Αριθμός 1564/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάρκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπαλαφούτη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 5248/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Παναγιώτη Πανάγου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Μαΐου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1060/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- ΄Ελλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα υπάρχει, όταν δεν εκτίθεται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, η δε επανάληψη του τελευταίου στο σκεπτικό, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εφόσον στο διατακτικό με πληρότητα εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξης και διαλαμβάνονται σ' αυτό και στοιχεία αιτιολογίας. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη 5.248/2006 απόφασή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".. ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη, καθόσον ο τελευταίος, στη Θεσσαλονίκη, κατά τη χρήση του έτους 2000, με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις του που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία που αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές. Και πιο συγκεκριμένα ως νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη επί της οδού ..... ατομικής επιχείρησης με την επωνυμία "......" με αντικείμενο εργασιών το χονδρικό εμπόριο ενδυμάτων αποδέχθηκε από την εταιρεία με την επωνυμία "ΦΑΜΠΡΙΚ ΧΑΟΥΖ Μον. ΕΠΕ" δέκα (10) τιμολόγια πώλησης συνολικής καθαρής αξίας 287.810.500 δρχ ή 844.638,30 ευρώ, όπως αυτά περιγράφονται στον παρακάτω πίνακα που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας κατά αύξοντα αριθμό ο αριθμός τιμολογίου, η ημερομηνία εκδόσεως, καθαρή αξία σε δραχμές, ο ΦΠΑ, η συνολική αξία πλέον ΦΠΑ σε δραχμές και το/τα αντίστοιχα/α δελτίο/α αποστολής: ....... σύνολο 287.810.500 δρχ. ή 844.638,30 ευρώ 51.805.890Δρχ. 152.034,89 ευρώ339.616.390 δρχ.ή 996.673,19 ευρώ Τα δε εν λόγω τιμολόγια είναι εικονικά επειδή η εκδότρια επιχείρηση ΦΑΜΠΡΙΚ ΧΑΟΥΣ Μον.ΕΠΕ, ) λειτούργησε μόνο κατά το πρώτο στάδιο της λειτουργίας της παρέχοντας υπηρεσίες βαφής και σε μία περίπτωση το αντικείμενο της δραστηριότητας της δεν ήταν η εμπορία υφασμάτων και λοιπών ειδών ένδυσης αλλά επρόκειτο για μία επιχείρηση μικρής δύναμης και οντότητας μη δυνάμενη να πραγματοποιήσει όγκο πωλήσεων αξίας δισεκατομμυρίων, β) έπαυσε να λειτουργεί και ως βαφείο, από τον Ιούνιο του 1999 που εκδηλώθηκε πυρκαγιά και κατά συνέπεια δεν είχε πραγματική υπόσταση επιχείρησης δυνάμενη να πραγματοποιεί οποιαδήποτε συναλλαγή εμπορίας και βαφής δεδομένου ότι δεν είχε τα χαρακτηριστικά επιχείρησης που να ασκεί δραστηριότητα βαφής (εξοπλισμό, αποθήκες, προσωπικό, πωλητές, μεταφορικά μέσα),γ)δεν βρέθηκαν βιβλία και στοιχεία της επιχείρησης αλλά ούτε και ένα παραστατικό αγοράς που να δικαιολογεί την πώληση εμπορευμάτων αξίας δισεκατομμυρίων δραχμών δ) ο τρόπος εξόφλησης των τιμολογίων με άμεση καταβολής της αξίας σε μετρητά ήταν αντίθετος με τις συνήθης συναλλακτικές πράξεις όπου η εξόφληση γίνεται με επιταγές τμηματικά όταν πρόκειται για μεγάλα ποσά, ε)τα φορολογικά αυτά στοιχεία εκδόθηκαν με μοναδικό σκοπό την κάλυψη των ποσοτήτων των εμπορευμάτων που η λήπτρια εμφάνιζε να πωλεί σε αγορές ήτοι σε ενδοκοινοτικές παραδόσεις ετοίμων ενδυμάτων που ουδέποτε πραγματοποίησε αφού οι επιχειρήσεις του εξωτερικού ουδέποτε παρέλαβαν - απέκτησαν τα εμπορεύματα αυτά είτε διότι έπαυσαν να λειτουργούν, είτε γιατί είχαν διαφορετικό αντικείμενο δραστηριότητας είτε για τι είχαν κάνει διακοπή εργασιών και επειδή και οι μεταφορικές εταιρείες με τις οποίες έγιναν οι μεταφορές είναι ανύπαρκτες, προκειμένου να προσδώσει αληθοφάνεια σ΄αυτές, στ) η λήπτρια επιχείρηση δεν απέκτησε πραγματική υπόσταση και οντότητα δυνάμενη να πραγματοποιήσει οιαδήποτε συναλλαγή τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της χώρας με την έννοια ότι πέραν της δήλωσης έναρξης εργασιών στην αρμόδια ΔΥΟ και την θεώρηση των Βίλιων και στοιχείων ΚΒΣ δεν λειτούργησε ποτέ, δεν πραγματοποίησε αγορές και ούτε οποιαδήποτε συναλλαγή, δεν διακίνησε εμπορεύματα ούτε απασχόλησε προσωπικό. Σημειωτέον ότι ο κατηγορούμενος διατείνεται επίσης ότι ο ίδιος δεν υπέχει οιαδήποτε ποινική ευθύνη, αλλά ότι ποινικά υπαίτιοι εν προκειμένω τυγχάνουν αποκλειστικά μόνο τα υποκρυπτόμενα πρόσωπα και όχι αυτός. Ο εν λόγω ισχυρισμός κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος δοθέντος του ότι όπως προέκυψε αντίθετα, ο τελευταίος, μετά από προσυνεννόηση με το υποκρυπτόμενο κύκλωμα, δέχθηκε να συσταθεί επ΄ονόματι του η πιο πάνω επιχείρηση, με μοναδικό σκοπό να αποδεχθεί τα επίδικα εικονικά φορολογικά στοιχεία, που αφορούσαν ανύπαρκτες συναλλαγές, λαμβάνοντας ο ίδιος 120.000.000 δραχμές στο χέρι από την επιστροφή ΦΠΑ, που τα απέδωσε στον ....., γνωρίζοντας ότι η επιχείρηση ουδέποτε υπήρχε. Επομένως - και ανεξάρτητα από την ποινική ευθύνη άλλων τρίτων προσώπων - πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της εν λόγω πράξης. Με τις παραδοχές αυτές, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών την οποία μετέτρεψε. Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά, ενώ εκτίθενται περαιτέρω και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Δεν καθίσταται δε ελλειπής και ανεπαρκής η αιτιολογία της αποφάσεως από το γεγονός ότι στο σκεπτικό επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτούσιο το διατακτικό της αποφάσεως, γιατί στο τελευταίο περιέχονται τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, πολύ δε περισσότερο που στην προκείμενη περίπτωση το διατακτικό έχει και στοιχεία αιτιολογίας. Ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν εφάρμοσε στην περίπτωσή του τη διάταξη του άρθρου 40 παρ.3 του Ν.3220/2004, σύμφωνα με την οποία, επί εικονικών τιμολογίων, όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα αποδεικνύουν ότι είναι αμέτοχα, οι αναλογούντες φόροι, τέλη κ.λ.π επιβάλλονται κατά του πραγματικού υποχρέου και μόνον κατ' αυτού ασκείται η ποινική δίωξη, από δε τους μάρτυρες κατηγορίας και την αναγνωσθείσα έκθεση ελέγχου, ως ισχυρίζεται, προέκυπτε ότι αυτός ουδεμία είχε ανάμειξη στην πράξη. Η αιτίαση αυτή με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της είναι απαράδεκτη. II.- Στο άρθρο 21 παρ.2 εδάφια. β΄ και γ ΄του Ν.25253/1997 σχετικά με την έναρξη της ποινικής δίωξης επί των περιπτώσεων του άρθρου 19, ορίζεται ότι: "κατ΄εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο.... Στις περιπτώσεις του προηγουμένου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού πρωτοδικείου. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσβάλλει την αιτίαση ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο καθ΄υπέρβαση εξουσίας τον καταδίκασε για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, αφού παρέλειψε να ερευνήσει τη συνδρομή δικονομικών προϋποθέσεων τις οποίες τάσσει ο νόμος γα την παραδεκτή άσκηση της ποινικής δίωξης. Ειδικότερα, επικαλείται ότι για την φερόμενη αποδοχή φορολογικών στοιχείων η μηνυτήρια αναφορά του Διευθυντή της ΣΔΟΕ Κεντρικής Μακεδονίας υποβλήθηκε την 1-12-2004, δηλαδή μετά την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς και οι προσφυγές του επί των αποφάσεων αυτών ασκήθηκαν την 4-2-2005. Όμως, από την παραδεκτή, για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι προσκομίσθηκαν από τον κατηγορούμενο ούτε ότι ζητήθηκε η ανάγνωση των αποδεικτικών εγγράφων από τα οποία θα προέκυπτε ότι κατ΄αυτού εκδόθηκαν πράγματι αποφάσεις επιβολής προστίμου και ο χρόνος επιδόσεως των τυχόν αποφάσεων που εκδόθηκαν, ούτε ότι ασκήθηκαν και πότε ασκήθηκαν πράγματι προσφυγές κατ΄αυτών, περαιτέρω δε από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης τα οποία στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι αναγνώσθηκαν, δεν προκύπτει ότι και στο πρωτόδικο δικαστήριο υποβλήθηκαν τα έγγραφα αυτά, ώστε το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του να έχει δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου του άνω περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης ισχυρισμού. Συνεπώς, και ο δεύτερος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ΄ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά, πρέπει, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου που παρέστη κατά τη συζήτηση (άρθρα 583 παρ.1 ΚΠοινΔ και 176, 183 ΚΠολΔ), περιοριζόμενη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957 και την 7429/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 29 Μαϊου 2006 αίτηση του ....., για αναίρεση της 5248/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου την οποία ορίζει σε διακόσια ενενήντα τρία (293) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2007 Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ