Αριθμός 1657/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ............................................., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Διοματάρη, περί αναιρέσεως της 1287/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) .........................., και 2) ............... .Με πολιτικώς ενάγοντα τον ..................., που δεν παρέστη. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουλίου 2006 αίτησή του, ως και τους από 5 Φεβρουαρίου 2007 προσθέτους λόγους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1558/06. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.-Κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδαφ.α΄ του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως επάγεται η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού των δικαστηρίων . Περαιτέρω, στο κεφάλαιο Β΄ του άρθρου 17 § 1 του ν. 1756/1988, όπως ισχύει, ορίζεται : "Σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός (15) τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση", κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 17, "Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του Συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ' αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα: Στο Εφετείο α) όλων των Προέδρων Εφετών από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των μικτών ορκωτών εφετείων και των Πενταμελών Εφετείων β) των νεότερων Προέδρων Εφετών και των αρχαιότερων Εφετών από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των Τριμελών Εφετείων γ) όλων των υπολοίπων Εφετών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των Μικτών Ορκωτών Εφετείων, των Πενταμελών και των Τριμελών Εφετείων. Κατά δε την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου 17, "Με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς και οι συμπάρεδροι δικαστές και δεύτεροι εισαγγελείς. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι και στα δικαστήρια των οποίων οι ποινικές συνθέσεις καταρτίζονται με κλήρωση, δεν είναι δυνατή η μετά την κλήρωση αναπλήρωση μέλους της συνθέσεως από άλλο δικαστή με πράξη του Δ/ντος το Δικαστήριο, παρά μόνο από δικαστή ο οποίος περιελήφθη στον πίνακα που καταρτίζεται και κληρώνεται ως αναπληρωτής. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 339 παρ.1 και 2β΄του ΚΠοινΔ, η έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης συντελείται με τη συγκρότηση του δικαστηρίου, την εκφώνηση του ονόματος του κατηγορουμένου και των μαρτύρων και την εν συνεχεία, χωρίς διακοπή, εκτός αν συντρέχει νόμιμος λόγος, εκδίκαση της υποθέσεως. Η κατά τα άνω τυπική κατά τον νόμο έναρξη εκδίκασης της υπόθεσης διαφέρει από την ουσιαστική έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας κατά την οποία το υπό τη νόμιμη σύνθεσή του συγκροτηθέν δικαστήριο επιλαμβάνεται της ουσιαστικής διερεύνησης της υποθέσεως με τη χρήση κάποιου αποδεικτικού μέσου και συνηθέστερα την εξέταση των μαρτύρων. Από τα παραπάνω έπεται ότι σε δικαστήρια στα οποία διενεργείται κλήρωση, εάν ένα κληρωθέν μέλος της συνθέσεως του πενταμελούς εφετείου κωλύεται να μετάσχει στη συγκεκριμένη συνεδρίαση κατά την οποία κληρώθηκε, νομίμως συγκροτείται το δικαστήριο τούτο από τον, επίσης, κατόπιν κληρώσεως αναδειχθέντα αναπληρωτήν του και το δικαστήριο αυτό με την ίδια πάντοτε σύνθεση αρχίζει και συνεχίζει την εκδίκαση της υποθέσεως μέχρι την απαγγελία της αποφάσεως, χωρίς στην περίπτωση αυτή να είναι επιτρεπτή η για οποιοδήποτε λόγο αναπλήρωση των μελών του, για να μην επέρχεται έτσι αναφορικά με το δικαστήριο διάσπαση της ενότητας της αποδεικτικής διαδικασίας. Εάν όμως, το δικαστήριο συγκροτήθηκε κατά τον παραπάνω τρόπο και μετά τη διαπίστωση της απουσίας συγκεκριμένου μάρτυρα ή μαρτύρων, αποφασίσει τη διακοπή της συνεδριάσεως σε υστέρα δικάσιμο προκειμένου να εμφανισθεί ο απολειπόμενος μάρτυρας, κατά δε την μετά τη διακοπή δικάσιμο έχει αρθεί το κώλυμα του αρχικώς κληρωθέντος τακτικού δικαστή και αυτός πλέον μετάσχει της δίκης από την έναρξη εξετάσεως των μαρτύρων και μέχρι πέρατος της αποδεικτικής διαδικασίας και την απαγγελία της αποφάσεως, το δικαστήριο θεωρείται κατά τις παραπάνω διατάξεις ότι έχει νομίμως συγκροτηθεί και ουδεμία ακυρότητα επέρχεται. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι κατά τη συνεδρίαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών την 10-5-2006, στη σύνθεση του δικαστηρίου μετέσχε ο Εφέτης Ιωάννης Παζαρίδης, αναπληρωματικό μέλος, λόγω κωλύματος του κληρωθέντος τακτικού δικαστή Αθανασίου Καγκάνη. Κατά τη συνεδρίαση εκείνη, εμφανίσθηκαν οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι που διόρισαν τους αναφερόμενους δικηγόρους ως υπερασπιστές και δύο μόνον από τους μάρτυρες κατηγορίας τα ονόματα των οποίων εκφωνήθηκαν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση. Ακολούθως, το δικαστήριο, αποδεχόμενο αίτημα των συνηγόρων υπερασπίσεως να διακοπεί η δίκη προκειμένου να προσέλθει και εξετασθεί ο απολειπόμενος ουσιώδης μάρτυρας κατηγορίας ....................., διέκοψε τη συνεδρίαση για τη δικάσιμο της 24-5-2006 κατά την οποία στη σύνθεση του δικαστηρίου μετέσχε πλέον ο αρχικώς κληρωθείς ως τακτικό μέλος Εφέτης Αθανάσιος Καγκάνης και με τη σύνθεση αυτή, επανεκφωνήθηκαν τα ονόματα των κατηγορουμένων, οι οποίοι διόρισαν τους ίδιους δικηγόρους και τα ονόματα των μαρτύρων και άρχισε η αποδεικτική διαδικασία, με την ίδια δε σύνθεση ολοκληρώθηκε και απαγγέλθηκε η απόφαση. Με τα δεδομένα αυτά, δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου και ουδεμία σχετικώς επήλθε ακυρότητα. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο είναι αβάσιμος. ΙΙ.- Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η κατά τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή την επιβολή μειωμένης ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο της κατά το άρθρο 84 παρ.2ε του ΠΚ ελαφρυντικής περιστάσεως της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, αναφορικά με τον αναιρεσσείοντα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι από τα κατ΄ είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα επόμενα "... ο τρίτος κατηγορούμενος .................. συμμετέσχεν εις την παρά των δύο πρώτων κατηγορουμένων (ως συναυτουργών εν μέρει αμφοτέρων και ως μόνου αυτουργού εν μέρει του ..................) κατά τα ως άνω και εν τω διατακτικώ διακρίσεις, τελεσθείσαν απόπειρα εκβιάσεως κατ' εξακολούθησιν ως ηθικός αυτουργός, δηλαδή, ως ο συμμέτοχος εκείνος που με υπόσχεσιν και προσφοράν χρηματικής αμοιβής και άλλων προτροπών και παραινέσεων σχετιζομένων με πορισμόν κέρδους, έπεισε τους δύο πρώτους κατηγορουμένους και προκάλεσεν παρ' αυτοίς την απόφασιν να εκτελέσουν την πράξιν της εκβιάσεως εναντίον του δικηγόρου ........................, και όχι μόνον τούτο, αλλά οργάνωσε την όλη επιχείρησιν της εκβιάσεως, εξευρών και το τρίτο αγνώστων στοιχείων πρόσωπο υπό το όνομα "................." με το οποίο σε ρόλο πρωταγωνιστού εστελέχωσε την ομάδα κατά την πρώτη εφόρμησή της εναντίον του παθόντος δικηγόρου ........................ τις πρωϊνές ώρες της 25-9-1998, κατά τα ως άνω εκτεθέντα, προσέτι δε ήταν εκείνος που παρακολουθούσε συνεχώς (ακόμη και δια της κινητής τηλεφωνίας) τις εξελίξεις της όλης επιχειρήσεως της "πιεστικής" εισπράξεως... ". Με τις παραδοχές αυτές, στο διατακτικό με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ως ηθικό αυτουργό σε απόπειρα εκβιάσεως σε βαθμό πλημμελήματος και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την συμμετοχή δράση του κατηγορουμένου ως ηθικού αυτουργού στην παρ' άλλων τελεσθείσα πράξη της απόπειρας εκβιάσεως, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς, επίσης, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42, 46 παρ.1 και 385 παρ.1γ' του ΠΚ τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Οι αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως και κατά το μέρος αυτής που κήρυξε αθώο, ελλείψει δόλου, τον κατηγορούμενο ................. ο οποίος πρωτοδίκως είχε καταδικασθεί ως ηθικός αυτουργός αυτού (ηθικός αυτουργός του ηθικού αυτουργού) είναι απαράδεκτες γιατί βάλλουν κατά των ουσιαστικών παραδοχών της αποφάσεως αλλά και γιατί ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να προβάλλει τυχόν πλημμέλειες τις αποφάσεως αναφορικά με τον συγκατηγορούμενό του, εκτός εάν η απόφαση περιέχει αντιφατικές σκέψεις και παραδοχές οι οποίες άπτονται και κατά της κατ' αυτού κατηγορίας. Ειδικότερα, επικαλείται ο κατηγορούμενος ότι η απόφαση, ενώ στο διατακτικό της δέχεται ότι πείσθηκε από τον ....................... και αυτός (κατηγορούμενος) στη συνέχεια έπεισε τους φυσικούς αυτουργούς, στο σκεπτικό της, και στο απαλλακτικό για τον ............................. μέρος, δέχεται ότι ο τελευταίος δεν γνώριζε μέχρι ποίου σημείου θα έφθανε και ποιες μεθόδους θα μετείρχετο ο κατηγορούμενος και ούτε του προκάλεσε την απόφαση τέλεσης του εγκλήματος. Από τις παραδοχές, όμως, αυτές, δεν δημιουργείται οποιαδήποτε αναιρετικά ελεγχόμενη αντίφαση στην αυθύπαρκτη ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου, δοθέντος ότι αυτή υπάρχει εάν αυτός, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, έπεισε τρίτα πρόσωπα στη διάπραξη αδικήματος, για δε την ποινική του ευθύνη δεν ενδιαφέρει και δεν αξιολογείται εάν ενήργησε αυτοτελώς ή κατόπιν προτροπών και παραινέσεων άλλου. Περαιτέρω, αναφορικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού να αναγνωρισθεί σ' αυτόν το ελαφρυντικό της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς, από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός διατυπώθηκε, κατά λέξη ως εξής "ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρόνο μετά την τέλεση της πράξης του, αφού από την σύλληψή του την 22-1-1999 και μέχρι σήμερα, ήτοι για 7 και πλέον έτη ουδέποτε απασχόλησε ξανά τις Αστυνομικές ή Δικαστικές Αρχές της Χώρας, διάγοντας την ομαλή ζωή που διήγε και προ της ατυχούς εμπλοκής του στην προκείμενη περίπτωση...". Ο ισχυρισμός αυτός αν και τα προταθέντα για τη θεμελίωσή του περιστατικά ήσαν ανεπαρκή και τον καθιστούσαν αόριστο, απορρίφθηκε από το δικαστήριο με την αιτιολογία ότι " .. εκ των αποδείξεων δεν προέκυψαν πραγματικά περιστατικά άγοντα σε σχηματισμό πεποιθήσεως περί του ότι ο τρίτος κατηγορούμενος .......................επί σχετικώς μακρόν χρόνον μετά την τέλεση της πράξης συμπεριφέρθηκε καλώς ουδέ δύναται αναποτρέπτως να αγάγει εις κατάφασιν του αιτούμενου αυτού ελαφρυντικού το επικαλούμενον γεγονός ότι μετά την τέλεση της πράξης δεν απησχόλησε εκ νέου τι αστυνομικές αρχές και τις δικαστικές αρχές.. ". Με αυτά που δέχθηκε και με βάση τα πραγματικά περιστατικά τα οποία ο κατηγορούμενος επικαλέσθηκε για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του, το δικαστήριο διέλαβε, αν και δεν είχε υποχρέωση, στην απόφασή του επαρκή αιτιολογία. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως για μη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, που προβάλλονται με το αναιρετήριο και τους προσθέτους λόγους, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 582 παρ.1 ΚΠοινΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-7-2006 αίτηση αναιρέσεως και τους από 5-2-2007 προσθέτους λόγους του ................., για αναίρεση της 1.287/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ