Αριθμός 533/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Oκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 14ης Ιανουαρίου 2020 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κάπο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 13-1-2020. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε κατέθεσε προτάσεις στις 10-1-2020. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3044/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1857/2012 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 18-10-2012 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 2084/2013 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστές. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 3076/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 20-2-2016 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 14ης Ιανουαρίου 2020 χωρίς να εκδοθεί απόφαση, λόγω της αποχώρησης από την Υπηρεσία της ορισθείσας εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Κωνσταντίνας Αλεβιζοπούλου. Η υπόθεση εισήχθη για επανασυζήτηση, κατ' άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ. με την 170/2022 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα και ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τη με αριθμό 170/20.4.2022 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της κρινόμενης από 20 Φεβρουαρίου 2016 με αριθμ. καταθ. 6117/528/2018 αίτησης αναίρεσης, καθόσον, μετά τη συζήτηση αυτής στην ορισθείσα δικάσιμο της 14.1.2020, δεν έλαβε χώρα διάσκεψη της υπόθεσης και κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω του ιδιαιτέρως αυξημένου φόρτου εργασίας της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Κωνσταντίνας Αλεβιζοπούλου, ως εκ των καθηκόντων της Ανακρίτριας σε υπόθεση του άρθρου 86 παρ. 4 του Συντάγματος και της αποχώρησής της από την Υπηρεσία στις 30.6.2022. Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 582/2016). Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 936/2018) και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική συζήτηση, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 936/2018, πρβλ. ΑΠ 1024/2019). Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της από 20 Φεβρουαρίου 2016 με αριθμό κατάθεσης 6117/528/2018 αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (11.10.2022), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο αναιρεσείων, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτόν, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Από το από 26.5.2022 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τσιβόλα προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της με αριθμό 170/2022 πράξης του Προέδρου του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου με πράξη ορισμού δικασίμου της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και της από 25.5.2022 κλήσης της Γραμματέα του ως άνω Τμήματος προς συζήτηση αυτής κατά την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δικηγόρο Ιωάννη Κάππο, ο οποίος, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου του αναιρεσείοντος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη, καθότι, όπως προκύπτει από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της από 12.3.2019 εξουσιοδότησης του αναιρεσείοντος Ι. Π., του οποίου το γνήσιο της υπογραφής βεβαιώνεται από αρμόδιο προς τούτο υπάλληλο του 104 ΚΕΠ Μυτιλήνης Λέσβου, ο αναιρεσείων διόρισε τον ως άνω δικηγόρο πληρεξούσιο και αντίκλητό του προκειμένου ο τελευταίος να παρασταθεί, με την ως άνω ιδιότητά του, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 14.01.2020, κατά την οποία και παρέστη προσηκόντως ο αναιρεσείων δια του ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του, καθώς και σε οποιαδήποτε μετ' αναβολή δικάσιμο. Εφόσον, δε, η επαναλαμβανόμενη με την ως άνω πράξη συζήτηση της υπόθεσης αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, ο αναιρεσείων, ο οποίος παρέστη προσηκόντως στην αρχική συζήτηση της υπόθεσης που έγινε στη δικάσιμο της 14.01.2020 και δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση αυτής, που γίνεται στην αναγραφόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (δηλαδή στις 11.10.2022), δικάζεται αντιμωλία. Με την από 20.2.2016 και με αριθμό κατάθεσης 6117/528/2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 3076/2015 απόφαση του [Πολυμελούς] Εφετείου Αθηνών, που επιλήφθηκε της υπόθεσης μετά την έκδοση της με αριθμό 2084/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προηγούμενη με αριθμό 1857/2012 απόφαση του ως άνω Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Με τη με αριθμό 3076/2015 απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 12.2.2010 και με αριθμό κατάθεσης 1464/2010 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 3044/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, είχε δεχθεί εν μέρει την από 11.7.2008 και με αριθμό κατάθεσης 143537/3708/2008 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και είχε υποχρεώσει την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα να του καταβάλει την κατά το άρθρο 8 εδαφ. β του ν. 3198/1955 αποζημίωση ύψους 75.6333,62 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Στη συνέχεια το [Πολυμελές] Εφετείο Αθηνών εξαφάνισε τη με αριθμό 3044/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την από 11.7.2008 αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί από τον ηττηθέντα αναιρεσείοντα νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 02.07.2018, ημέρα Δευτέρα και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε στις 30.6.2015, δηλαδή πρόκειται για απόφαση που δημοσιεύθηκε πριν την 1.1.2016 χωρίς να επιδοθεί, με συνέπεια και μετά την 1.1.2016 να ισχύει η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο πρώτο, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 [ΟλΑΠ 10/2018] και η λήξη της τριετούς αυτής προθεσμίας ήταν Κυριακή (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο πρώτο, άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, 566 παρ. 1, 144 και 145 του ΚΠολΔ). Συνεπώς αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με το 8 άρθρο εδ. β' του ν. 3198 /1955, που προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 3788/1957 (ΦΕΚ Α 210) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976 (ΦΕΚ Α 251) ορίζονται τα εξής : "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως προϋποθέσεις, δύνανται, εάν ... έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρώσιν, είτε να απομακρύνονται της εργασίας των παρά του εργοδότη των, λαμβάνοντες... οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς το 50 % της αποζημιώσεως, της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις δια την περίπτωσιν απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου. Δια την κατά τα ανωτέρω χορηγουμένην αποζημίωσιν εφαρμόζονται κατά τα λοιπά τα οριζόμενα υπό των άρθρων 1,2,3,4,5,6,7,8 και 9 του ν. 3198/1955, ως και των διατάξεων του ν. 2112/1920 [...], πλην των διατάξεων των αφορωσών την προειδοποίησιν". Η ως άνω διάταξη του εδαφίου β' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, έχει αναμφισβήτητα εφαρμογή στις συμβάσεις αορίστου χρόνου, στις οποίες για τη διευκόλυνση της ανανέωσης του προσωπικού των επιχειρήσεων, εισάγει ως κίνητρο τη μείωση της οφειλόμενης αποζημίωσης σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης από τον εργοδότη και ιδρύει για πρώτη φορά δικαίωμα λήψης αποζημίωσης από το μισθωτό, όταν αυτός αποχωρεί οικειοθελώς από την υπηρεσία του μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος ( ΟλΑΠ 1/2006). Η εν λόγω διάταξη, όμως, είναι δυνατό να εφαρμοστεί και στις περιπτώσεις που η σχέση εργασίας του υπαλλήλου έχει τη νομική μορφή της σύμβασης ορισμένου χρόνου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που η λύση αυτή επέρχεται αυτοδικαίως λόγω συμπλήρωσης του οριζόμενου στο νόμο ή στον κανονισμό της επιχείρησης ορίου ηλικίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο εργοδότης θα καταγγείλει τη σύμβαση ή ο μισθωτός θα αποχωρήσει εκούσια από την εργασία του λόγω πλήρους συνταξιοδότησης πριν να συμπληρώσει ο τελευταίος το προβλεπόμενο όριο ηλικίας. Και τούτο γιατί στην περίπτωση αυτή η σύμβαση ορισμένου χρόνου τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της μη καταγγελίας της από τον εργοδότη ή τον μισθωτό λόγω πλήρους συνταξιοδότησης, με την πλήρωση δε της αίρεσης αυτής η σύμβαση καθίσταται αορίστου χρόνου και μπορεί έτσι να εφαρμοσθεί και επ' αυτής, η ως άνω διάταξη του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955 (Ολ. Α.Π. 1110/1986, ΑΠ 2084/2013). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η διάταξη αυτή αφορά μόνο τους μισθωτούς που συμπλήρωσαν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση πλήρους σύνταξης γήρατος, οι οποίοι όμως μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται γιατί δεν υπάρχει εμπόδιο από τη σύμβασή τους, είτε γιατί αυτή είναι αορίστου χρόνου, είτε γιατί είναι ορισμένου μεν χρόνου, αλλά αυτός δεν έχει λήξει. Δεν αφορά, όμως, εκείνους τους μισθωτούς, των οποίων η σχέση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, η οποία λύθηκε αυτοδικαίως είτε με τη συμπλήρωση του κατά τον κανονισμό του εργοδότη ορίου ηλικίας, οπότε η λύση επέρχεται αυτοδικαίως κατ' άρθρο 669 παρ. 1 του ΑΚ είτε με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου αυτής, αφού στις περιπτώσεις αυτές ο μισθωτός ούτε αποχωρεί οικειοθελώς, ούτε απομακρύνεται από τον εργοδότη. Σημειωτέον ότι η πρώτη περίπτωση, ισχύει για τους εργαζόμενους που συμπλήρωναν το κατά τον κανονισμό του εργοδότη όριο ηλικίας μέχρι και 13.2.2012, διότι με το άρθρο 5 της 6/2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α' 38), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του ν.4046/2012 (ΦΕΚ Α 28) ορίζεται πλέον ότι "1. Από 14-2-2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει.". Σε αυτούς που χάνουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να εργάζονται δίνει ο νόμος ως αντάλλαγμα αποζημίωση για να αποχωρήσουν, ή να απομακρυνθούν. Σ' εκείνους, όμως, που δεν μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται, γιατί λήγει ο χρόνος διάρκειας της σύμβασής τους, δεν παρέχει ο νόμος αποζημίωση, αφού αυτοί δεν χάνουν τίποτε (Ολ.Α.Π. 25/2000, ΑΠ 2084/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που έχει συμβατική ισχύ, η υπαλληλική σχέση λύεται: α ) με καταγγελία από την Τράπεζα, β ) με παραίτηση του υπαλλήλου και γ) με απόλυση και κατά το άρθρο 19 του ίδιου Κανονισμού, οι υπάλληλοι που έχουν διοριστεί, οριστικά απολύονται μόνο : α ) Λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας, ήτοι του 63ου έτους της ηλικίας για τους Διευθυντές, τον Οικονομικό Σύμβουλο, τους Υποδιευθυντές και όσους εξομοιώνονται με αυτούς και του 60ου έτους για τους εντεταλμένους Τμηματάρχες, Προϊσταμένους κ.λ.π. Επίσης, με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980 ορίζεται ότι: "Η δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως αναγνώρισις του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου εις βαθμόν, εις τον οποίον εδικαιούτο να προαχθεί βάσει του διέποντος αυτόν κανονισμού ή οργανισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξελίξεως, λογίζεται πραγματοποιηθείσα αφ' ού χρόνου έδει να είχε συντελεσθεί η προαγωγή τούτου. Εις περίπτωσιν ακυρώσεως της τελεσιδίκου αποφάσεως ανατρέπεται η επί ταύτης βασισθείσα προαγωγή". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση με την οποία αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα προαγωγής υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης Τράπεζας στο βαθμό του Υποδιευθυντή, η προαγωγή που βασίσθηκε στην απόφαση που αναιρέθηκε ανατρέπεται και εφόσον ο υπάλληλος, που συνδέεται με την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, έχει συμπληρώσει το όριο ηλικίας του βαθμού που κατέχει, με την ανατροπή της τελεσίδικης απόφασης λύεται αυτοδικαίως, κατ' άρθρο 669 αρ. 1 Α.Κ., η ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας του και δεν καταλείπεται έδαφος παραίτησης αυτού, αφού ο υπάλληλος αποχωρεί από την εργασία του με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου και όχι οικειοθελώς, με συνέπεια να μη δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955 (ΑΠ 2084/2013). Τέλος, κατά το άρθρο 671 του ΑΚ "η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της οι εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης". Σύμφωνα με το ως άνω άρθρο, για την εφαρμογή του απαιτείται: α) παρέλευση του συμφωνημένου χρόνου διάρκειας της σύμβασης, β) εξακολούθηση παροχής εργασίας από τον εργαζόμενο και γ) η μη εναντίωση του εργοδότη στην παροχή εργασίας, εφόσον η μη εναντίωσή του διαρκεί για ένα εύλογο χρονικό διάστημα και δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά από τις συγκεκριμένες ειδικές συνθήκες. Τέτοιες ειδικές συνθήκες συντρέχουν, όταν η υποχρέωση του εργοδότη να απασχολεί τον εργαζόμενο και μετά τη λήξη της ορισμένου χρόνου εργασιακής τους σύμβασης, επιβάλλεται με δικαστική απόφαση ή όταν ο εργαζόμενος απασχολείται για να καλύψει την ανάγκη συμπλήρωσης εργασίας που δεν τελείωσε στα όρια της ορισμένου χρόνου σύμβασης ή για προσωρινή διευκόλυνση του εργοδότη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1082/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων τραπεζικός υπάλληλος με την από 11.7.2008 και με αριθμό κατάθεσης 143537/3708/2008 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα να του καταβάλει την αποζημίωση του άρθρου 8 εδαφ. β του ν. 3198/1955, για την εφαρμογή του οποίου πληρούσε τις προϋποθέσεις και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής του βλάβης για τους εκεί αναγραφόμενους λόγους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 3044/2009 απόφασή του δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των 75.633,62 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, στο οποίο (ποσό) καθόρισε την αιτηθείσα αποζημίωσή του. Μετά την από 12.2.2010 και με αριθμό κατάθεσης 1464/2010 έφεση της εναγομένης -αναιρεσίβλητης εκδόθηκε η με αριθμό 1857/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την από 11.7.2008 αγωγή κατ' ουσίαν. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε πρώτη αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2084/2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Με αυτήν ο Άρειος Πάγος αποφάνθηκε ότι το Εφετείο διέλαβε στη με αριθμό 1857/2012 απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στο ζήτημα αν η συνδέουσα τον αναιρεσείοντα με την αναιρεσίβλητη σύμβαση εργασίας, η οποία ήταν ορισμένου χρόνου κατά την κατάρτισή της, κατέστη ή όχι αορίστου χρόνου με την παραίτηση του αναιρεσείοντος Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος αποφάνθηκε ότι, ενώ το Εφετείο αρχικά δέχεται ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος, η οποία κατά την κατάρτισή της ήταν ορισμένου χρόνου, μετά την παραίτησή του στις 12.2.2008 και την αποδοχή της παραίτησής του από την αναιρεσίβλητη (στις 18.2.2008) αυτή κατέστη από τη σύναψή της αορίστου χρόνου, στη συνέχεια δέχεται ότι η σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος είναι ορισμένου χρόνου και λύθηκε αυτοδικαίως στις 17.1.2008, με τη δημοσίευση της 102/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου και ότι η εργασία που παρασχέθηκε μετά την 17.1.2008 μέχρι την πραγματική αποχώρησή του στις 18.2.2008 λόγω της μικρής διάρκειάς της δεν ανατρέπει το χαρακτήρα της σύμβασης αυτής ως ορισμένου χρόνου. Κατόπιν αυτού, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την τότε προσβαλλόμενη με αριθμό 1857/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω κρίση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Μετ' αναίρεση εκδόθηκε η ήδη με την ένδικη, δεύτερη αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη με αριθμό 3076/2015 απόφαση, με την οποία το Εφετείο, μετά από την εκτίμηση των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ήδη εφεσίβλητος [δηλαδή ο αναιρεσείων] προσλήφθηκε στις 16.7.1969 από την εναγομένη, ήδη εκκαλούσα [δηλαδή την αναιρεσίβλητη] Τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία είχε το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, εφόσον [...] στον συμβατικής ισχύος Γενικό Κανονισμό Καταστάσεως των υπαλλήλων αυτής (εναγομένης) στον οποίο ο ενάγων είχε προσχωρήσει κατά την πρόσληψή του, προβλεπόταν η λύση της υπαλληλικής σχέσης, μεταξύ άλλων, και με τη συμπλήρωση του οριζόμενου στο άρθρο 19 αυτού ορίου ηλικίας. Με την 9190/2005 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου αναγνωρίστηκε ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί, από 1/5/2002, από το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, που έως τότε κατείχε, στο βαθμό του Υποδιευθυντή, στη συνέχεια δε, σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης, αποφασίστηκε με την 1191/22-12-2005 πράξη του Διοικητή της εναγομένης [...] η προαγωγή του ενάγοντος στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-5-2002. Στις 18-2-2008 ο ενάγων αποχώρησε από την υπηρεσία του κατόπιν υποβολής της από 12-2-2008 έγγραφης παραίτησής του, η οποία έγινε αποδεκτή με την 174/12-2-2008 πράξη του Διοικητή της εναγομένης, σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 18 του άνω Κανονισμού της τελευταίας και διαγράφηκε αυτός από τη δύναμη του προσωπικού της από 18-2-2008. Κατά την αποχώρησή του ο ενάγων, ο οποίος γεννήθηκε στις 21-10-1945, ήταν 62 ετών και είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις λήψης πλήρους σύνταξης γήρατος έχοντας συνεχή πραγματική υπηρεσία 38 ετών και 7 μηνών, ήταν δε επικουρικά ασφαλισμένος στο Μετοχικό Ταμείο Υπαλλήλων της εναγομένης. Όμως, πριν αυτός αποχωρήσει [...] από την υπηρεσία του είχε ήδη δημοσιευθεί, στις 17-1-2008, η 102/2008 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 9190/2005 εφετειακή απόφαση, με την οποία [...] αναγνωρίστηκε το δικαίωμα προαγωγής αυτού από 1-5-2002 στο βαθμό του Υποδιευθυντή, για το λόγο ότι, όπως κρίθηκε με την άνω απόφαση (του Αρείου Πάγου), "το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 207 ΑΚ, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές του ο ενάγων δεν υπερείχε καταφανώς των προαχθέντων συναδέλφων του". Με την έκδοση της ως άνω απόφασης του Αρείου Πάγου ανατράπηκε, [...], η βασισθείσα στην προαναφερόμενη αναιρεθείσα απόφαση (9190/2005) προαγωγή του ενάγοντος στο βαθμό του Υποδιευθυντή, και επομένως, κατά το χρόνο που αυτός αποχώρησε από την υπηρεσία του, δηλαδή στις 18-2-2008, κατείχε πλέον τον προηγούμενο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη- Προϊσταμένου και είχε ήδη συμπληρώσει το 60° έτος της ηλικίας του, δηλαδή το προβλεπόμενο από το άρθρο 19 του άνω Κανονισμού της εναγομένης για το βαθμό αυτό όριο ηλικίας για τη λύση της υπαλληλικής σχέσης του, με συνέπεια να μη δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 8 (εδ. β') του ν. 3198/1955, αφού, ανεξάρτητα από το ότι είχε συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση πλήρους σύνταξης γήρατος, η εν λόγω διάταξη [...] αφορά μόνο τους μισθωτούς που μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται είτε γιατί η σύμβασή τους είναι αορίστου χρόνου, είτε γιατί είναι ορισμένου μεν χρόνου, αλλά αυτός δεν έχει λήξει. Η εργασιακή σύμβαση, όμως, του ενάγοντος δεν ήταν αορίστου χρόνου αλλά ορισμένου, αφού στον άνω συμβατικής ισχύος Κανονισμό της εναγόμενης προβλεπόταν η λύση της υπαλληλικής σχέσης με τη συμπλήρωση συγκεκριμένου για κάθε βαθμό ορίου ηλικίας, ούτε δε κατέστη αυτή (σύμβαση), με την αποχώρησή του, αορίστου χρόνου, αφού λόγω της ακύρωσης, με την άνω απόφαση (102/2008) του Αρείου Πάγου, της 9190/2005 τελεσίδικης απόφασης αυτού του δικαστηρίου και της ανατροπής ως εκ τούτου της βασισθείσας στην απόφαση αυτή προαγωγής του ενάγοντος στον βαθμό του Υποδιευθυντή, κατείχε πλέον αυτός [...] το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου και όχι εκείνον του Υποδιευθυντή, τον οποίο και μόνο αν κατείχε κατά την αποχώρησή του θα δικαιούταν την άνω αποζημίωση, λόγω μη συμπλήρωσης στην περίπτωση αυτή (εάν δηλαδή κατείχε ακόμη το βαθμό του Υποδιευθυντή) του προβλεπόμενου από τον ίδιο Κανονισμό για το βαθμό αυτό (του Υποδιευθυντή) ορίου ηλικίας των 63 ετών. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι συμπλήρωσε το 60° έτος της ηλικίας του το έτος 2005 και ότι κατέχοντας, με την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης, το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, η σύμβαση εργασίας του έληγε αυτοδικαίως τη 1-1-2006, και ότι αφού η εναγομένη συνέχισε έκτοτε, δηλαδή και μετά την συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας του και μέχρι τη 18-2-2008 να τον απασχολεί, η σύμβασή του τράπηκε, την 1-1-2006, σε σύμβαση αορίστου χρόνου, κατ' άρθρο 671 ΑΚ, και επομένως δικαιούται την προβλεπόμενη από την άνω διάταξη αποζημίωση. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο ενάγων συνέχισε και μετά την ανωτέρω ημερομηνία (1-1-2006) να απασχολείται στην εναγομένη με το βαθμό του Υποδιευθυντή, στον οποίο [...] τον προήγαγε από 1-5-2022 η τελευταία συμμορφούμενη, όμως και μόνο με την ως άνω αναιρεθείσα ήδη εφετειακή απόφαση (9190/2005". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 12.2.2010 έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, με αριθμό 3044/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την από 11.7.2008 αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο του σκέλος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, των οποίων η βασιμότητα ερευνάται ενιαία, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 671 του ΑΚ. Ειδικότερα ο αναιρεσείων αιτιάται ότι: α) με την "εμπεριεχόμενη" στις ως άνω παραδοχές προγενέστερη κρίση του Εφετείου ότι η εργασία που παρασχέθηκε απ' αυτόν (αναιρεσείοντα) μετά την αυτοδίκαιη λύση της ορισμένου χρόνου εργασιακής του σύμβασης (17.1.2008) μέχρι την πραγματική του αποχώρηση (18.2.2008), δεν συνιστά χρόνο συμφωνημένης (τοις πράγμασι) απασχόλησής του, β) με την επάλληλη παραδοχή του ότι τη χρονική περίοδο από 17.1.2008, οπότε και εκδόθηκε η 102/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, μέχρι 18.2.2008 οπότε η αναιρεσίβλητη Τράπεζα αποδέχθηκε την από 12.2.2008 αίτηση παραίτησής του δεν υφίσταται περίπτωση μετατροπής της σύμβασης εργασίας του από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, γ) με την έλλειψη αιτιολογίας ως προς το νομικό λόγο που υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να συμμορφωθεί με τη με αριθμό 9190/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και να τον απασχολεί κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 18.2.2008 και ειδικά το χρονικό διάστημα μετά την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης (17.1.2008) μέχρι την πραγματική του αποχώρηση (18.2.2008) και δ) με την παραδοχή του ότι η υποχρέωση καταβολής της αιτουμένης με την αγωγή αποζημίωσης θα υφίστατο μόνο στην περίπτωση που ο αναιρεσείων θα αποχωρούσε οικειοθελώς από την εργασία του κατέχοντας το βαθμό του Υποδιευθυντή χωρίς να έχει συμπληρώσει το 63ο έτος της ηλικίας του, εσφαλμένα και με ελλιπείς, άλλως αντιφατικές αιτιολογίες δεν εφάρμοσε το άρθρο 671 ΑΚ, το οποίο, κατ'αυτόν (αναιρεσείοντα), ήταν εφαρμοστέο. Ως προς τη βασιμότητα ή μη των ως άνω λόγων αναίρεσης λεκτέα είναι τα εξής: Το Εφετείο, με την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εκτίμηση ως άνω πραγματικών περιστατικών ως αποδεδειγμένων, συνήγαγε τα ακόλουθα πορίσματα ότι: α) μέχρι το χρόνο δημοσίευσης της 102/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου (ήτοι μέχρι την 17.1.2008) η εργασιακή σύμβαση του αναιρεσείοντος ήταν ορισμένου χρόνου και αυτή θα έληγε με τη συμπλήρωση του 63ου έτους της ηλικίας του αναιρεσείοντος, αφού ο τελευταίος από 1.5.2002 μέχρι και 17.1.2008 κατείχε το βαθμό του Υποδιευθυντή σύμφωνα με τη με αριθμό 9190/2005 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, β) με την αναίρεση με την 102/17.1.2008 απόφαση του Αρείου Πάγου της ως άνω 9190/2005 απόφασης του Εφετείου, ανατράπηκε η βασισθείσα στην απόφαση αυτή προαγωγή του αναιρεσείοντος στο βαθμό του Υποδιευθυντή και αυτός κατείχε πλέον το βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, στον οποίο, κατά τον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού της αναιρεσίβλητης η διάρκεια της εργασιακής του σύμβασης έληγε με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας του υπαλλήλου, γ) στις 17.1.2008 που δημοσιεύθηκε η με αριθμό 102/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, λύθηκε αυτοδικαίως η μεταξύ των διαδίκων ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας, καθότι ο ενάγων, όντας 62 ετών κατά το χρόνο δημοσίευσης της 102/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου, είχε συμπληρώσει το χρονικό όριο της εργασιακής του σύμβασης με βάση το βαθμό Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου που, πλέον, κατείχε και δ) με την ανατροπή της ως άνω τελεσίδικης απόφασης από τη με αριθμό 102/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η μεταγενέστερη (από 12.2.2008) παραίτηση του αναιρεσείοντος από την υπηρεσία της αναιρεσίβλητης δεν έχει έννομες συνέπειες, αφού το γεγονός που οδηγούσε στην αυτοδίκαιη λύση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης είχε επέλθει πριν την παραίτηση, με αποτέλεσμα να μην βρίσκει έρεισμα εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 εδαφ. β του ν. 3198/1955. Με τις ως άνω πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και ενδοιαστικά κενά αιτιολογίες του, και τα συμπεράσματα που συνήγαγε από αυτές, το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, αφενός συμμορφώθηκε προς τη με αριθμό 2084/2013 αναιρετική απόφαση και αφετέρου δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 1 ΑΚ και 8 εδαφ. β του ν. 3198/1955 σε συνδυασμό με το άρθρο 19 περ. α του κατά τον ένδικο χρόνο (ήτοι 17.1.2008) έχοντος συμβατική ισχύ Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, στον οποίο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων είχε προσχωρήσει με την ατομική του σύμβαση εργασίας. Αντίθετα, το Εφετείο προσηκόντως εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ορθά δεν εφάρμοσε το άρθρο 671 ΑΚ, το οποίο, με βάση τις παραδοχές του, δεν ετύγχανε εφαρμογής στην προκειμένη υπόθεση. Εξάλλου, στις ως άνω πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες του εφετείου δεν διαλαμβάνονται αυτά που υπό το γράμμα (α) αναφέρονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης ή άλλες (επάλληλες ή μη) παραδοχές. Τέλος, το Εφετείο δεν απαιτείτο να διαλάβει ειδική αιτιολογία σχετικά με τη δέσμευση της αναιρεσίβλητης στο κατά το άρθρο 321 του ΚΠολΔ δεδικασμένο της αναιρεθείσας με αριθμό 9190/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωσή της να προαγάγει τον αναιρεσείοντα στο βαθμό του Υποδιευθυντή αναδρομικά από 1.5.2002, που συνεπαγόταν και την υποχρέωσή της να τον έχει στην υπηρεσία της μέχρι τη συμπλήρωση του 63ου έτους της ηλικίας του. Κατά συνέπεια, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο του σκέλος, από τους αριθμούς 1 και 19 λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα παραπάνω αντίθετα, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι. Στη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 ορίζεται ότι μισθωτοί που απασχολούνται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη (με την έννοια του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920) ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας ή, αν δεν προβλέπεται τέτοιο όριο, το 65° έτος της ηλικίας τους (ήδη, από 1-1-2013, το 67ο έτος, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο, παράγραφος ΙΑ, υποπαράγραφος ΙΑ.4 περ.2 του ν. 4093/2012), αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω β.δ. αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση υπολογίζεται όπως ορίζεται στο άρθρο 5 παρ.1 και 2 του ν. 3198/1955. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την εφαρμογή της απαιτείται: α) η σχέση εργασίας να είναι αορίστου χρόνου, β) ο εργαζόμενος να αποχωρεί ύστερα από τη συμπλήρωση συγκεκριμένου χρόνου υπηρεσίας ή ορίου ηλικίας και γ) η αποχώρηση να γίνεται με τη συγκατάθεση του εργοδότη. Ως εκ τούτου, την αποζημίωση δεν δικαιούνται εκείνοι, των οποίων η εργασιακή σχέση είναι ορισμένου χρόνου, όπως συμβαίνει σε περίπτωση σύμβασης κατά την οποία οι εργαζόμενοι είχαν προσχωρήσει σε ισχύοντα μέχρι τις 13.2.2012 κανονισμό του εργοδότη, που προέβλεπε την αποχώρηση των υπαλλήλων από την εργασία με τη συμπλήρωση προκαθορισμένου ορίου ηλικίας (ΟλΑΠ 1110/1986, 1137/2017, ΑΠ 425/2016, ΑΠ 286/2015), δεδομένου ότι μετά την 14.2.2012 και οι συμβάσεις αυτές νοούνται ως αορίστου χρόνου, σύμφωνα με το ήδη αναφερθέν άρθρο 6 της ΠΥΣ 6/2012. Τέλος, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της διάταξης του εδαφίου α' και της ήδη εκτεθείσας διάταξης του εδαφίου β' του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 και από την τελολογική ερμηνεία αυτών, η διάταξη του εδαφ. α' είναι συμπληρωματική της διάταξης του εδαφ. β' και έχει εφαρμογή, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής, όταν, δηλαδή, ο μισθωτός δεν έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησής του (ΑΠ 1137/2017, ΑΠ 686/2017, ΑΠ 1693/2014). Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 111/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος, από τον αριθμό 1 εδαφ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, του δεύτερου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως τη διάταξη του εδαφ. α του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, η οποία κατά τον αναιρεσείοντα ήταν εφαρμοστέα με βάση τις παραδοχές του Εφετείου ότι αυτός είχε υπηρεσία 38 ετών και 7 μηνών όταν παραιτήθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε την παραίτησή του και ότι η εργασιακή του σύμβαση διεπόταν από τον Κανονισμό Προσωπικού της αναιρεσίβλητης, στον οποίο είχε παράλληλα προβλεφθεί δυνατότητα πρόωρης λύσης της σύμβασης αυτής. Ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης αναφέρεται στη διάταξη του εδάφ. α του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, για την εφαρμογή της οποίας, όπως ήδη εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, απαιτείται η συνδρομή διαφορετικών προϋποθέσεων από εκείνες που ορίζονται στη διάταξη του εδαφ. β του άρθρου 8 του ως άνω νόμου, η δε συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών (δηλαδή του εδαφ. α του άρθρου 8 του ν. 3198/1955) συνιστά βάση αγωγής. Όμως, από το ήδη εκτεθέν περιεχόμενο του δικογράφου της ένδικης αγωγής, που επισκοπήθηκε για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων της ένδικης αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στήριξε την απαίτησή του για καταβολή αποζημίωσης εκθέτοντας, και μάλιστα αναλυτικά, πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις αποζημίωσης που ορίζονται μόνον στο εδαφ. β του άρθρου 8 του ν. 3198/1955. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που αναλύεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην από 11.7.2008 αγωγή του και συνακόλουθα συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας. Με τον τρίτο (και τελευταίο) από τον αριθμό 1 εδαφ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με τις ως άνω παραδοχές της παραβίασε το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, το άρθρο 671 του ΑΚ και το άρθρο 19 του Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού της αναιρεσίβλητης, καθότι, κατά τον αναιρεσείοντα, η παρεπόμενη συνέπεια της ανατροπής των αποτελεσμάτων της με αριθμό 9190/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1.5.2002, με τη με αριθμό 102/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου ήταν η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης εργασίας του στις 1.1.2006, οπόταν είχε συμπληρώσει το 60ο έτος της ηλικίας του, αφού δε αυτός συνέχισε να εργάζεται στην αναιρεσίβλητη μέχρι και τις 18.2.2008 που αποχώρησε, η υπαλληλική του σχέση λύθηκε στις 18.2.2008, οπόταν η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε την παραίτησή του. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, το Εφετείο δεχόμενο ότι: α) η αναιρεσίβλητη προήγαγε τον αναιρεσείοντα αναδρομικά από 1.5.2002 στο βαθμό του Υποδιευθυντή συμμορφούμενη με τη με αριθμό 9190/2005 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, β) συνέχισε να τον απασχολεί καθ' όλη τη διάρκεια της ισχύος της ως άνω τελεσίδικης απόφασης (ήτοι μέχρι την 17.1.2008), διότι ο αναιρεσείων δεν είχε συμπληρώσει το χρονικό όριο λήξης της εργασιακής του σύμβασης, το οποίο για τον ως άνω βαθμό του Υποδιευθυντή ήταν το 63ο έτος της ηλικίας, γ) με την αναίρεση της 9190/2005 απόφασης του Εφετείου με τη με αριθμό 102/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου ανατράπηκε η επί αυτής βασισθείσα προαγωγή του αναιρεσείοντος και αυτοδικαίως λύθηκε η ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας του, διότι αυτός πλέον κατείχε το βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου και είχε συμπληρώσει το 60ο έτος της ηλικίας του, που ήταν το χρονικό όριο της εργασιακής του σύμβασης για το συγκεκριμένο βαθμό και δ) μετά την αυτοδίκαιη λύση της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, δεν καταλείπεται έδαφος παραίτησης αυτού, ορθά υπήγαγε τα ως άνω πραγματικά περιστατικά στις διατάξεις των άρθρων 12 του ν.1082/1990, 669 παρ. 1 του ΑΚ και 19 περ. α του Γενικού Κανονισμού Κατάστασης Προσωπικού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που αναλύονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη και ορθά δεν υπήγαγε αυτά στα άρθρα 671 ΑΚ και 8 εδαφ. β του ν. 3198/1955, τα οποία, επίσης, αναλύονται στην ίδια νομική σκέψη και τα οποία δεν τυγχάνουν εφαρμογής με βάση τις ως άνω αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ως άνω αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σύμφωνα, λοιπόν με όσα εκτέθηκαν και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η από 20.2.2016 και με αριθμό κατάθεσης 6117/528/2018 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 3076/2015 απόφασης του (Πολυμελούς) Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού της αιτήματος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20.2.2016 και με αριθμό κατάθεσης 6117/528/2018 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3076/2015 απόφασης του (Πολυμελούς) Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζονται στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ