Αριθμός 1192/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μιχάλη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11980/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντα τον ...., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ως δικηγόρος. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 425/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, καθώς και τον πολιτικώς ενάγοντα ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές (για πλημμελήματα) Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ανεκκλήτως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα γενικώς κατά το είδους τους αποδεικτικά μέσα (ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας -δεν εξετάστηκε άλλος μάρτυρας- έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά και απολογία του κατηγορουμένου), ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε το αποδιδόμενο σ' αυτόν αξιόποινο, αδίκημα της πλαστογραφίας με την επιβαρυντική περίσταση της χρήσεως του πλαστού εγγράφου από τον ίδιο (άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ) και του επέβαλε, ακολούθως, ποινή φυλακίσεως 18 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Με την αναφορά αυτή το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού προσδιορίζει αυτά γενικώς κατά το είδος τους, προκύπτει δε από το περιεχόμενο του σκεπτικού, ότι, προκειμένου να μορφώσει την περί ενοχής κρίση του, τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος, κατά δε το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παρέλειψε να αξιολογήσει και συσχετίσει τα έγγραφα με την κατάθεση του μάρτυρα, ...., ο οποίος, σημειωτέον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, δεν εξετάστηκε ως μάρτυρας, αλλ' απλώς γίνεται αναφορά του ονόματός του στην κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 121 εδ. α' ΚΠΔ, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει ότι το δικαστήριο που δίκασε σε πρώτο βαθμό ήταν αναρμόδιο, επειδή το έγκλημα υπαγόταν σ' αυτό ή σε κατώτερο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ακυρώνει την απόφαση που προσβάλλεται με έφεση και δικάζει ανέκκλητα το ίδιο την υπόθεση στην ουσία (άρθρο 502 παρ. 3). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, αν η έφεση ασκήθηκε για αναρμοδιότητα και κριθεί από το δικαστήριο βάσιμη, το Εφετείο δικάζει την υπόθεση στην ουσία της, αν υπάγεται στην αρμοδιότητά του ή στην αρμοδιότητα κατώτερου δικαστηρίου της περιφέρειάς του, διαφορετικά την παραπέμπει στο αρμόδιο δικαστήριο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, εάν το δικαστήριο που δικάζει κατ' έφεση διαπιστώσει, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση, ήταν καθ' ύλη αναρμόδιο, είτε διότι η υπόθεση υπαγόταν στην αρμοδιότητα του κατ' έφεση, δικάζοντος δικαστηρίου, είτε στην αρμοδιότητα κατώτερου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πάντοτε ακυρώνει την απόφαση που προσβάλλεται με έφεση και δικάζει ανέκκλητα την υπόθεση κατ' ουσίαν, τόσο στην περίπτωση που η αναρμοδιότητα προσβάλλεται με την έφεση που ασκήθηκε, όσο και στην περίπτωση κατά την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την εξέτασε αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, αφού διαπίστωσε, χωρίς να υπάρχει σχετικός λόγος εφέσεως, ότι ο κατηγορούμενος, κατά το χρόνο τελέσεως του πλημμελήματος της πλαστογραφίας (άρθρο 216 παρ. 1 ΠΚ), ήταν αξιωματικός εν ενεργεία της Αστυνομίας Πόλεων και, επομένως, ότι το πρωτοδίκως δικάσαν την υπόθεση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, αναρμοδίως τη δίκασε, ακύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και καταδίκασε στη συνέχεια τον κατηγορούμενο για πλαστογραφία, με την επιβαρυντική περίσταση της χρήσεως του πλαστού εγγράφου, δεν υπερέβη την εξουσία του και πρέπει, επομένως, να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1), εφόσον δεν καλύφθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 174 παρ. 2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησής τους, καθώς και η ακυρότητα που αναφέρεται στο άρθρο 166 παρ. 3 καλύπτονται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδό της ή αν δεν εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην, εφόσον δεν προέβαλε τη σχετική ένσταση στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 173 παρ. 1 ΚΠΔ) με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγο αναιρέσεως, ότι το Τριμελές Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, "παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 171 ΚΠΔ σχετικά με την εμφάνιση και εκπροσώπηση του κατηγορουμένου, αφού ουδέποτε του επιδόθηκε, νόμιμα το κλητήριο θέσπισμα, το οποίο τον παρέπεμψε να δικαστεί σε αναρμόδιο δικαστήριο". Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, επειδή αφορά ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι σχετική, καλύφθηκε, διότι, όπως προκύπτει από την πρωτόδικη απόφαση ο κατηγορούμενος δικάστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ερήμην και επομένως, έπρεπε να προβάλει την ακυρότητα αυτή με λόγο έφεσης κατά της αποφάσεώς του, πράγμα όμως το ο ποίο δεν έπραξε, όπως προκύπτει από την έκθεση εφέσεως κατά της εν λόγω εκκλητής αποφάσεως, του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί και, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της δίκης και τη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, που παραστάθηκε (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ, 183, 176 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της 11980/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 25 Μαϊου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 29 Μαϊου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ