Αριθμός 594/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Κελαΐδή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ε.-Ο., χήρας Β. Σ., 2) Χ. Σ. του Β. και 3) Σ. Σ. του Β., κατοίκων ..., ατομικά και οι 2η και 3ος και ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των αποβιωσάντων Α. Σ. του Σ. και Χ. συζ. Α. Σ., αρχικών εναγόντων, που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ειρήνης Πόγκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2016/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2543/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 15-4-2014 αίτησή του. Εκδόθηκε η 937/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, για εκ νέου συζήτηση συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 20/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεσή της ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-4-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ.18 KΠολΔ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.4 και 581 παρ.2 του ιδίου άρθρου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Το νομικό ζήτημα μπορεί ν` ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Δεν επιλύεται όμως νομικό ζήτημα εάν η αναιρετική απόφαση αναιρεί ολικά την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως (άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.) ή για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.11γ του Κ.Πολ.Δ. για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κάποιου αποδεικτικού μέσου που ο διάδικος νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (ΑΠ 489/2020, 923/2017, 1194/2013, 201/2009, 109/2006, 194/2004). Στην προκειμένη περίπτωση με την 937/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η 2543/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος εναντίον των ήδη αναιρεσιβλήτων, έγινε δεκτή και αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη 2016/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία η κατ' αυτού αγωγή. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε, κατά παραδοχή των από το άρθρο 559 αρ. 19 και 11γ KΠολΔ πρώτου και τρίτου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, του και τώρα αναιρεσείοντος, δηλαδή για έλλειψη νόμιμης βάσης και δη λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, καθώς και για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Εφόσον, όμως, η προηγουμένη εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε για τους παραπάνω λόγους, δεν τίθεται θέμα συμμόρφωσης ή μη της ήδη αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προς την αναιρετική και, επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, από τον αριθ. 18 του άρθρου 559 KΠολΔ, πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος (ΑΠ 1130/2021, 1195/2018, 886/2017). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, 38/2020, 1184/2015). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 KΠολΔ (ΑΠ 209/2019, 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 93/2020, 38/2020, 194/2020). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα σκέλη αυτού, εκθέτει ότι: 1) "Η προσβαλλομένη απόφαση προβαίνει σε κρίση περί της έλλειψης μέτρων ασφαλείας στην επίμαχη οικοδομή, η οποία είχε ως συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του παθόντος λόγω πτώσης του από τον εξώστη καταλογίζοντας σ' εμέ ταυτόχρονα αμέλεια περί την λήψη των εν λόγω μέτρων ασφαλείας, ήτοι κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος στον επίμαχο εξώστη. Όμως η θεωρία αυτή (καθ' όσον περί θεωρίας πρόκειται αφού από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει) δεν αναφέρεται όλως στην αιτιώδη συνάφεια που θα πρέπει να υφίσταται μεταξύ έλλειψης μέτρων ασφαλείας και επελθόντος αποτελέσματος. Ειδικότερα τέτοιου είδους κιγκλιδώματα που επικαλείται η προσβαλλόμενη σαφώς θα εμπόδιζαν την πιθανότητα πτώσης κάποιου από τον εξώστη όμως εξίσου πλήρως θα εμπόδιζαν την εκτέλεση των εργασιών δόνησης από εκεί στο επίμαχο τοιχίο , όπως δέχεται η εφετειακή απόφαση, το οποίο όπως έχει πλήρως αποδειχθεί ευρισκόταν 1,50μ. μακριά και 1,70 μ. χαμηλότερα από αυτόν (τον εξώστη). Όθεν σε κάθε περίπτωση εφ' όσον εκτελούντο, πάντα κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, εργασίες δόνησης θα έπρεπε να αφαιρεθούν τα οποιαδήποτε κιγκλιδώματα έτσι ώστε να μπορούν να πραγματοποιηθούν αυτές. Επίσης παρατηρεί (επικριτικά) η προσβαλλομένη ότι δεν είχε τοποθετηθεί κατασκευή που θα επέτρεπε την ασφαλή πρόσβαση των εργαζομένων από τον εξώστη στο τοιχίο ούτε ότι είχε παρασχεθεί ζώνη ασφαλείας στον θανόντα. Όμως παραλείπει να αναφέρει ότι υπήρχε ασφαλής πρόσβαση στο επίμαχο τοιχίο από το έδαφος του εργοταξίου, πρόσβαση την οποία θα έπρεπε να ακολουθήσει ο παθών, ο οποίος όμως επέλεξε την "γρηγορότερη" κατ' αυτόν οδό μέσω του θανατηφόρου άλματος που πραγματοποίησε. Εξ άλλου αντιφάσκει εαυτόν η προσβαλλόμενη αλλά και με την κοινή λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας με τις συγκεκριμένες παρατηρήσεις που επιχειρεί όταν η ίδια δέχεται ότι οι εργασίες δόνησης σκυροδέματος θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν και πραγματοποιούντο τελικά στο τοιχίο από τον εξώστη , οπότε στην περίπτωση αυτή δεν υπήρχε χρεία κατασκευής ασφαλούς πρόσβασης των εργαζομένων από τον εξώστη στο επίμαχο τοιχίο. Συμπερασματικά λοιπόν η τυχόν έλλειψη μέτρων ασφαλείας δε συνδέεται εννοιολογικά αλλά και αιτιολογικά με το επισυμβάν ατύχημα το οποίο θα επήρχετο, όπως και επήλθε τελικά, λόγω της επιλογής του παθόντος οφειλόμενης στην υπερεκτίμηση των σωματικών δυνάμεών του. Ούτω δεν υφίσταται η απαιτούμενη από το Νόμο αιτιώδης συνάφεια και σχέση μεταξύ αίτιου και αιτιατού.". 2) "Έλλειψη νόμιμης βάσης υφίσταται επίσης και στην κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά και με τον καθορισμό του ποσοστού υπαιτιότητας που βαρύνει εμάς τους εναγομένους και τον παθόντα. Έτσι εμφανίζεται να αποδίδεται ποσοστό υπαιτιότητος σ' εμάς 75% και στον παθόντα, ως συντρέχον πταίσμα, ποσοστό 25%. Ο προσδιορισμός αυτός των ποσοστών ουδόλως αιτιολογείται εκ μέρους της προσβαλλομένης καίτοι θα έπρεπε να προβεί σε πλήρη ανάλυση του σκεπτικού της ώστε να καταλήξει στα ανωτέρω ποσοστά. Η έλλειψη αυτή αιτιολογίας έχει σαν συνέπεια την πλήρη αοριστία των ποσοστών υπαιτιότητας που βαρύνει την κάθε πλευρά, αφήνοντας να υπεισέλθει έντονα και υπό λανθάνουσα μορφή πλήρης υποκειμενισμός στην κρίση της.". Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, α) κατά μεν το πρώτο σκέλος του, ως αόριστος, δοθέντος ότι για την πληρότητα του δεν διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο, έστω και συνοπτικώς, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του σχετικά με την υπ' αυτού επιδειχθείσα αμέλεια στην λήψη των κατάλληλων μέτρων ασφαλείας και στην εντεύθεν πρόκληση του ατυχήματος, αλλά αρκείται στην αφηγηματική και διηγηματική παράθεση επιλεκτικών παραδοχών της προσβαλλομένης, κατά την υπό του ιδίου αντίληψη αυτών και επί πλέον δεν αναφέρονται οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που κατ' αυτόν παραβίασε το Εφετείο, κατά τον σχηματισμό της κρίσης του, υπό τις αντίστοιχες παραδοχές, σχετικά με το ουσιώδες ως άνω ζήτημα και ο σχετικός (αγωγικός ή από ένσταση του αντιδίκου του), ισχυρισμός, τον οποίον αφορά η επικαλούμενη αντίφαση. β) κατά το δεύτερο σκέλος του, για το λόγο ότι, η κρίση του Εφετείου για τη βαρύτητα του πταίσματος και για τον καθορισμό του ποσοστού υπαιτιότητος του αναιρεσείοντος, (της συνεναγομένης του) και του αποθανόντος, δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 93/2016, 347/2010, 1329/2007, 1197/2005). Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 KΠολΔ προκύπτει, ότι, για την παραδεκτή άσκηση της αναίρεσης, απαιτείται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Το έννομο αυτό συμφέρον, που αποτελεί κύρια θετική προϋπόθεση για το παραδεκτό του ενδίκου αυτού μέσου, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο γενικά, ως προς το ένδικο μέσο της αναίρεσης, αλλά και ειδικά, για κάθε ένα λόγο αναίρεσης. Θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται, αλλά και είναι δυνατή η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής συνέπειας για τον αναιρεσείοντα. Βλάβη του αναιρεσείοντος υπάρχει, όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του και, επομένως, η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει κάποια διάταξη. Μπορεί, όμως, το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να εκλείψει και μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, είτε από λόγους που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του ίδιου, είτε από λόγους ανεξάρτητους της θέλησής του, όπως όταν, με την παραδοχή της αναίρεσης, δεν ανατρέπονται οι επιβλαβείς γι` αυτόν συνέπειες της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν επέρχεται βελτίωση της θέσης του και ουδέν ωφελείται (ΑΠ 989/2022, 232/2020, 1241/2008, 1197/2008, 519/2008). Επί απλής, δε, ομοδικίας ο κάθε ομόδικος ασκεί και αυτοτελώς αναίρεση (ΑΠ 399/2020) καθότι η θέση κάθε διαδίκου είναι ανεξάρτητη έναντι των υπολοίπων κατ` αρθρο 75 παρ.1 του KΠολΔ (ΑΠ 458/2020) και συνεπώς το έννομο συμφέρον για την άσκησή της πρέπει να υφίσταται ξεχωριστά για κάθε ομόδικο (ΑΠ 989/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, επιτρεπτώς επισκοπούμενα από τον Άρειο Πάγο, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της παρούσας υπόθεσης ήταν η εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 2-11-2007 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενοι το επισυμβάν, υπό τις αναφερόμενες συνθήκες, την 3-7-2007 εργατικό ατύχημα, κατά το οποίο απεβίωσε ο συγγενής τους Β. Σ., στην υπό ανέγερση οικοδομή στο ..., με αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εταιρείας με την επωνυμία "...", ως εργολήπτριας εταιρείας και του ήδη αναιρεσείοντος Σ. Ν., ως επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίοι δεν έλαβαν τα απαιτούμενα για την ασφάλεια των εργαζομένων μέτρα ασφαλείας, ζήτησαν, επικαλούμενοι αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτών, για την χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, τα αναφερόμενα για ένα έκαστο χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε, κατά την εργατική διαδικασία, την 2016/2009 οριστική απόφασή του, με την οποία, έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή. Για να καταλήξει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην παραδοχή της αγωγής, δέχθηκε, εκτός των άλλων, α) ότι ο αποθανών εργαζόταν στο επί της οδού ... και ... στο ... εργοτάξιο της πρώτης εναγομένης, και παρείχε ως τεχνίτης, εργασίες καλουπώματος και σκυροδέτησης, κατά την ανέγερση της αναφερόμενης οικοδομής, β) ότι η συνδέουσα τον αποθανόντα με την πρώτη εναγομένη συμβατική σχέση, ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας και όχι της συμβάσεως έργου, με βάση την οποία αυτός ως υπεργολάβος είχε αναλάβει εργολαβικά τις εργασίες ξυλοτύπου, γ) ότι το επισυμβάν εργατικό ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα τόσο της πρώτης εναγομένης όσο και του εναγομένου-αναιρεσείοντος, επιδικάζοντας στη συνέχεια τα αναφερόμενα ποσά για την χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά της απόφασης αυτής παραπονέθηκε ο αναιρεσείων με την από 14-5-2010 έφεσή του και η πρώτη εναγομένη με την από 19-5-2010 έφεσή της για τους αναφερόμενους σ` αυτές λόγους, που ανάγονται, κυρίως, σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Συνεκδικασθεισών των ως άνω εφέσεων εκδόθηκε η 2543/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, το δικαστήριο της ουσίας, έκανε δεκτές τις εφέσεις αυτές ως βάσιμες κατ' ουσία και μετ' εξαφάνιση της ως άνω πρωτοδίκου αποφάσεως, δέχθηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως τα αυτά ως άνω εκτεθέντα, που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και ακολούθως, δεχόμενο την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσία, επεδίκασε, για την χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων λόγω ψυχικής οδύνη, τα αναφερόμενα σ' αυτή (μικρότερα από τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα) χρηματικά ποσά. Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκε από τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα η από 7-4-2014 αίτηση αναιρέσεως (και από την πρώτη εναγομένη η από 16-4-2014 αίτηση αναιρέσεως), προβάλλοντας ειδικότερα τους εξής λόγους αναίρεσης: Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίστηκε ότι η προσβαλλομένη απόφαση με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στην κρίση περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας αυτού (και της πρώτης εναγομένης) και απέκλεισε την συνυπαιτιότητα του θανόντος. Με το δεύτερο λόγο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ, ισχυρίστηκε ότι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 914 και 932 ΑΚ, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 KΠολΔ, ισχυρίστηκε ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αυτού προσκομισθείσα και επικληθείσα, για την απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι ο θανών ήταν αποκλειστικά υπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του, με αρ. 76094/2011 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Εκ των λόγων αυτών της αιτήσεως αναιρέσεως, με την 937/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου: Α) Ο πρώτος λόγος αυτής έγινε δεκτός διότι, το Εφετείο με ελλιπή, εν μέρει αντιφατική και ενδοιαστική αιτιολογία απέδωσε το ένδικο εργατικό ατύχημα αποκλειστικά στην παράλειψη της αναιρεσείουσας να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα ασφαλείας και απέκλεισε το ενδεχόμενο συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, το οποίο θα ήταν καθοριστικό για τη διαμόρφωση δικανικής κρίσης ως προς το εύλογο του ποσού, που ζητείται από τους αναιρεσιβλήτους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Β) Ο τρίτος λόγος αυτής έγινε δεκτός διότι, το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο συνίσταται στο ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του συζύγου και συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, κατά το χρόνο παροχής της εργασίας του σε οικοδομικό έργο, το οποίο κατασκευαζόταν από την αναιρεσείουσα, ως εργολάβο, οφειλόταν αποκλειστικά στην υπ' αυτού παράλειψη λήψεως μέτρων ασφαλείας και όχι σε συντρέχουσα υπαιτιότητα του παθόντος, καθίσταται αμφίβολο, αν έλαβε υπόψη και αξιολόγησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την 76094/2011 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Γ) Ως προς το δεύτερο λόγο αυτής, έκρινε ότι, μετά την παραδοχή ως βάσιμων, των ως άνω δύο λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, η έρευνα του λόγου αυτού της αιτήσεως αναιρέσεως αποβαίνει περιττή. Ακολούθως, η προσβαλλόμενη κατά παραπομπή απόφαση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ) επισκόπηση αυτής, ύστερα από τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγόμενη ήδη εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "...." είχε αναλάβει με το σύστημα της αντιπαροχής, την ανέγερση τριών οικοδομών επί οικοπέδου, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... και ... στο ... Αττικής, κυριότητας του Γ. Ν. (αρχικού δεύτερου εναγομένου). Την εκπόνηση της σχετικής μελέτης, τη σύνταξη των διαγραμμάτων και την επίβλεψη του έργου είχε αναλάβει ο τρίτος εναγόμενος και ήδη εκκαλών, Σ. Ν., πολιτικός μηχανικός. Ο Β. Σ., που ήταν σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, η οποία έχει ελληνική ιθαγένεια (βλ. το με αριθμό πρωτοκόλλου ... πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του δήμου ...), πατέρας των δεύτερης και τρίτου των αρχικών εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων, καθώς και γιος των τέταρτου και πέμπτης των αρχικών εναγόντων - εφεσιβλήτων, οι οποίοι έχουν αποβιώσει, στη θέση δε αυτών έχουν υπεισέλθει η δεύτερη και ο τρίτος των αρχικών εναγόντων - εφεσιβλήτων, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους, όπως προαναφέρθηκε, εργαζόταν στο ως άνω εργοτάξιο της πρώτης εναγομένης, με την οποία συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, και παρείχε ως τεχνίτης εργασίες καλουπώματος και σκυροδέτησης στις εν λόγω οικοδομές. Πρέπει εδώ να αναφερθεί, ότι η ύπαρξη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ της πρώτης εναγομένης εταιρείας και του θανόντος κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, ομοίως δε έκρινε και το Δικαστήριο τούτο με την 2543/2013 απόφασή του απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης, η απόφαση δε αυτή δεν αναιρέθηκε, ως προς το κεφάλαιο αυτό, με την 936/2015 του Αρείου Πάγου, δεδομένου άλλωστε ότι η πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα - αναιρεσείουσα δεν πρόβαλε σχετικό λόγο στην αίτηση αναίρεσης. Επομένως, ως προς το ζήτημα αυτό, το οποίο αφορά ο πρώτος λόγος της έφεσης της πρώτης εναγομένης, διατηρείται το δεδικασμένο από τις ως άνω αποφάσεις, το δε παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να το κρίνει εκ νέου. Περαιτέρω....". Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι κατά την προεκτεθείσα διαδικαστική διαδρομή της υποθέσεως, ο αναιρεσείων σε κανένα στάδιο αυτής προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο αποθανών κατά την εκτέλεση του έργου συνδεόταν μετ' αυτού ή με την συνεναγομένη του με σύμβαση έργου, ως υπεργολάβος, και όχι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Η δε σχετική με την μη ύπαρξη δεδικασμένου, αναφορικά με τον ως άνω ισχυρισμό, παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφέρεται σε ισχυρισμό της πρώτης εναγομένης. Επομένως ο αναιρεσείων, που είναι απλός και όχι αναγκαίος ομόδικος με την πρώτη εναγομένη, η δε ευθύνη αυτού για το επισυμβάν εργατικό ατύχημα είναι διακριτή απ' αυτή της πρώτης εναγομένης, δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την ως άνω εκτεθείσα παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με την μη ύπαρξη δεδικασμένου ως προς την συνδέουσα τον αποθανόντα με την πρώτη εναγομένη έννομη σχέση. Κατ' ακολουθία αυτών, είναι απαράδεκτος ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 16 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 KΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη. Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 798/2010). Για την πληρότητα του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 466/2019, 1405/2019, 516/16). Ειδικότερα δε, για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει ένας διάδικος, ομόδικος ή αντίδικος του αναιρεσείοντος, πρέπει αυτός (αναιρεσείων) να είχε επικαλεστεί νόμιμα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε ο άλλος διάδικος και να αναφέρθηκε στο περιεχόμενό τους προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του. Αν ο διάδικος δεν είχε επικαλεστεί νόμιμα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε άλλος διάδικος (ομόδικος ή αντίδικος) δεν ιδρύεται υπέρ αυτού λόγος αναίρεσης από την παράλειψη του δικαστηρίου να τα λάβει υπόψη του (ΑΠ 70/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ` Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη: "α) την με αρ. 76094/2011 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία στην ποινική εκδοχή της όλης υπόθεσης αθωωθήκαμε, και β) άλλα έγγραφα, όπως ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίστηκαν από τους ίδιους τους αντιδίκους, υποστηρικτικές των εκ μέρους μου επικαλουμένων γεγονότων. Επίσης υπήρξε εκ μέρους της προσβαλλομένης μια εντελώς αυθαίρετη αξιολόγηση των αποδεικτικών αυτών μέσων και δη αντίθετη προς τα διδάγματα της κοινής πείρας με αποτέλεσμα να υπάρχει λανθασμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που αφορούν την υπαιτιότητα". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό του: Α) για το ορισμένο του λόγου αυτού, δεν αναφέρεται, α) η ταυτότητα των αποδεικτικών μέσων (" άλλα έγγραφα και στοιχεία"), καθώς και των ενόρκων βεβαιώσεων ("που προσκομίστηκαν από τους ίδιους τους αντιδίκους"), τα οποία δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, β) ότι ο ίδιος, ο αναιρεσείων, επικαλέστηκε και με ποιό τρόπο, ενώπιον του Εφετείου, τις μη προσδιοριζόμενες ένορκες βεβαιώσεις, που προσεκόμισαν παραδεκτά οι αντίδικοί του, γ) για ποιού ισχυρισμού την απόδειξη ή ανταπόδειξη, αφενός μεν, επικαλέστηκε και προσεκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την ως άνω αναφερομένη αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αφετέρου δε, αφορούσαν οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, δ) η αιτίαση που προσάπτεται με αυτόν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα, ότι η εκτίμηση από το Εφετείο των ανωτέρω ενόρκων βεβαιώσεων οδηγεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα απ` αυτό που δέχθηκε το δικαστήριο, δεν αναφέρεται, ουσιαστικά, στη μη λήψη υπόψη των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, αλλά αφενός μεν στην επικαλούμενη παράλειψη του Εφετείου να σχολιάσει και να αξιολογήσει ιδιαιτέρως τα αποδεικτικά αυτά μέσα και να προσδώσει σ` αυτά την αποδεικτική βαρύτητα που ο αναιρεσείων τους αποδίδει, η οποία όμως (παράλειψη) δεν στοιχειοθετεί το συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, αφετέρου δε στην αποδιδόμενη εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία, όμως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 KΠολΔ). Β) Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, ως προς την αναφερομένη αθωωτική ποινική απόφαση, είναι αβάσιμος, καθότι από τις παραδοχές της πληττομένης αποφάσεως (2η σελίδα του 8ου φύλλου αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη του την αθωωτική απόφαση, η οποία δεν έχει την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που επιχειρεί να της προσδώσει ο αναιρεσείων και την οποία συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις, διαλαμβάνοντας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σχετικά με τους λόγους για τους οποίους συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-4-2017 αίτηση του Σ.. Ν.. του Σ., για αναίρεση της 20/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ