Αριθμός 800/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Ν. του Α., 2) Ε. συζ. Ι. Ν., το γένος Γ. Α., 3) Α. Ν. του Ι., 4) Π. Ν. του Ι., 5) Δ. Ν. του Ι., 6) Γ. Ν. του Ι., 7) Δ. συζ. Δ. Α., το γένος Α. Ν., 8) Δ. Α. του Ν., 9) Α. Α. του Δ., 10) Ν. Α. του Δ., 11) Α. συζ. Ν. Σ., το γένος Δ. Α. και 12) Θ. Α. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ψάρρη. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Π. Α. Ε. Γ. «Α., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το 3ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μεταξία Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Π. Α.», που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Ν. του Α., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά 50% εξ αδιαιρέτου του αποβιώσαντος Α. Ν. του Ι., 2) Δ. θυγ. Α. Ν., συζ. Δ. Α., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά 50% εξ αδιαιρέτου του αποβιώσαντος Α. Ν. του Ι. και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ψάρρη και το 3ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μεταξία Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2011 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 27-12-2011 αγωγή του ήδη 1ου των υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων, με την από 24-4-2012 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - αγωγή του ήδη 3ου των υπό στοιχ. Α και Β αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 6-6-2012 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 2ης των υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων - υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2020/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1655/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 10-12-2018 αίτησή τους και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 24-6-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων - 1ου και 2ης των υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσής του και την απόρριψη της αντίθετης, καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων μερών στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι κρινόμενες αιτήσεις: α) από 10-12-2018 αίτηση των αναιρεσειόντων Ι. Ν. κλπ και β) από 24-6-2019 επικουρική αίτηση της αναιρεσείουσας Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Π. Α..Ε..Γ..Α.." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1655/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. …/10-04-2019 έκθεση επίδοσης του Α. Α., Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Ευβοίας, ακριβές αντίγραφο της από 10-12-2018 και με αριθμ. κατάθ. …/10-12-2018 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και πρόσκληση των αναιρεσειόντων προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, για να παρασταθεί στην αρχική δικάσιμο της 21-02-2020, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 02-04-2021, οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού COVID 19 και επαναπροσδιορίστηκε αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α/31.3.2021), σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ.2 του ΚΠολΔ, και την από 13.05.2021 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για τη δικάσιμο της 03-12-2021. Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 28-01-2022, οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε και επαναπροσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 260 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει από την 1η-1-2022 δυνάμει των άρθρων 16 και 120 του Ν 4842/2021, και κατά την υπ' αριθμ. 4035/26-01-2022 απόφαση (ΦΕΚ 190Β/26-01-2022) του Υπουργού Δικαιοσύνης περί αναστολής λειτουργίας Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Περιφέρειας Αττικής και Κρήτης για την 27η και 28η Ιανουαρίου 2022 "λόγω έκτακτων καιρικών φαινομένων», κατόπιν της της από 24-02-2022 πράξης της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Ο 1ος αναιρεσίβλητος, όμως, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση και να εξεταστεί η βασιμότητα της από 10-12-2018 αίτησης αναίρεση παρά τη δικονομική απουσία του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 εδ. α και 576 παρ. 2). Με την ανωτέρω από 10.12.2018 αίτηση αναίρεσης διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 1655/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεώς του (άρθρο 681 Α’ ΚΠολΔ). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 56, 564 παρ. 3, 566, παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των παρακάτω αναφερομένων διαδικαστικών εγγράφων, η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν: α) η από 15-06-2011 κύρια αγωγή των δώδεκα (12) συγγενών των θανόντων Α. Ν., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΦ (αγροτικού) αυτοκινήτου, και Π. Ν., συνοδηγού στο ίδιο όχημα, κατά 1) του Γ. Κ., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, και β) της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ», με την οποία ισχυρίστηκαν κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του αναφερομένου αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη, προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός των ανωτέρω συγγενών τους, κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη στις 18.05.2011, επί της δημοτικής οδού Κάτω Στενής -Σκούντερι, με κατεύθυνση από Κάτω Στενή προς Σκούντερι ή Πούρνο Ευβοίας, και ζήτησαν, με εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό αίτημα, την επιδίκαση σε βάρος των εναγομένων, ενεχομένων εις ολόκληρον, των αναφερόμενων χρηματικών ποσών, νομιμοτόκως, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίησή τους, λόγω ψυχικής οδύνης, 2) η από 06-06-2012 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Π. Α." κατά των α) Ι. Ν., β) Δ. Α., το γένος Α.. Ν. (1ου και 7ης εναγόντων της ανωτέρω κύριας αγωγής), ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του πατέρα τους Α. Ν., οδηγού του ανασφάλιστου ΙΧΦ αυτοκινήτου, και γ) του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ», με την οποία ζήτησε, μετά τη μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το 95% ή όποιο άλλο ποσοστό συνυπαιτιότητας κρίνει το δικαστήριο, του ποσού που τυχόν θα επιδικαστεί σε βάρος της και υπέρ των κυρίως εναγόντων και αφορά στις απαιτήσεις των τελευταίων από το θάνατο της Π. Ν., νομιμοτόκως, κατά τα ειδικότερον σ' αυτήν (παρεμπίπτουσα αγωγή) εκτιθέμενα, 3) η από 27-12-2011 κύρια αγωγή του Γ. Κ., οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, κατά α) των δώδεκα (12) συγγενών των θανόντων Α. Ν. και Π. Ν. και β) του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, με την οποία ζήτησε, μετά τη μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματός του σε εν μέρει αναγνωριστικό, την επιδίκαση σε βάρος των εναγομένων, ενεχομένων εις ολόκληρον, των αναφερόμενων χρηματικών ποσών, νομιμοτόκως, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης, και 4) η από 24-04-2012 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ κατά των α) Ι. Ν. και β) Δ. Α., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του πατέρα τους Α. Ν., μετά τη μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματός του σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας εκάστου, ήτοι κατά ποσοστό 50%, οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτό να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα Γ. Κ.. Επί των ανωτέρω αγωγών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδόθηκε από το παραπάνω Δικαστήριο η υπ' αριθμ. 2020/2014 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού κρίθηκε, ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και του εξ αυτού θανάσιμου τραυματισμού των Α. Ν. και Π. Ν. είναι ο πρώτος εξ αυτών, οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου, απορρίφθηκαν α) η κύρια αγωγή των συγγενών των θανόντων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, β) η παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας Ε. Π. ως άνευ αντικειμένου (αφού απορρίφθηκε η κύρια αγωγή, η παραδοχή της οποίας αποτελούσε προϋπόθεση παραδοχής αυτής -παρεμπίπτουσας) και γ) η κύρια αγωγή του Γ. Κ. ως προς τους 2η, 3ο, 4η, 5ο, 6ο , 8ο, 9ο, 10ο, 11η , 12ο εναγομένων ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, και έγιναν εν μέρει δεκτές κατ' ουσίαν 1) η κύρια αγωγή του Γ. Κ. και υποχρεώθηκαν οι 1ος και 7η εναγόμενοι κατά ποσοστό 1/2 ο καθένας, εις ολόκληρον ευθυνόμενοι κατά το ανωτέρω ποσοστό με το δέκατο τρίτο εναγόμενο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, να καταβάλουν στον ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των 3.497,6 ευρώ και 2) η παρεμπίπτουσα αγωγή του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των παρεμπιπτόντως εναγομένων, Ι. Ν. και Δ. Α., να καταβάλουν στο παρεμπιπτόντως ενάγον το ίδιο ανωτέρω ποσό. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, από τα διάδικα μέρη οι α) από 05-09-2014 (αριθμ. κατάθ. 5900/12-09-2014) έφεση των κυρίως εναγόντων, συγγενών των θανόντων στο ένδικο τροχαίο ατύχημα, β) από 20-01-2015 (αριθμ. κατάθ. 479/21-01-2015) επικουρική έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία Ε. Π., γ) από 04-05-2015 (αριθμ. κατάθ. 3940/23-06-2015) έφεση του κυρίως ενάγοντος Γ. Κ. και δ) από 28-01-2015 (αριθμ. κατάθ. 582/02-02-2015) έφεση του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ. Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών η υπ' αριθμ. 1655/2017 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού κρίθηκε και πάλι, ότι ο Α. Ν., οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ήταν αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και του εξ αυτού θανάσιμου τραυματισμού του ίδιου και της συνοδηγού συζύγου του, Π. Ν., απορρίφθηκε η έφεση των κυρίως εναγόντων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατόπιν δε της απορρίψεως αυτής το Δικαστήριο δεν προχώρησε στην έρευνα της παρεμπίπτουσας αγωγής της ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ, η οποία (έρευνα) τελούσε υπό την αίρεση της ευδοκίμησης της έφεσης των κυρίως εναγόντων και της παραδοχής της κύριας αγωγής αυτών, και ως εκ τούτου απέρριψε κατ' ουσίαν την επικουρική έφεση, ενώ περαιτέρω κρίθηκε, ότι ο κυρίως ενάγων Γ. Κ. δικαιούται την πρωτοδίκως επιδικασθείσα αποζημίωση, απορριφθεισών, μετά ταύτα, κατ' ουσίαν των εφέσεων του ίδιου και του Επικουρικού Κεφαλαίου. Κατά της εφετειακής αυτής απόφασης οι ενάγοντες της από 15-06-2011 κύριας αγωγής - εκκαλούντες άσκησαν την παραπάνω αναφερόμενη από 10-12-2018 (αριθμ. κατάθ. 924/2018) αίτηση αναίρεσης, παραπονούμενοι για την απόρριψη της έφεσής τους και ζήτησαν την αναίρεση της απόφασης, με σκοπό το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, να κάνει δεκτή την έφεσή τους και, δικάζοντας κατ' ουσίαν επί της κύριας ως άνω αγωγής τους, να την κάνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατά της ίδιας απόφασης η ασφαλιστική εταιρεία Ε. Π. άσκησε την από 24-06-2019 επικουρική αίτηση αναίρεσης για την περίπτωση της κατ' ουσίαν παραδοχής της από 10-12-2018 αίτησης. Ι. Επί της από 10-12-2018 (αριθμ. κατάθ. 924/2018) αίτησης αναίρεσης των Ι. Ν. κλπ κατά των Γ. Κ. κλπ: Από το συνδυασμό των άρθρων 68, 74, 75, 556 και 558 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά του αντιδίκου του αναιρεσείοντος στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και ο οποίος νίκησε, ανεξάρτητα από την ιδιότητα αυτών στον πρώτο βαθμό, όχι δε κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό δικαιολογείται στις περιπτώσεις, που η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη, που ωφελεί τον απλό ομόδικο και συγχρόνως βλάπτει τον αναιρεσείοντα, αφού, στην περίπτωση αυτή, παρά την ομοδικία, υπήρξαν αντίθετα μεταξύ των ομοδίκων συμφέροντα και η ικανοποίηση με την προσβαλλομένη απόφαση του συμφέροντος του ενός, έγινε εις βάρος του συμφέροντος του άλλου (ΟλΑΠ 24/1997, ΟλΑΠ 15-16/1996, ΑΠ 754/2019, ΑΠ 1709/2018, ΑΠ 1416/2018, ΑΠ 893/2018, ΑΠ 754/2018, ΑΠ 980/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το 3ο αναιρεσίβλητο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του (άρθρ. 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ) προτείνει την ένσταση απαραδέκτου, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, της από 10-12-2018 αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατ' αυτού από τους 2η, 3ο, 4η, 5ο, 6ο, 8ο, 9ο, 10ο, 11η και 12ο αναιρεσείοντες. Η ένσταση αυτή είναι βάσιμη, διότι οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι ήταν συνεναγόμενοι του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ και είχαν εναχθεί ως απλοί ομόδικοί του, ενεχόμενοι εις ολόκληρο από αδικοπραξία, ενώ η πληττόμενη απόφαση δεν περιέχει διάταξη που ωφελεί το 3ο αναιρεσίβλητο και συγχρόνως βλάπτει τους ίδιους αναιρεσείοντες, ώστε να δικαιολογείται έννομο συμφέρον αυτών να απευθύνουν την αναίρεσή τους και κατά του εν λόγω ομοδίκου τους. Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης των ανωτέρω αναιρεσειόντων, κατά την έκταση που στρέφεται εναντίον του 3ου αναιρεσίβλητου, συνεναγομένου αυτών σε απλή ομοδικία, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 944/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 264/2022, ΑΠ 252/2020, ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 944/2017, ΑΠ 76/2014). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Καμία, ωστόσο, διάταξη νόμου δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 760/2020, ΑΠ 717/2020, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1199/2018). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 1569/2010). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012). Με το δεύτερο λόγο της από 10-12-2018 αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί, ότι το τροχαίο ατύχημα προκλήθηκε δήθεν από αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος συγγενή τους Α. Ν., παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ διαλαμβάνοντας ασαφή, ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των περιστατικών, που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, που εφάρμοσε. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με την υπαιτιότητα των διαδίκων στην ένδικη σύγκρουση, τα εξής περιστατικά: "Στις 18-5-2011, στο 1ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού K. Στενής - Σκούντερη, έλαβε χώρα οδικό τροχαίο ατύχημα μεταξύ του υπ' αρ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτ/του που οδηγούσε ο Α. Ν., με συνεπιβαίνουσα την Π. Ν., συγγενείς των εναγόντων της πρώτης κυρίας αγωγής και ειδικότερα γονείς των πρώτου και έβδομης εξ αυτών, πεθερικά των δευτέρας και ογδόου εξ αυτών, παππούς και γιαγιά αντίστοιχα των λοιπών εναγόντων και ήταν ανασφάλιστο θεμελιούμενης για το λόγο αυτό ευθύνης του δέκατου τρίτου εναγομένου της δεύτερης κυρίας αγωγής και παρεμπιπτόντως ενάγοντος της δεύτερης των ανωτέρω παρεμπίπτουσας αγωγής, νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ και του υπ' αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτ/του, που οδηγούσε o Γ. Κ., ενάγων της δεύτερης των ανωτέρω κυρίας αγωγής και πρώτος εναγόμενος της πρώτης κυρίας αγωγής και ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη εναγόμενη της πρώτης κυρίας αγωγής και παρεμπιπτόντως ενάγουσας της πρώτης των ανωτέρω παρεμπίπτουσας αγωγής, ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία Ε. Π.. Το ατύχημα αυτό έλαβε χώρα κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες: ο οδηγός Α. Ν. έβαινε επί της επαρχιακής οδού Κάτω Στενής - Σκούντερι με κατεύθυνση προς Σκούντερι (Πούρνος). Η ανωτέρω οδός είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, συνολικού πλάτους οδοστρώματος περί τα 5,40 μέτρα στο σημείο του επιδίκου ατυχήματος, κατά δε την ως άνω ημεροχρονολογία επικρατούσε καλοκαιρία, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και η κίνηση ήταν αραιή, με επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανερχόμενο στα 90 χλμ/τρα την ώρα. Επίσης προ της πορείας του οχήματος του οδηγού Α. Ν., ο οποίος είχε επικείμενη δεξιά στροφή, υπήρχε καθίζηση και καταστροφή της ασφάλτου, έχοντας δημιουργήσει λακκούβα, που καταλάμβανε μεγάλο μέρος του οδοστρώματος. Στον ως άνω σημειούμενο τόπο και χρόνο επί της ίδιας ως άνω οδού και επί του αντιθέτου ρεύματος πορείας με κατεύθυνση από Σκούντερι (Πούρνος) προς Κάτω Στενή έβαινε ο οδηγός Γ. Κ.. Όταν οι δύο ανωτέρω οδηγοί προσέγγισαν την προαναφερόμενη χιλιομετρική θέση, ο οδηγός Α. Ν., προκειμένου να αποφύγει την υπάρχουσα στην πορεία του καθίζηση (λακκούβα) η οποία καταλάμβανε πέραν του ημίσεος του ρεύματος πορείας του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν ηδύνατο να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού σε χρόνο κατά το οποίο εκινείτο συννόμως ο οδηγός Γ. Κ. έχων προ της πορείας του αντιστοίχως αριστερή στροφή. Ο τελευταίος αιφνιδιασθείς από την αντικανονική πορεία του Α. Ν., ο οποίος πάνω ακριβώς στην καμπή της στροφής είχε εισέλθει κατά το ήμισυ τουλάχιστον του οχήματός του στο ρεύμα πορείας του Κ…, επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό αρχικά ελαφρώς δεξιά και εν συνεχεία, στην προσπάθειά του να μην εξέλθει από το ασφάλτινο οδόστρωμα, αριστερά σε σχέση με την πορεία του ήτοι προς το ρεύμα πορείας του οδηγού Ν…, κατά τη στιγμή που αυτό έπραττε και ο Α. Ν. (ήτοι ελιγμό προς το δικό του ρεύμα πορείας προς τα δεξιά όμως σε σχέση με την πορεία του) με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουσθούν πλαγιομετωπικά ήτοι με το εμπρόσθιο και αριστερό τμήμα έκαστο εξ αυτών και ακολούθως το μεν Φορτηγό όχημα που οδηγούσε ο Α. Ν. να εξέλθει του οδοστρώματος δεξιά σε σχέση με την πορεία του και ακινητοποιηθεί σε παρακείμενο χωράφι και με θέση κάθετη σε σχέση με την ασφάλτινη οδό, το δε όχημα του Γ. Κ. να ακινητοποιηθεί στο ρεύμα πορείας του Α. Ν., σε απόσταση περίπου ενός μέτρου από το όχημα του Ν. και με κατεύθυνση λοξά και αριστερά προς το ΙΧΦ. Από το επίδικο ατύχημα τραυματίσθηκε θανάσιμα τόσο ο οδηγός του ΙΧΦ Α. Ν., 82 ετών, ο οποίος κατέληξε λίγες ώρες μετά το συμβάν στο Γενικό Νοσοκομείο Χαλκίδας, υποστάς κακώσεις θώρακος και πυέλου όσο και η συνεπιβάτιδα του Π. Ν., 79 ετών, σύζυγός του, ο θάνατος της οποίας ήταν ακαριαίος, υποστάσα κακώσεις αυχένος και θώρακος, από τις ως άνω δε διαπιστωθείσες σωματικές κακώσεις επήλθε ο επισυμβάς θάνατός τους ως μόνης ενεργού αιτίας. Υπό τα ως άνω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧ Φορτηγού οχήματος Α. Ν., ο οποίος κατά την πορεία του κατέλαβε τμήμα του ρεύματος πορείας που προοριζόταν για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα και μάλιστα πάνω στην καμπή δεξιάς σε σχέση με την πορεία του στροφής, γεγονός που υποδηλώνει την περιορισμένη ορατότητά του και την ταυτόχρονη υποχρέωσή του να ελέγξει κατά την, ούτως ή άλλως αντικανονική, πορεία του την κίνηση των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα πορείας, μειώνοντας την ταχύτητά του και υπερβαίνοντας το προ της πορείας του εμπόδιο αφού προηγουμένως ελέγξει επισταμένως ότι δύναται να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού. Οι ως άνω πράξεις και παραλείψεις του Α. Ν., οφειλόμενες σε απροσεξία και έλλειψη επιμέλειας περί την οδήγηση, την οποία θα κατέβαλε κάθε μέτριος και συνετός οδηγός κάτω από τις ίδιες συνθήκες, συνιστούν σαφείς παραβάσεις των άρθρων 12 παρ. 1, 18 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 K.O.K., υφιστάμενης για το λόγο αυτό αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της, κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων του ΚΟΚ, οδηγήσεως του οχήματος και του επελθόντος αποτελέσματος (...). Επισημαίνεται ωσαύτως ότι ο οδηγός … πέραν της καθοριστικής και συμβάλλουσας στο ατύχημα παράβασης των προαναφερθεισών διατάξεων του ΚΟΚ που ήταν η κατάληψη μέρους του οδοστρώματος προοριζόμενου για την κίνηση των οχημάτων του αντιθέτου ρεύματος πορείας βαρύνεται και με άλλες παραβάσεις όπως έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγήσεως, δοθέντος ότι η εκδοθείσα από αυτόν άδεια ικανότητας οδηγήσεως είχε ήδη λήξει από το έτος 2006, θέση σε κυκλοφορία ανασφάλιστου οχήματος, το οποίο δεν έφερε ζώνες ασφαλείας συμπεριφορά η οποία καταδεικνύει ανενδοίαστα την εν γένει αμελή συμπεριφορά του ως προς την εκ μέρους του τήρηση των κανόνων του ΚΟΚ. Οι ενάγοντες της πρώτης κυρίας αγωγής ισχυρίζονται ότι υπαίτιος του επιδίκου ατυχήματος είναι ο οδηγός Κ…, διότι αυτός εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος αφού: από τα αντικειμενικά ευρήματα που καταγράφηκαν αμέσως μετά το επίδικο ατύχημα από τα αστυνομικά όργανα που επιμελήθηκαν αυτού στην συνταγείσα έκθεση αυτοψίας, όπως η καθίζηση στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας του οδηγού Ν…, το μέγεθος της οποίας επιβεβαιώνουν οι προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως φωτογραφίες, o μόνος από τους εμπλεκομένους οδηγούς που είχε λόγο να υπερβεί το ρεύμα πορείας του εισερχόμενος στο αντίθετο, ήταν ο Α. Ν.. Ο δε μάρτυρας Χ. Ξ. που εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατέθεσε ότι ο οδηγός Γ. Κ. ξέφυγε από την πορεία του λόγω της υπερβολικής ταχύτητάς του, δεν κρίνεται πειστικός διότι αν πράγματι ο Γ. Κ. έβαινε με ταχύτητα μεγάλη (και άνω των 100 χιλιομέτρων όπως εκθέτουν οι ενάγοντες της πρώτης αγωγής) τότε θα είχε και εκείνος τραυματισθεί πολύ σοβαρά (αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη του ότι το όχημα που οδηγούσε με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας το έτος 2000 στερείτο αερόσακων) και δεν θα είχε υποστεί μια απλή κάκωση θώρακος όπως θα εκτεθεί κατωτέρω. Ο ισχυρισμός επίσης των εναγόντων της πρώτης κυρίας αγωγής, σύμφωνα με τον οποίο η κίνηση του οδηγού Γ. Κ. στο αντίθετο γι' αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας προκύπτει από την απεικόνιση των οχημάτων στο συνοδεύον την αυτοψία πρόχειρο σχεδιάγραμμα που συνέταξε το Αστυνομικό Τμήμα Νέας Αρτάκης και απεικονίζει και τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα εντός του ρεύματος πορείας του Α. Ν., δεν κρίνεται βάσιμος αφού: κατ' αρχήν, σύμφωνα με τις επισημάνσεις του συντάξαντος το σχεδιάγραμμα αυτό αστυνομικού οργάνου σε αυτό (πρόχειρο σχεδιά/ραμμα) απεικονίζεται η τελική θέση των συγκρουόμενων οχημάτων και όχι το σημείο συγκρούσεως, σε κάθε δε περίπτωση η τελική θέση του οχήματος του Γ. Κ. εντός του αντιθέτου ρεύματος πορείας εξηγείται επαρκώς από τον αριστερό αποφευκτικό ελιγμό που επιχείρησε, για να αποφύγει το αυτ/το του οδηγού Α. Ν. και δεν καταδεικνύει άνευ τινός την αντικανονική πορεία αυτού. Περαιτέρω δε η επίδικη σύγκρουση δεν ήταν μετωπική όπως οι ανωτέρω ενάγοντες ισχυρίζονται διατεινόμενοι ότι ο οδηγός Κ. είχε καταλάβει με το όχημά του όλο το αντίθετο ρεύμα πορείας, αλλά πλαγιομετωπική με κυριότερα σημεία συγκρούσεως το εμπρόσθιο και αριστερό μέρος εκάστου των εμπλεκομένων οχημάτων, εύρημα που επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του Γ. Κ., περί των πραγματοποιηθέντων από αμφότερους τους ανωτέρω οδηγούς ελιγμούς. Αλλά ούτε και οι καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Σ. και Χ. Λ., που διήλθαν τυχαίως από τον τόπο του ατυχήματος λίγη ώρα μετά και τις μαρτυρίες των οποίων επικαλούνται, προς επίρρωση των αγωγικών ισχυρισμών τους οι ανωτέρω ενάγοντες, μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε διάφορο συμπέρασμα, καθόσον οι ανωτέρω μάρτυρες στις προανακριτικές τους καταθέσεις επιβεβαιώνουν απλώς τα ευρήματα που ήδη έχουν καταγραφεί στην έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα ως προς την τελική θέση των οχημάτων. Και είναι βέβαια γεγονός ότι κατά τον χρόνο του επιδίκου ατυχήματος, ο οδηγός Γ. Κ. δεν κατείχε άδεια ικανότητας οδηγήσεως, δοθέντος ότι είχε επιτυχώς λάβει μέρος στις εξετάσεις περνώντας με επιτυχία τη γραπτή δοκιμασία των σημάτων και ανέμενε για τη συμμετοχή του στις εξετάσεις για την απόκτηση άδειας ικανότητας οδήγησης όπερ και εγένετο στις 8-6-2011, ήτοι 20 ημέρες μετά το ατύχημα, η παραβίαση όμως αυτή της διατάξεως του άρθρου 94 του ΚΟΚ, δεν δύναται να ενταχθεί στην γραμμή της αλληλουχίας των γεγονότων που οδήγησαν την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, καθόσον αν ο Α. Ν. δεν έβαινε στο αντίθετο ρεύμα πορείας δεν θα υπήρχε καν τροχαίο συμβάν, αλλά έκαστος των οδηγών θα συνέχιζε την πορεία του. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η καταδίκη του οδηγού Κ. για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, με την υπ' αρ. 5735/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Χαλκίδας, δεν δεσμεύει την κρίση του παρόντος δικαστηρίου. Άλλωστε η ανωτέρω απόφαση δεν έχει ακόμη καταστεί αμετάκλητη. Μετά απ' αυτά και εφόσον αποκλειστικά υπαίτιος της επιδίκου συγκρούσεως είναι ο ανωτέρω θανών οδηγός, συγγενής των εναγόντων της πρώτης των ανωτέρω κυρίας αγωγής, Α. Ν. τόσο για τον θανάσιμο τραυματισμό του ίδιου, όσο και της συνεπιβαίνουσας συζύγου του Π. Ν., καμία δε αμέλεια δεν βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο αυτής της αγωγής Γ. Κ., ουδέ κατά συνέπεια για τον ίδιο λόγο γεννάται υποχρέωση αποζημιώσεως της δεύτερης εναγόμενης της ιδίας αγωγής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία Ε. Π. Α., που είχε ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες το αυτ/το του Κ., πρέπει η πρώτη ως άνω κυρία αγωγή των εναγόντων Ι. Ν. κ.λπ., να απορριφθεί στο σύνολό της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε τον οδηγό Α. Ν. αποκλειστικά υπαίτιο του επιδίκου ατυχήματος και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ανωτέρω πρώτη κυρία αγωγή ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα, που ισχυρίζονται οι εκκαλούντες Ι. Ν. κ.λπ., με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και έκτο λόγους της πρώτης των ανωτέρω εφέσεων όπως και το εκκαλούν ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ με τον πρώτο λόγο της τρίτης των ανωτέρω εφέσεων, κρίνονται αβάσιμα και οι σχετικοί λόγοι απορριπτέοι...». Ακολούθως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 2020/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 15-06-2011 αγωγή αυτών, ενώ περαιτέρω απέρριψε κατ' ουσίαν και τις λοιπές τρεις (3) εφέσεις. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αλλά, με το σύνολο των παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη εκτίθεται η κατάσταση του οδοστρώματος στο ρεύμα πορείας του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου Α. Ν., ήτοι ότι προ της πορείας του υπήρχε καθίζηση και καταστροφή της ασφάλτου, έχοντας δημιουργήσει λακούβα, που καταλάμβανε μεγάλο μέρος του οδοστρώματος, ενώ μετά την καθίζηση ακολουθούσε δεξιά στροφή, θεμελιώνεται δε η αποκλειστική υπαιτιότητά του στο ότι, για να αποφύγει την καθίζηση (λακούβα), ο ανωτέρω οδηγός από απροσεξία και έλλειψη επιμέλειας περί την οδήγηση, την οποία θα κατέβαλε κάθε μέτριος και συνετός οδηγός, εισήλθε κατά το ήμισυ τουλάχιστον του οχήματός του στο αντίθετο ρεύματος πορείας, πάνω στην καμπή της δεξιάς σε σχέση με την πορεία του στροφής, γεγονός, που υποδηλώνει την περιορισμένη ορατότητά του στο σημείο εκείνο και την ταυτόχρονη υποχρέωσή του να ελέγξει, κατά την, ούτως ή άλλως αντικανονική πορεία του, κίνηση των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα πορείας, μειώνοντας την ταχύτητά του και υπερβαίνοντας το προ της πορείας του εμπόδιο, αφού προηγουμένως ελέγξει, ότι δύναται να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο των χρηστών της οδού, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 18 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3 του ΚΟΚ, σε χρόνο κατά τον οποίο ο, αντιθέτως κινούμενος οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, Γ. Κ. εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, προ της οποίας είχε αριστερή στροφή. Πέραν των προεκτεθεισών διατάξεων του ΚΟΚ, η παράβαση των οποίων συνέβαλε και ήταν καθοριστική στην επέλευση του ατυχήματος, η εν γένει αμελής συμπεριφορά του θανόντος οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ως προς την εκ μέρους του τήρηση των διατάξεων του ΚΟΚ, καταδεικνύεται και από την έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης, καθόσον η εκδοθείσα στο όνομά του σχετική άδεια είχε λήξει από έτος 2006, ενώ είχε θέσει σε κυκλοφορία ανασφάλιστο όχημα, το οποίο δεν έφερε ζώνες ασφαλείας. Περαιτέρω, σε σχέση με την έλλειψη υπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου έγινε δεκτό, ότι αυτός εκινείτο συννόμως, έχων προ της πορείας του αριστερή στροφή, ότι αιφνιδιάσθηκε από την αντικανονική πορεία του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, ο οποίος πάνω ακριβώς στην καμπή της στροφής είχε εισέλθει κατά το ήμισυ τουλάχιστον του οχήματός του στο ρεύμα πορείας του (του ΙΧΕ αυτοκινήτου), και ότι, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση, επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό αρχικά δεξιά και στη συνέχεια, στην προσπάθειά του να μην εξέλθει από το ασφάλτινο οδόστρωμα, προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του, κατά τη στιγμή, που αυτό έπραττε και ο οδηγός του φορτηγού (ήτοι ελιγμό επαναφοράς στο ρεύμα του), με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουσθούν πλαγιομετωπικά, ήτοι με το εμπρόσθιο και αριστερό τμήμα τους, και να καταλήξουν στο ρεύμα πορείας του τελευταίου, με την επισήμανση της προσβαλλόμενης, ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν θα συνέβαινε, αν ο οδηγός του ΙΧΦ δεν είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας. Άλλωστε, το Εφετείο έλαβε ρητά υπόψη την αντίθετη υπ' αριθμ. 5735/2016 πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας σε βάρος του Γ. Κ. για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, την οποία αντέκρουσε με τις ανωτέρω αιτιολογίες του. Επίσης, έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Σ. και Χ. Λ. ενώπιον του ΑΤ Νέας Αρτάκης, οι οποίοι δεν ήταν αυτόπτες μάρτυρες, αλλά διήλθαν από τον τόπο του ατυχήματος λίγη ώρα μετά το τροχαίο ατύχημα, δεχόμενο ότι με τις σχετικές καταθέσεις τους επιβεβαιώνουν τα ευρήματα, που έχουν καταγραφεί στην έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα ως προς την τελική θέση των οχημάτων, έτσι ώστε οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ποινική απόφαση και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας ούτε αιτιολόγησε επαρκώς τις ένορκες καταθέσεις των ανωτέρω μη αυτοπτών μαρτύρων είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, η έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε περάσει επιτυχώς τη δοκιμασία των σημάτων και απέκτησε την άδεια οδήγησης 20 ημέρες μετά το ατύχημα, με πλήρη και σαφή αιτιολογία έγινε δεκτό, ότι δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, το οποίο οφείλεται στην κίνηση του οδηγού του ΙΧΦ στο αντίθετο ρεύμα πορείας. Τέλος, οι αναιρεσείοντες παραπονούνται, ότι το Εφετείο παρέλειψε να προσδιορίσει με την πληττόμενη απόφαση α) τη συγκεκριμένη ταχύτητα, με την οποία εκινείτο ο 1ος αναιρεσίβλητος πριν από τη σύγκρουση, β) αν ο σημειούμενος στην απόφαση ελιγμός του πρώτου αναιρεσίβλητου ήταν ενδεδειγμένος και γ) ότι υπάρχει αντιφατική αιτιολογία ως προς τα συγκρουσθέντα μέρη των οχημάτων (εμπρόσθιο αριστερό εκάστου εξ αυτών), διότι αν είχαν συγκρουσθεί με τον τρόπο που δέχθηκε, τότε θα έπρεπε να έχει συγκρουσθεί το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του ΙΧΦ του θανόντος. Οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο (πόρισμα) είναι διαφορετικό από εκείνο, που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται. Επιπλέον αιτιολογίες δεν ήταν κατά το νόμο αναγκαίες για τη στοιχειοθέτηση των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκαν στην ένδικη περίπτωση, και οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Σε κάθε περίπτωση, ειδικά η υπό στοιχ. α αιτίαση είναι και αβάσιμη, διότι με την προσβαλλόμενη έγινε δεκτό, ότι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν ξέφυγε από την πορεία του λόγω υπερβολικής ταχύτητας, διότι στην περίπτωση αυτή θα είχε και εκείνος τραυματισθεί πολύ σοβαρά (αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι το όχημα, που οδηγούσε με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας το έτος 2000, στερείτο αερόσακων) και δεν θα είχε υποστεί μια απλή κάκωση θώρακος. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφασή του με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, εν μέρει ως αβάσιμος και εν μέρει ως απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Επίσης, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως ότι δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο, ότι έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, σε σχέση με την απόδειξη του ισχυρισμού τους για την υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, τα ακόλουθα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας: α) την από 12-07-2011 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου ενώπιον του ΑΤ Ν. Αρτάκης, στο οποίο εγχειρίστηκε το από 12-07-2011 απολογητικό του υπόμνημα ενώπιον του Αστυνόμου Νέας Αρτάκης, β) την από 18-05-2011 έκθεση αυτοψίας του ίδιου ΑΤ, γ) τις από 06-06-2011 δύο (2) εκθέσεις ένορκης εξέτασης μάρτυρα, ήτοι των μαρτύρων Χ. Λ. και Δ. Σ., ενώπιον του ΑΤ Ν. Αρτάκης, δ) το από 18-05-2011 πρόχειρο σχεδιάγραμμα και ε) την υπ' αριθμ. 5735/2016 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, στην οποία περιλαμβάνεται και η κατάθεση στο ακροατήριο του ανωτέρω μάρτυρα Δ. Σ.. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο βεβαιώνει, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη "όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και τα προσκομιζόμενα από τους εκκαλούντες, παραδεκτά κατ' άρθρο 529 του ΚΠολΔ, το πρώτον ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ δε των τελευταίων περιλαμβάνονται και τα δημόσια έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής προδικασίας, για μερικά από τα οποία (έγγραφα) γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα για τη διάγνωση της υπό κρίση διαφοράς». Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενό της, προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο εκείνο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, που νόμιμα είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί στο Εφετείο οι ήδη αναιρεσείοντες, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, στην οποία ειδική μνεία προέβη, σε κάθε περίπτωση, σχετικά με τα υπό στοιχεία β' (12ο φύλλο, δεύτερη σελίδα, 13ο φύλλο, δεύτερη σελίδα), γ' (13ο φύλλο, δεύτερη σελίδα), δ' (13ο φύλλο, πρώτη και δεύτερη σελίδα) και ε' (13ο φύλλο, δεύτερη σελίδα, 14ο φύλλο, πρώτη σελίδα) έγγραφα. Ειδικά, ως προς το υπό στοιχ. ε' έγγραφο, ήτοι την υπ' αριθμ. 5735/2016 πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας σε βάρος του Γ. Κ. για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, πέραν του ότι προέβη σε ρητή μνεία της, την αντέκρουσε με τις προεκτιθέμενες αιτιολογίες του. Επομένως, ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά στην προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο, που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εγγράφων αυτών, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β' ΚΠολΔ). Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 64/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενοι παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία δεν είναι δυνατό ένας άνθρωπος, ηλικίας 82 ετών, ο οποίος οδηγεί ένα παλαιό όχημα (φορτηγό), να προβεί σε κλάσματα δευτερολέπτων σε διπλό ελιγμό και συγκεκριμένα αρχικά αριστερά της πορείας του και, στη συνέχεια, ξανά δεξιά, ενώ περαιτέρω, εφόσον τα οχήματα, σύμφωνα με την προσβαλλομένη, συγκρούσθηκαν πλαγιομετωπικά με σημείο σύγκρουσης το εμπρόσθιο αριστερό μέρος εκάστου εξ αυτών, τότε θα έπρεπε η τελική θέση των οχημάτων να εντοπιζόταν στο ρεύμα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και όχι στο ρεύμα του συγγενούς τους, καθόσον δέχθηκε, ότι το ΙΧΦ εκινείτο στο αντίθετο από το ρεύμα πορείας του. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ανάγονται στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η από 10-12-2018 αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, δεύτερης και τρίτου αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ' β' εδ. δ' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα). ΙΙ. Επί της από 24-06-2019 (αριθμ. κατάθ. ../2019) επικουρικής αίτησης αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Π. Α." κατά των Ι. Ν. κλπ: Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση. Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση». Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή). Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Όταν ορίζεται από το άρθρο 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση, που αναιρέθηκε, προδήλως εννοεί τους διαδίκους που μετέσχον στην αναιρετική δίκη, μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου. Δεν περιλαμβάνονται και οι διάδικοι εκείνοι, οι οποίοι δεν μετέσχον στην αναιρετική δίκη, έστω και αν μετέσχον στην εφετειακή δίκη στο πλαίσιο άλλης συνεκδικασθείσας έφεσης. Ως προς τους διαδίκους αυτούς υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, η οποία μπορεί να έχει καταστεί και αμετάκλητη, γιατί παρήλθε η προς άσκηση αναίρεσης προθεσμία του νόμου (ΑΠ 808/2017, ΑΠ 1717/2002). Η μη επέκταση αυτή της αναίρεσης και σε μη μετασχόντα στην αναιρετική δίκη διάδικο ισχύει και στην περίπτωση, κατά την οποία ενώπιον του Εφετείου είχε ασκηθεί από τον ηττηθέντα ενάγοντα της κύριας αγωγής έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και επίσης είχε ασκηθεί από τον ηττηθέντα ενάγοντα της παρεμπίπτουσας αγωγής και συγχρόνως νικήσαντα εναγόμενο της κύριας αγωγής επικουρική έφεση κατά του νικήσαντος επίσης συνεναγομένου του, για την περίπτωση που η έφεση του ενάγοντος της κύριας αγωγής ήθελε γίνει δεκτή, με αποτέλεσμα την παραδοχή της κύριας αγωγής του. Αν η παραπάνω έφεση, καθώς και η επικουρική έφεση απορριφθούν κατ' ουσίαν και κατά της εφετειακής απόφασης ασκήσει αναίρεση μόνο ο εκκαλών της κύριας έφεσης, ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η κύρια αγωγή, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση παραδοχής της, να αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, τα αποτελέσματα της αναίρεσης περιορίζονται μόνο στους διαδίκους της αναιρετικής δίκης, μεταξύ των οποίων θα διεξαχθεί η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου. Η αναίρεση δεν επεκτείνεται και στο κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης, που αφορά στην απορριφθείσα επικουρική έφεση του εναγομένου της κύριας αγωγής και ενάγοντος της παρεμπίπτουσας αγωγής. Αν το Εφετείο, ως δικαστήριο της μετά την αναίρεση παραπομπής, επεκτείνει την έρευνά του και διαλάβει στην απόφασή του δυσμενή διάταξη και για τον προαναφερόμενο, που δεν μετέσχε στην αναιρετική δίκη, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ. Ο τελευταίος μπορεί να προστατευθεί στην περίπτωση αυτή, εφ' όσον ασκήσει από την πλευρά του επικουρική αναίρεση, πλήττοντας την εφετειακή απόφαση για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αναίρεση του ενάγοντος της κύριας αγωγής (ΑΠ 889/2020, ΑΠ 808/2017, ΑΠ 1268/2013, ΑΠ 1131/2012, ΑΠ 1368/2010). Κατ' ακολουθίαν και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η δεύτερη εναγομένη της από 15-06-2011 κύριας αγωγής των δώδεκα (12) συγγενών των θανόντων Α. Ν. και Π. Ν. και παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Π. Α.», η οποία στη δίκη ενώπιον του Εφετείου ήταν εφεσίβλητη στην έφεση των ανωτέρω εναγόντων της κύριας αγωγής και εκκαλούσα της επικουρικής έφεσής της κατά των 1ου και 7ης κυρίως εναγόντων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θανόντος οδηγού του ανασφάλιστου ΙΧΦ αυτοκινήτου, και κατά του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, έχει έννομο συμφέρον, με την ιδιότητα της ενάγουσας της παρεμπίπτουσας αγωγής και εκκαλούσας της επικουρικής έφεσης, να ασκήσει κατά της εφετειακής απόφασης (με την οποία απορρίφθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, η επικουρική έφεσή της), επικουρική αναίρεση, με αίτημα, για την περίπτωση κατά την οποία γίνει δεκτή η ασκηθείσα αναίρεση των εναγόντων της από 15-06-2011 κύριας αγωγής και αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου (κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση των εναγόντων της απορριφθείσας πρωτοδίκως κυρίας αγωγής τους), να αναιρεθεί η ίδια απόφαση και κατά το μέρος που απέρριψε την επικουρική έφεσή της (ενάγουσας της παρεμπίπτουσας αγωγής), έτσι, ώστε, εφόσον γίνει δεκτή η κύρια αγωγή, να γίνει δεκτή αναλόγως και η παρεμπίπτουσα αγωγή, την οποία -επικουρική αναίρεση- ασκεί με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου. Μετά, όμως, την προαναφερθείσα επί της ουσίας απόρριψη της συνεκδικαζόμενης αίτησης αναίρεσης των κυρίως εναγόντων, πρέπει να απορριφθεί και η επικουρική αναίρεση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Π. Α.». Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 24-06-2019 επικουρική αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, από τους οποίους οι πρώτος και δεύτερη δεν κατέθεσαν προτάσεις, αλλά υπέβαλαν σχετικό αίτημα με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, το δε τρίτο αναιρεσίβλητο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από διαφορετικό πληρεξούσιο Δικηγόρο, κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την επικουρικώς αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ' β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 10-12-2018 (αριθμ. κατάθ. ../2018) αίτηση και την από 24-06-2019 (αριθμ. κατάθ. …/2019) επικουρική αίτηση για αναίρεση της 1655/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Απορρίπτει την από 10-12-2018 αίτηση για αναίρεση της ανωτέρω υπ'αριθμ. 1655/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσίβλητων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για καθένα από αυτούς. Απορρίπτει την από 24-06-2019 επικουρική αίτηση για αναίρεση της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 1655/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, το ύψος των οποίων καθορίζει ως προς τους πρώτο και δεύτερη αναιρεσίβλητους στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ