποίας ζητείται η επιδίκαση και όχι η αναγνώριση και ότι έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 περ. α-δ του ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα ποινικά κολάσιμων πράξεων, οι οποίες μπορεί να στοιχειοθετήσουν και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας και συνακόλουθα αξίωση χρηματικής ικανοποίησης κατά την έννοια των άρθρων 57, 59, 914 ΑΚ, αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις. Η προβολή περίπτωσης του πιο πάνω άρθρου 367 § 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής της προσωπικότητας, μέσω εξυβριστικών ή δυσφημιστικών εκφράσεων, δεν αίρεται, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ, και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 § 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες εκφράσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης. Έτσι η προβολή από τον προσβληθέντα ισχυρισμού από το άρθρο 367 §2 αποτελεί αντένσταση κατά της πιο πάνω ένστασης από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 285/2012, ΑΠ 179/2011). Οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα διότι απέρριψε ως αβάσιμη την προβληθείσα από τους ίδιους ένσταση της ύπαρξης δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κατά την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος (367 παρ.1γ ΠΚ), κατά παραδοχή αντενστάσεων σχετικών με συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου, που στοιχειοθετεί συκοφαντική δυσφήμηση και ειδικό σκοπό εξύβρισης, αντενστάσεις όμως οι οποίες δεν προβλήθηκαν παραδεκτώς από τον αναιρεσίβλητο ούτε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστήριο, ούτε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Από την επισκόπηση όμως των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες γίνεται σαφής και πλήρης αναφορά ότι οι σε βάρος του εκφράσεις κατά την επίμαχη τηλεοπτική εκπομπή διατυπώθηκαν απροκλήτως και κακοβούλως με πρόδηλο σκοπό την προσβολή της τιμής και της υπόληψής του, την προσωπική του καταφρόνηση και τη μείωση του ονόματός του στην ελληνική κοινωνία, στον επαγγελματικό και τον κοινωνικό του περίγυρο και κατά τρόπο που συνιστά συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του εκ μέρους των εναγομένων, προκύπτει ότι οι πιο πάνω αντενστάσεις για ύπαρξη σκοπού εξύβρισης και συκοφαντικής δυσφήμησης εκ μέρους του δεύτερου εναγομένου προβλήθηκαν παραδεκτά από τον αναιρεσίβλητο ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Επομένως είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός αναίρεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο, μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τούτο δε ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας του κτλ. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται η ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού συνεκτιμήσει με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (κριτήρια καθορισμού), όπως είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, ο βαθμός του πταίσματος του δράστη, το είδος και οι συνέπειες της προσβολής, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος. Για το τελευταίο αυτό στοιχείο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία για τον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση της καθορισθείσας χρηματικής ικανοποίησης, δεν τίθεται ζήτημα προβολής του με τη μορφή ένστασης από το άρθρο 300 ΑΚ. Αυτό απλώς λαμβάνεται υπόψη μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία, εφόσον προκύπτει από τις αποδείξεις (ΑΠ 284/2012, 654/2009, 1166/2009). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι παρέλειψε να εκφέρει κρίση επί του ισχυρισμού τους ότι συνυπαίτιος της προσβολής της προσωπικότητάς του υπήρξε και ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος, ενόψει του ότι αυτός παρέλειψε να υποβάλει αίτημα επανόρθωσης και ακόμη αρνήθηκε να εκφράσει τις απόψεις του μέσω της επίμαχης τηλεοπτικής εκπομπής, τον οποίο προέβαλαν επικουρικά ως ένσταση από το άρθρο 300 ΑΚ με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφεραν με την έφεσή τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αφού, σύμφωνα μετά προεκτεθέντα, δεν αποτελεί ένσταση που να οδηγεί στην κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος (ΑΠ 654/2009). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Παραβιάζεται δε ο κανόνας δικαίου, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η πλημμέλεια αυτή θεμελιώνεται και αν εφαρμοστεί ανίσχυρος κανόνας δικαίου, όπως αυτός που αντίκειται σε συνταγματικές διατάξεις. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 2 του Ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994, κατά την οποία η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση του αδικηθέντος για ορισμένες πράξεις που τελέσθηκαν δια του τύπου, λόγω ηθικής βλάβης, καθορίζεται από το δικαστή όχι κατώτερη από τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του πιο πάνω νόμου ποσά, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό, σκοπό έχει να διασφαλίσει μία ελάχιστη προστασία των πολιτών από ιδιαιτέρως έντονες, λόγω της δημοσιότητας προσβολές της τιμής και της υπόληψής τους και είναι σύμφωνη προς την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Περαιτέρω, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που οφείλεται στον δικαιούχο κατά την διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συντάγματος), ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στον νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτήν, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας την συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει το νόμο αυτό (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος) είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Τέτοια παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, που καθιστά ανίσχυρη ως αντισυνταγματική την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 2 του ν. 1178/1981, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου μόνου του ν. 2243/1994, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας την εν λόγω διάταξη, προβαίνει στον προσδιορισμό του καθοριζομένου από αυτήν ελαχίστου ποσού χρηματικής ικανοποίησης, όχι ως εύλογης κατά την κρίση του, αλλά θεωρώντας ότι δεσμεύεται από την ανωτέρω διάταξη, μολονότι, κατά τις παραδοχές αυτού, το είδος και η βαρύτητα της προσβολής δεν δικαιολογούν τον καθορισμό του εν λόγω ποσού, οπότε και ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, καθόσον εφαρμόζει διάταξη ανίσχυρη ως αντιβαίνουσα στην άνω συνταγματική διάταξη (Ολ.ΑΠ 6/2011). Όμως, επί αδικοπραξίας, ως προς την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, με την διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, ο νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης. Ετσι, δικαστική απόφαση, που προβαίνει στον καθορισμό εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης αυτής, δεν είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, αλλά υπόκειται σε έλεγχο με τα εκάστοτε επιτρεπόμενα ένδικα μέσα και μέσα στα πλαίσια που αυτά παρέχουν. Επομένως, το καθορισθέν από το δικαστήριο της ουσίας ποσό χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον δεν διαπιστώνεται υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, δεν ελέγχεται για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ (ΟλΑΠ 6/2009). Εξάλλου, στην περίπτωση που η χρηματική ικανοποίηση προσδιορίζεται από το δικαστήριο σε συγκεκριμένο ύψος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, κρινόμενη ως εύλογη , και όχι σύμφωνα με τον δεσμευτικό περιορισμό της πιο πάνω διάταξης του άρθρου μόνου παρ. 2 του ν. 1178/1981, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου μόνου του ν. 2243/1994, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (Ολ.ΑΠ 6/2011). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, διότι, εφαρμόζοντας εσφαλμένα την προβλεπόμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθώς και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 59 και 932 ΑΚ, δέχθηκε ότι η οφειλόμενη στον αναιρεσίβλητο χρηματική ικανοποίηση ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ, κρίση η οποία πλήττει σοβαρά την οικονομική υπόσταση αυτών και συνεπάγεται πλουτισμό του τελευταίου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο δεν τίθεται συγκεκριμένως κανένα ζήτημα υπέρβασης εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας κατά τον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ούτε δεσμευτικής τήρησης κατά τον προσδιορισμό αυτό των προβλεπόμενων από το ν. 1178/1981 ορίων, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος, διότι βάλλει κατά παραδοχών του Εφετείου που δεν ελέγχονται αναιρετικά. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22.3.2010 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας ΕΞΤΡΑ ΚΟΜΙΟΥΝΙΚΕΙΣΟΝ ΤΕΧΝΟΛΟΤΖΙ ΑΕ και του Φ. Κ. για αναίρεση της απόφασης 6358/2009 του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ