Αριθμός 1757/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σκοπελίτη, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Π. του Γ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ανούστη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαυρίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2446/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-9-2020 αίτησή του, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε για συζήτηση για τη δικάσιμο 12-5-2021. Σήμερα, η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση, κατ' εφαρμογήν της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, κατόπιν της υπ' αριθμόν 247/2022 Πράξης του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη. Και τούτο διότι, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται κατά το μέρος που έχει εκκληθεί, ενώ αν απορριφθεί η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση κατά το ίδιο μέρος επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή. Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί κατ' ουσίαν, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνο η απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, καθόσον τα (τυχόν) σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, τα οποία θεωρούνται ότι έχουν επικυρωθεί από το Εφετείο, μπορούν να προσβληθούν με την αναίρεση ως σφάλματα της απόφασης του Εφετείου, εφόσον συνιστούν και λόγους αναιρετικούς, που παραδεκτώς προβάλλονται.(ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 1480/2022, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 891/2019). Σε περίπτωση δε που με την αίτηση αναιρέσεως συμπροσβάλλεται και η ενσωματωθείσα στην εφετειακή πρωτόδικη απόφαση, τότε η αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. (ΑΠ 920/2019). Προσέτι, κατά μεν τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 495 ΚΠολΔ τα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας, της εφέσεως, της αναψηλαφήσεως και της αναιρέσεως ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 566 § 2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Από τη διάταξη αυτή, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 § 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων προκύπτει, ότι αν η αναίρεση πλήπει την απόφαση του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου πρέπει να κατατεθεί στη γραμματεία και των δύο δικαστηρίων, άλλως είναι απαράδεκτη, ως προς την απόφαση του δικαστηρίου, στη γραμματεία του οποίου δεν κατατέθηκε (ΑΠ 1995/2022, ΑΠ 129/2022, Α.Π. 617/2014, Α.Π. 539/2014 Α.Π. 883/2012). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 577 § 2 του ίδιου Κώδικα, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1373/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση από 4.9.2020 αίτηση αναίρεσης πλήττονται η 2442/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο και η 41/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαυβρίας, που δίκασε την αγωγή σε πρώτο βαθμό, χωρίς όμως το δικόγραφο της αναιρέσεως να έχει κατατεθεί και στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και, συνεπώς, εκ του λόγου τούτου η αναίρεση καθό μέρος στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Πέραν τούτου, όμως, πρέπει να σημειωθεί ότι από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και της πρωτόδικης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο τότε ενάγων άσκησε κατά του εναγομένου διεκδικητική κυριότητας αγωγή, η οποία με την πρωτόδικη 41/2018 απόφαση έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Με την έφεσή του ο εκκαλών προσέβαλε την εκκαλουμένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, το δε Εφετείο με την 2446/2020 απόφασή του δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει και για τον επιπλέον αυτό λόγο να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Καθό μέρος, όμως, πλήττεται η ως άνω 2446/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε ως Εφετείο, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.) Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, και συνακόλουθα κατ'άρθρο 560 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα, όταν πρόκειται για αναίρεση κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου, καθώς και απόφασης του Πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Συνδέεται δηλαδή η νομική αοριστία της αγωγής με την εκτίμηση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, αποτελούν δε προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, και συνακόλουθα από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων, ενώ αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν συμπεριλαμβάνεται στους λόγους αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε έφεση κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.(ΑΠ 299/2020, ΑΠ 994/2019, ΑΠ 886/2018, ΑΠ 2086/2014, ΑΠ 1106/2014). Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 117, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, επιφέρει δε την απόρριψη της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1597/2018, 165/2018, ΑΠ 1274/2017, ΑΠ 862/2015). Ειδικότερα, από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς προκειμένου περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται για το ορισμένο αυτής ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσεως, στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του, αλλά τούτο να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη. Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του επιδίκου ακινήτου και να κατονομάζονται οι γείτονες ιδιοκτήτες. (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017). Η περιγραφή του ακινήτου από την οποία να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του με τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο προκύπτει πλην του σχήματος, οι πλευρές του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 1319/2020, ΑΠ1597/2018, 305/2017, ΑΠ 781/2016). Το γεγονός όμως ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του.(ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017). Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019). Ως εκ τούτου και ο λόγος εφέσεως αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του ως άνω αριθμού 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνο όταν φέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 172/2023, ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 1187/2021). Ο ως άνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ορισμένο λόγο έφεσης, όχι όμως όταν τον απέρριψε, έστω και σιωπηρώς (ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 310/2010) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017) και υπό την προϋπόθεση ότι ο προβαλλόμενος με τον λόγο αυτό ισχυρισμός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πράγμα που δεν συμβαίνει όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 733/2020). Επί πλέον, με τις διατάξεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87), με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου, από 1-1-2016, ορίζεται ότι "Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ" έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία" αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, για να θεωρηθεί, ότι η ένσταση έχει προβληθεί εμπρόθεσμα και ότι είναι, επομένως, παραδεκτή, πρέπει να έχουν προταθεί έγκαιρα, ήτοι κατά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όλα τα αναγκαία κατά το νόμο περιστατικά, που επάγονται την έννομη συνέπεια που επιφέρει η συγκεκριμένη ένσταση, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις, που προβλέπεται από το άρθρο 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 559/2019). Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της από το άρθρο 16 παρ. 4 του ν. 2915/2001 "αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάσθηκε σαν να ήταν παρών κατά την πρώτη συζήτηση, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Κατά την έννοια της άνω διάταξης, με την οποία ρυθμίζονται τα αποτελέσματα της εφέσεως κατά αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος, πλην όμως ερευνήθηκε η αγωγή, ως εάν ο απολειπόμενος διάδικος να ήταν παρών, προκύπτει ότι η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα τα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους και ο εκκαλών δικαιούται να προβάλλει (με το δικόγραφο της εφέσεως και τις προτάσεις του) όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσε να προβάλλει και πρωτοδίκως. Του παρέχεται δηλαδή η ευκαιρία, δεδομένου ότι δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά δικάσθηκε ως εάν ήταν παρών, όπως εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως ακουστεί και προβάλλει στο Εφετείο, όσους ισχυρισμούς μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως επανορθώνοντας με την έφεση τις συνέπειες που η απουσία του ενδεχομένως επέφερε. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 10.7.2014 αγωγή που άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθετε ότι είναι κύριος, νομέας και κάτοχος μη άρτιου και μη οικοδομήσιμου ακινήτου, που βρίσκεται στην ειδική θέση "..." εκτός ορίων και εκτός του οικισμού ... της Περιφέρειας Ενότητας Νήσων της Περιφέρειας Απικής, εμβαδού βάσει νεότερης και ακριβέστερης καταμέτρησης 3.494 τμ, το οποίο εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου- τοπογράφου μηχανικού Α. Λ., με τα κεφαλαία γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α και συνορεύει ανατολικά με πλευρά Α-Ι μήκους 95,98 μέτρων και Ι-Θ μήκους 33,09 μέτρων με ιδιοκτησία που ανήκει στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, δυτικά με πλευρά Δ-Ε μήκους 136,73 μέτρων, με ιδιοκτησία Σ. Π., βόρεια με επαρχιακή οδό ... με πρόσωπο Ε-Ζ μήκους 8,48 μέτρων και Ζ-Η μήκους 10,61 μέτρων και Η-Θ μήκους 25 μέτρων και νότια με αγροτική οδό πλάτους 4 μέτρων προς γήπεδο … και μήκους 20,34 μέτρων και Γ-Δ μήκους 6,32 μέτρων με πλευρά Ο-Λ μήκους 15, 50 μέτρων, ήτοι συνολικού μήκους 27,50 μέτρων. 'Ότι το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στον ίδιο με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα κατά ποσοστό ΛΑ εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα του αληθούς κυρίου αυτού Γ. Α. Π., που αποβίωσε αδιάθετος στις ...1989, την οποία αποδέχθηκε με την ....1997 νόμιμα μεταγραμμένη πράξη αποδοχής κληρονομιάς και κατά το υπόλοιπο ποσοστό των % εξ αδιαιρέτου με την ....1997 συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, από τους συγκληρονόμους του πατέρα του, που είχαν επίσης αποδεχθεί την κληρονομιά του. Ότι στο δικαιοπάροχο του το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει επίσης με παράγωγο τρόπο από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1963 πατέρα του, Α. Σ. Π., την οποία αποδέχθηκε με τη νόμιμα μεταγραμμένη .../1980 συμβολαιογραφική πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Καλαβρίας Αγγέλου Λίγγρη, σε συνδυασμό με τις επίσης νόμιμα μεταγραμμένες .../1980 πράξη δωρεάς και .../1980 πράξη διανομής του ίδιου συμβολαιογράφου. Ότι ο ίδιος έχει καταστεί κύριος του ως άνω ακινήτου και με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ότι ο εναγόμενος, όμορος ιδιοκτήτης ακινήτου, αρχικά το έτος 2009 προέβη σε πράξεις διαταράξεως της νομής του με την τοποθέτηση στη βόρεια πλευρά του ακινήτου του μπάζα και κοντέϊνερ, και συγχρόνως προξένησε ζημίες στη εντός αυτού δεξαμενή και την περίφραξή του, επί πλέον δε στις 6.9.2013 προέβη στην περίφραξη της βορειοδυτικής πλευράς του ακινήτου του, που συνορεύει με το δικό του, τοποθετώντας σιδερένιους πασσάλους και συρματόπλεγμα από τη βορειοανατολική πλευρά της υπάρχουσας στο ακίνητο του ενάγοντος δεξαμενής μέχρι την επαρχιακή οδό .... Επικαλούμενος δε ο ενάγων ότι με τις ενέργειές του αυτές ο εναγόμενος προέβη στη μετατόπιση του παραπάνω κοινού ορίου (πλευράς) αμφοτέρων των ακινήτων κατά πλάτος 0,62 μ. στη νότια πλευρά και 0,46 στη βόρεια πλευρά και επί όλης της κοινής πλευράς τους μήκους 28,58 μ. προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό την κυριότητά του, με την κατάληψη τμήματος του ακινήτου του, εμβαδού 21,31 τ.μ., που απεικονίζεται με τους αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 1 στο από Οκτωβρίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι. Χ., όπου απεικονίζονται σε πίνακα οι συντεταγμένες των κορυφών του και το οποίο συνορεύει επί πλευράς 5-6 μήκους 28,58 με ιδιοκτησία του εναγομένου, νότια επί πλευράς 1-6μήκους μέτρων 0,62 με δεξαμενή ιδιοκτησίας του ενάγοντος, δυτικά επί πλευράς 1-2 μήκους μέτρων 12,14 και 2-3 μήκους μέτρων 12,79 και 3-4 μήκους μέτρων 3,67 επίσης με ιδιοκτησία του ενάγοντος και βόρεια επί πλευράς 4-5 μήκους μέτρων 0,46 με επαρχιακή οδό ..., αιτήθηκε, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί κύριος της ως άνω εδαφικής λωρίδας εμβαδού 21,31 τ.μ. και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του την αποδώσει. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ένδικη αγωγή, είναι επαρκώς ορισμένη ως προς την περιγραφή της επίδικης εδαφικής λωρίδας, εφόσον αυτή περιγράφεται κατά θέση, έκταση και όρια, με αναλυτική αναφορά των πλευρικών διαστάσεών της και των ιδιοκτητών των ομόρων ακινήτων, παρότι τούτο δεν ήταν αναγκαίο για να είναι ορισμένη, ώστε ουδεμία γεννάται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά της. Επίσης περιγράφονται η θέση, έκταση, τα όρια και οι πλευρικές διαστάσεις και του μείζονος ακινήτου, του οποίου η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελεί τμήμα, καθώς και οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων αυτής, ενώ στην αγωγή, αν και δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, ενσωματώνεται σε σμίκρυνση το προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, όπου απεικονίζεται η επίδικη εδαφική λωρίδα. Υπό τα δεδομένα αυτά η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, ως προς τον πλήρη και ακριβή προσδιορισμό της θέσης, έκτασης και ορίων τόσον της επίδικης εδαφικής λωρίδας, όσο και του μείζονος ακινήτου του οποίου αποτελεί τμήμα και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διατάξεων του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν απέρριψε την αγωγή, μη δεχόμενο τον προβαλλόμενο ενώπιον του με λόγο εφέσεως σχετικό ισχυρισμό του περί αοριστίας αυτής λόγω πλημμελούς περιγραφής της επίδικης εδαφικής λωρίδας και μη προσάρτησης σε αυτήν ακριβούς, άρτιου και ορισμένου τοπογραφικού σχεδιαγράμματος και όχι σχεδιαγράμματος ελαχιστοποιημένου μεγέθους, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο με το να προχωρήσει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής του αναιρεσίβλητου και να την κρίνει βάσιμη και κατ' ουσίαν, κατά λογική αναγκαιότητα δέχθηκε ότι η αγωγή αυτή είναι ορισμένη και συνεπώς, εκ του πράγματος, έλαβε υπόψη και απέρριψε τον αμέσως πιο πάνω λόγο έφεσης και τον απέρριψε σιωπηρώς. Περαιτέρω με το πρώτο και δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων υπό την επίκληση παραβίασης του ίδιου αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αποδίδει στο δικάσαν ως Εφετείο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη του αντίστοιχα την ένσταση ιδίας κυριότητας και την ένσταση παραγραφής της αξιώσεως του αναιρεσίβλητου, την οποία είχε προτείνει επικουρικά με τις ενώπιον αυτού κατατεθειμένες προτάσεις του. Ειδικότερα, αιτιάται ο αναιρεσείων με τον λόγο αυτό, κατά το πρώτο σκέλος του, ότι ενώ με πληθώρα αποδεικτικών μέσων, συμπεριλαμβανόμενων και δημοσίων εγγράφων, απέδειξε τον αυτοτελή ισχυρισμό του περί ιδίας κυριότητας της επίδικης εδαφικής λωρίδας, στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία μνεία γίνεται περί αξιολόγησής του, παρά μόνο η ανεπαρκής αναφορά ότι "από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών είναι κύριος της επίδικης εδαφικής λωρίδας, την οποία προσάρτησε στο οικόπεδο του". Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ενώ ο ίδιος ανέφερε στις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του ότι "... εφόσον ήθελε θεωρηθεί, στο μέτρο που ο αντίδικος επικαλείται, πως σύμφωνα με νεότερη και ακριβέστερη καταμέτρηση το ανωτέρω αγροτεμάχιο έχει έκταση 3.494 τ.μ., δηλαδή 189 τ.μ. περισσότερα από όσα αναφέρονται στο από Μαρτίου 1980 διανεμητήριο συμβόλαιο και ότι ασκεί τα φερόμενα δικαιώματά του προς αναγνώριση των πρόσθετων αυτών τετραγωνικών μέτρων σε βάρος της ιδιοκτησίας..." του, "το εν λόγω δικαίωμά του έχει παραγραφεί καθόσον το διανεμητήριο συμβόλαιο έλαβε χώρα το έτος 1980 και η αγωγή του ασκήθηκε το καλοκαίρι του 2014.", η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως ασχολήθηκε με τον ισχυρισμό του αυτόν περί παραγραφής του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την 41/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας, η ως άνω αγωγή έγινε δεκτή ερήμην του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και αναγνωρίσθηκε ο αναιρεσίβλητος αποκλειστικός κύριος νομέας και κάτοχος του εν λόγω αγροτεμαχίου στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η επίδικη εδαφική λωρίδα. Με την άσκηση της εφέσεώς του κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσίων, ως διάδικος που δικάσθηκε σαν να ήταν παρών κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαυρίας, προέβαλε, όπως είχε δικαίωμα, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως, στους οποίους όμως δεν περιέλαβε ένσταση ιδίας κυριότητας επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας ούτε ένσταση παραγραφής του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου. Αμφότερες τις ενστάσεις ο αναιρεσείων, όπως άλλωστε και ο ίδιος επικαλείται, πρότεινε με τις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, χωρίς να επικαλεσθεί και αποδείξει, ως όφειλε, την συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ, που επέτρεπαν την βραδεία προβολή τους. Ανεξάρτητα όμως από το ότι οι ως άνω ενστάσεις προβλήθηκαν απαραδέκτως με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και επομένως πρόκειται περί απαράδεκτων ισχυρισμών, που δεν αποτελούν "πράγμα", και ως εκ τούτου δεν υπόκεινται στον αναιρετικό λόγο του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, που αφορά την φερόμενη ως ένσταση ιδίας κυριότητας, είναι απαράδεκτος και διότι, όπως σαφώς προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της εφέσεως του αναιρεσείοντος, αυτός δεν προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας, αλλά προέβη σε γενική αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, όπως άλλωστε αναφέρεται στο δικόγραφο της εφέσεώς του, επικαλούμενος ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα, σύμφωνα με τους τίτλους κτήσεως περιλαμβάνεται στο ακίνητο κυριότητας του ίδιου και όχι σε εκείνο κυριότητας του ενάγοντος, ήτοι σε αρνητικούς ισχυρισμούς που δεν αποτελούν "πράγμα". Σχετικά με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση παραγραφής του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, πέραν του ότι ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος, κατά τα προαναφερόμενα, ο ίδιος είναι και μη νόμιμος. Τούτο δε, διότι, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 249, 251, 1094, 1095 ΑΚ, ο χρόνος της παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής, ως εμπράγματης αξίωσης που απορρέει από το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και η οποία γεννιέται από την προσβολή της και απευθύνεται κατά ορισμένου προσώπου, αρχίζει από τότε που λαμβάνει χώρα η προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας, όπως η κατάληψη του πράγματος από τρίτον, ή η αφαίρεσή του, από την οποία γεννάται η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της κατά το άρθρο 251 ΑΚ (ΑΠ 180/2018, ΑΠ 1014/2017, ΑΠ 1825/2014, ΑΠ 1425/2011). Με βάση τα παραπάνω και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή του αναιρεσίβλητου, η επικαλούμενη προσβολή της κυριότητάς του επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας έγινε το έτος 2013, οπότε ο αναιρεσείων προέβη στην περίφραξη της όμορης ιδιοκτησίας του και την ενσωμάτωσε σε αυτή, και όχι από το έτος 1980, οπότε καταρτίσθηκε το προαναφερόμενο διανεμητήριο συμβόλαιο, όπως λανθασμένα υπολαμβάνει ο ίδιος. Συνεπώς, εφόσον ο αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί παραγραφής του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, είναι απαράδεκτος και μη νόμιμος, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, δεν ιδρύεται και είναι απαράδεκτος ο επικαλούμενος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, περί του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό(ένσταση παραγραφής) παρότι προτάθηκε ενώπιον του και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέλος, ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναίρεσης ως προς το τρίτο σκέλος του, με το οποίο προβάλλεται ότι το δικαστήριο που δίκασε ως Εφετείο, έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που δεν προτάθηκε και δη δέχθηκε ότι "Το ανατολικό όριο της υδατοδεξαμενής αυτής αποτέλεσε το όριο των ιδιοκτησιών των διαδίκων, κατόπιν συμφωνίας των δικαιούχων κατά τη διανομή της πατρικής περιουσίας το έτος 1980" παρότι στην αγωγή δεν γίνονταν μνεία των περιστατικών αυτών περί του ότι η δεξαμενή αποτέλεσε το όριο των ιδιοκτησιών των διαδίκων με βάση σχετική συμφωνία των συμβαλλομένων στο διανεμητήριο συμβόλαιο το έτους 1980, είναι επίσης απαράδεκτος, αφού τα πιο πάνω περιστατικά δεν αποτελούν πράγματα, αλλά πραγματικά γεγονότα που προέκυψαν από τις αποδείξεις.(ΑΠ 422/2022). Επιπροσθέτως, με το εδάφιο β' του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να εξειδικεύονται, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ. για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 1106/2020 589/2020, 334/2019, ΑΠ 757/2015). Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση, για εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας μέσων που προσκομίσθηκαν. (ΑΠ 2157/2014). Κατά δε τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1103/2011). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005). Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 αριθ. 1 και 6 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παράβαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, για το ορισμένο αυτών των λόγων, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ" επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010). Και τούτο, διότι, μόνο κατ'αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτεθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ) 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το ανωτέρω αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό. (ΑΠ 972/2022, ΑΠ 123/2021, ΑΠ 892/2019). Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήπουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήπουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.(ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1646/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1094 ΑΚ και την έλλειψης νόμιμης βάσης, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της, με την αιτίαση, ότι εσφαλμένως δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή του αναιρεσίβλητου για την απόκτηση της κυριότητας της επίδικης εδαφικής λωρίδας, ως τμήματος του αγροτεμαχίου ιδιοκτησίας του, που περιήλθε στον ίδιο με παράγωγο τρόπο, ενώ άνευ αιτιολογίας απέρριψε ως μη αποδειχθέντα τον ισχυρισμό του ιδίας κυριότητας. Ειδικότερα, με τους λόγους αυτούς ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα όσα είχε ο ίδιος εκθέσει στο ενώπιον αυτού δικόγραφο των προτάσεών του, με την μνεία περιστατικών που έχουν σχέση με την οριοθέτηση του δικού του ακινήτου και την επίκληση ότι σε αυτό περιλαμβάνεται η επίδικη εδαφική λωρίδα, γεγονός αποδεικνυόμενο, κατά την άποψή του, από τα "επικρατέστερα" αποδεικτικά μέσα στο περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται. Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω, τρίτος λόγος αναίρεσης είναι πρωτίστως απαράδεκτος λόγω αοριστίας του, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελεί τμήμα του ακινήτου που ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου και όχι του ακινήτου του αναιρεσείοντος, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη εκ πλαγίου παραβίαση του επικαλούμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1094 ΑΚ, παρά μόνο γίνεται αναφορά κατ'επιλογή του ίδιου μιας εντελώς επιγραμματικής και αποσπασματικής παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε επίσης αναφέρεται το αποδιδόμενο σε αυτήν νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ως άνω ουσιαστικού νόμου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης. Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις ως άνω διατάξεις του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση που διέλαβε στις παραδοχές της: α) ότι ο αναιρεσίβλητος είναι κύριος της επίδικης εδαφικής λωρίδας αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας … της Δημοτικής Ενότητας …, που περιήλθε στον ίδιο το έτος 1997 κατά το % εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος αδιαθέτου πατέρα του, και κατά τα % εξ αδιαιρέτου από δωρεά από τους συγκληρονόμους του, με αντίστοιχες νόμιμα μεταγραμμένες συμβολαιογραφικές πράξεις, αποδοχής και δωρεάς, β) ότι στον πατέρα του αναιρεσίβλητου το ως άνω αγροτεμάχιο είχε περιέλθει από κληρονομιά του δικού του πατέρα την οποία αποδέχθηκε το έτος 1980, σε συνδυασμό με την .../1980 νόμιμα μεταγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη διανομής και ότι ο αναιρεσείων, είναι κύριος όμορου αγροτεμαχίου, το οποίο περιήλθε σε αυτόν με το ίδιο ως άνω διανεμητήριο συμβόλαιο, γ) ότι από το έτος 2009 ο αναιρεσείων, στα πλαίσια οικοδόμησης οικίας εντός του αγροτεμαχίου του ενήργησε πράξεις διατάραξης της νομής του αναιρεσίβλητου, στις οποίες δεν αφορά η προκειμένη υπόθεση, μέχρις ότου, όπως διαπιστώθηκε στις 6.3.2013, προέβη σε περίφραξη της βορειοδυτικής πλευράς του ακινήτου του, που συνορεύει με το ακίνητο του τελευταίου, καταλαμβάνοντας την επίδικη εδαφική λωρίδα, εμβαδού 21,31 τ.μ., προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό το δικαίωμα κυριότητας του αναιρεσίβλητου και αποβάλλοντας τον από το τμήμα αυτό της ιδιοκτησίας του, παραβίασε ευθέως τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή αυτών, στον ουσιαστικό κανόνα δικαίου του άρθρου 1094 ΑΚ. Ειδικότερα με τον λόγο αυτό ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που αποφάνθηκε εν τέλει ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα βρίσκεται εντός του ακινήτου ιδιοκτησίας του αναιρεσίβλητου, με τις επί πλέον αιτιολογίες ότι το ανατολικό όριο των όμορων ιδιοκτησιών αποτέλεσε υδατοδεξαμενή που κατασκευάσθηκε το έτος 1978 για τις ανάγκες ύδρευσης τόσο του αρχικού κτήματος που διανεμήθηκε μεταξύ των κληρονόμων του αρχικού δικαιοπαρόχου των διαδίκων, κατόπιν σχετικής συμφωνίας τους, όσο και των παρακείμενων αυτών ιδιοκτησιών και ότι ο αναιρεσείων ουδέποτε κατέστη κύριος της επίδικης εδαφικής λωρίδας την οποία προσάρτησε στο ακίνητο του, δεν έλαβε υπόψη του : 1) ότι ο αδελφός του αναιρεσίβλητου, Α. Π., που κατέθεσε ως μάρτυράς του κατά την εκδίκαση της εφέσεως, τύγχανε επί σειρά ετών πληρεξούσιος, αντίκλητος και φορολογικός αντιπρόσωπος του ίδιου (αναιρεσείοντος) και υπό αυτήν την ιδιότητά του δήλωνε παγίως το ακίνητο του στο έντυπο Ε9 στην πραγματική έκτασή του των 2.389 τ.μ., που αναγράφεται στο ως άνω διανεμητήριο συμβόλαιο, ήτοι όση ακριβώς έχει και σήμερα, με την ενσωμάτωση σε αυτό της επίδικης εδαφικής λωρίδας, β) ότι η δεξαμενή, που εξέλαβε ως δήθεν συμφωνηθέν όριο των ιδιοκτησιών των διαδίκων, προβαίνοντας σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, δεν θα μπορούσε ποτέ να αποτελούσε το όριο των ιδιοκτησιών αυτών, για τον λόγο ότι ο πατέρας του αναιρεσίβλητου Γ. Π., δεν ήταν δυνατό να ήξερε ότι το έτος 1980 θα καταρτιζόταν το διανεμητήριο συμβόλαιο και το ενιαίο αγροτεμάχιο θα διανεμόταν μεταξύ των αδελφών κατά τον τρόπο που διανεμήθηκε. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων αναφέρεται σε περιστατικά του δικογράφου της αγωγής, με τα οποία ο αναιρεσίβλητος εξέθετε τον τρόπο προσβολής του ιδιοκτησιακού του δικαιώματος επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, εμβαδού 21,31 τ.μ. με την εν τέλει κατάληψή της, αιτιώμενος, ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αν πράγματι ο ίδιος είχε προβεί στην επικαλούμενη από τον αναιρεσίβλητο εξακολουθητική προσβολή των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του, αρχής γενομένης από το έτος 2009, και μετέπειτα το έτος 2012, όσο και το έτος 2013, αυτός θα είχε ασκήσει κάποιο ένδικο βοήθημα για την προστασία της νομής του και δεν θα ασκούσε μετά την πάροδο ικανού χρονικού διαστήματος την προκειμένη αγωγή του, και μάλιστα, σχεδόν ταυτόχρονα, με διαφορά μίας ημέρας, με άλλη αγωγή που επίσης ασκήθηκε από τον ίδιο και την οικογένειά του εναντίον του αναιρείοντα. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αρ. 1β του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος, διότι τα παραπάνω αναφερόμενα ως διδάγματα κοινής πείρας και λογικής δεν έχουν τον χαρακτήρα αυτό, ούτε άλλωστε χρησιμοποιήθηκαν για την ερμηνεία του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 1045 ΑΚ ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτόν, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υποθέσεως, υπό την επίφαση δε της παραβίασής τους, ο αναιρεσείων πλήπει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 4.9.2020 αίτηση αναίρεσης του Κ. Π. του Α. κατά της 2446/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 4.9.2020 αίτηση του Κ. Π. του Α. για αναίρεση της 2446/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως Εφετείο. Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2023 ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ