Αριθμός 342/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός - ΔΗΜΗΤΡΑ" (ΕΛΓΟ - ΔΗΜΗΤΡΑ), ως καθολικού διαδόχου του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Έρευνας (ΕΘΙΑΓΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Αθανασόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση: Ε. Ρ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καρανάσιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ι. Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σικαλοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 602/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 787/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την από 28-4-2021 αίτησή του. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 2-12-2021 πρόσθετη παρέμβαση ζητεί όσα αναφέρονται σε αυτή. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 28.4.2021 και με αριθμό κατάθεσης 2655/336/28.4.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 787/9.2.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών εργατικών διαφορών την από 3.7.2020 και με αριθμό κατάθεσης 42602/3137/2020 έφεση και τους από Νοέμβριος 2020 και με αριθμό κατάθεσης 9153/856/2020 πρόσθετους λόγους έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ κατά της με αριθμό 602/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επίσης κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών εργατικών διαφορών και που είχε δεχθεί εν μέρει την από 25.4.2018 και με αριθμό κατάθεσης 40382/1315/2018 αγωγή του ενάγοντος -εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου. Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 787/2021, απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την από 3.7.2020 έφεση, τους από Νοέμβριος 2020 πρόσθετους λόγους έφεσης και την από 1.12.2020 και με αριθμό κατάθεσης 9232/867/2020 πρόσθετη υπέρ του εκκαλούντος παρέμβαση, που ασκήθηκε το πρώτον ενώπιόν του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, επικυρώνοντας την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε και η πρόσθετη υπέρ του εκκαλούντος παρέμβαση. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από ηττηθέντα διάδικο, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 28.4.2021 και, σύμφωνα με τη με αριθμό 4801/12.4.2021 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Τ., η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου στις 12.4.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, αν σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, δικαιούται, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτό, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Στην αναιρετική διαδικασία ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων. Από την ίδια διάταξη σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προκύπτει, περαιτέρω, ότι αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος, το οποίο υφίσταται όταν μ` αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμά του ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει, όμως, ο παρεμβαίνων, τόσο ως προς το δικαίωμά του, όσο και ως προς τη δημιουργία σε βάρος του υποχρέωσης, να απειλείται από τη δεσμευτικότητα, την εκτελεστότητα ή ανάλογα από τις τυχόν αντανακλαστικές συνέπειες της απόφασης που θα εκδοθεί. Ως εκ τούτου, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης δεν αρκεί το ότι σε δίκη εκκρεμή μεταξύ άλλων διαδίκων πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα σε συναφή διαφορά του με κάποιον από τους διαδίκους ή τρίτο, που είναι ή πρόκειται να καταστεί επίδικη, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει από την άποψη του κρινόμενου νομικού ή πραγματικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του. (ΟλΑΠ 1/2021, ΟλΑΠ 9/2012, ΟλΑΠ 11/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με το από 2.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης 45/2021 δικόγραφο ασκήθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετη παρέμβαση της Ι. Μ. υπέρ του αναιρεσείοντος (εναγομένου) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός- Δήμητρα (ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ) και κατά του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος) Ε. Ρ.. Με το ως άνω δικόγραφο η προσθέτως παρεμβαίνουσα ζητεί να γίνουν δεκτοί οι από τους αριθμούς 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος (κατά το ένα του σκέλος) λόγοι της ένδικης, από 28.4.2021, αίτησης αναίρεσης καθώς και ο τρίτος λόγος αυτής, κατά το δεύτερο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του. Επικαλείται δε για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός της, ότι από την έκβαση της αναιρετικής δίκης θα υπάρξουν δυσμενείς γι' αυτήν συνέπειες σχετικά με τη διατήρηση της θέσης της ως ερευνήτριας βαθμίδας Γ με ερευνητικό αντικείμενο "Γ. Β. Λ. Φ.", την οποία τώρα κατέχει στο υπέρ ου- αναιρεσείον και η οποία συνιστά μεταγενέστερη εξέλιξη της από …πρόσληψής της ως ερευνήτριας για τη βαθμίδα Δ στη θέση με κωδικό … και της τοποθέτησής της στο Ι. Γ. Β. και Φ. Π., καθότι εάν γίνει αμετάκλητη η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έχει κριθεί ότι από τις 2.10.2017 έπρεπε ο καθ'ου- αναιρεσίβλητος να έχει προσληφθεί ως ερευνητής βαθμίδας Γ στη θέση με κωδικό … και με γνωστικό αντικείμενο "Γ. Β. Λ. Φ.", η ως άνω θέση θα επιστραφεί αναδρομικά σε αυτόν, αφήνοντας την προσθέτως παρεμβαίνουσα, που μετά την εξέλιξή της (ήτοι μετά την προαγωγή της) την κατέχει, "εκτός "ΕΛΓΟ". Έχοντας το ως άνω περιεχόμενο η πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση ασκείται χωρίς άμεσο έννομο συμφέρον. Τούτο διότι η αιτιώμενη με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο (κατά το πρώτο του σκέλος) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους της ένδικης αίτησης αναίρεσης πλημμέλεια αναφέρεται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο των παρ. 2 περ. β και 6 του άρθρου 16 του ν. 1845/1989, που ορίζουν τα προσόντα διορισμού ή πρόσληψης και προαγωγής ερευνητή για τη βαθμίδα Γ (περ. β της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 1845/1989) και τα όργανα του αναιρεσείοντος που είναι αρμόδια να αποφασίζουν επί του συγκεκριμένου ζητήματος (παρ. 6 του άρθρου 16 του ν. 1845/1989) και στην εσφαλμένη μη εφαρμογή της παρ. 10 του άρθρου 16 του ίδιου νόμου, που ορίζει τις προϋποθέσεις της κατ' εξαίρεση προαγωγής ερευνητή για ανώτερη βαθμίδα. Συνεπώς, οι ως άνω διατάξεις δεν αναφέρονται στα απαιτούμενα προσόντα για την πρόσληψη ερευνητή για τη βαθμίδα Δ, διότι αυτά ορίζονται ειδικά στην περ. α της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 1845/1989 και με βάση την τελευταία αυτή διάταξη η προσθέτως παρεμβαίνουσα αξιολογήθηκε και στις 2.10.2017 προσλήφθηκε από το υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση - αναιρεσείον ως ερευνήτρια για τη βαθμίδα Δ και τοποθετήθηκε στο Ι. Γ. Β. και Φ. Π.. Επομένως, η έκβαση της παρούσας αναιρετικής δίκης δεν θίγει, από την άποψη του κρινόμενου με την ένδικη αίτηση αναίρεσης νομικού ζητήματος, τα έννομα συμφέροντα της προσθέτως παρεμβαίνουσας που αφορούν την πρόσληψή της, διότι αυτή έγινε με κριτήρια που ορίζονται σε κανόνα δικαίου διαφορετικό από τους ως άνω, των οποίων η εσφαλμένη ή μη ερμηνεία και εφαρμογή ερευνάται. Επίσης, και η αιτιώμενη με το δεύτερο, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σκέλος του τρίτου λόγου αναιρετική πλημμέλεια της παράβασης του δεδικασμένου του ουσιαστικού ζητήματος που κρίθηκε με τη με αριθμό 602/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης, δεν θεμελιώνει το άμεσο έννομο συμφέρον της προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβαίνουσας, καθότι, σύμφωνα με το άρθρο 322 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε τελεσίδικα δεν εκτείνεται και στον προσθέτως υπέρ διαδίκου παρεμβαίνοντα. (σχετ.ΑΠ 499/1981). Ενόψει αυτών η από 2.12.2021 πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβαίνουσα, αν και νικήθηκε, δεν καταδικάζεται στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του καθ'ου - αναιρεσίβλητου, διότι ο τελευταίος κατέθεσε κοινές προτάσεις κατά των αντιδίκων του και δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερα έξοδα για την αντίκρουση της πρόσθετης υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβασης (ΑΠ 1171/2012). Με το άρθρο 3 του ν. 1845/1989 (ΦΕΚ Α 102/26.4.1989), συστάθηκε το Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε), στη θέση του οποίου, μετά την κατάργησή του με το άρθρο 66 παρ. 1 του ν. 4002/2011 (ΦΕΚ Α' 180/22.8.2011), υπεισήλθε το ΝΠΙΔ, με την επωνυμία "Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός-ΔΗΜΗΤΡΑ (ΕΛΓΟ- ΔΗΜΗΤΡΑ)". Σύμφωνα με το άρθρο 55 παρ. 3 α, που φέρει τον τίτλο ¨Ρυθμίσεις Ελληνικού Οργανισμού -Δήμητρα", του ν. 4235/2014 (ΦΕΚ Α 32/11.2.2014) "ειδικώς για την εφαρμογή της διαδικασίας πρόσληψης, προαγωγής και τοποθέτησης των ερευνητών Ε.Λ.Γ.Ο. -ΔΗΜΗΤΡΑ εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 1845/1989 (Α 102), όπως ίσχυε στις 21.8.2011". Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ν. 1845/1989, το οποίο αντικαταστάθηκε και αναριθμήθηκε σε άρθρο 16 με την παρ. 9 του άρθρου 14 του ν. 3399/2005 [ΦΕΚ Α 255/17.10.2005]: "1. Το ερευνητικό προσωπικό κατέχει θέσεις ερευνητών που κατατάσσονται σε τέσσερις βαθμίδες Α', Β', Γ', Δ' με τους εξής αντίστοιχους τίτλους : Τακτικός ερευνητής - βαθμίδα Α'. Αναπληρωτής ερευνητής - βαθμίδα Β'. - Εντεταλμένος ερευνητής - βαθμίδα Γ', Δόκιμος ερευνητής - βαθμίδα Δ' [.....]. 2. Προσόντα διορισμού ή πρόσληψης και προαγωγής που απαιτούνται για κάθε βαθμίδα ορίζονται τα εξής : α) Για τη βαθμίδα Δ' : Διδακτορικό δίπλωμα σε ειδικότητα σχετική με. την αγροτική έρευνα. Γνώσεις και ικανότητα για υπεύθυνη εκτέλεση μιας φάσης ή ενός τμήματος ερευνητικού έργου, που να αποδεικνύονται από επίσημα στοιχεία. β) Για τη βαθμίδα Γ' : Εκτός από τα παραπάνω προσόντα, απαιτείται ο ερευνητής να έχει την ικανότητα να σχεδιάζει και να εκτελεί ερευνητικά έργα, να κατανέμει τμήματα ή φάσεις του έργου σε άλλους ερευνητές και να τους καθοδηγεί ή επιβλέπει. Επίσης απαιτείται να έχει κάνει πρωτότυπες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά, διεθνώς αναγνωρισμένου κύρους [...]. γ) για τη βαθμίδα Β [...], δ) για τη βαθμίδα Α [...]. 3. Στα κριτήρια αξιολόγησης που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο λαμβάνονται υπόψη κατά περίπτωση διπλώματα ευρεσιτεχνίας του κρινομένου και η συμμετοχή του στην ανάπτυξη νέων μεθόδων και προϊόντων. Πρόσθετα προσόντα μπορεί να προβλεφθούν στον κανονισμό κατάστασης προσωπικού του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. Με τον ίδιο κανονισμό ρυθμίζεται και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, σχετική με την κατάσταση του ερευνητικού προσωπικού. 4. [...]. 5. Η πλήρωση των κενών θέσεων του ερευνητικού προσωπικού στα ινστιτούτα του Ε.Θ.Ι.ΑΓ.Ε. γίνεται ύστερα από προκήρυξη, στην οποία ορίζονται και οι βαθμίδες. [...]. 6. Για την πρόσληψη και την προαγωγή αποφασίζει το Δ.Σ. (εννοείται το Διοικητικό Συμβούλιο) μετά σύμφωνη γνώμη του Ε.Σ. (εννοείται του Επιστημονικού Συμβουλίου), ύστερα από αιτιολογημένη έκθεση της τριμελούς επιτροπής που αναφέρεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 10 του νόμου αυτού. 7. [...], 8. [...], 9.[...], 10. Ερευνητής που έχει διακριθεί με τη συγγραφική του επίδοση, τη διεθνή προβολή στο χώρο της αγροτικής έρευνας και γενικά στην προώθηση της επιστήμης και της τεχνολογίας, μπορεί να κριθεί προακτέος κατ' εξαίρεση για ανώτερη βαθμίδα με απόφαση του Δ.Σ. του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Ε.Σ. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής ακολουθείται η διαδικασία της παραγράφου 6 του άρθρου αυτού". Από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 55 παρ. 3.α του ν. 4235/2014 και 16 παρ. 2 περ.β, 3, 5 και 6 του ν. 1845/1989, [όπως αντικαταστάθηκε και αναριθμήθηκε σε άρθρο 16 το άρθρο 17 του νόμου αυτού με την παρ. 9 του άρθρου 14 του ν. 3399/2005] συνάγονται τα ακόλουθα: Το ερευνητικό προσωπικό του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός - ΔΗΜΗΤΡΑ (ΕΛΓΟ -ΔΗΜΗΤΡΑ)" κατέχει θέσεις ερευνητών, που κατατάσσονται σε τέσσερις βαθμίδες, με ανώτερη την βαθμίδα Α και κατώτερη τη βαθμίδα Δ. Για το διορισμό ή την πρόσληψη που γίνεται κατόπιν προκήρυξης για την πλήρωση των κενών θέσεων, και την προαγωγή ερευνητή για τη βαθμίδα Γ απαιτούνται τα προσόντα που ειδικά ορίζονται για τη συγκεκριμένη αυτή βαθμίδα στην παράγραφο 2 περ. β του άρθρου 16 του ν. 1845/1989, απαιτείται, δηλαδή, ο υποψήφιος να έχει σωρευτικά τα προσόντα πρόσληψης για την (κατώτερη) βαθμίδα Δ και τα προσόντα πρόσληψης για τη βαθμίδα Γ. Συγκεκριμένα απαιτείται ο υποψήφιος ερευνητής: α) να κατέχει διδακτορικό δίπλωμα σε ειδικότητα σχετική με την αγροτική έρευνα και να έχει αποδεδειγμένες γνώσεις και ικανότητα για υπεύθυνη εκτέλεση μιας φάσης ή ενός τμήματος ερευνητικού έργου (προσόντα για τη βαθμίδα Δ) και επί πλέον β) να έχει την ικανότητα να σχεδιάζει και να εκτελεί ερευνητικά έργα, να κατανέμει τμήματα ή φάσεις του έργου σε άλλους ερευνητές, να καθοδηγεί ή να επιβλέπει τους τελευταίους και να έχει κάνει πρωτότυπες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά διεθνώς αναγνωρισμένου κύρους (προσόντα για τη βαθμίδα Γ). Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου του ν. 1845/1989 στα ως άνω κριτήρια αξιολόγησης λαμβάνονται υπόψη κατά περίπτωση διπλώματα ευρεσιτεχνίας του κρινόμενου ερευνητή, καθώς και η συμμετοχή του στην ανάπτυξη νέων μεθόδων και προϊόντων. Συνεπώς, οι διατάξεις των παρ. 2 περ. β και 3 του άρθρου 16 του ν. 1845/1989, πέραν των ως άνω οριζομένων τυπικών και ουσιαστικών προσόντων διορισμού ερευνητή για τη βαθμίδα Γ δεν ορίζουν τη συνδρομή και άλλων προσόντων, με την επιφύλαξη της δυνατότητας να προβλεφθούν πρόσθετα προσόντα από τον κανονισμό κατάστασης προσωπικού του "ΕΛΓΟ - ΔΗΜΗΤΡΑ". Για την πρόσληψη, εξάλλου, ερευνητή για τη βαθμίδα Γ αρχικά συντάσσεται αιτιολογημένη έκθεση από την συνιστάμενη προς υποβοήθηση του έργου του επιστημονικού συμβουλίου, κατά την παράγραφο 2 περ. η του άρθρου 55 του ν. 4235/2014 επιτροπή αξιολόγησης. Η έκθεση αυτή υποβάλλεται στο συγκροτούμενο κατά την παρ. 2 περ. α του άρθρου 55 του ν. 4235/2014 Επταμελές Επιστημονικό Συμβούλιο, το οποίο κατά την παρ. 2 περ. ζ του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου εισηγείται το διορισμό ή την πρόσληψη ή την προαγωγή του ερευνητικού προσωπικού στο Διοικητικό Συμβούλιο του "ΕΛΓΟ -ΔΗΜΗΤΡΑ", το οποίο, έχοντας τη σύμφωνη γνώμη του Επιστημονικού Συμβουλίου, αποφασίζει επί του ζητήματος αυτού. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 ΑΚ και των διατάξεων του άρθρου 16 παρ. 2 περ. β, 2, 3, 5 και 6 του ν. 1845/1989 όπως ισχύουν κατά τον ένδικο χρόνο (27.7.2017), εναργώς συνάγεται ότι η προκήρυξη διαγωνισμού από το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΛΓΟ -ΔΗΜΗΤΡΑ" για την πλήρωση οργανικών θέσεων ερευνητή για τη βαθμίδα Γ, συνιστά πρότασή του για κατάρτιση σύμβασης εργασίας προς αόριστο αριθμό ερευνητών που έχουν τα οριζόμενα στο άρθρο 16 παρ. 2 περ. β και παρ. 3 του ν. 1845/1989 τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η συμμετοχή δε του ενδιαφερόμενου, που αποδεδειγμένα έχει τα προσόντα αυτά και καταλαμβάνει κατά τους όρους της προκήρυξης σειρά επιτυχίας αντιστοιχούσα προς τον αριθμό των προκηρυχθεισών θέσεων, συνιστά αποδοχή της πρότασης και επιφέρει την κατάρτιση της σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή, πληρούται η αίρεση για την κατάρτιση σύμβασης εργασίας, οπότε η δια του Διοικητικού του Συμβουλίου εκφρασθείσα άρνηση του "ΕΛΓΟ -ΔΗΜΗΤΡΑ" να προσλάβει τον συμμετάσχοντα με επιτυχία στην προκηρυχθείσα θέση ερευνητή για τη βαθμίδα Γ, τον καθιστά υπερήμερο εργοδότη και υπόχρεο καταβολής μισθών υπερημερίας κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 956/2020, ΑΠ 1163/2019). Τέλος, εξ αντιδιαστολής με τις παρ. 2 περ. β και 3 του άρθρου 16 του ν.1845/1989, που, όπως αναφέρθηκε, ορίζουν τα κριτήρια αξιολόγησης που απαιτούνται είτε για την πρόσληψη ή τον διορισμό είτε για την προαγωγή ερευνητή για τη βαθμίδα Γ, η παράγραφος 10 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου ορίζει αποκλειστικά και μόνο τα κριτήρια με βάση τα οποία δύναται το Διοικητικό Συμβούλιο του "ΕΛΓΟ -ΔΗΜΗΤΡΑ" να αποφασίζει την κατ' εξαίρεση προαγωγή σε ανώτερη της κατεχόμενης βαθμίδα εκείνου του ερευνητή που ήδη υπηρετεί σε αυτό και που έχει διακριθεί με τη συγγραφική του επίδοση, τη διεθνή του προβολή στο χώρο της αγροτικής έρευνας και γενικά τη συμβολή του στην προώθηση της επιστήμης και της τεχνολογίας και συνεπώς δεν αφορά την πρόσληψη ή το διορισμό ερευνητικού προσωπικού. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 13/2022, ΑΠ 144/2019, ΑΠ 319/2017). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β` του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει αόριστες έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 415/2021, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 περ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (ΑΠ 1238/2018, ΑΠ 743/2017). Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 839/2019, ΑΠ 1611/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι :α) δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που θεώρησε αποδεδειγμένα στη διάταξη της περ. β της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 1845/1989, στο μέτρο που θεώρησε ότι το στοιχείο του "επιστημονικά υπεύθυνου" δεν προβλέπεται στη διάταξη αυτή, αλλά ότι ζητήθηκε επιπλέον από το αναιρεσείον ΝΠΙΔ, χωρίς αυτό να βρίσκει έρεισμα νόμο και β) αγνόησε τους επιστημονικούς κανόνες που ισχύουν για την αξιολόγηση "κάποιου" ως ερευνητή για τη βαθμίδα Γ, οι οποίοι (επιστημονικοί κανόνες) συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας στο συγκεκριμένο επαγγελματικό κύκλο των ερευνητών και συνδέονται με την ερμηνεία και την εφαρμογή της ως άνω διάταξης της περ. β της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 1845/1989. Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης και των κρίσιμων για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 25.4.2018 και με αριθμό κατάθεσης 40382/1315/208 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος επικαλείτο ότι, αν και με την αίτησή του κατέθεσε όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά προς πιστοποίηση των προσόντων που απαιτούσε η με αριθμό πρωτ. 23090/1.10.2014 προκήρυξη του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ" για την πλήρωση 100 θέσεων ερευνητή για τη Γ ή τη Δ βαθμίδα, μεταξύ των οποίων ήταν και μία θέση για τη θεματική ενότητα "Φυτική Παραγωγή" με κωδικό 37 και με γνωστικό αντικείμενο "Γ. Β. Λ. Φ." στην έδρα της ερευνητικής δομής στη Θεσσαλονίκη, το εναγόμενο στις 2.10.2017 (ημερομηνία ανάληψης καθηκόντων) δεν τον προσέλαβε ως ερευνητή για τη βαθμίδα Γ, άλλως για τη βαθμίδα Δ προς κάλυψη της ως άνω θέσης, ματαιώνοντας αντίθετα προς την καλή πίστη την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η σύναψη μεταξύ αυτού και του αντιδίκου του σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και προσβάλλοντας την προσωπικότητά του και ζητούσε: α) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο παρανόμως παρέλειψε να προσλάβει τον ενάγοντα από 2-10-2017 ως τακτικό ερευνητή βαθμίδας Γ', άλλως και επικουρικά βαθμίδας Δ, β)ν'αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να αποδέχεται εφεξής τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ως ερευνητή για τη βαθμίδα Γ άλλως για τη βαθμίδα Δ της θέσης 37, με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του προς την απόφαση που θα εκδοθεί, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας της χρονικής περιόδου από 2.10.2017 μέχρι 30.9.2018 το συνολικό ποσό των 19.830 ευρώ, εφόσον γίνει δεκτό το αίτημά του περί πρόσληψής του ως ερευνητή για τη βαθμίδα Γ, άλλως το συνολικό ποσό των 17.028 ευρώ, εφόσον γίνει δεκτό το επικουρικό του αίτημα περί πρόσληψής του ως ερευνητή για τη βαθμίδα Δ, με το νόμιμο τόκο κατά τα οριζόμενα στην αγωγή και δ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθμό 602/2020 απόφασή του, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το επικουρικό αίτημα της από 25.4.2018 αγωγής, δέχθηκε το κύριο αίτημα αυτής και α) αναγνώρισε ότι το εναγόμενο, αντίθετα προς την καλή πίστη, παρέλειψε να προσλάβει τον ενάγοντα ως τακτικό ερευνητή για τη βαθμίδα Γ της θέσης 37 από την 2.10.2017, καθιστάμενο έκτοτε υπερήμερο ως προς την αποδοχή των προσηκόντως προσφερόμενων υπηρεσιών του, β) υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος ως ερευνητή για τη βαθμίδα Γ της θέσης 37, με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του προς την απόφασή του, γ) υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα συνολικό το ποσό των 19.830 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής κάθε μισθού, για μισθούς υπερημερίας της χρονικής περιόδου από 2.10.2017 μέχρι 30.9.2018 και δ) αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 4.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης. Κατά της πρωτόδικης απόφασης, το εναγόμενο -εκκαλούν- αναιρεσείον άσκησε την από 3.7.2020 και με αριθμό κατάθεσης 42602/3137/2020 έφεση και τους από Νοέμβριος 2020 (και με αριθμό κατάθεσης 9153/856/2020) πρόσθετους λόγους έφεσης, επικαλούμενο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε το πρώτον και η από 1.12.2020 (και με αριθμό κατάθεσης 9232/867/2020) πρόσθετη υπέρ του εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος παρέμβαση της Ι. Μ., τακτικής ερευνήτριας αυτού. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφού συνεκδίκασε την έφεση, τους πρόσθετους λόγους έφεσης και την πρόσθετη υπέρ του εκκαλούντος παρέμβαση και αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, διατύπωσε τις ακόλουθες, αναιρετικά ανέλεγκτες, παραδοχές: "Το εναγόμενο με την υπ' αριθ. πρωτ. 23090/1.10.2014 προκήρυξή του, προκήρυξε την πλήρωση εκατό (100) θέσεων Ερευνητή Γ' ή Δ' βαθμίδας, μεταξύ των οποίων μία (1) θέση για τη θεματική ενότητα "Φυτική Παραγωγή", με κωδικό 37 και για το γνωστικό αντικείμενο "Γ. Β. Λ. Φ." στην έδρα της ερευνητικής δομής στη Θεσσαλονίκη. Ο ενάγων, έχοντας τα προσόντα για την πρόσληψή του ως Ερευνητή Δ' βαθμίδας ήτοι έχοντας διδακτορικό δίπλωμα του Πανεπιστημίου Wageningen της Ολλανδίας στη Βελτίωση Φυτών και γνώσεις και ικανότητα για υπεύθυνη εκτέλεση μιας φάσης ή ενός τμήματος ερευνητικού έργου - τα οποία δεν αμφισβητούνται από το εναγόμενο- υπέβαλε την από 16.10.2014 αίτησή του για δεκατέσσερις (14) συνολικά θέσεις της βαθμίδας Γ', συναφείς με το ερευνητικό του αντικείμενο. Στη συνέχεια, με την από 8.4.2016 εισηγητική έκθεση της τριμελούς Επιτροπής Αξιολόγησης προς το Επιστημονικό Συμβούλιο του εναγόμενου για τη θέση 37 στη βαθμίδα Δ', κρίθηκε, ομόφωνα, ο ενάγων πρώτος στη σειρά αξιολόγησης για τη βαθμίδα Δ', ενώ δεν έγινε καμία αναφορά για τη βαθμίδα Γ' και η προσθέτως παρεμβαίνουσα κρίθηκε, ομόφωνα, έβδομη στη σειρά αξιολόγησης για τη βαθμίδα Δ'. Μετά από αυτά, το Επιστημονικό Συμβούλιο του εναγόμενου στη 17η συνεδρίασή του στις 4.7.2016 ("για το θέμα 2") αποφάσισε ομόφωνα ότι κανένας των υποψηφίων δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για πρόσληψη στη βαθμίδα Γ' και ειδικότερα κανένας από τους υποψήφιους -μεταξύ των οποίων ήταν και ο ενάγων- δεν τεκμηρίωνε την ικανότητα υλοποίησης ερευνητικών έργων ως επιστημονικά υπεύθυνος και της κατανομής φάσεων ή τμημάτων του έργου σε άλλους ερευνητές και να τους καθοδηγεί ή επιβλέπει και ότι ο ενάγων δεν αξιολογήθηκε για τη βαθμίδα Δ', καθώς ο ίδιος αιτήθηκε (εννοείται να προσληφθεί) μόνο για τη Γ' βαθμίδα. Αποδείχθηκε επίσης ότι ο ενάγων με την υπ' αριθ. πρωτ. 40330/6.12.2016 ένστασή του διαμαρτυρήθηκε για την ανωτέρω κρίση και το Επιστημονικό Συμβούλιο του εναγόμενου στην 9η συνεδρίασή του στις 2.3.2017 ενέμεινε στην ανωτέρω απόφασή του, το δε Διοικητικό Συμβού¬λιο του εναγόμενου στην 92η συνεδρίασή του στις 8.6.2017 αποδέχθηκε την αμέσως παραπάνω απόφαση του Επιστημονικού Συμβουλίου και τέλος το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγόμενου στην 94η συνεδρίασή του στις 27.7.2017 αποφάσισε την αποδοχή ως οριστικού του πίνακα κατάταξης των υποψηφίων προς πρόσληψη και για τη θέση με κωδικό … καθώς και την πρόσληψη για τη θέση αυτή αρχικά της Α. Τ. ως Ερευνήτριας με βαθμίδας Δ' -και μετά την από παραίτηση της τελευταίας, της προσθέτως παρεμβαίνουσας, με την 96η συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγόμενου στις 28.9.2017, από 1.11.2017- και ως ημερομηνία ανάληψης καθηκόντων ορίστηκε η 2.10.2017. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο ενάγων πληρούσε τις προϋποθέσεις για την πρόσληψή του ως Ερευνητή στη βαθμίδα Δ' (ήτοι συνάφεια διδακτορικού του διπλώματος, συνάφεια ερευνητικού έργου, γνώσεις και ικανότητα για υπεύθυνη εκτέλεση μιας φάσης ή ενός τμήματος ερευνητικού έργου), ενώ κρίθηκε από τα ανωτέρω όργανα του εναγόμενου (Επιστημονικό Συμβούλιο και Διοικητικό Συμβούλιο) ότι δεν πληρούσε την πρόσθετη προϋπόθεση η οποία απαιτείται για την πλήρωση της θέσης του Ερευνητή βαθμίδας Γ', ήτοι την ικανότητα να σχεδιάζει και να εκτελεί ερευνητικά έργα, να κατανέμει τμήματα ή φάσεις του έργου σε άλλους ερευνητές και να τους καθοδηγεί ή επιβλέπει. Τα ανωτέρω όργανα του εναγόμενου αξιολόγησαν τα προσόντα του ενάγοντος και έκριναν ότι ο τελευταίος δεν πληροί την ανωτέρω προϋπόθεση, διαλαμβάνοντας στην κρίση τους ένα επιπλέον στοιχείο, το οποίο δεν βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις που εκτέθηκαν στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας (ενν. στις διατάξεις της περ. β της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 1846/1989) και το οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε για άλλους υποψήφιους για τη θέση του Ερευνητή βαθμίδας Γ' -όπως στην περίπτωση του Ι. Γ., ο οποίος κρίθηκε από το Επιστημονικό Συμβούλιο του εναγόμενου (στη 17η συνεδρίασή του στις 4.7.2016 "για το θέμα 1") ότι πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις για την ανωτέρω θέση και κρίθηκε ότι έπρεπε να καταλάβει τη θέση του Ερευνητή βαθμίδας Γ' στη θέση με κωδικό 38 στη θεματική ενότητα "Φυτική Παραγωγή" και με γνωστικό αντικείμενο "Μοριακή Βελτίωση Καλλιεργούμενων Φυτών", παρότι η εισηγητική έκθεση της τριμελούς Επιτροπής Αξιολόγησης προς το Επιστημονικό Συμβούλιο του εναγόμενου είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο ανωτέρω συνυποψήφιος του ενάγοντος δεν είχε την ικανότητα να σχεδιάζει και να εκτελεί ερευνητικά έργα, να κατανέμει τμήματα ή φάσεις του έργου σε άλλους ερευνητές και να τους καθοδηγεί ή επιβλέπει- ήτοι εκείνο του "επιστημονικά υπευθύνου", όπως αυτή η τελευταία φράση ρητά αναφέρεται στην ως άνω κρίση του Επιστημονικού Συμβουλίου του εναγόμενου στη 17η συνεδρίασή του στις 4.7.2016 ("για το θέμα 2"), την οποία (ως άνω κρίση) αποδέχθηκε και το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγόμενου, αποφασίζοντας τη μη πρόσληψη του ενάγοντος στη θέση του Ερευνητή βαθμίδας Γ' για τη θέση με κωδικό 37, όπως ο ενάγων ζητούσε. Ωστόσο, [...] ο ενάγων κάλυπτε επαρκώς και την ανωτέρω προϋπόθεση, η οποία απαιτείται για την πρόσληψή του ως Ερευνητή στη βαθμίδα Γ. Ειδικότερα, [...] ο ενάγων, εκτός των άλλων προσόντων του που δεν αμφισβητήθηκαν από το εναγόμενο και την προσθέτως παρεμβαίνουσα και των έξι (6) πρωτότυπων δημοσιεύσεων σε επιστημονικά περιοδικά διεθνώς αναγνωρισμένου κύρους στις οποίες είχε προβεί, ήταν μεταδιδακτορικός ερευνητής και μέλος ερευνητικής ομάδας του έργου …"Βελτίωση της ποιότητας και της θρεπτικής αξίας των ελληνικών ποικιλιών τομάτας με χρήση της Γονιδιωματικής" από το Φεβρουάριο του 2013 έως το Μάρτιο του 2015. Συντονιστής του ως άνω έργου ήταν το "Αριστοτέλειο Παν/μιο Θεσσαλονίκης- Τμήμα Φαρμακευτικής, Τομέας Φαρμακογνωσίας-Φαρμακολογίας" και σε αυτό συμμετείχαν οι ανώνυμες εταιρείες "ΑΓΚΡΙΤΕΧ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ Α.Ε.", "ΑΓΚΡΟΛΑΜΠ Α.Ε.", "ΒΙΤΡΟ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", το εναγόμενο-Κέντρο Γεωργικής Έρευνας Βόρειας Ελλάδας και το "ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΜΕΝΩΝ ΒΙΟΕΠΙΣΤΗΜΩΝ-ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ". Στα πλαίσια του πιο πάνω έργου ο ενάγων ήταν υπεύθυνος για το σχεδιασμό και την εκτέλεση πειραμάτων τμήματος του ως άνω έργου και δη πειραμάτων θερμοκηπίου και μοριακής βιολογίας φυτών, ανέθετε δε κομμάτια των πειραμάτων αυτών στο θερμοκήπιο του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου και στο Εργαστήριο Βιοτεχνολογίας στους τεχνικούς επιστήμονες που εργάζονταν στο ίδιο έργο με αυτόν, ήτοι στην Α. Σ. και στη συνέχεια στην αντικαταστάτριά της Ε. Π. και επέβλεπε την πειραματική διαδικασία. Συνεπώς ο ενάγων, ενόψει του ότι είχε αξιολογηθεί πρώτος στη σειρά αξιολόγησης για τη βαθμίδα Δ', ήτοι υπερείχε των λοιπών συνυποψήφιων του -μεταξύ δε αυτών και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, η οποία είχε αξιολογηθεί έβδομη στη σειρά αξιολόγησης για τη βαθμίδα Δ'- [...] συγκέντρωνε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που απαιτεί ο νόμος για την πρόσληψή του ως Ερευνητή στη βαθμίδα Γ' της θέσης με κωδικό … [...].. Επομένως το εναγόμενο, με το να μην προσλάβει τον ενάγοντα στην παραπάνω θέση ως Ερευνητή της βαθμίδας Γ' από 2.10.2017, κρίνοντας ότι δεν διέθετε την ικανότητα να σχεδιάζει και να εκτελεί ερευνητικά έργα, να κατανέμει τμήματα ή φάσεις του έργου σε άλλους ερευνητές και να τους καθοδηγεί ή επιβλέπει και διαλαμβάνοντας στην κρίση του αυτή το στοιχείο του "επιστημονικά υπεύθυνου", το οποίο δεν προβλέπεται στις ανωτέρω διατάξεις νόμου, ήτοι απαιτώντας περισσότερα στοιχεία από αυτά που προβλέπει η σχετική ως άνω διάταξη του νόμου (άρθρο 16 του ν. 1845/1989) για την πλήρωση της θέσης ερευνητή βαθμίδας Γ άσκησε καταχρηστικά το διευθυντικό του δικαίωμα [...] Επίσης ματαιώνοντας δια των ανωτέρω οργάνων του αντίθετα προς την καλή πίστη την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης σύναψης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, κατέστη υπερήμερο ως προς την αποδοχή των προσηκόντως προσφερόμενων υπηρεσιών του ενάγοντος ως ερευνητή βαθμίδας Γ από τις 2.10.2017 και εφεξής [...]". Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, εναργώς προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας ορθά υπήγαγε τα ουσιαστικά και τυπικά προσόντα του ενάγοντος στην εφαρμοστέα ουσιαστικού δικαίου διάταξη της περ. β της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 1845/1989, που ορίζει τα προσόντα που απαιτούνται για την πρόσληψη ερευνητή για τη βαθμίδα Γ και ορθά δέχθηκε ότι κατά την ίδια διάταξη δεν απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ο ερευνητής να έχει διατελέσει επιστημονικά υπεύθυνος έργου ή τμήματος έργου, καθότι το πρόσθετο αυτό προσόν δεν ορίζεται στη συγκεκριμένη διάταξη. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμο το πρώτο από τον αριθμό 1 εδαφ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου, με το οποίο υποστηρίζεται ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στην εφαρμοστέα διάταξη της περ. β της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 1845/1989, στο μέτρο που δέχθηκε ότι το στοιχείο "του επιστημονικά υπεύθυνου" δεν προβλέπεται στη διάταξη αυτή και ότι τούτο ζητήθηκε επιπλέον από το αναιρεσείον ΝΠΙΔ χωρίς νομικό έρεισμα. Εξάλλου, δεν απαιτείτο το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να χρησιμοποιήσει ως διδάγματα της κοινής πείρας τους κατά το αναιρεσείον "επιστημονικούς κανόνες" του "επιστημονικά υπεύθυνου έργου" για την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης διαφοράς, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στη διάταξη της περ. β της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 1854/1989. Τούτο διότι ο όρος "επιστημονικά υπεύθυνος", ακόμη και αν χρησιμοποιείται απαρεγκλίτως στην ερευνητική κοινότητα της χώρας για να τεκμηριωθεί η ικανότητα του ερευνητή να σχεδιάζει ερευνητικά έργα και να κατανέμει τμήματά τους σε άλλους ερευνητές, δεν συνιστά δίδαγμα της κοινής πείρας κατά την εκτεθείσα στην προηγηθείσα νομική σκέψη έννοια, διότι δεν συνιστά γενική και αφηρημένη αρχή που αντλείται από τις γενικές επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η διάταξη της περ. β της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 1845/1989 που, όπως εκτέθηκε, ορίζει τα προσόντα που απαιτούνται για να προσληφθεί από το αναιρεσείον ερευνητής για τη βαθμίδα Γ, δεν περιέχει αόριστες νομικές έννοιες για την ερμηνεία των οποίων να απαιτείται η χρησιμοποίηση διδαγμάτων της κοινής πείρας, αλλά αντίθετα έχει σαφή, ορισμένη και μη χρήζουσα ερμηνείας διατύπωση. Κατά συνέπεια, το δεύτερο, από τον αριθμό 1 εδαφ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, με το οποίο υποστηρίζονται τα ως άνω αντίθετα, είναι αβάσιμο. Με το δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το αποδεικτικό της πόρισμα στηρίχθηκε σε μια υποτιθέμενη διακριτική μεταχείριση, την οποία επιφύλαξαν τα όργανα του αναιρεσείοντος σε ένα άλλο υποψήφιο τον Ι. Γ., εκλέγοντάς τον στη βαθμίδα Γ, που αποδεδειγμένα δεν διέθετε προηγούμενη εμπειρία επιστημονικώς υπεύθυνου σε ερευνητικά έργα, χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι ο Ι. Γ. αξιολογήθηκε και εκλέχθηκε σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 16 του ν. 1845/1985 και όχι με τη διάταξη της περ. β της παρ. 2 του ως άνω άρθρου του ίδιου νόμου, με βάση το οποίο κρίθηκε η μη πρόσληψη του αναιρεσίβλητου. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόμενο ότι: "Τα ανωτέρω όργανα του εναγόμενου αξιολόγησαν τα προσόντα του ενάγοντος και έκριναν ότι ο τελευταίος δεν πληροί την ανωτέρω προϋπόθεση διαλαμβάνοντας στην κρίση τους ένα επιπλέον στοιχείο, το οποίο δεν βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις που εκτέθηκαν στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας (εννοείται στις διατάξεις της περ. β της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 1845/1989) και το οποίο δεν χρησιμοποιήθηκε για άλλους υποψήφιους για τη θέση του Ερευνητή βαθμίδας Γ' -όπως στην περίπτωση του Ι. Γ., ο οποίος κρίθηκε από το Επιστημονικό Συμβούλιο του εναγόμενου [...] ότι πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις για την ανωτέρω θέση και κρίθηκε ότι έπρεπε να καταλάβει τη θέση του Ερευνητή βαθμίδας Γ' στη θέση με κωδικό … στη θεματική ενότητα "Φυτική Παραγωγή" και με γνωστικό αντικείμενο "Μοριακή Βελτίωση Καλλιεργούμενων Φυτών", παρότι η εισηγητική έκθεση της τριμελούς Επιτροπής Αξιολόγησης προς το Επιστημονικό Συμβούλιο του εναγόμενου είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο ανωτέρω συνυποψήφιος του ενάγοντος δεν είχε την ικανότητα να σχεδιάζει και να εκτελεί ερευνητικά έργα, να κατανέμει τμήματα ή φάσεις του έργου σε άλλους ερευνητές και να τους καθοδηγεί ή επιβλέπει- ήτοι εκείνο του "επιστημονικά υπευθύνου"", ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη της περ. β της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 1845/1989 και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη της παρ. 10 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου. Τούτο διότι, όπως ήδη εκτέθηκε στην προηγηθείσα σκέψη, η παρ. 10 εδαφ. α του άρθρου 16 του ν. 1845/1989 ορίζει ότι: "Ερευνητής που έχει διακριθεί με τη συγγραφική του επίδοση, τη διεθνή προβολή στο χώρο της αγροτικής έρευνας και γενικά στη συμβολή του στην προώθηση της επιστήμης και της τεχνολογίας, μπορεί να κριθεί προακτέος κατ εξαίρεση για ανώτερη βαθμίδα με απόφαση του Δ.Σ. του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε (και σύμφωνα με το άρθρο 55 παρ. 3α με απόφαση του Δ.Σ. του αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ") και, επομένως, είναι εφαρμοστέα μόνον όταν με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος κατ' εξαίρεση προάγεται στην επόμενη της κατεχόμενης βαθμίδα ήδη απασχολούμενος στο αναιρεσείον ερευνητής και δεν τυγχάνει εφαρμογής όταν με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος αποφασίζεται η πρόσληψη ή μη πρόσληψη εκείνου που συμμετείχε σε διαγωνισμό που προκηρύχθηκε από το αναιρεσείον για την πλήρωση θέσης ερευνητή για τη βαθμίδα Γ, (όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση), καθότι στην τελευταία περίπτωση, όπως ήδη εκτέθηκε, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των παρ. 2 περ. β και 3 του άρθρου 16 του ν. 1845/1989, που αντίστοιχα ορίζουν τα απαιτούμενα προσόντα και τα κριτήρια αξιολόγησης για την πρόσληψη από το αναιρεσείον ΝΠΙΔ ερευνητή για τη βαθμίδα Γ. Με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος "είχε αξιολογηθεί πρώτος στη σειρά αξιολόγησης για τη βαθμίδα Δ, ήτοι υπερείχε των λοιπών συνυποψηφίων του -μεταξύ δε αυτών και της παρεμβαίνουσας, η οποία είχε αξιολογηθεί έβδομη στη σειρά αξιολόγησης για τη βαθμίδα Δ - χωρίς αυτό να αμφισβητείται από το εναγόμενο και την προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνουσα" και άρα "συγκέντρωνε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που απαιτεί ο νόμος για την πρόσληψή του ως ερευνητή στη βαθμίδα Γ της θέσης με κωδικό … σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας" αφενός παραβίασε την παρ. 6 του άρθρου 16 του ν. 1845/1989, κατά την οποία το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος έχει την αρμοδιότητα, μετά από σύμφωνη γνώμη του Επιστημονικού Συμβουλίου, να αποφασίζει αν κάποιος υποψήφιος πρέπει να αξιολογηθεί η όχι και αφετέρου αγνόησε το δεδικασμένο που απορρέει από την ακόλουθη ουσιαστική παραδοχή της πρωτόδικης απόφασης: "Από το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων ορθώς δεν αξιολογήθηκε για τη βαθμίδα Δ της θέσης 37 από το Επιστημονικό και Διοικητικό Συμβούλιο, διότι δεν είχε παραδεκτώς υποβάλει αίτηση ως προς αυτή τη βαθμίδα [...]. Πρέπει επομένως να απορριφθεί το επικουρικό αίτημα της αγωγής ως κατ' ουσία αβάσιμο", η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, καθότι δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραβίαση (με τη μη εφαρμογή της) της παρ. 6 του άρθρου 16 του ν. 1845/1989 στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, και, ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος. Τούτο διότι η κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος αποσπασματική ως άνω παραδοχή, που διαλαμβάνεται στο 15ο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης και που αρχίζει με τη φράση "Συνεπώς, ο ενάγων ενόψει του ότι είχε αξιολογηθεί πρώτος [...]" είναι το αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνήγαγε με βάση τα κατά λέξη παρατεθέντα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα και δεν συνιστά παραδοχή του ως προς την αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος να αποφασίζει για την πρόσληψη ή τη μη πρόσληψη ερευνητή για τη βαθμίδα Γ, ώστε να πρέπει να εφαρμοστεί η παρ. 6 του άρθρου 16 ν. 1845/1989, που ορίζει τις αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου. Επίσης, και το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης, με το οποίο προσάπτεται η από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμο, ως ερειδόμενο επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Τούτο, διότι με τις παρατεθείσες ουσιαστικές του παραδοχές το Εφετείο δεν κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να προσληφθεί ως ερευνητής για τη βαθμίδα Δ της θέσης …, ώστε να παραβιάσει το δεδικασμένο που υπάρχει από το παρατεθέν ουσιαστικό ζήτημα, το οποίο κρίθηκε με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και το οποίο δεν προσβλήθηκε με έφεση από τον αναιρεσίβλητο, όπως αβάσιμα το αναιρεσείον υποστηρίζει. Αντίθετα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος είχε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και για τη βαθμίδα Δ και για τη βαθμίδα Γ, κατέληξε στο ορθό συμπέρασμα ότι αυτός πληρούσε τα προσόντα που ορίζονται στην περ. β της παραγράφου 2 του άρθρου 16 του ν. 1845/1989 και ότι, επομένως, έπρεπε να προσληφθεί από το αναιρεσείον στη θέση με κωδικό … ως ερευνητής Γ βαθμίδας. Ενόψει αυτών ο ως άνω τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης είναι συνολικά αβάσιμος και απορριπτέος. Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα προαναφέρθηκαν και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η ένδικη από 28.4.2021 και με αριθμό κατάθεσης 2655/336/2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 787/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί. Το αναιρεσείον ΝΠΙΔ, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση της Ι. Μ. του Β., που ασκήθηκε με το από 02.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης 45/2021 δικόγραφο. Απορρίπτει την από 28.4.2021 και με αριθμό κατάθεσης 2655/336/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 787/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός - ΔΗΜΗΤΡΑ (ΕΛΓΟ -ΔΗΜΗΤΡΑ)" στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ε. Ρ. του Π., τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ