Αριθμός 1535/2007 ΤοΔικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 45/2006 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά, με κατηγορούμενο τον .............., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέλιο Βλαχιώτη και πολιτικώς ενάγουσα την ......................., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Βασιλική Κεφαλοπούλου. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 15/1-6-2006 έκθεση αναιρέσεώς του, που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Χαρίκλειας Αντωνοπούλου και καταχωρίσθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 977/2006. Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους λόγους που περιλαμβάνονται στην έκθεση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρότεινε να απορριφθεί, καθώς και τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠοινΔ ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή, μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής ή εκείνης που παύει οριστικά την ποινική δίωξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, καθώς και η υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' του ΚΠοινΔ). Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμον όροι (Ολ ΑΠ 3/2005). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117 παρ. 1, 118 παρ. 2 ΠΚ συνάγεται ότι, σε όσες περιπτώσεις ο νόμος απαιτεί έγκληση για την άσκηση της ποινικής διώξεως, ο δικαιούμενος σε υποβολή της πρέπει να την υποβάλει μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση της αξιόποινης πράξεως και του προσώπου που την τέλεσε ή κάποιου από τους συμμετόχους της. Αν ο παθών είναι πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του, δικαίωμα για υποβολή της εγκλήσεως έχει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του, μετά δε τη συμπλήρωση του έτους αυτού της ηλικίας του και μέχρι να συμπληρώσει το 17ο έτος το δικαίωμα της εγκλήσεως έχουν και ο παθών και ο νόμιμος αντιπρόσωπός του και μετά τη συμπλήρωση του 17ου έτους της ηλικίας του μόνον ο παθών. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1510 ΑΚ, νόμιμοι αντιπρόσωποι του ανηλίκου είναι οι γονείς του, που έχουν τη γονική μέριμνα του τέκνου τους, την οποία ασκούν από κοινού. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει, εκτός άλλων, και την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου, της οποίας περιεχόμενο αποτελεί και το δικαίωμα της εγκλήσεως. Έτσι, σε περίπτωση εγκλήματος, το οποίο στρέφεται κατά ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του, το δικαίωμα υποβολής της απαιτούμενης για την κίνηση της ποινικής διώξεως εγκλήσεως επιφυλάσσεται από το νόμο στους γονείς του ανηλίκου, οι οποίοι πρέπει, κατ' αρχήν, να υποβάλουν την έγκληση αυτή από κοινού, αφού σταθμίσουν αν το αληθές συμφέρον του τέκνου είναι να διωχθεί ο δράστης ή, δια της άπρακτης παρόδου της τρίμηνης προθεσμίας, να μείνει ατιμώρητος. Όμως, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1516 ΑΚ, μεταξύ των οποίων και εκείνη που αφορά σε πράξεις με επείγοντα χαρακτήρα, καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναγόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας. Επομένως, προκειμένου για αξιόποινη πράξη σε βάρος ανηλίκου κάτω των 12 ετών, την έγκληση, ως αποτελούσα πράξη επιμέλειας του προσώπου του με επείγοντα χαρακτήρα, που δικαιολογείται από την ως άνω τρίμηνη προθεσμία για υποβολή της, μπορεί να υποβάλει εγκύρως και ο ένας μόνο γονέας. Το αυτό ισχύει και όταν δράστης κατ' έγκληση διωκομένου εγκλήματος σε βάρος ανηλίκου είναι ο ένας γονέας του ανηλίκου, ο οποίος βρίσκεται σε διάσταση με τον άλλο γονέα. Και στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, εγκύρως υποβάλλεται η έγκληση από τον άλλο (αμέτοχο) γονέα και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 1517 ΑΚ, που ορίζει ότι άν τα συμφέροντα του τέκνου συγκρούονται με τα συμφέροντα του πατέρα του ή της μητέρας του, που ασκούν τη γονική μέριμνα, καθώς και των συζύγων ή των συγγενών τους εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή διορίζεται ειδικός επίτροπος, διότι κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, όταν έχει επέλθει διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως των γονέων του ανηλίκου, ο μή διαπράξας την κατά του ανηλίκου αξιόποινη πράξη γονέας του δεν βρίσκεται προ διλήμματος, να αποσιωπήσει την σε βάρος του τέκνου του τελεσθείσα από τον άλλο γονέα αξιόποινη πράξη ή να καταμηνύσει το δράστη γονέα και σύζυγό του, και δεν συντρέχει εντεύθεν ο δικαιολογητικός λόγος, για τον οποίο θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 1517 ΑΚ, της συγκρούσεως συμφερόντων. Τέλος, κατά το άρθρο 344 ΠΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της κατωτέρω πράξεως, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 του Ν. 3064/2002, και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως ευμενέστερο για τον κατηγορούμενο (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ), για να ασκηθεί ποινική δίωξη για αποπλάνηση παιδιού (άρθρο 339 ΠΚ), απαιτείται έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 1-6-2006 αίτηση-δήλωση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία ασκήθηκε παραδεκτώς, ζητείται η αναίρεση της 45/2006 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς για τους εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' ΚΠοινΔ λόγους της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της υπερβάσεως εξουσίας. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε επί εφέσεως του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς κατά της 74-76/2002 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Πειραιώς, με την οποία ο κατηγορούμενος .......... είχε κηρυχθεί αθώος αποπλανήσεως παιδιού νεωτέρου των δέκα ετών κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα της θυγατέρας του ............., έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του εν λόγω κατηγορουμένου, δεχθέν ότι η ποινική αυτή δίωξη ήταν απαράδεκτη, διότι η μεν απαιτούμενη έγκληση υποβλήθηκε από την εν διαστάσει σύζυγό του και μητέρα της ανήλικης ............. και όχι από ειδικό επίτροπο, καίτοι συνέτρεχε σύγκρουση συμφερόντων κατά την έννοια του άρθρου 1517 ΑΚ, η δε παθούσα δεν υπέβαλε έγκληση εντός της προθεσμίας του άρθρου 117 ΠΚ, αφότου εδικαιούτο στην υποβολή τέτοιας εγκλήσεως ατομικώς. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Μικτό Ορκωτό Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 2 ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1517 ΑΚ, δεχθέν ότι η έγκληση δεν υποβλήθηκε εγκύρως από τη μητέρα της παθούσας και καθ' υπέρβαση της εξουσίας του αποφάσισε την οριστική παύση της ποινικής διώξεως, αρνούμενο να ασκήσει δικαιοδοσία που είχε εκ του νόμου, μολονότι συνέτρεχαν οι προς τούτο απαιτούμενοι όροι και ειδικότερα είχε ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως έγκληση από τη νομιμοποιούμενη μητέρα και νόμιμη εκπρόσωπο της παθούσας, στην οποία μάλιστα είχε ανατεθεί η επιμέλεια της ανήλικης με δικαστική απόφαση. Επομένως, οι προβαλλόμενοι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, συνακολούθως δε να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί τη 45/2006 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιώς. Και, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 11 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ