Αριθμός 1946/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων:1.Δ. Μ. του Κ. και 2 Γ. συζ. Δ. Μ., το γένος Α. Π., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπαρελάκο. H ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Νοεμβρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 272/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 375/2011 μη οριστική, 345/2012 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 6 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Δέχθηκε τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μετά από προφορική σύμβαση μίσθωσης έργου που καταρτίστηκε στις αρχές Ιουνίου 2005 μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου ο οποίος είναι αρχιτέκτονας μηχανικός και ασκεί το επάγγελμα του εργολάβου οικοδομών, ο εναγόμενος ανέλαβε την κατασκευή με δικές του δαπάνες, υλικά και εργατοτεχνικό προσωπικό της δικής του επιλογής, του δευτέρου υπέρ το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 102,82 τ.μ., συγκυριότητας των εναγόντων που βρίσκεται στην οικοδομή επί της οδού … αριθμ. …,της πόλης …, αντί συμφωνηθείσης αμοιβής ποσού 24.000 ευρώ. Ειδικότερα συμφωνήθηκε να κατασκευάσει ο εναγόμενος τα υποστυλώματα, τα τοιχία, τις δοκούς και την πλάκα του δευτέρου ορόφου από οπλισμένο σκυρόδεμα, σύμφωνα με την με αριθμ. 213/2005 οικοδομική άδεια. Η κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης έργου αποδεικνύεται από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων αμφοτέρων των διαδίκων ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας των εναγόντων Χ. Π. κατέθεσε ότι ο ίδιος έφερε σε επαφή τους διαδίκους προκειμένου να καταρτίσουν την ανωτέρω σύμβαση και ήταν παρών στην προφορική συμφωνία που έγινε μεταξύ τους με την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε την κατασκευή του δευτέρου ορόφου αντί συμφωνηθείσης αμοιβής ύψους 24.000 ευρώ. Επίσης και ο μάρτυρας του εναγομένου Ι. Ζ. ο οποίος εργάστηκε για την κατασκευή του ανωτέρω έργου, κατέθεσε μεταξύ άλλων "... ο εναγόμενος με προξένησε στους ενάγοντες. Συμφώνησα με τον εναγόμενο και ανέλαβα την κατασκευή...". Συνεπώς ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν ανέλαβε ο ίδιος την κατασκευή του ανωτέρω έργου κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε τα ίδια και απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό του εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα με το σχετικό λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης ο εναγόμενος προέβη τον Αύγουστο του 2005 στην κατασκευή του συμφωνηθέντος έργου μέχρι το στάδιο της πλάκας του δευτέρου ορόφου. Όμως, οι ενάγοντες διαπίστωσαν ότι το εκτελεσθέν έργο είχε πραγματικά - κατασκευαστικά ελαττώματα (κακοτεχνίες). Ειδικότερα όσον αφορά : α) τη σύνδεση των υποστυλωμάτων με τις δοκούς, δεν υπήρχε τσιμέντο, αλλά μόνο σίδερα κενά από τσιμέντο και β) οι περισσότεροι δοκοί στο κάτω μέρος παρουσίαζαν μεγάλα κενά από τσιμέντο. Αμέσως μόλις οι ενάγοντες διαπίστωσαν τις ανωτέρω κακοτεχνίες διαμαρτυρήθηκαν έντονα στον εναγόμενο, ο οποίος προσπάθησε να τις καλύψει με εξωτερικό σοβάτισμα, γεγονός το οποίο δεν δέχθηκαν οι ενάγοντες. Μετά δε από αίτησή τους στις 4-10-2005 προς το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος Τμήμα Κεντρικής και Δυτικής Θεσσαλίας, διορίστηκε πραγματογνώμονας ο πολιτικός μηχανικός Ι. Κ. ο οποίος αφού διενήργησε αυτοψία στο ανωτέρω έργο συνέταξε την με αριθμό .../7-2-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης στην οποία αναφέρει ότι διαπίστωσε: 1) μείωση της ακαμψίας, της πλαστικότητας και αντοχής των υποστυλωμάτων και τοιχίων, 2) πρόβλημα στο μηχανισμό μεταφοράς των κατακόρυφων φορτίων, 3) σε περίπτωση σεισμού υπάρχει πιθανότητα δημιουργίας πλαστής άρθρωσης στους τραυματισμένους κόμβους του δευτέρου ορόφου και ο κίνδυνος κατάρρευσης είναι μεγάλος, 4) στην κάτω παρειά -σχεδόν σε όλες τις δοκούς- δεν υπάρχει η απαιτούμενη επικάλυψη των οπλισμών, με αποτέλεσμα να είναι εκτεθειμένοι στις διαβρωτικές επιδράσεις του περιβάλλοντος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εξ' αιτίας των ανωτέρω κακοτεχνιών που οφείλονται σε υπαιτιότητα του εναγομένου-εργολάβου για την κατασκευή του επίδικου έργου, έπρεπε, σύμφωνα με την προαναφερθείσα πραγματογνωμοσύνη, να γίνει η κατεδάφιση της πλάκας του δευτέρου ορόφου της ανωτέρω οικοδομής διότι ήταν επικίνδυνη για την κατάρρευση σε περίπτωση σεισμού και δημιουργείτο πρόβλημα στη στατική ασφάλεια όλης της οικοδομής. Επίσης και η Πολεοδομία του Δήμου Λάρισας με την με αριθμ. πρωτ. .../8-11-2005 έκθεσή της η οποία συνετάγη μετά από αυτοψία των αρμοδίων υπαλλήλων της στην επίδικη οικοδομή αποφάνθηκε ότι η προσθήκη του δευτέρου ορόφου ήταν επικίνδυνη από στατικής και δομικής άποψης λόγω κακής σκυροδέτησης. Οι ενάγοντες μετά ταύτα προέβησαν στην κατεδάφιση της προσθήκης του δευτέρου ορόφου αναθέτοντας την ενέργεια αυτή σε άλλον μηχανικό. Με βάση τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος των ως άνω παράνομων και αντισυμβατικών ενεργειών είναι ο εναγόμενος ο οποίος ως εργολάβος όφειλε να εφαρμόσει πιστά την οικοδομική άδεια, τους νόμους και την επιβαλλόμενη τεχνική ως προς τη σύνδεση των υποστυλωμάτων και δοκών και χρησιμοποίηση της αναγκαίας ποσότητας και ποιότητας τσιμέντου ώστε η προσθήκη του δευτέρου ορόφου της οικοδομής να είναι ασφαλής. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι ανωτέρω κακοτεχνίες του έργου οφείλονται σε υπαιτιότητα του πρώτου ενάγοντος και ειδικότερα ότι αυτός προέβη σε ρίψη εντός του σκυροδέματος και πριν αυτό απλωθεί στους δοκούς και στην πλάκα 30 λίτρων υγρό αγνώστου προελεύσεως, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι ο πραγματογνώμονας στην προαναφερθείσα έκθεσή του αποδίδει τις κακοτεχνίες του ανωτέρω έργου στο γεγονός ότι δεν χρησιμοποιήθηκε δονητής. Αναφορά δε σε έγχυση οποιουδήποτε υλικού δε γίνεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης γεγονός που αν είχε συμβεί θα αναφερόταν. Ούτε επίσης αναφέρεται πιθανότητα πρόκλησης των κακοτεχνιών από ενδεχόμενη ρίψη εντός του σκυροδέματος οποιουδήποτε υλικού. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε τα ίδια και απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό του εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμο δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα με το σχετικό λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι από την ανωτέρω παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγομένου οι ενάγοντες ζημιώθηκαν τα ακόλουθα ποσά: 1) το ποσό των 2.500 ευρώ που κατέβαλαν στον εναγόμενο ως προκαταβολή για την κατασκευή του ανωτέρω έργου (βλ. την από 12-7-2005 απόδειξη πληρωμής), 2) το ποσό των 6.015,42 ευρώ που κατέβαλαν για αγορά υλικών οικοδομής (τσιμέντου, σιδήρων, μονώσεων) και ειδικότερα για αγορά σιδήρου κατέβαλαν 2.599,49 ευρώ (βλ. τις με αριθμ. 83/7-7-2005 και 90/13-7-205 αποδείξεις λιανικής πώλησης της εταιρείας "ΔΙΟΦΙΛ Α.Ε."), για αγορά μονωτικών υλικών κατέβαλαν 730,80 ευρώ (βλ. τις με αριθμ. 1527/30-6-2005 και 1558/12-7-2005 αποδείξεις της εταιρίας "ΘΕΡΜΟΤΕΚ Ο.Ε."), για αγορά έτοιμου σκυροδέματος και άντληση αυτού κατέβαλαν 2.676,13 ευρώ (βλ. τα με αριθμ. 6903/5-7-2005, 6934/13-7-2005, 6972/15-7-2005, 7017/25-57-2005 και 7028/28-7-2005 τιμολόγια - δελτία διανομής της εταιρίας "ΤΕΡΝΑ Α.Ε."), 3) το ποσό των 1.742,75 ευρώ που κατέβαλαν για ένσημα απασχοληθέντων εργατοτεχνιτών (βλ. τα αριθμ. 10329 και 17682/23-8-2005 γραμμάτια είσπραξης του Ι.Κ.Α.), 4) το ποσό των 1.105,87 ευρώ που κατέβαλαν για έκδοση άδειας κατεδάφισης του δευτέρου ορόφου της οικοδομής (βλ. την με αριθμ. 535/22-3-2006 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της πολιτικού μηχανικού Α. Τ.), 5) το ποσό των 10.000 ευρώ το οποίο κατέβαλε στον πολιτικό μηχανικό Β. Κ. για τις εργασίες αδιατάρακτης κοπής και καθαίρεσης της προσθήκης του δευτέρου ορόφου της ως άνω οικοδομής εμβαδού 102,82 τ.μ., 6) το ποσό των 1.500 ευρώ που κατέβαλαν στον Δ. Τ. για το κατέβασμα και φόρτωμα των πλακών και των δοκαριών, 7) το ποσό των 1.000 ευρώ που κατέβαλαν στον Κ. Μ. για τη μεταφορά των ως άνω πλακών και των δοκαριών, 8) το ποσό των 2.000 ευρώ που κατέβαλαν στον Α. Β. για την υποστύλωση του δευτέρου ορόφου (βλ. την από 7-7-2006 απόδειξη είσπραξης του Α. Β.), 9) το ποσό των 688,73 ευρώ που κατέβαλαν για ένσημα των απασχοληθέντων στην κατεδάφιση της προσθήκης του δευτέρου ορόφου της επίδικης οικοδομής. Συνολικά επομένως οι ενάγοντες ζημιώθηκαν το ποσό των 26.552,77 ευρώ (2.500 + 6.015,42 + 1.742,75 + 1.105,87 + 10.000 + 1.500 + 1.000 + 2.000 + 688,73), το οποίο υποχρεούται ο εναγόμενος να καταβάλει σ' αυτούς συμμέτρως". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε υποχρεωθεί αυτός να καταβάλλει στους ενάγοντες το ποσό των 39.552,77 και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλλει στους ενάγοντες το ποσό των 26.552,77 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ'αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε χωρίς ν'απαιτούνται και άλλες προς τούτο. Ειδικότερα με βάση τα δεκτά γενόμενα με σαφήνεια ως άνω πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων που εφάρμοσε το Εφετείο (άρθρα 681, 690 Α.Κ.) και αποκρούεται η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 691 Α.Κ. ενώ μόνη η παραδοχή ότι οι αναιρεσίβλητοι ζημιώθηκαν τελικά, εκτός άλλων και κατά την αξία του σκυροδέματος που χρησιμοποιούσε ο αναιρεσείων, δεν αναιρεί την ιδιότητα του τελευταίου ως εργολάβου, ούτε η σχετική παραδοχή της καταβολής αυτής εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων δικαιολογούσε υποχρεωτικά την εφαρμογή της διάταξης του αρθ. 691 Α.Κ. Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. κατ' εκτίμηση δε και από τον αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το λοιπό μέρος του καθώς και κατά το μέρος του από τον αριθ. 8 β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.γ' ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη η υπ. αριθ.357/2011 ένορκη βεβαίωση στον Ειρηνοδίκη Λάρισας που δόθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του τόσο την ως άνω ένορκη βεβαίωση την οποία προσκόμισε και επικαλέστηκε ο εναγόμενος και η οποία και ειδικά αναφέρεται στην απόφαση όσο και το υπ. αριθ. 1580/31-8-2005 έγγραφο του Τμήματος Εργαστηρίων της Διεύθυνσης Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Θεσσαλίας που προσκομίσθηκε μ'επίκληση από τους ενάγοντες και επικαλέστηκε, ως κοινό αποδεικτικό μέσο και ο εναγόμενος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την επικληθείσα ομολογία των εναγόντων που διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής σύμφωνα με την οποία κατά τα αποτελέσματα των εργαστηριακών ελέγχων που διενεργήθηκε στο σκυρόδεμα υπήρχε σοβαρή απόκλιση από την κανονική και νόμιμη περιεκτικότητα του σκυροδέματος που έπρεπε να χρησιμοποιήσει ο εναγόμενος τηρώντας την οικοδομική άδεια, το νόμο και την επιβαλλόμενη ασφάλεια της οικοδομής είναι αλυσιτελής διότι η ακαταλληλότητα του σκυροδέματος στην οποία αναφέρεται η επικαλούμενη ομολογία των αναιρεσιβλήτων, δεν αναιρούσε με οποιαδήποτε εκδοχή τη διαπιστωθείσα από το Εφετείο (ως προϋπόθεση της αγωγικής ευθύνης του αναιρεσείοντος) κακότεχνη σκυροδέτηση στα σημεία επαφής των υποστηλωμάτων με τις δοκούς, αλλ' ούτε επιβεβαίωνε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος από τη διάταξη του αρθ. 691 Α.Κ. μετά τη σαφή παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων έκχυση στο σκυρόδεμα οποιουδήποτε υλικού από δική τους πρωτοβουλία. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24 Σεπτεμβρίου 2012 αίτηση του Ν. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 345/2012 απόφασης του Εφετείου Λάρισας και της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθ. 375/2011 μη οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ