Αριθμός 1589/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Αμερικανικής Ανωνύμου Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΛΑΪΦ ΙΝΣΟΥΡΑΝΣ ΚΟΜΠΑΝΥ (AMERICAN LIFE INSURANCE COMPANY), που εδρεύει στις ..., νομίμως εκπροσωπόυμένης στην Ελλάδα, διεύθυνση κεντρικών γραφείων …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα. Της αναιρεσιβλήτου: Χ. χας Ξ. Π., το γένος Ν. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σοφοκλή Στεφανίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12 Απριλίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1301/2010 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3869/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Αυγούστου 2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 23 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 2 παρ.1, 2 και 5 του ν. 2496/97 "Ασφαλιστική σύμβαση κλπ" που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου καταρτίσεως της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, ορίζονται τα εξής: α)Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα), σε χρήμα, ή εφόσον υπάρχει σχετική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση) (άρθρο 1 παρ.1), β) η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή... (άρθρο 2 παρ.1), γ) ο ασφαλιστής υποχρεούται να παραδώσει στο λήπτη της ασφάλισης ασφαλιστήριο... (άρθρο 2 παρ.2), δ) αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά, ή με σημείωμα στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σ' αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης. Αν ο ασφαλιστής παρέλειψε να ενημερώσει ως άνω τον λήπτη και να του χορηγήσει το ως άνω υπόδειγμα τότε οι παρεκκλίσεις δεν δεσμεύουν τον λήπτη της ασφάλισης και θεωρείται ότι έχει συμφωνηθεί το περιεχόμενο της αίτησης για ασφάλιση (άρθρο 2 παρ.5). Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 361, 185, 192 και 193 ΑΚ συνάγεται, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Η πρόταση όμως είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη) εφόσον ο προσδιορισμός αυτών επαφίεται στο λήπτη ή μπορεί να συναχθεί με αναφορές στις δηλώσεις των μερών που προηγήθηκαν, ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης είναι τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του συμβαλλομένου, η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο που σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), οι τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό. Πέραν των ουσιωδών αυτών στοιχείων, είναι δυνατό, στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων, να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι εφόσον και αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί. Στην πρακτική συνήθως η πρόταση προς κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης γίνεται με έγγραφη προς τούτο αίτηση προς τον ασφαλιστή, που περιέχει τους όρους της υπό κατάρτιση σύμβασης, η οποία μπορεί να περιέχει και την κάλυψη περισσοτέρων του ενός ασφαλιστικών κινδύνων (π.χ. ζωής και ασθενείας), η αποδοχή της δε από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, με την καθ' οιονδήποτε τρόπο ειδοποίηση του προτείνοντος, την είσπραξη ασφαλίστρου κλπ. Από το νόμο (άρθρο 2 ν.2496/97) καθιερώνεται ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής, το έγγραφο (ασφαλιστήριο), το οποίο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή από τον λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεσμεύεται και από τους τυχόν προσθέτους όρους που τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, κατά παρέκκλιση της αίτησης και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι, αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεί α του ασφαλιστηρίου, γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντίωσης και χορηγείται στο λήπτη μαζί με το ασφαλιστήριο υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης, ο δε λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώθηκε γραπτώς στους κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όρους, εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου. Αν ο ασφαλιστής που εξέδωσε το ασφαλιστήριο παρέλειψε να ενημερώσει τον λήπτη, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου) και να χορηγήσει στο λήπτη έντυπη δήλωση εναντίωσης, τότε οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι δεν δεσμεύουν τον λήπτη και η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί υπό τους όρους της αίτησης προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης. Οι ρυθμίσεις αυτές, υπαγορεύτηκαν με σκοπό να παρασχεθεί στο λήπτη της ασφάλισης και κατ' επέκταση στον ασφαλισμένο προστασία έναντι της οργανωμένης και ευρισκομένης σε πλεονεκτικότερη θέση ασφαλιστικής επιχείρησης, από τον αιφνιδιασμό του λήπτη, με την θέση ειδικών όρων και ρυθμίσεων στο ασφαλιστήριο, που εκδίδεται από την ασφαλιστική επιχείρηση, συνήθως μετά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης. Εξετέρου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από την ίδια διάταξη αν το δικαστήριο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές αρχές από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Η παραβίαση δε των διδαγμάτων αυτών ιδρύει, κατά την σαφή έννοια της παρατιθεμένης ανωτέρω διάταξης, λόγον αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες δε νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμα της, στο οποίο στήριξε το συμπέρασμα. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο ήδη αποβιώσας την 18-10-2001 σύζυγος της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης), Ξ. Π. του Σ., με την από 5-10-1998 αίτησή του προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ζήτησε τη σύναψη σύμβασης ασφάλισης ζωής με τις εξής καλύψεις: α) ισόβια με ασφαλισμένο τον ίδιο για το ποσό των 50.000.000 δραχμών και με δικαιούχο την ενάγουσα-σύζυγό του, β) διάρκειας 14 ετών, με ασφαλισμένο τον ίδιο, για ποσό 50.000.000 δραχμών, με δικαιούχο την ενάγουσα-σύζυγό του, που στην έντυπη αίτηση επισημαίνεται ως συμπληρωματικό συμβόλαιο Απλής Ασφάλειας (Α.Α.) και γ) σύνθετης προστασίας, που περιλαμβάνει το πρόγραμμα νοσοκομειακής περίθαλψης με την ονομασία "MEDIGUARD", με καλυπτόμενα μέλη τον ίδιο, την ενάγουσα και τη θυγατέρα του Α. Π.. Ταυτόχρονα με την αίτηση, ο σύζυγος της ενάγουσας κατέθεσε το χρηματικό ποσό των 15.000 δραχμών, ήτοι 5.000 δραχμές για την ασφάλιση ζωής και το ποσό των 10.000 δραχμών για την ασφάλιση σύνθετης προστασίας, ενώ ζήτησε ως ημερομηνία έναρξης ισχύος της σύμβασης την 20-8-1998, ημερομηνία των γενεθλίων του. Στη συνεχεία, με την από 6-11-1998 εγγραφή δήλωση του συζύγου της ενάγουσας, που αφορούσε σε παροχή πληροφοριών προς την εναγομένη ως μέρος της αίτησης ασφάλισης, ζητήθηκε η αλλαγή του προσώπου του αντισυμβαλλόμενου, έτσι ώστε τα ασφάλιστρα να καταβάλλονται από την εταιρία με την επωνυμία "....", της οποίας ήταν διευθύνων σύμβουλος. Βάσει της ανωτέρω αίτησης, η εναγομένη έκδωσε το .../20-11-1998 ασφαλιστήριο με αντισυμβαλλόμενο την ως άνω εταιρία ("....") και ασφαλισμένο το σύζυγο της ενάγουσας, το οποίο μάλιστα, μετά από διακοπή της ισχύος του, επανήλθε σε ισχύ με τους ίδιους αρχικούς όρους από 2-8-1999 με την .../13-9-1999 πράξη επαναφοράς σε ισχύ της εναγομένης, κατόπιν αιτήσεως της αντισυμβαλλόμενης εταιρίας με την επωνυμία "....". Το ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο στάλθηκε στον ασφαλισμένο από την εναγομένη, γεγονός που δεν αμφισβητείται από αυτήν (άρθρο 261ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου (.../20-11-1998), που υπογράφεται από τον εκπρόσωπο της εναγομένης, σ' αυτό περιλαμβάνονται μόνο οι παροχές της ασφαλιστικής σύμβασης σύνθετης προστασίας με την ονομασία "MEDIGUARD", ήτοι παροχές νοσοκομειακής περίθαλψης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με καλυπτόμενα μέλη τον εν λόγω ασφαλισμένο, την ενάγουσα-σύζυγό του και τη θυγατέρα του, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά ως προς την κάλυψη ασφάλισης ζωής για χρονικό διάστημα 14 ετών, ήτοι το συμπληρωματικό Συμβόλαιο Απλής Ασφάλειας (Α.Α.), που είχε ζητηθεί από τον ασφαλισμένο με την αίτηση του προς την εναγομένη, όπως προαναφέρθηκε. Η παρέκκλιση όμως αυτή, ως προς το εύρος των καλυπτομένων κινδύνων σε σχέση με το ως άνω περιεχόμενο της από 5-10-1998 αιτήσεως του ασφαλισμένου συζύγου της ενάγουσας, με την οποία ζήτησε την κατάρτιση μιας συμβάσεως ασφάλισης - και όχι δυο διακεκριμένων συμβάσεων ασφαλίσεως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία δεν δεσμεύει τον ασφαλισμένο η την αντισυμβαλλόμενη εταιρία και συνακόλουθα η σύμβαση ασφαλίσεως ανεξαρτήτως του περιεχομένου του ασφαλιστηρίου, καλύπτει και τον κίνδυνο ζωής, διάρκειας 14 ετών, κατά το συμπληρωματικό συμβόλαιο Απλής Ασφάλειας (Α.Α.). Και τούτο διότι η ασφαλιστική εταιρία δεν ενημέρωσε εγγράφως τον ασφαλισμένο, ούτε την αντισυμβαλλόμενη εταιρία με την επωνυμία "...." για τη μη κάλυψη του πιο πάνω κινδύνου, που περιλαμβανόταν στην αίτηση. Ειδικότερα στη σελίδα 2 του .../1998 ασφαλιστηρίου, στην οποία σχετικά με το δικαίωμα εναντίωσης γίνεται παραπομπή στη σελίδα καταχωρήσεων, στην παράγραφο με επικεφαλίδα "Παρεκκλίσεις από την αρχική αίτηση" σημειώνεται "Ημερομηνία έναρξης ισχύος του συμβολαίου από 5-10-1998", αντί της αιτηθείσας 20-8-1998. Συνεπώς δεν διαλαμβάνεται η ως άνω παρέκκλιση που αφορά το εύρος των καλυπτομένων κινδύνων, και ειδικά τον κίνδυνο ζωής διαρκείας 14 ετών, Απλής Ασφάλειας (Α.Α.). Η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ισχυρίστηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επαναφέρει με την έφεση τον ισχυρισμό ότι πριν την αποδοχή της αίτησης ασφάλισης του συζύγου της ενάγουσας και κατά τη διάρκεια της αξιολογήσεως αυτής ενημερώθηκε από το πρακτορείο που διαμεσολάβησε για τη σύναψη της συμβάσεως ότι ο ήδη αποβιώσας ασφαλισμένος δεν επιθυμούσε τη σύναψη συμβάσεως που θα περιλάμβανε συμπληρωματική κάλυψη ζωής, Απλής Ασφάλειας (Α.Α.) διάρκειας 14 ετών, παρά μόνο την κάλυψη της νοσοκομειακής περίθαλψης ("MEDIGUARD") και για το λόγο αυτό εκδόθηκε μόνο ασφαλιστήριο συμβόλαιο σύνθετης προστασίας. Ο ισχυρισμός της εναγομένης δεν αποδείχθηκε. Η μάρτυρας αποδείξεως στην κατάθεσή της αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο ασφαλισμένος προέβη στην υποβολή αιτήσεως για την κατάρτιση σύμβασης ασφάλισης ζωής και νοσοκομειακής περίθαλψης για να έχει όσο το δυνατό πληρέστερη ασφαλιστική κάλυψη για τον ίδιο και την οικογένειά του. Η αντίθετη κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης ότι η εναγομένη ενημερώθηκε από το πρακτορείο που διαμεσολάβησε στην ασφάλιση ότι ο ασφαλισμένος ζήτησε στο ασφαλιστήριο να περιληφθεί μόνο η κάλυψη σύνθετης προστασίας ως προς το πρόγραμμα νοσοκομειακής περίθαλψης "MEDIGUARD", δεν κρίνεται στο σημείο αυτό πειστική. Εάν ο ασφαλισμένος είχε εκδηλώσει τέτοια βούληση θα του είχε ζητηθεί να προβεί σε συμπλήρωση τροποποιητικής αιτήσεως, με μόνη την παραπάνω κάλυψη, όπως τούτο συνηθίζεται στις εν λόγω συναλλαγές. Τέτοια έγγραφη δήλωση υποβλήθηκε προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία για αλλαγή του αντισυμβαλλομένου την 6-11-1998, όπως προαναφέρθηκε, αλλά και για την επαναφορά ισχύος του ασφαλιστηρίου λόγω απώλειας την 10-2-2000. Έτσι δεν δικαιολογείται ότι δεν ζητήθηκε από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία έγγραφη δήλωση του αντισυμβαλλομένου για την τροποποίηση της αίτησης ως προς τους καλυπτόμενους κινδύνους, δεδομένου ότι ήδη στους γενικούς όρους του ασφαλιστηρίου, στη δεύτερη σελίδα του εντύπου "Α.Σ.Π.Α.", στο Κεφάλαιο "Διατάξεις και όροι του ασφαλιστηρίου" και στην πρώτη παράγραφο αυτού με τον τίτλο "1. Πλήρες Συμβόλαιο" σημειώνεται ότι "Αυτό το Ασφαλιστήριο, τα Συμπληρωματικά Συμβόλαια που επισυνάπτονται σ' αυτό, η Σελίδα Ειδικών Στοιχείων και οι πρόσθετες πράξεις, αν υπάρχουν, καθώς και οι δηλώσεις που έγιναν στην αίτηση για αυτή την ασφάλιση, αποτελούν την πλήρη σύμβαση ασφάλισης". Στο δε έντυπο 9, με τον τίτλο "MEDIGUARD" Συμβόλαιο νοσοκομειακής περίθαλψης", αναγράφεται ότι "το Συμπληρωματικό αυτό συμβόλαιο αποτελεί μέρος του ασφαλιστηρίου, στο οποίο προσαρτάται". Το ότι δεν καταβλήθηκαν ασφάλιστρα για την συμπληρωματική κάλυψη Απλής Ασφάλειας (Α.Α.) ζωής δεν αίρει την ισχύ της ασφαλιστικής σύμβασης, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται ότι αυτή καταρτίστηκε σύμφωνα με το περιεχόμενο της αίτησης, αφού κατά παρέκκλιση το ασφαλιστήριο δεν κάλυψε τους κινδύνους που είχαν ζητηθεί με αυτή (αίτηση), όπως ήδη έγινε δεκτό. Για την απόδειξη δε της ασφαλιστικής σύμβασης, λαμβάνεται υπόψη το ασφαλιστήριο, και δεν χωρεί απόδειξη με μάρτυρες (άρθρ. 394 παρ. 2 ΚΠολΔ), αλλά η έκταση των καλυπτομένων κινδύνων αποδεικνύεται στην προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο της έγγραφης αίτησης προς ασφάλιση, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν... Τέλος το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν συμπεριέλαβε την ένδικη αξίωση στην ως άνω από 14-10-2003 αγωγή (με την οποία ζήτησε την καταβολή των δαπανών νοσηλείας, στις οποίες είχε υποβληθεί ο ασφαλισμένος σύζυγός της και την καταβολή του ασφαλίσματος της ισόβιας ασφάλισης ζωής), οφείλεται σε παραδρομή που δικαιολογείται από τη συναισθηματική φόρτιση επειδή η ίδια χειρίζεται την υπόθεση ως δικηγόρος και δεν διαπιστώνεται αδράνεια αυτής, ούτε διήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής. Στην δε από 5-6-2006 εξοφλητική απόδειξη αναγράφεται ότι το ποσό που κατέβαλε η εναγομένη στην ενάγουσα αφορά την 5485/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 2414/2006 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου και ότι με την καταβολή εξοφλείται πλήρως και ολοσχερώς κάθε απαίτηση από την αιτία αυτή. Με το περιεχόμενο αυτό η δήλωση της ενάγουσας περί πλήρους εξόφλησης αφορά την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση που είχε εκδοθεί επί της ως άνω από 14-10-2003 αγωγής αυτής σε βάρος της εναγομένης και όχι και την ένδικη αξίωση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη. Επομένως δεν στοιχειοθετείται καταχρηστική άσκηση δικαιώματος από την ενάγουσα σε βάρος της εναγομένης και η σχετική ένσταση που πρόβαλε η τελευταία ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη>>. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση της εναγομένης κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 45.735,20 ευρώ και αναγνωρίστηκε ότι η ίδια οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα και το ποσό των 100.000,00 ευρώ αμφότερα δε τα ποσά αυτά νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. αλλά ούτε και εκ πλαγίου καθόσον με βάση τα αποδειχθέντα με σαφήνεια και πληρότητα ως άνω πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την από το άρθρο αυτό ένσταση, με βάση τα οποία και μόνο όπως προεκτέθηκε κρίνεται η αποδιδόμενη παραβίαση της διάταξης αυτής, δεν καθίσταται καταχρηστική η εκ μέρους της ενάγουσας άσκηση του ένδικου δικαιώματός της κατά την έννοια του άρθρου τούτου και αποκρούεται η παραδοχή της από τη διάταξη αυτή, ένστασης. Συνεπώς ο έκτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο πέμπτος λόγος κατά την αιτίαση της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη παραβίαση δεν αφορά την ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών σχετικά με τη φύση και το περιεχόμενο της σύμβασης που καταρτίστηκε. Ο τέταρτος λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 κατά το μέρος που αποδίδεται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του ν.2496/1997 με την οποία ορίζεται, ότι η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, και 394 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η διατάξεις αυτές είναι δικονομικές και η παραβίαση τους δεν ιδρύει τον από την ανωτέρω διάταξη λόγο (ΑΠ 1308/2007). Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 λόγος θεμελιώνεται όταν το Εφετείο από σφάλμα αναγνώσεως του εγγράφου απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταφανώς διάφορο του αληθινού. Όχι δε και όταν το δικαστήριο, χωρίς να υποπέσει σε σφάλμα αναγνώσεως, καταλήγει σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, οπότε πρόκειται ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός απαιτείται το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου να στηρίζεται στο έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο παραμορφώνεται η κυρίως σ' αυτό (Ολ. ΑΠ 1/1999, ΑΠ 931/2009, ΑΠ 194/2005, ΑΠ 143/2003). Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στη προσβαλλόμενη απόφαση της παραμόρφωσης του περιεχομένου της από 5-10-1998 αίτησης του Ξ. Π. με βάση την οποία καταρτίστηκε η ένδικη σύμβαση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν ανάγονται σε σφάλμα ανάγνωσης της αίτησης αλλά στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω με τους λόγους της αναίρεσης δεύτερο και τρίτο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και πέμπτο (κατά το σχετικό του μέρος) από τον αριθ. 1 και 19 αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 2496/1997 καθώς και αυτής του άρθρου 6 παρ. παρ. 1 του ίδιου νόμου που ορίζει "ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλλει τα ασφάλιστρα σε μετρητά, είτε εφάπαξ είτε με τμηματικές καταβολές. Η ασφαλιστική κάλυψη δεν αρχίζει πριν την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσης της τμηματικής καταβολής, εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από την ασφαλιστική σύμβαση ή από τις περιστάσεις". Ενόψει των ανωτέρω διαλαμβανομένων ανακύπτει ζήτημα αν κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται ότι καταρτίσθηκε σύμβαση ασφάλισης για ανάληψη κάλυψης και άλλου κινδύνου (εκτός του αναφερομένου στο ασφαλιστήριο) ο οποίος διαλαμβάνεται μεν στην αίτηση του λήπτη όχι όμως και στο ασφαλιστήριο που εξέδωσε στη συνέχεια αυτής και του παρέδωσε ο ασφαλιστής, χωρίς να γίνεται από τον τελευταίο (ασφαλιστή) σχετική ενημέρωση του λήπτη της ασφάλισης για την τοιαύτη παρέκκλιση κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 2496/1977 και σε καταφατική περίπτωση αν η ασφαλιστική κάλυψη σε τέτοια περίπτωση αρχίζει και εντεύθεν γεννάται υποχρέωση καταβολής του ασφαλιστικού ποσού σε περίπτωση επέλευσης του κινδύνου χωρίς να έχει καταβληθεί ασφάλιστρο για την κάλυψη του κινδύνου τούτου. Το ζήτημα τούτο κρίνεται ότι είναι γενικότερου ενδιαφέροντος γι' αυτό και οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, πρέπει να παραπεμφθούν στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 περ. β ΚΠολΔ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τα ως απορριπτέα κριθέντα. Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, τους δεύτερο, τρίτο και πέμπτο λόγους της από 16-8-2011 αίτησης, για αναίρεση της 3869/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ