Αριθμός 2359/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πρίαμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης x1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μαντά, για αναίρεση της 1350/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ψ1,που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2007 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1478/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Κατά την διάταξη της § 5 του άρθρου 79 Ν. 5960/1933, το οποίο προσετέθη δι' άρθρου 4 § 1 περ. α' Ν, 2408/1996, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 4/6/1996 (άρθρο 7), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 19, 20, 40. 42. 44 και 46 Ν. 5960/1933 η ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής ασκείται μόνο κατόπιν εγκλήσεως του κομιστού της επιταγής, ο οποίος δεν πληρώθηκε, δικαίωμα εγκλήσεως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής έχει ο αμέσως εκ της πράξεως παθών, οίος είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά τον χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την υπογραφή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά την ζημία από την μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παρανόμου συμπεριφοράς του εκδότου και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν (Ολ. ΑΠ 25/2007, Ολ. ΑΠ 29/2007). Έτι περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 23 Ν. 5960/1933 σύμφωνα με την οποία "οσάκις η οπισθογράφηση περιέχει την μνεία "αξία εις κάλυψη" "προς είσπραξιν" κατά πληρεξουσιότητα" ή πάσαν άλλην μνείαν ενέχουσα απλήν εντολήν ο κομιστής δύναται να ασκήσει πάντα τα εκ της επιταγής απορρέοντα δικαιώματα, αλλά δεν δύναται να οπισθογραφήσει αυτήν, ειμή λόγω πληρεξουσιότητος", συνάγεται ότι η λόγω πληρεξουσιότητος οπισθογράφηση, (όπως είναι η περιέχουσα την ρήτρα αξία προς είσπραξη), δεν επάγεται μεταβιβαστικά ή εγγυητικά αποτελέσματα. Ούτε η κυριότης της επιταγής μεταβιβάζεται, ούτε ο οπισθογράφος ευθύνεται. Απλώς ο δυνάμει οπισθογραφήσεως λόγω πληρεξουσιότητος κομιστής μπορεί να ασκήσει τα από την επιταγή απορρέοντα δικαιώματα επ' ονόματι και δια λογαριασμόν του οπισθογράφου, ο οποίος παραμένει νόμιμος κομιστής της επιταγής και συνεπώς αυτός δικαιούται να υποβάλει έγκληση. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 Ε' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετικήν έννοια σ' αυτήν από εκείνη που πράγματι έχει εσφαλμένη δε εφαρμογή υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εδέχθη στην διάταξη που εφηρμόσθη, ενώ υπέρβαση εξουσίας, η οποία συνιστά τον εκ του άρθρου 510 § 1 Η' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο ήσκησε εξουσία που δεν του δίνει ο νόμος, δηλαδή απεφάσισε για υπόθεση που δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του (θετική υπέρβαση εξουσίας) ή παρέλειψε να αποφασίσει για υπόθεση για την οποίαν υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του (αρνητική υπέρβαση εξουσίας). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, για την έρευνα της βασιμότητος του λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι η κατηγορουμένη δικηγόρος και ήδη αναιρεσείουσα στην ...... την ........... εξέδωσε την υπ' αριθμ. ........ τραπεζική επιταγή εις διαταγήν ψ1 ποσού 6.500.000 δραχμών πληρωτέα στην Τράπεζα Αττικής. Ο λήπτης της επιταγής αυτής ψ1 προέβη εις οπισθογράφηση αυτής προς την ΙΟΝΙΚΗ Τράπεζα θέτων εις την επιταγή την ρήτρα "αξία εις πίστωση λογαρισμού" και της την παρέδωσε, προκειμένου να πιστωθεί ο τηρούμενος εις την εν λόγω Τράπεζα λογαριασμός του ήτοι την κατέθεσε προς είσπραξη και η τοιαύτη οπισθογράφηση έχει την έννοια της κατά πληρεξουσιότητα μεταβιβάσεως της επιταγής, χωρίς μεταβιβαστικά και εγγυητικά αποτελέσματα. Η τελευταία ΙΟΝΙΚΗ Τράπεζα, ενεργούσα ως εντολοδόχος του κομιστού ψ1, ενεφάνισε την επιταγή στην πληρώτρια Τράπεζα την 17/1/2000, αλλά δεν επληρώθη, ελλείψει αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων. Με βάση τα προεκτεθέντα ο ψ1 παρέμεινε κύριος και κομιστής της επιταγής, την οποία και πλήρωσε μετά την εμφάνιση και μη πληρωμή της και έγινε και εξ αναγωγής κομιστής, δικαιούμενος εις υποβολήν της εγκλήσεως κατά της κατ/νης για παράβαση του άρθρου 79 Ν. 5960/1933. Εντεύθεν και το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινεν ότι κομιστής της επιταγής και συνεπώς δικαιούχος προς υποβολήν εγκλήσεως κατά της αναιρεσειούσης είναι ο ψ1 και όχι η ΙΟΝΙΚΗ Τράπεζα, αφ' ενός μεν ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού δικαίου αφ' ετέρου δε δεν υπερέβη την εξουσία του, με το να μην κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, και οι αντίστοιχοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως υπό "1" εκ του άρθρου 510 §1 Ε' και Η' ΚΠΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. ΙΙ.- Κατά την διάταξη του άρθρου 79 § 1 Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" (κατά την αρχική του διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 ΝΔ 1325/1972) "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών αυτών". Η διάταξη αυτή αντικατεστάθη με το άρθρο 1 ΝΔ 1325/1972 και ορίσθη ότι "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα παρά πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Από την διάταξη αυτή, από την οποίαν απειλήφθη το "εν γνώσει" της προηγουμένης ρυθμίσεως προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για την στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν 1)έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2)υπογραφή του εκδότου, στη θέση υπογραφής του εκδότου, αδιαφόρως εάν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας. 3)εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4)έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά τον χρόνο εκδόσεως όσο και κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμήν, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, της εκδόσεως, δηλαδή, επιταγής που είναι ακάλυπτη. Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός ή ενδεχόμενος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως. Εξ άλλου η απαιτουμένη κατά το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ όπως το τελευταίο ετροποποιήθη με το άρθρο 2 § 5 Ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, και στήριξαν την κρίση του δικαστηρίου, για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε υπαγωγή των περιστατικών, τα οποία απεδείχθησαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά αυτών χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία εκάστου των αποδεικτικών μέσων και το προκύψαν εξ αυτού συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό. Ωστόσο πρέπει να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών για να μορφώσει την κρίση του περί της ενοχής ή αθωώσεως του κατ/νου, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη τα άλλα η δε αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό, με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχή να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή εκτός αν αξιώνονται από τον νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τοιαύτα πρόσθετα στοιχεία δεν αξιώνονται πλέον από τον νόμο, στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. ΙΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1350/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατεδικάσθη η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, η οποία εξεπροσωπήθη στη δίκη από συνήγορο σε δεύτερο βαθμό για την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής (παράβαση άρθρου 79 Ν. 5960/1933) με την αναγνώριση της συνδρομής υπέρ αυτής της ελαφρυντικής περιστάσεως άρθρου 84 § 2α ΠΚ, ότι αυτή έζησε μέχρι του χρόνου που έγινε η πράξη έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή εις ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετίαν. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αναφέρεται μεταξύ άλλων, τα εξής: "Επειδή από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη δικηγόρος στις ....... εξέδωσε στην....... την υπ' αριθμ. ...... τραπεζική επιταγή ποσού 6.500.000 δρχ. εις διαταγήν του εγκαλούντος ψ1, ο οποίος στη συνέχεια θέτοντας στην εν λόγω επιταγή τη ρήτρα "αξία εις πίστωση λογαριασμού" και την υπογραφή του την παρέδωσε στην Ιονική Τράπεζα με την οποία είχε συναλλαγές και η οποία εμπρόθεσμα στις 17/1/2000 εμφάνισε την προαναφερθείσα επιταγή για πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα Αττικής, αλλά δεν πληρώθηκε ελλείψει υπολοίπου ποσού, στον εκεί τηρούμενο λογαριασμό της κατηγορουμένης τον οποίο μάλιστα είχε κλείσει, (βλ. σχετική βεβαίωση της Τράπεζας, επί του σώματος της επιταγής) γεγονός που σαφώς αυτή γνώριζε, αφού ο παραπάνω λογαριασμός ανήκε στην ίδια και ανά πάσα στιγμή ήταν ενήμερη για την ανυπαρξία κεφαλαίων τόσο κατά τον χρόνο της έκδοσης όσο και κατά τον χρόνο πληρωμής της ανωτέρω επιταγής. Ύστερα από αυτά, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της αξιόποινης πράξης που της αποδίδεται με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρ. 84 § 2α Π.Κ.) όπως και πρωτοδίκως. Αντίθετα το αίτημά της για αναγνώριση και του ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2α ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί, αφού υποβλήθηκε εντελώς αόριστα και χωρίς επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών. Πέρα όμως από αυτά το ως άνω αίτημα είναι και πάλι απορριπτέο αφού από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι η κατηγορουμένη επέδειξε καλή συμπεριφορά και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τας αναφερομένας διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο και κατεδικάσθη η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά. Δεν ήτο δε αναγκαία η ιδιαίτερη αναφορά στην αιτιολογία της διατάξεως βάσει της οποίας κρίνεται το εμπρόθεσμο ή μη της εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμήν, ούτε ποία είναι η απαιτουμένη από τον νόμο προθεσμία, αλλά αρκεί να αναφέρεται, όπως στην προκειμένη περίπτωση ότι εμφανίστηκε η επιταγή προς πληρωμήν εμπρόθεσμα. Ούτε επίσης ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αναφορά στην αιτιολογία, της εκ μέρους της κατηγορουμένης, γνώσεως του ακαλύπτου της αναφερομένης επιταγής, την οποίαν αυτή εξέδωσε, αφού όπως ανεφέρθη για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί πλέον (μετά, δηλαδή την ισχύ του ΝΔ 1325/1972) ο απλός και δεν είναι αναγκαίος ο άμεσος δόλος η εν γνώσει, ήτοι ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, πλέον του ότι αιτιολογείται αυτή. Συνεπώς, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους εκ του άρθρου 510 § 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία της αποφάσεως, εκ της μη ειδικής αναφοράς της διατάξεως που κρίνεται το εμπρόθεσμο ή μη της επιταγής προς πληρωμήν, της απαιτουμένης από τον νόμο προθεσμίας προς εμφάνιση και του στοιχείου της γνώσεως εκ μέρους της κατηγορουμένης του ακαλύπτου της επιταγής, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. IV.- Από τις διατάξεις των άρθρων 364 και 170 § 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 Α' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως, δημιουργείται όταν, παρά την υποβολήν σχετικής αιτήσεως από τον κατηγορούμενο ή τον Εισαγγελέα δεν ανεγνώσθη στο ακροατήριο έγγραφο που αυτοί υπέβαλαν κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Η ανάγνωση όμως από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση του Εισαγγελέως εγγράφου που δεν αναφέρεται στο κατηγορητήριο χωρίς να αμφισβητηθεί η γνησιότητα και χωρίς να αντιλέξει στην ανάγνωσή του ο κατηγορούμενος ουδεμία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Εξ άλλου στην κατ' άρθρον 13 περ. γ' ΠΚ έννοια του εγγράφου ως "κάθε γραπτού που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός" περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο του εγγράφου με την χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής (φωτοτυπικό μηχάνημα). Επομένως το γεγονός με έννομη σημασία, που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο εγγράφου, εμφανίζεται και στο φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο και επομένως μπορεί να αποδειχθεί με αυτό. Η αποδεικτική δύναμη του εγγράφου, με την ως άνω ευρεία έννοια δεν συμπίπτει κατ' ανάγκη, με την αποδεικτική δύναμη που έχουν τα έγγραφα, ως μέσα αποδείξεως κατά την πολιτική δικονομία και επομένως δεν είναι απαραίτητο να ερευνάται αν είναι σύμφωνα με τους κανόνες της. Κατά συνέπεια στο χώρο του ποινικού δικαίου το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου αποτελεί έγγραφο με την άνω έννοια, χωρίς να απαιτείται η κατά το άρθρο 449 § 2 Κ.Πολ.Δ βεβαίωση της ακριβείας του από αρμόδιο κατά τον νόμο πρόσωπο (Ολ. ΑΠ 2/2000). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο ανέγνωσε κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και στη συνέχεια έλαβε υπόψη και εξετίμησε, όχι το πρωτότυπο της επίμαχης επιταγής, αλλά το υπάρχον στη δικογραφία φωτοαντίγραφο αυτής, το οποίο δεν είχε επικυρωθεί, κατά το άρθρο 449 § 2 Κ.Πολ.Δικ. από πρόσωπο που είναι κατά νόμο αρμόδιο να εκδίδει αντίγραφα, χωρίς να προβάλει ο εκπροσωπών την αναιρεσείουσα συνήγορός της ουδεμία αντίρρηση για την ανάγνωσή της. Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητος εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο ανέγνωσε το ως άνω έγγραφο χωρίς αυτό να έχει αποδεικτική δύναμη, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως κατά της ποινικής αποφάσεως ιδρύει η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως όχι όμως και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή δικονομικής διατάξεως, όπως είναι εκείνες του ΚΠΔ, οι οποίες αφορούν την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο. Συνεπώς ο αυτός ως άνω (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως κατά το έτερον σκέλος του, με τον οποίον προβάλλεται η ελεγχομένη από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 358, 364 ΚΠΔ, τα οποία αφορούν την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο και 449 § 2 και 451 § 3 Κ.Πολ.Δικ. είναι απαράδεκτος και εντεύθεν, απορριπτέος. V. Κατ' άρθρον 113 § 2 ΠΚ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 § 6 Ν. 2408/1996 η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η δικαστική απόφαση πάντως όχι πέρα από πέντε έτη για τα κακουργήματα, τρία έτη για τα πλημμελήματα και ένα έτος για τα πταίσματα. Εξάλλου κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 320, 321, 340 και 343 ΚΠΔ η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο κλήσεως ή κλητηρίου θεσπίσματος με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την χωρίς εναντίωση εμφάνισή του στο ακροατήριο κατά την συζήτηση της υποθέσεως. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η αναστολή της παραγραφής, κατά το άρθρο 113 § 2 ΠΚ επέρχεται με την έναρξη της κυρίας διαδικασίας, διότι έκτοτε η κατηγορία είναι εκκρεμής στο δικαστήριο. Για να αρχίσει η επιφέρουσα την αναστολή της παραγραφής κύρια διαδικασία αρκεί, το κατά τις διακρίσεις των άρθρων 244, 245, 308 § 3, 314 και 315 ΚΠΔ επιδιδόμενο στον κατηγορούμενο κλητήριο θέσπισμα η κλήση να περιέχει, πλην άλλων, και προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται αυτός να εμφανισθεί, χωρίς να είναι αναγκαίο για την εγκυρότητά του το αναγραφόμενο δικαστήριο να είναι πράγματι το αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση. Διότι η τυχόν αναγραφή άλλου, από το αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση δικαστηρίου, δεν καθιστά το εισαγωγικό έγγραφο (κλητήριο ή κλήση) άκυρο και ανενεργές ως προς τις έννομες συνέπειές του. Το έγγραφο αυτό, ως δηλωτικό του τέλους της προανακρίσεως και του αμετακλήτου της εισαγωγής της υποθέσεως στο ακροατήριο, διατηρεί την ισχύ του και δεν επαναλαμβάνεται, στηρίζει δε την διαδικασία του επιλαμβανομένου της υποθέσεως αναρμοδίου δικαστηρίου προκειμένου αυτό να παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο. Σε περίπτωση, δηλαδή, που το δικαστήριο κηρυχθεί αναρμόδιο, η αναστολή της παραγραφής που επήλθε με την επίδοση στον κατηγορούμενο της σχετικής κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος δεν ανατρέπεται αλλά διατηρείται αφού η κλήτευση ήτο νομότυπη με τον προσδιορισμό του δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 2/1997). Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών υπερέβη την εξουσία του, διότι δεν έπαυσε οριστικώς την κατά της αναιρεσειούσης ποινική δίωξη για το ως άνω πλημμέλημα της παραβάσεως του άρθρου 79 Ν. 5960/1933, καίτοι είχε συμπληρωθεί η πενταετία από της τελέσεώς του μέχρι τον χρόνον κατά τον οποίον εξεδόθη η υπ' αριθμ. 52429/19-9-2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν ηκυρώθη η υπ' αριθμ. 78471/2001 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκηρύχθη αναρμόδιον καθ' ύλην και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο καθ' ύλην Τριμελές Εφετείο Αθηνών και δεν είχε ανασταλεί η παραγραφή του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού με την επίδοση στην κατηγορουμένη του σχετικού κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο εκαλείτο αυτή να εμφανισθεί έστω και στο αναρμόδιο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών (3/5/2001) επήλθε αναστολή της παραγραφής και δεν ανετράπη αλλά διετηρήθη, κατά τα προεκτεθέντα, η δε κλήτευσή της ήτο νομότυπη με τον προσδιορισμό του δικαστηρίου, μη προβαλλομένου λόγου ακυρότητός της. VI.- Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 ΠΚ το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υποθέσεως, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο των άνω άρθρων ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τοιαύτης περιστάσεως. Εφ' όσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως εις αυτόν μιάς ή περισσοτέρων εκ των ελαφρυντικών περιστάσεων αυτών, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και αν τον απορρίψει να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του, αφού η κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς οίοι οι εκ του άνω άρθρου 84 ΠΚ. Πρέπει όμως οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη, για την θεμελίωσή τους, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέλος περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής νόμου που θεμελιώνει κατ' άρθρον 510 § 1 Ε' ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ή αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως η αναιρεσείουσα, δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου, ζήτησε την επιείκεια του δικαστηρίου και να της αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της περ. ε' του άρθρου 84 § 2 ΠΚ, χωρίς όμως την επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών. Ούτως ο τοιούτος ισχυρισμός ήτο αόριστος, χωρίς να αρκεί μόνη η μνεία του ορισμού του νόμου και, εντεύθεν, το εφετείο δεν ώφειλε να απαντήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα, άλλωστε ορθώς τον απέρριψεν ως αόριστο και δεν έρχεται σε αντίφαση με το ότι έλαβε υπ' όψη τους για την αναστολή της ποινής κατά το άρθρο 99 § 1 ΠΚ, ως εκ περισσού, πλην άλλων, την διαγωγή της αναιρεσειούσης μετά την τέλεση της πράξεως, ορθώς δε το Εφετείο και εφήρμοσε την άνω ουσιαστική διάταξη και δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου αυτήν με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές ώστε να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση. Συνεπώς ο σχετικός έκτος λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 Δ' και Ε' ΚΠΔ, που αναφέρεται στην πλημμέλεια της απορρίψεως, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, του ισχυρισμού για αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 § 2 ε' ΠΚ και στην εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά πάντα ταύτα και εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13/7/2007 αίτηση της χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1350/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ