Αριθμός 2208/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλαβρό, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδάκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Φεβρουαρίου 2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 528/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 560/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Μαρτίου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 26 Φεβρουαρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση κατ' άρθρο 579 ΙΙ ΚΠολΔικ, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ παρ.1 ΑΚ, ο υπόχρεος από αμφοτεροβαρή σύμβαση έχει δικαίωμα να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής για όσο χρόνο ο αντισυμβαλλόμενος δεν εκπληρώνει ή δεν προσφέρει την αντιπαροχή (ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης), εκτός αν έχει υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί συνέπεια της αρχής της αλληλεξάρτησης των παροχών, η οποία διέπει τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, όπως είναι και η πώληση (513 επ. ΑΚ), προκύπτει ότι παροχή και αντιπαροχή, βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση λειτουργικής εξάρτησης, τόσο ως προς τη γένεση όσο και ως προς την εξέλιξη των περί παροχής και αντιπαροχής υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών, έτσι ώστε και οι δύο συμβαλλόμενοι να υποχρεούνται να εκτελέσουν ταυτόχρονα τη βαρύνουσα καθένα από αυτούς παροχή, αν δε ο ένας από τους συμβαλλομένους ζητήσει από τον αντισυμβαλλόμενο να εκπληρώσει εκείνος πρώτος την παροχή, θα αποκρουστεί με την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, σκοπός της οποίας είναι ο εξαναγκασμός και των δύο σε ταυτόχρονη εκπλήρωση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 378 ΑΚ. Όμως η ένσταση αυτή του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος έχει έδαφος εφαρμογής μόνον, όταν δεν δημιουργείται υποχρέωση για κανένα από τους συμβαλλομένους, είτε από τη σύμβαση είτε από το νόμο, σε προεκπλήρωση της παροχής. Αν υπάρχει υποχρέωση σε προεκπλήρωση της παροχής, η διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ δεν εφαρμόζεται, εκτός αν η γενόμενη από τον υπόχρεο προεκπλήρωση είναι ελλιπής ή πλημμελής, οπότε ο αντισυμβαλλόμενος που την αποδέχθηκε, έχει την ένσταση της μη προσήκουσας εκπλήρωσης της παροχής. Σε περίπτωση σύμβασης πώλησης, στην οποία υπάρχει ρήτρα για προεκπλήρωση της παροχής, εάν υπόχρεος είναι ο ενάγων πωλητής και ζητεί από τον αντισυμβληθέντα εναγόμενο αγοραστή την καταβολή του τιμήματος, ο τελευταίος μπορεί να προτείνει εναντίον του την ένσταση της συμφωνημένης προεκπλήρωσης των υποχρεώσεών του από τη σύμβαση πώλησης, η παραδοχή της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 1852/2009, ΑΠ 1855/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απορριπτική απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η από 15.5.2006 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος από σύμβαση πώλησης επίπλων κουζίνας και ηλεκτρικών οικιακών συσκευών και υποχρεώθηκε ο τελευταίος, ως αγοραστής, να καταβάλει στην πρώτη, πωλήτρια των πραγμάτων, το ποσό των 32.132,10 ευρώ, ως οφειλόμενο μέρος του τιμήματος. Ήδη ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη τον πρωτοδίκως προβληθέντα και επανεφερθέντα με τις προτάσεις του στη δευτεροβάθμια δίκη ισχυρισμό (ένσταση), που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι με ρητό συμβατικό όρο η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη πωλήτρια εταιρία υποχρεούνταν σε προεκπλήρωση του συνόλου των πωληθέντων πραγμάτων, χωρίς την οποία (προεκπλήρωση) και δεν εγεννάτο η αξίωση της για την καταβολή του οφειλόμενου μέρους του τιμήματος. Από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια δίκη, καθώς και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ο εναγόμενος αγοραστής για την απόκρουση της αγωγής της ενάγουσας πωλήτριας προέβαλε νομοτύπως στον πρώτο και το δεύτερο βαθμό τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, α) ότι η ενάγουσα πωλήτρια, με βάση ιδιαίτερο όρο της σύμβασης πώλησης, είχε την υποχρέωση να προεκπληρώσει τη βαρύνουσα την ίδια παροχή, παραδίδοντας στον εναγόμενο αγοραστή όλα τα πωληθέντα πράγματα, προτού να αξιώσει το οφειλόμενο συμβατικά μέρος του τιμήματος, υποχρέωση την οποία δεν είχε εκπληρώσει κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και β) επικουρικά, την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (374 ΑΚ). Περαιτέρω προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο εξέτασε την προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, την οποία απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έλαβε όμως καθόλου υπόψη την προταθείσα ένσταση του αναφορικά με την υποχρέωση της πωλήτριας ενάγουσας να προεκπληρώσει την παροχή της, ένσταση η οποία ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού η κατ' ουσίαν παραδοχή της συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής. Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, του οποίου η αναιρετική εμβέλεια καθιστά περιττή την έρευνα των υπόλοιπων λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (183, 176 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Αν η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, είναι αποδοτέοι και οι τόκοι από το χρόνο επίδοσης στον αναιρεσίβλητο της αναιρετικής απόφασης που διατάζει την απόδοση τους, αφού πριν από τη γνωστοποίηση της αναίρεσης της εκτελεσθείσας, εκούσια ή αναγκαστικά, απόφασης, ο αναιρεσίβλητος κατέχει τα δοθέντα με βάση την απόφαση αυτή ως νόμιμο τίτλο και η υπερημερία του επέρχεται από τη γνώση της ανατροπής της (ΑΠ 1370/12). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την από 29.12.2012 αυτοτελή αίτηση του, που κατατέθηκε, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα σ' αυτή, την 1.3.2012, υπέβαλε παραδεκτώς αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, ζητώντας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του αποδώσει το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο ο ίδιος της κατέβαλε, σε εκούσια εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της εν λόγω αίτησης.. Το αίτημα αυτό επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση είναι νόμιμο, στηριζόμενο στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ.. Το συναφές αίτημα καταβολής νόμιμων τόκων επί του πιο πάνω κεφαλαίου είναι νόμιμο μόνον για το χρόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης και εφεξής, αφού μόνο από το χρόνο αυτό η αναιρεσίβλητη καθίσταται υπερήμερη. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον αναιρεσείοντα από 5.3.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, που επέχει θέση εξοφλητικής απόδειξης, ότι ο τελευταίος κατέβαλε, σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, στο δεκτικό καταβολής πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης Ανδρέα-Νικόλαο Παπαδάκη το ποσό των 30.000 ευρώ προς μερική εξόφληση του ποσού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Επομένως το πιο πάνω αίτημα επαναφοράς πρέπει να γίνει δεκτό κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να επιστρέψει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 30.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας αναιρετικής απόφασης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την απόφαση 560/2011 του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Δέχεται την αίτηση του αναιρεσείοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη εταιρία να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης έως την εξόφληση. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ