Αριθμός 17/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σολωμάκο. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-4-2008 και 11-11-2008 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκε η 87/2009 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 307/2009 απόφασή του και η 5056/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-12-2011 αίτησή του και τον από 22-10-2012 πρόσθετο λόγο αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 19-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του προσθέτου λόγου αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου λόγου, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. (A) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005). Εξάλλου, κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία - ΟλΑΠ 1/1999, 32/1996). Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 721/2011). Τέλος, κατά τον αριθμό 8 του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1703/2008), ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, εάν ο ισχυρισμός, με την προδιαληφθείσα έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). (Β) Από τις διατάξεις του άρθ.63§§3, 4 και 5 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων συνάγεται ότι (1) είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα κάθε έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (2) κατ' εξαίρεση επιτρέπεται από δικηγόρο η με πάγια αντιμισθία, ετήσια ή μηνιαία, παροχή καθαρά νομικών υπηρεσιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου, ενώ απαγορεύεται η συμφωνία για την παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή με προθεσμία, τέτοια δε με προθεσμία σύμβαση θεωρείται ως αορίστου χρόνου (3) η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με την μορφή της έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου (4) η σύμβαση έργου ως και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται εξ υπαρχής, από την κατάρτισή τους, ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλ. ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθ. 11§1 ν. 1649/1986 "Τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα των Δικηγόρων και άλλες διατάξεις" προκύπτει, ότι η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή η αποκλειστική ή η συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθ. 9 ν. 1232/1982 και στο άρθ. 1§6 ν. 1256/1982, γίνεται με επιλογή ύστερ' από προκήρυξη, η διάταξη, όμως, αυτή δεν εφαρμόζεται για την πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου των παραπάνω νομικών προσώπων και η σχετική σύμβαση καταρτίζεται αποκλειστικά με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον, βέβαια, η ειδική νομοθεσία που διέπει το νομικό πρόσωπο δεν προβλέπει ότι προηγείται της πρόσληψης ανάλογη διοικητική διαδικασία (ΑΠ 1619/2011, ΣτΕ 1568/2010). Περαιτέρω, με τον 69/1994 Κανονισμό της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (ΦΕΚ Α' 86) καταρτίσθηκε και εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 42§§2 και 4 ν. 590/1977 ο "Οργανισμός Διοικήσεως Ταμείου Προνοίας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος", που έχει επομένως ισχύ ουσιαστικού νόμου, με τον οποίο ορίσθηκε (1) με το άρθ. 7 ότι στις αρμοδιότητες του Τμήματος Νομικών Υπηρεσιών περιλαμβάνεται η επιμέλεια της παρακολούθησης των παραπεμπομένων από το ΔΣ ή άλλο αρμόδιο όργανο του Ταμείου δικαστικών, νομικών και φορολογικών θεμάτων, η μέριμνα για την παρακολούθηση και διεκπεραίωση των πάσης φύσεως δικών του Ταμείου ενώπιον παντός αρμοδίου δικαστηρίου, καθώς και η υποστήριξη και προάσπιση των συμφερόντων του Ταμείου ενώπιον των δικαστικών, διοικητικών ή άλλων αρχών, η γνωμοδότηση ή εισήγηση για κάθε νομικό θέμα και ιδίως για θέματα αναγόμενα σε ερμηνεία και εφαρμογή των νόμων, του καταστατικού και του Οργανισμού, τα οποία παραπέμπονται από το ΔΣ ή άλλο όργανο του Ταμείου, η παροχή νομικής φύσης οδηγιών προς τις υπηρεσίας του Ταμείου, η γνωμοδότηση σε περιπτώσεις συμβιβασμού και παραίτησης από δικαιώματα, αξιώσεις, αγωγές και ένδικα μέσα, η ευθύνη επεξεργασίας των πάσης φύσεως συμβάσεων και άλλων δικαιοπραξιών του Ταμείου κ.λπ. (2) με το άρθ. 8 ότι στο τακτικό προσωπικό του Ταμείου στην κατηγορία ΠΕ υπάγεται ο κλάδος προσωπικού έμμισθης εντολής με προβλεπομένη μία θέση δικηγόρου - νομικού συμβούλου, με άδεια άσκησης της δικηγορίας ενώπιον του Αρείου Πάγου και (3) με το άρθ. 10 ότι στο Τμήμα της Νομικής Υπηρεσίας προϊστάμενος είναι ο νομικός σύμβουλος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για το ως άνω Ταμείο προβλεπόταν Τμήμα Νομικών Υπηρεσιών με τις προπεριγραφείσες αρμοδιότητες, αποτελούμενο από έναν δικηγόρο - νομικό σύμβουλο, συγχρόνως και Προϊστάμενο του Τμήματος, ο οποίος ήταν δικηγόρος και νομικός σύμβουλος του Ταμείου, χωρίς διάκριση μεταξύ των δύο αυτών ιδιοτήτων, και επομένως στα καθήκοντά του περιλαμβανόταν τόσο η παροχή γνωμοδοτήσεων, νομικών συμβουλών κ.λπ., όσο και η ενώπιον των δικαστηρίων παράστασή του για την υπεράσπιση και διεκπεραίωση των υποθέσεων του Ταμείου χωρίς περιορισμό, αφού αυτό ανήκε στις αρμοδιότητες του Νομικού Τμήματος, το οποίο στελεχωνόταν, όπως προαναφέρθηκε, από έναν δικηγόρο -νομικό σύμβουλο, δηλ. από μέλος του προσωπικού ΠΕ με διπλή ιδιότητα, που ήταν και προϊστάμενος του Τμήματος αυτού. Με το δέκατο έβδομο άρθρο του ν. 3607/2007 ορίσθηκε ότι "§1. Το Ταμείο Προνοίας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος ... καταργείται από την πρώτη του τετάρτου μήνα από την δημοσίευση του παρόντος νόμου.§. Στο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ) συνιστάται από την ίδια παραπάνω ημερομηνία Κλάδος με την ονομασία "Κλάδος Προνοίας ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος", ο οποίος στο εξής θα αποκαλείται "Κλάδος", στον οποίο υπάγονται υποχρεωτικά α) οι ασφαλισμένοι του καταργούμενου Ταμείου β) οι εφεξής διοριζόμενοι με την ιδιότητα με την οποία θα ασφαλίζονταν υποχρεωτικά στο καταργούμενο Ταμείο. Ο Κλάδος αυτός έχει πλήρη οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια ... §15. Όλες οι υφιστάμενες κατά την κατάργηση του Ταμείου θέσεις που προβλέπονται στον Κανονισμό του και το υπηρετούν προσωπικό και ο δικηγόρος αυτού μεταφέρονται στο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ) από την ημερομηνία κατάργησής του. Η υπηρεσία του προσωπικού αυτού θεωρείται για κάθε συνέπεια ότι διανύθηκε στη νέα του θέση". Από τις διατάξεις αυτές και δη της§15, και παρά την κάπως ατελή διατύπωσή της, συνάγεται ότι στο ΤΠΔΥ (αναιρεσείον) μεταφέρθηκε και ο δικηγόρος - νομικός σύμβουλος του καταργηθέντος Ταμείου και Προϊστάμενος του Τμήματος Νομικών Υπηρεσιών αυτού, παρά το γεγονός ότι στην παραπάνω διάταξη γίνεται λόγος μόνο για δικηγόρο, αφού στο καταργηθέν Ταμείο προβλεπόταν μόνο μία θέση δικηγόρου - νομικού συμβούλου, χωρίς διάκριση των ιδιοτήτων αυτών, που στελέχωνε το Τμήμα Νομικών Υπηρεσιών αυτού, όντας συγχρόνως και Προϊστάμενος αυτού. Επειδή μάλιστα πρόκειται για μεταφορά, και όχι πρόσληψη σε ΝΠΔΔ ανήκον στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, και δη Προϊσταμένου Νομικής Υπηρεσίας αλλά και νομικού συμβούλου αυτού, δεν απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας του άρθ. 11 ν. 1649/1986, ούτε του άρθ. 103§7 του Συντάγματος, αλλά ούτε και υφίσταται απαγόρευση από το άρθ. 1 της ΠΥΣ 33/2006 περί αναστολής έως 31-12-2007 (η οποία παρατάθηκε επανειλημμένα) του διορισμού και της πρόσληψης του πάσης φύσεως προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ, των ΟΤΑ κ.λπ., εάν η κατά τον ανωτέρω τρόπο τοποθέτηση (με την εκ του νόμου μεταφορά προσωπικού του καταργηθέντος Ταμείου στο ΤΠΔΥ) λάμβανε χώρα μέσα στα χρονικά όρια ισχύος της απαγόρευσης αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί αγωγών του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ "Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων" (ΤΠΔΥ), με αντικείμενο αξιώσεις του από άκυρη καταγγελία της σύμβασης κ.λπ., με την οποία είχε προσληφθεί ως νομικός σύμβουλος - προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας του ΝΠΔΔ "Ταμείο Προνοίας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος", από το οποίο και λόγω της ως άνω κατάργησής του μεταφέρθηκε στο αναιρεσείον, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι με την 51/9-8-2007 απόφαση του ΔΣ του Ταμείου Προνοίας Ορθόδοξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος (Τ.Π.Ο.Ε.Κ.Ε.), ΝΠΔΔ, εγκρίθηκε η πρόσληψη του ενάγοντος ως νομικού συμβούλου - προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας του ως άνω Ταμείου, θέση η οποία είναι νομοθετημένη και προβλέπεται από το άρθ. 8 του 69/1994 Κανονισμού της Ι. Συνόδου περί Οργανισμού Διοίκησης και ανήκει στο προσωπικό του Ταμείου, είναι δε αυτός ασφαλισμένος στο Ταμείο και απολαμβάνει όλων των δικαιωμάτων του τακτικού προσωπικού, ενώ στο άρθ. 10 του κανονισμού ορίζεται ότι Προϊστάμενος του Τμήματος Νομικής Υπηρεσίας είναι ο νομικός σύμβουλος, ότι με το με αριθ. πρωτ. 8309/20-12-2007 πρωτόκολλο εμφάνισης και ανάληψης υπηρεσίας μεταξύ του Γενικού Διευθυντή του Ταμείου και του ενάγοντος ο τελευταίος ανέλαβε υπηρεσία, ενώ ο Γενικός Διευθυντής του Ταμείου με το 8308/20-12-2007 έγγραφό του ανήγγειλε στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, σύμφωνα με τον Κώδικα των Δικηγόρων, την τοποθέτηση του ενάγοντος ως νομικού συμβούλου στο Ταμείο, ο οποίος έκτοτε ασκούσε καθημερινά τα καθήκοντά του στο Ταμείο, όπως αυτά διαγράφονται στον ως άνω Οργανισμό, ότι με το δέκατο έβδομο άρθρο του ν. 3607/2007 συστάθηκε Κλάδος Προνοίας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος (ΚΠΟΕΚΕ) στο εναγόμενο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ), ενώ ταυτόχρονα καταργήθηκε το Ταμείο Προνοίας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος (ΤΠΟΕΚΕ) και ορίσθηκε ότι όλες οι υφιστάμενες κατά την κατάργηση του Ταμείου θέσεις που προβλέπονται στον Κανονισμό του και το υπηρετούν προσωπικό και ο δικηγόρος αυτού μεταφέρονται στο ΤΠΔΥ από την ημερομηνία κατάργησής του, ότι με τον τρόπο αυτόν από 1-2-2008 την διοίκηση και διαχείριση του ΚΠΟΕΚΕ, δηλ. του πρώην ΤΠΟΕΚΕ, ασκεί το ΔΣ του ΤΠΔΥ (εναγομένου), ο δε ενάγων και υπό τη νέα διοίκηση του Ταμείου συνέχισε να προσφέρει ουσιαστικά τις υπηρεσίες του, όπως στο ΤΠΟΕΚΕ, και όπως διαγράφονται στον Κανονισμό του, π.χ. έδωσε πολλές γνωμοδοτήσεις που του ζητήθηκαν από τη νέα Διεύθυνση του Ταμείου, άσκησε αγωγή κατά οφειλετών αυτού στο Αίγιο, επιμελήθηκε όλων των σε εκκρεμότητα δικαστικών και νομικών υποθέσεων, ενώ γενικά το νέο Ταμείο αποδέχθηκε τις υπηρεσίες του, ότι με την 11/12-3-2008 απόφαση του ΔΣ αυτού το εναγόμενο ΤΠΔΥ γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι ο διορισμός του δεν είναι νόμιμος και τον κάλεσε να παύσει να παρέχει τις υπηρεσίες του με την αιτιολογία ειδικότερα ότι (α) η πρόσληψή του είχε γίνει χωρίς να τηρηθούν οι διατάξεις του ν. 1649/1986 (β) η σχετική απόφαση του ΤΠΟΕΚΕ λήφθηκε πριν από την κένωση της υπάρχουσας θέσης (γ) δεν υπάρχει πρακτικό ορκωμοσίας (δ) δεν έχει δημοσιευθεί ο διορισμός του στην ΕτΚ, ότι κατά τα προδιαληφθέντα ο ενάγων προσελήφθη ως νομικός σύμβουλος - προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας του ΤΠΟΕΚΕ και γι' αυτό δεν ήταν απαραίτητη η τήρηση της διαδικασίας του άρθ. 11 ν. 1649/1986 και κατά συνέπεια νόμιμα το ΔΣ του ΤΠΟΕΚΕ αποφάσισε την ως άνω πρόσληψή του, ενώ όλες οι προβλεπόμενες και υφιστάμενες κατά την κατάργηση του Ταμείου θέσεις και το υπηρετούν προσωπικό και ο δικηγόρος αυτού μεταφέρονται στο ΤΠΔΥ από την ημερομηνία κατάργησής του, έγινε επομένως μεταφορά της θεσμοθετημένης θέσης του νομικού συμβούλου, ενώ δεν είναι απαραίτητη η ορκωμοσία του, η δε πρόσληψή του με έμμισθη εντολή δεν προκύπτει από κάποια διάταξη νόμου ότι έπρεπε να δημοσιευθεί σε ΦΕΚ, αφού μόνη υποχρέωση του εντολέως είναι η αναγγελία στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, όπως και έγινε, ως εκ τούτου δε, εφόσον η πρόσληψη του ενάγοντος ήταν νόμιμη, η ως άνω 11/2008 απόφαση του εναγομένου ΤΠΔΥ ενσωματώνει πραγματική καταγγελία, η οποία, όμως, είναι άκυρη, διότι μπορούσε να γίνει μόνο για σπουδαίο λόγο, ότι κατά συνέπεια η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος είναι άκυρη και το εναγόμενο, που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, είναι υπερήμερο και υποχρεούται να του καταβάλλει τις αποδοχές του, ειδικότερα δε ο ενάγων για το επίμαχο χρονικό διάστημα από 20-12-2007 έως 31-12-2008 δικαιούται τα αναλυτικά αναφερόμενα εκεί ποσά, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές οι αγωγές του ενάγοντος. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε δε συναφώς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, τις διατάξεις των άρθρων (α) 7 και 8 του Οργανισμού Διοίκησης ΤΠΟΕΚΕ και δεκάτου εβδόμου παράγραφος 15 ν. 3607/2007 και επομένως οι περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης πρώτος κύριος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, τρίτος κύριος κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθ. 1 της πιο πάνω διάταξης και τέταρτος κύριος από τους αριθ. 1 και 19 αυτής, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν (β) ουδόλως παραβίασεν ευθέως τις διατάξεις των άρθ. 103§7 του Συντάγματος, 11 ν. 1649/1986 και 1 και 4 της ΠΥΣ 33/2008 με την μη εφαρμογή τους (για εκ πλαγίου παράβαση δεν μπορεί, ακριβώς εξαιτίας της μη εφαρμογής τους να γίνει λόγος), αφού αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες, ως εκ τούτου δε είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης πρώτος κύριος κατά το σχετικό μέρος του, δεύτερος κύριος κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθ. 1 της ως άνω διάταξης, τέταρτος κύριος και μοναδικός πρόσθετος από τους αριθ. 1 και 19 του αυτού άρθ. 559 ΚΠολΔ (γ) έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλομένη απόφασή του αιτιολογίες αντίθετες προς αυτούς, τους λόγους έφεσης του εναγομένου ότι (1) η πρόσληψη του ενάγοντος είναι άκυρη, εφόσον έγινε χωρίς την τήρηση διαδικασίας επιλογής, αντικείμενη στην διάταξη του άρθ. 103§7 του Συντάγματος (2) κατά την διάταξη του δεκάτου εβδόμου άρθρου παράγραφος 15 ν. 3607/2007 δεν μεταφέρθηκε στο εναγόμενο η θέση του δικηγόρου, αλλά ο τότε υπηρετών ο δικηγόρος Ευάγγ. Μπίκας, ο οποίος έσπευσε να παραιτηθεί την 20-12-2007 μετά την δημοσίευση του νόμου υπέρ του ενάγοντος, και επομένως είναι αβάσιμοι και γι' αυτό απορριπτέοι οι λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 8 του ως άνω άρθρου δεύτερος κύριος κατά το σχετικό σκέλος του και τρίτος κύριος. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-12-2011 αίτηση και τον από 22-10-2012 πρόσθετο λόγο του ΝΠΔΔ "Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων" για αναίρεση της 5056/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ