Αριθμός 620/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΟΡΙΑ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΔΙΠΛΑΤΑΝΟΥ ΤΡΙΧΩΝΙΔΟΣ" που εδρεύει στον Διπλάτανο Τριχωνίδας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σκανδάλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Π. συζύγου Δ. Κ., το γένος Α. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παπαγεωργίου και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/10/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6462/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4886/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29/5/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 4886/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε στην ουσία της η από 5-11-2015 και με αριθμό κατάθεσης .../2015 έφεση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ κατά της με αριθμό 6462/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την από 15-10-2013 και με αριθμό κατάθεσης 152533/19223/2013 αγωγή του αναιρεσείοντος, που δίωκε την αναγνώριση της ακυρότητας προσυμφώνου πώλησης ακινήτου, περιελθόντος στο ενάγον ως κληρονομικό καταπίστευμα. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ), δεδομένου και του ότι για την άσκηση της αναίρεσης και τον διορισμό του πληρεξουσίου Δικηγόρου του αναιρεσείοντος λήφθηκε σχετική απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του και συντάχθηκε το αριθ.48/7-12-2017 πρακτικό, το οποίο εγκρίθηκε με το αριθ. …/1-12-2017 πρακτικό του Μητροπολιτικού Συμβουλίου της Ιεράς Μητροπόλεως ... και Αγίου Βλασίου. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ.2 του νέου Κ.Πολ.Δ (Ν.4335/2015), ίδιας διατύπωσης με την αυτή διάταξη του προϊσχύσαντος Κ.Πολ.Δ, τα νομικά πρόσωπα παρίστανται στο δικαστήριο με όποιον τα εκπροσωπεί. Στις περιπτώσεις που χρειάζεται προηγούμενη άδεια για τη διεξαγωγή της δίκης, η απεριόριστη χορήγησή της περιλαμβάνει και τη δίκη κατ' έφεση, αναψηλάφηση και αναίρεση. Σύμφωνα δε με το άρθρο 73 του Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 62 έως 72. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι στις περιπτώσεις που χρειάζεται προηγούμενη άδεια για διεξαγωγή δίκης από νομικό πρόσωπο, η παροχή της άδειας αυτής αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση, η έλλειψη της οποίας, κατά τη συζήτηση στην οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, αν δεν συμπληρωθεί όπου είναι δυνατόν, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 67 Κ.Πολ.Δ, συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ή του ένδικου μέσου, ως απαραδέκτων (Ολ. ΑΠ 27/1987, ΑΠ 537/2014, ΑΠ 1733/2012, ΑΠ 691/2011, ΑΠ 1395/2009). Αν συμπληρωθούν οι ελλείψεις ισχυροποιούνται αναδρομικά οι στο μεταξύ επιχειρείσες διαδικαστικές πράξεις (ΑΠ 220/2000), σε ορισμένες δε περιπτώσεις το ελάττωμα αίρεται με την έγκριση του αρμοδίου οργάνου (ΑΠ 27/1999, ΑΠ 90/1996). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.4 του Ν. .../1977 (Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος) "Κατά τας νομικάς αυτών σχέσεις η Εκκλησία της Ελλάδος, αι Μητροπόλεις, αι ενορίας μετά των Ενοριακών αυτών Ναών, αι Μοναί, η Αποστολική Διακονεία, ο ΟΔΕΠ, το ΤΑΚΕ, το Διορθόδοξον Κέντρον της Εκκλησίας, είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου". Κατά δε το άρθρο 36 παρ.1 του ίδιου νόμου, "Η Ενορία μετά του ενοριακού ναού ως βασική μονάς οργανώσεως του εκκλησιαστικού βίου λογίζεται κατά τα εις το άρθρον 1 παρ.4 του παρόντος ειδικώτερον οριζόμενα ως Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου", ενώ κατά την παράγραφο 6 του αυτού άρθρου 36, "Τα της ιδρύσεως, των πόρων, της διοικήσεως, της διαχειρήσεως και της εν γένει λειτουργίας των Ιερών ναών (ενοριακών και μη), τα της εκτελέσεως εκκλησιαστικών έργων, τα της ανεγέρσεως ιερών ναών και των κτισμάτων αυτών, ως και τα της συστάσεως, συγκροτήσεως, αρμοδιοτήτων και εν γένει λειτουργίας των ερανικών επιτροπών καθορισθήσονται δια κανονιστικών αποφάσεων της Δ.Ι.Σ., εγκρινομένων υπό της Ι.Σ.Ι. και δημοσιευομένων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, καθ' ο μέρος δεν ρυθμίζονται δια του παρόντος. ΔΙ' ομοίων αποφάσεων καθορισθήσονται και τα της λειτουργίας εν γένει των ενοριών". Με βάση τη νομοθετική αυτή εξουσιοδότηση εκδόθηκε η με αριθμό 8/28-9-1979/5-1-1980 Κανονιστική Απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (Δ.Ι.Σ.), που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α, 1/1980, με την οποία ορίζονται, μεταξύ άλλων και τα εξής: Άρθρο 2 παρ.1 "Οι Ενοριακοί Ι. Ναοί λογίζονται νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κατά τα εις το άρθρον 1 παραγρ.4 του Ν..../1977 οριζόμενα". Άρθρο 2 παρ.4 "Το Νομικόν Πρόσωπον του Ενοριακού Ι. Ναού εκπροσωπείται ενώπιον πάσης Αρχής ή Δικαστηρίου υπό του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, αντιπροσωπευομένου ενώπιον πάσης Αρχής ημεδαπής ή αλλοδαπής και παντός Δικαστηρίου υπό του Προέδρου ή μέλους του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, οριζομένου δι' αποφάσεως αυτού είτε επί ωρισμένη περιόδω είτε ως προς εκάστην παρουσιαζομένην περίπτωσην...". Άρθρο 9 παρ.3 "Το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον αποφασίζει: α)... β)..., γ) Περί συνομολογήσεως δανείου, εγέρσεως αγωγών, ασκήσεως ενδίκων μέσων, παραιτήσεως επ' αυτών, καταργήσεως δίκης, συμβιβασμών εξωδίκων και δικαστικών, διορισμού πληρεξουσίου και αποδοχής δωρεάς, κληρονομίας ή κληροδοσίας κατά τις κείμενες διατάξεις. δ)..... ε).... Άπασαι αι ως άνω αποφάσεις χρήζουν εγκρίσεως εκ μέρους του Μητροπολιτικού Συμβουλίου εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 12 του παρόντος". Άρθρο 12 παρ.1 "Πάσα πράξις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου υποβάλλεται εις το Μητροπολιτικόν Συμβούλιον, όπερ εγκρίνει, τροποποιεί ή ακυροί αυτήν. Η απόφασις του Μητροπολιτικού Συμβουλίου εκδίδεται εντός διμήνου από της υποβολής της πράξεως. Παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας ταύτης η πράξις εκτελείται. Άρθρο 12 παρ. 2 "Κατά πάσης αποφάσεως του οικείου Μητροπολιτικού Συμβουλίου, επιτρέπεται προσφυγή μόνον για λόγους νομιμότητας, ενώπιον της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου παρά παντός έχοντος έννομον συμφέρον". Άρθρο 12 παρ. 6 "Απόφασις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου περί εγέρσεως αγωγής, παραιτήσεως από ενδίκου μέσου, καταργήσεως δίκης, συμβιβασμού, εξωδίκου ή δικαστικού, χρήζει της εγκρίσεως του Μητροπολιτικού Συμβουλίου. Δεν απαιτείται έγκρισης, εφόσον πρόκειται, περί συντηρητικών ή προσωρινών μέτρων και αιτήσεως ακυρώσεως εκτελεστής πράξης". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του Κανονισμού της Δ.Ι.Σ. "Περί Ιερών Ναών και Ενοριών", σαφώς προκύπτει, ότι απαραίτητη διαδικαστική προϋπόθεση κατ' άρθρ. 64 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, προκειμένου το νομικό πρόσωπο του Ενοριακού Ναού να ασκήσει αγωγή ή ένδικο μέσο, καθώς και να παράσχει έγγραφη πληρεξουσιότητα προς τούτο, σε δικηγόρο, είναι η προηγούμενη απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, η οποία πρέπει, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 και 6 του ίδιου Κανονισμού, να εγκριθεί από το αρμόδιο Μητροπολιτικό Συμβούλιο (ΑΠ 238/2021). ΙΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ καθιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" δε, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος καθώς και οι κύριοι ή πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1/2019, ΑΠ 933/2018). Για την πληρότητα του παρόντος λόγου αναίρεσης, αν το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο μεταξύ άλλων, να αναφέρονται και όλα τα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας, ότι ήταν νόμω βάσιμος και εάν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ. ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1953/2011, ΑΠ 367/2009). Ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται σαφώς και ειδικά ο χρόνος και ο τρόπος πρότασης του ή επαναφοράς στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 932/2014, ΑΠ 760/2004). Ακόμη, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 669/2007). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ. β' Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο "παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 περ.1β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεστεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλουμένου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 866/2017, ΑΠ 1509/2014). Δεν χωρεί αναίρεση, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση (ΑΠ 1043/2013, ΑΠ 1042/2013, ΑΠ 1616/2013, ΑΠ 881/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, προκειμένου να αχθεί στην κρίση αν συνέτρεχαν ή όχι οι διαδικαστικές προϋποθέσεις έγερσης της από 15-10-2013 ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος Ενοριακού Ναού, κατέφυγε στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασής του διέλαβε τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "Ο αποβιώσας στις 19/9/2005 Γ. Β. του Χ., με την από 27/9/1981 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία (σχετ. .../27.1.20076 Πρακτικό και 151/2006 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου) εγκατέστησε ως μοναδική κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του τη σύζυγό του, Π. Β. το γένος Προκοπή Γκιόκα, ορίζοντας ότι "μετά το θάνατο αυτής, όλα τα κληρονομιαία στοιχεία, θα διαβιβασθούν στον Άγιο Γεώργιο, Εκκλησία του χωριού μου Δ. ή Τ. όπου εβαπτίσθην και εγενήθην". Μεταξύ των κληρονομιαίων στοιχείων περιλαμβάνεται το 1/2 εξ αδιαιρέτου μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας (κατάστημα με στοιχεία Κ-1) ισογείου ορόφου της κείμενης στο Δήμο ..., επί των οδών ..., ενώ το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου, ανήκε στον αδελφό του ως άνω κληρονομούμενου, Α. Β. και μετά το θάνατο αυτού στην κληρονόμο του, ήτοι την κόρη του Π. συζ. Δ.. Κ. (ανεψιά του Γ. Β. και εν μέρει συνονόματη με τη σύζυγο αυτού). Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του ενάγοντος, στον οποίο περιήλθε, ως κληρονομικό καταπίστευμα το 1/2 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου, αποφάσισε κατά τη συνεδρίασή του, στις 15/10/2007, να συνάψει προσύμφωνο πωλήσεως με την προαναφερομένη ανεψιά του διαθέτη και συνιδιοκτήτρια του ετέρου 1/2 εξ' αδιαιρέτου, Π. Κ. το γένος Α. Β., απόφαση που εγκρίθηκε από το οικείο Μητροπολιτικό Συμβούλιο (σχετ. υπ' αριθμ. …/15-10-2007 Πρακτικό Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, το οποίο εγκρίθηκε στις 7/11/2007 από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο με αριθμό πρωτ. .../7.11.2007). Η χήρα του διαθέτη, Π. Β., άσκησε προσφυγή ενώπιον της Δ.Ι.Σ, κατά της παραπάνω .../2007 εγκριτικής αποφάσεως του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, η οποία (προσφυγή) απορρίφθηκε με την από 6/9/2012 απόφαση της Δ.Ι.Σ. Ακολούθως, υπογράφηκε, μεταξύ του ενάγοντος, νομίμως εκπροσωπούμενου και της Π. Κ. (εναγομένη) το υπ' αριθμ. .../6-12-2007 προσύμφωνο πωλήσεως ιδανικού μεριδίου της Συμβ/φου Σοφίας Κων/νου ... με το οποίο, ο ενάγων, ως καταπιστευματοδόχος της ανωτέρω κληρονομιάς, δήλωσε ότι "μετά το θάνατο της βεβαρημένης με το καταπίστευμα κληρονόμου Π. Β. και την αποδοχή εκ μέρους του Ιερού Ναού της κληρονομιάς αυτής, υπόσχεται και προσυμφωνεί να πωλήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει την παραπάνω οριζόντιο ιδιοκτησία στην αφετέρου συμβαλλόμενη στο παρόν Π. Κ. (αγοράστρια) αντί τιμήματος ίσου με την αντικειμενική αξία αυτού κατά το χρόνο υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, το οποίο θα υπογράφει εντός 4 μηνών από το θάνατο της βεβαρημένης, υποχρεουμένου του ενάγοντος να προβεί άμεσα στην αποδοχή της κληρονομιάς και στις αναγκαίες ενέργειες για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου". Στη συνέχεια το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του ενάγοντος, κατά τη συνεδρίαση της 7/9/2010, αποφάσισε "την ανάκληση του ανωτέρω προσυμφώνου, την επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος 60.000 ευρώ στην αγοράστρια (Π. Κ. - ήδη εναγομένη), ώστε να γίνει αναστροφή της πωλήσεως, τη διαβίβαση του πρακτικού στην αγοράστρια ώστε να συναινέσει στην ανάκληση του προσυμφώνου και την αποστολή του Πρακτικού αυτού στην Ιερά Μητρόπολη ..., προς έγκριση (σχετ. υπ' αριθμ. 5/7-9-2010 Πρακτικό Εκκλησιαστικού Συμβουλίου). Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο κατά την υπ' αριθμ. …/7-9-2010 συνεδρίαση του, ενέκρινε την ανωτέρω Πράξη (απόφαση) του εκκλησιαστικού συμβουλίου, υπό την προϋπόθεση να υπάρχει και η συναίνεση της αγοράστριας για την ανάκληση και γνωστοποίησε την απόφαση του αυτή στο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο με το υπ' αριθμ. πρωτ. .../23-9-2010 έγγραφο του. Η ανωτέρω όμως αγοράστρια δε συναίνεσε στην ανάκληση του προσυμφώνου οπότε δεν έλαβε χώρα ανάκληση αυτού. Παράλληλα, η χήρα του διαθέτη, Π. Β. και ο "Σύλλογος ... Αμερικής" άσκησαν κατά του Ιερού Ναού και της αγοράστριας Π. Κ., τις υπ' αριθμ. πρωτ. 540/2011 και 564/2012 αγωγές περί ακυρότητας του προσυμφώνου από τις οποίες όμως παραιτήθηκαν και καταργήθηκε η δίκη (σχετ. 5/10-3-2014 Πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Επίσης, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, κατά τη συνεδρίαση της 20/10/2013, αποφάσισε την έγερση αγωγής κατά της ανωτέρω αγοράστριας για την αναγνώριση της ακυρότητας του παραπάνω προσυμφώνου (σχετ. υπ' αριθ. …/20-10-2013 Πρακτικό Εκκλησιαστικού Συμβουλίου). Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, στο οποίο απεστάλη το παραπάνω Πρακτικό προς έγκριση, αποφάσισε κατά την υπ' αριθμ. …/23-12-2013 συνεδρίασή του, να μην εγκρίνει την παραπάνω Πράξη (απόφαση) του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου "καθόσον για το εν λόγω θέμα υπάρχει σε εξέλιξη δικαστική διαμάχη στην οποία ο Ι. Ναός παρέστη υπέρ της ισχύος του προσυμφώνου" (σχετ. υπ' αριθμ. .../31.12.2013 έγγραφο του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, αποσταλέν στο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο προς γνωστοποίηση τούτων). Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο σε νέα συνεδρίασή του, στις 10/4/2014, "αφού έλαβε υπόψη το υπ' αριθμ. 9/20-10-2013 Πρακτικό του (έγερση αγωγής ακυρότητας του προσυμφώνου), το .../2013 έγγραφο του Μητροπολιτικού Συμβουλίου (που δεν ενέκρινε το παραπάνω 9/2013 Πρακτικό) και τα από 10/3/2014 Πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου από τα οποία προκύπτει ότι οι ενάγοντες Π. Β. κ.λπ. παραιτήθηκαν από τις αγωγές τους κατά του Ιερού Ναού και της Π. Κ. για ακύρωση του προσυμφώνου και κατά συνέπεια δεν υπάρχει δικαστική διαμάχη σε εξέλιξη μεταξύ των διαδίκων, αποφάσισε να εγείρει ο Ιερός Ναός αγωγή κατά της Π. Κ. για να αναγνωρισθεί από το αρμόδιο δικαστήριο η ακυρότητα του υπ' αριθ. .../2007 προσυμφώνου συμβολαίου, αφού έγινε δημοπρασία και δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που ορίζει ο Νόμος για την πώληση ακινήτων των ιερών ναών" (σχετ. υπ' αριθμ. …/10-4-2014 Πρακτικό Εκκλησιαστικού Συμβουλίου). Το Πρακτικό αυτό διαβιβάσθηκε στο Μητροπολιτικό Συμβούλιο για να εγκριθεί η ως άνω απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου περί εγέρσεως αγωγής κατά της εναγόμενης για την αναγνώρισης της ακυρότητας του προσυμφώνου. Το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, συζήτησε το θέμα κατά την υπ' αριθμ. … από 6-6-2014 συνεδρίαση του και "αφού έλαβε υπόψη του τη σχετική αλληλογραφία με την Ιερά Σύνοδο και την παραίτηση των εναγόντων Παναγιώτας χ/ας Γ. Βέλλιου κλπ. από την αγωγή τους κατά του Ιερού Ναού και κατά της Π. Κ. για την ακυρότητα του προσυμφώνου, αποφάσισε ότι παρέλκει πάσα περαιτέρω ενέργεια για το ίδιο θέμα" (σχετ. υπ' αριθμ. .../6-6-2014 έγγραφο του Μητροπολιτικού Συμβουλίου που απεστάλη στο εκκλησιαστικό συμβούλιο προς γνωστοποίηση της παραπάνω απόφασης του Μητροπολιτικού Συμβουλίου για το εν λόγω ζήτημα). Κατόπιν τούτου, το εκκλησιαστικό συμβούλιο, στις 14/7/2014, αποφάσισε να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή και να προσφύγει, ενώπιον της Δ.Ι.Σ, κατά της παραπάνω απορριπτικής αποφάσεως του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, ώστε να τύχει της άδειας για την άσκηση αγωγής ακυρότητας του προσυμφώνου. Ο Μητροπολίτης ... με το υπ' αριθμ. .../7.8.2014 έγγραφό του προς το Εκκλησιαστικό συμβούλιο του ναού επεσήμανε ότι τα εν λόγω Πρακτικά - αποφάσεις ελήφθησαν χωρίς τη συμμετοχή του Προέδρου και του εφημέριου του Ναού και αρνήθηκε να διαβιβάσει την προσφυγή προς την Δ.Ι.Σ, καθόσον η ανωτέρω απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου να ασκήσει προσφυγή παραβίαζε για τους παραπάνω λόγους, το άρθρο 8 παρ.2 και 5 του Κανονισμού 8/1979. Ακολούθως, η Π. χήρα Γ.Β., ο Ν. Β. (αδελφός του Γ.) και 25 κάτοικοι - ενορίτες του ενάγοντας Ιερού Ναού αποφάσισαν και άσκησαν οι ίδιοι προσφυγή (υπ' αριθμ. .../2014), ενώπιον της Δ.Ι.Σ αιτούμενοι και αυτοί να ακυρωθεί η ανωτέρω από 6/6/2014 απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου με την οποία δεν εγκρίθηκε η απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου περί εγέρσεως αγωγής και να εγκριθεί το 13/10-4-2014 Πρακτικό του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου που περιείχε την εν λόγω απόφαση και να δοθεί στον Ιερό Ναό η σχετική άδεια για την έγερση αγωγής ακυρότητας του προσυμφώνου. Επί της προσφυγής αυτής, η Δ.Ι.Σ. συνεδρίασε στις 10/12/2014 και αφού έλαβε υπόψη τις απόψεις του Μητροπολίτη ... επί της προσφυγής καθώς και την υπ' αριθ. .../14.12.2014 γνωμοδότηση του νομικού Συμβούλου της Ιεράς Συνόδου Θ. Παπαγεωργίου, αποφάσισε "όπως απαγορεύσει την εκποίηση ιδανικού μεριδίου ιδιοκτησίας του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου ... επί ακινήτου, άνευ προηγηθείσης πλειοδοτικής δημοπρασίας, καταργήσει δε πάσα αντίθετο προς την παρούσα απόφαση εκκλησιαστική πράξη. Ωσαύτως η Δ.Ι.Σ αποφάσισε όπως εγκρίνει το υπ' αριθμ. …/10. 4.2014 Πρακτικό του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου, περί εγέρσεως αγωγής εκ μέρους του ως άνω Ιερού Ναού κατά της Π. Κ., δι' αναγνώρισιν της ακυρότητας του υπ' αριθ. .../2007 συμβολαιογραφικού προσυμφώνου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Κωνσταντίνου - ..." (σχετ. υπ' αριθμ. πρωτ./διεκπρ. .../.../22-12-2014 έγγραφο της Δ.Ι.Σ προς τον Μητροπολίτη ... κοινοποιούμενο και στο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ιερού Ναού Αγ. Γεωργίου). Στη συνέχεια, κατόπιν υποβολής προς τη Δ.Ι.Σ του υπ' αριθμ. .../9.1.2015 εγγράφου του Μητροπολίτη ... που περιείχε τις έγγραφες απόψεις αυτού, επί της ανωτέρω προσφυγής, η Δ.Ι.Σ, συνεδρίασε, εκ νέου, στις 15/1/2015 και ακολούθως απέστειλε στον Μητροπολίτη ... το υπ' αριθμ. πρωτ./διεκπ. .../94/16-1-2015 έγγραφό της στο οποίο διαλαμβάνονται τα εξής: "Συνοδική Απόφαση ληφθείσα στη Συνεδρία της Δ.Ι.Σ. της 15ης Ιανουαρίου 2015, γνωρίζομεν υμίν ότι η Ιερά σύνοδος εν τη ρηθείσα Συνεδρία Αυτής απεφάσισε όπως αναστείλει την ισχύ της προγενεστέρας από 10/12/2014 αποφάσεως της, κοινοποιηθείσης υμίν δια του υπ' αριθμ. πρωτ. .../.../22.12.2014 εγγράφου και ανέθεσε στον παρ' Αυτή ειδικό νομικόν σύμβουλο όπως μελετήση τας επί της ανώτερω προσφυγής αποσταλείσας, την 12.1.2015, υμετέρας εγγράφους απόψεις και διατυπώσει νεωτέραν εισήγησιν κατά την προσεχή συνεδρία της ΔΙΣ μηνός Φεβρουάριου επί τω τέλει συνολικής επανεξετάσεως της ανωτέρω προσφυγής. Προς τούτο, αδελφικώς παρακαλείσθε όπως αναμείνητε νεωτέραν Συνοδικής Απόφασιν επί του θέματος και μη αποστείλητε το ανωτέρω υπ' αριθμ. .../.../22.12.2014 έγγραφο στο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ναού". Στη συνέχεια, η ΔΙΣ συνεδρίασε εκ νέου στις 4/2/2015 και "εξετάσασα το υπ' αριθμ. πρωτ. .../9.1.2015 έγγραφο περιέχον τις απόψεις της υμετέρας σεβασμιότητας επί της υπ' αριθμ. πρωτ. .../17.9.2014 προσφυγής της Π. Β. και λοιπών κατοίκων ... έκρινε ότι το υπ' αριθμ. .../2007 προσύμφωνο δια την μελλοντική εκποίηση ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου της κυριότητας ισογείου καταστήματος επί της ... στο Δήμο ... υπόκειται προς της εκτελέσεως του εις την κατά νόμον προηγουμένη άδειαν της Δ.Ι.Σ, η οποία έχει τη διακριτική ευχέρεια όπως αδειοδοτήσει την εκποίησιν, εφόσον πληρούνται κατά το χρόνο εκποιήσεως οι κατ' άρθρο 47 παρ.1 του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος απαιτούμεναι προϋποθέσεις. Όθεν το ως άνω προσύμφωνο, ερμηνευόμενο προς την ανωτέρω διάταξη του ν..../1977, τελεί υπό την πρόσθετο εκ του νόμου αίρεσιν της παροχής αδείας εκ της Δ.Ι.Σ, και δεν κρίνεται παράνομον ή άκυρον. Διά τούτον τον λόγο η Δ.Ι.Σ ήχθη στην Απόφασιν να ανακαλέσει την προτέραν από 10.12.2014 Απόφασιν Της επί της ανωτέρω προσφυγής της κ. Π.. Β. και λοιπών κατοίκων, διά της οποίας η προσφυγή εγένετο δεκτή και παρεσχέθην η άδεια ασκήσεως και συζητήσεως αγωγής του Ιερού Ναού Αγ. Γεωργίου, και να ανακαλέσει την εν λόγω άδειαν" (σχετ. υπ' αριθμ. πρωτ/διεκπ. 69/274/9-2-2015 έγγραφο της Δ.Ι.Σ αποσταλέν στο Μητροπολίτη ...). Εξάλλου, ο ενάγων άσκησε σε βάρος της εναγόμενης, την από 15/10/2013 ένδικη αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας του ειρημένου προσυμφώνου στις 17/6/2014 (σχετ. 6373β/2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Μ.) και η συζήτηση αυτής, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έλαβε χώρα στις 18/9/2014. Κατά το χρόνο όμως αυτό, κατά τον οποίο όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη κρίνεται η συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων μεταξύ των οποίων και η ικανότητα δικαστικής παράστασης (63 ΚΠολΔ), δε συνέτρεχαν οι απαιτούμενες, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, διαδικαστικές προϋποθέσεις για την παραδεκτή άσκηση της αγαθής αυτής εκ μέρους του ενάγοντος ενοριακού Ναού, ήτοι σχετική απόφαση του εκκλησιαστικού συμβουλίου περί εγέρσεως της αγωγής και έγκριση της απόφασης αυτής από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, αφού το Μητροπολιτικό Συμβούλιο αρχικά με την από 6-6-2014 απόφασή του, αρνήθηκε να εγκρίνει την …/10.4.2014 σχετική απόφαση του εκκλησιαστικού συμβουλίου, η δε ιεραρχικά επιλαμβανόμενη Δ.Ι.Σ, που αρχικά ενέκρινε με την από 10/12/2014 απόφασή της την ανωτέρω απόφαση (Πρακτικό) του εκκλησιαστικού συμβουλίου, στη συνέχεια με τη μεταγενέστερη από 4/2/2015 Απόφασή της αρνήθηκε να εγκρίνει την εν λόγω (υπ' αριθμ. …/20.10.2014) απόφαση του εκκλησιαστικού συμβουλίου με την οποία παρείχετο στον ενάγοντα η άδεια προς άσκηση αγωγής. Επομένως, ελλείπει η δεύτερη προϋπόθεση που αξιώνεται κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις για την παραδεκτή άσκηση αγωγής από ενοριακό ναό και συνεπώς η ασκηθείσα αγωγή είναι απαράδεκτη, όπως κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο....Με τον τέταρτο λόγο έφεσης ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 238 ΑΚ, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η Δ.Ι.Σ με την από 4/2/2015 απόφασή της, η οποία περιλήφθηκε στο υπ' αριθμ. …/274 έγγραφο, ανακάλεσε την προγενέστερη από 10-12-2014 απόφασή της, με την οποία του παρασχέθηκε η άδεια ασκήσεως αγωγής και τούτο διότι η γενομένη με την από 10-12-2014 απόφαση της Δ.Ι.Σ έγκριση της αγωγής ενεργεί αναδρομικώς επί των εννόμων συνεπειών της πράξης στην οποία αφορά και είναι ανεπίδεκτη ανάκλησης. Κατά το άρθρο 236 ΑΚ "αν για να είναι έγκυρη μια δικαιοπραξία χρειάζεται η συγκατάθεση τρίτου (συναίνεση), αυτή παρέχεται με δήλωση προς το ένα ή το άλλο μέρος, και, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν είναι ανάγκη να γίνει με τον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία". Η διάταξη αυτή παρά τον παράτιτλο και τον χρησιμοποιούμενο στο κείμενο τεχνικό όρο "συναίνεση" προσδιορίζει την έννοια και τον τρόπο παροχής γενικά της συγκατάθεσης. Ως συγκατάθεση νοείται η δήλωση επιδοκιμασίας μιας δικαιοπραξίας ενός προσώπου από κάποιο άλλο πρόσωπο, η οποία (δήλωση) απαιτείται από το νόμο για να αναπτύξει η δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της. Η συγκατάθεση παρέχεται με δήλωση τρίτου προσώπου, δηλαδή πρόσωπο άλλο από τα υποκείμενα της σχέσης, απευθυντέα προς το ένα ή το άλλο μέρος, η οποία ισχυροποιεί τη δικαιοπραξία. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 236 ΑΚ η συγκατάθεση είναι άτυπη, άρα μπορεί να δοθεί και σιωπηρά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο. Δεκτικές συγκατάθεσης (συναίνεσης ή έγκρισης) είναι οι δικαιοπραξίες και γενικά όλες εκείνες οι νομικές πράξεις οι οποίες, κατά το νόμο, είναι παραγωγικές ορισμένης μεταβολής. Επομένως, αντικείμενο συγκατάθεσης μπορεί να είναι και οι διαδικαστικές πράξεις. Στην έννοια της συγκατάθεσης εντάσσονται η συναίνεση και η έγκριση οι οποίες αποτελούν κατηγορίες της ευρύτερης έννοιας της συγκατάθεσης... Συναίνεση είναι αυτή που προηγείται της δικαιοπραξίας ή κατά την τέλεση της ενώ η δεύτερη επακολουθεί την επιχείρηση της δικαιοπραξίας. Ειδικότερα συναίνεση είναι η συγκατάθεση για την επιχείρηση δικαιοπραξίας, η οποία (συγκατάθεση) παρέχεται είτε πριν είτε κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας προκειμένου η τελευταία να ισχυροποιηθεί και να αναπτύξει τα έννομα αποτελέσματα της. Η συναίνεση δηλαδή αποσκοπεί στο να προσδώσει ενέργεια σε δικαιοπρακτική ρύθμιση οποία άνευ αυτής δεν επάγεται κατά νόμο αποτέλεσμα. Η συναίνεση διακρίνεται από την έγκριση, καθόσον η πρώτη είναι η μέχρι της επιχειρήσεως της δικαιοπραξίας συγκατάθεση, ενώ έγκριση είναι η μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας- συγκατάθεση. Η έγκριση συνιστά όρο του ενεργού της αποτελούσας αντικείμενο αυτής συντελεσμένης, πλην όμως ανενεργού εισέτι νομικής πράξης. Σε αντίθεση με τη συναίνεση, η έγκριση, ως επιχειρούμενη μετά την κατάρτιση της νομικής πράξεως την οποία αφορά, δε δύναται να έχει το χαρακτήρα παροχής ορισμένης εξουσίας, αλλά συνεπάγεται απλώς την εκ των υστέρων ισχυροποίηση μιας αρχικώς ανενεργού νομικής πράξεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την 13/10-4-2014 απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου παρασχέθηκε στον ενάγοντα άδεια προς άσκηση αγωγής ακυρότητας του προσυμφώνου και επομένως συντρέχει περίπτωση συναίνεσης προς επιχείρηση διαδικαστικής πράξης (αγωγής), κατά την έννοια του άρθρου 237 ΑΚ και όχι έγκριση κατά την έννοια του 238 ΑΚ συγκεκριμένης επιχειρηθείσας διαδικαστικής πράξης, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει ο εκκαλών τυγχάνουν αβάσιμα. Αυτό άλλωστε διατυπώνεται εναργώς και στην ίδια την απόφαση του εκκλησιαστικού συμβουλίου στην οποία αναφέρεται "αποφασίζει ομόφωνα την έγερση αγωγής προκειμένου να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του προσυμφώνου". Σημειώνεται ότι με την από 10/12/2014 απόφαση της Δ.Ι.Σ, εγκρίθηκε η απόφαση του εκκλησιαστικού συμβουλίου περί παροχής αδείας (συναίνεσης) για την άσκηση αγωγής και δεν εγκρίθηκε η ασκηθείσα αγωγή, όπως εσφαλμένα επικαλείται ο ενάγων, συγχέοντας προφανώς την έγκριση της απόφασης του εκκλησιαστικού συμβουλίου (περί παροχής άδειας προς άσκηση αγωγή) με την έγκριση της ασκηθείσας αγωγής. Η κατά τα άνω όμως παρασχεθείσα από το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο άδεια (συναίνεση) δεν εγκρίθηκε από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο (σχετ. από 6/6/2014 αρνητική απόφαση του τελευταίου), περαιτέρω δε η Δ.Ι.Σ η οποία, αρχικά ενέκρινε την ανωτέρω απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου (σχετ. 10-12-2014 απόφαση ΔΙΣ), με μεταγενέστερη απόφασή της (από 4/2/2015) ανακάλεσε (237 ΑΚ) την προηγούμενη απόφασή της (περί εγκρίσεως της συναινέσεως) και ανακάλεσε την εν λόγω άδεια (συναίνεση), η οποία (συναίνεση) ως εκ τούτου αποσβέσθηκε και δεν αναπτύσσει νομική ενέργεια. Μη υφιστάμενης επομένως άδειας του εκκλησιαστικού συμβουλίου προς έγερση αγωγής εγκριθείσας (από το μητροπολιτικό συμβούλιο ή από τη Δ.Ι.Σ) δεν πληρούνται οι όροι παραδεκτής ασκήσεως της ένδικης αγωγής... Με τον ίδιο ως άνω όγδοο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, ο εκκαλών διατείνεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε διότι δεν ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης, τάσσοντας προθεσμία για τη συμπλήρωση των σχετικών με τη νομιμοποίηση του ελλείψεων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διαπιστώνοντας τις ανωτέρω ελλείψεις δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη χωρίς να τάξει προθεσμία για τη συμπλήρωση των ελλείψεων, οπότε η απόφασή του θα έπασχε (ΕρμΚΠολΔ Β. Β., άρθρ. 67), αλλά εξέδωσε την τοιαύτη απόφαση μετά τη συμπλήρωση των ελλείψεων και συγκεκριμένα αφού προσκομίσθηκαν τα υπ' αριθμ. .../22-12-2014 και …/274/9-2-2015 έγγραφα της Δ.Ι.Σ, τα οποία προσκομίσθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης προς θεμελίωση της νομιμοποίησης του ενάγοντος. Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι η προσκομιζόμενη από τον εκκαλούντα στο δικαστήριο τούτο, υπ' αριθμ. …/24-7-2016 Απόφαση (Πρακτικό) του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και η εγκριτική αυτής υπ' αριθμ. …/2016 απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, με τις οποίες εγκρίνεται η ένδικη αγωγή, έχουν ανατραπεί με την εκδοθείσα, κατόπιν ιεραρχικής προσφυγής, από 3/5/2017 απόφαση της Δ.Ι.Σ (σχετ. υπ' αριθμ. .../109/11-5-2017 έγγραφο ΔΙΣ) και ως εκ τούτου δεν ισχυροποιούν (αναδρομικώς) την ασκηθείσα αγωγή, όπως αβασίμως επικαλείται ο εκκαλών. Ενόψει των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη...". 1. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ, αριθμός 11, περίπτωση β', κατ' ορθήν εκτίμηση, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη της το με αριθμό .../109/11-5-2017 έγγραφο της Δ.Ι.Σ., το οποίο δεν προσκομίστηκε, ούτε έγινε επίκλησή του με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι η έφεση συζητήθηκε την 4-5-2017, ο φάκελος της υπόθεσης έκλεισε την 9-5-2017 και το ως άνω επίμαχο έγγραφο φέρει ημερομηνία 11-5-2017, δηλαδή, κατ' ορθήν εκτίμηση του αναιρετικού λόγου, δεν προσκομίστηκε έως την δωδεκάτη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 524 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Όπως προκύπτει, όμως, από την προσθήκη - αντίκρουση στις από 3-5-2017 έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης, η οποία προσθήκη κατατέθηκε την 9-5-2017 και ώρα 12.00', δηλαδή εμπρόθεσμα και παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη, αντικρούοντας την με αριθμό …/2016 απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, αναφέρει ότι η Διαρκής Ιεράς Σύνοδος (Δ.Ι.Σ.) κατόπιν απόφασης της και μετά την σχετική με αριθ. 14/2017 Γνωμοδότηση του Νομικού της Συμβούλου αποφάσισε πως το αριθ. …/2016 πρακτικό με απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου δεν είναι αιτιολογημένο, σχετικά με την άσκηση της αγωγής για ακύρωση του επιδίκου προσυμφώνου και ότι προσκομίζει, επί του ζητήματος τούτου και την απόφαση της Δ.Ι.Σ. Δεν αναφέρει στην προσθήκη - αντίκρουση τον αριθμό της απόφασης της Δ.Ι.Σ., η επίκλησή της, όμως, είναι σαφής και ορισμένη κατά περιεχόμενο. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε ότι η με αριθ. 4/2016 απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου, που είχε εγκρίνει την αριθ. 3/24-7-2016 απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου για την άσκηση της ένδικης αγωγής, έχει ανατραπεί με την εκδοθείσα την 3-5-2017 απόφαση της Δ.Ι.Σ., κατόπιν ιεραρχικής προσφυγής, έλαβε υπόψη και την τελευταία αυτή απόφαση που παραδεκτά είχε επικαλεστεί και προσκομίσει η αναιρεσίβλητη με την προσθήκη των προτάσεών της, ασχέτως του με αριθ. .../109/11-5-2019 εγγράφου της Δ.Ι.Σ., που εκδόθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας προσθήκης - αντίκρουσης. Σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο, πριν διαλάβει οποιαδήποτε αναφορά στο επίμαχο παραπάνω έγγραφο της Δ.Ι.Σ., της 11-5-2017, ενώ είχε ήδη απορρίψει ως αβάσιμο και τον όγδοο, τελευταίο, λόγο της από 5-11-2015 έφεσης, είχε καταλήξει, ασχέτως του πιο πάνω εγγράφου, και στο αποδεικτικό πόρισμα, με βάση τα άλλα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ότι ελλείπει η δεύτερη προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αγωγής, δηλαδή η έγκριση της σχετικής απόφασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Άρα, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. 2. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ως προς το σκέλος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, το αναιρεσείον αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου το σφάλμα ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και, έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, διατείνεται, ότι με την αγωγή του και με την έφεση πρόβαλλε τους ισχυρισμούς πως για την σύναψη του επιδίκου προσυμφώνου ουδέποτε συνέτρεξαν λόγοι εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 47 παρ. 1 του Ν. .../1977, που ρυθμίζει τη χρήση των εκκλησιαστικών ακινήτων, αλλά μόνο της διάταξης του άρθρου 16 παρ. 4 του με αριθ. 8/1979 Κανονισμού της Δ.Ι.Σ., που θέτει ως προϋπόθεση της εκμίσθωσης και εκποίησης των ακινήτων αυτών κατόπιν δημοπρασίας, μετά προηγούμενη εκτίμηση της αξίας τους, όπως θα έπρεπε να δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν είχε εκτιμήσει ορθά το σύνολο των αποδείξεων και ότι, έτσι, η αριθ. .../10-12-2014 εγκριτική απόφαση της Δ.Ι.Σ ήταν απολύτως σύννομη και ανεπίδεκτη ανάκλησης, όμως το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε το σχετικό έβδομο λόγο της έφεσής του, δεχόμενο ότι η ως άνω, από 4-2-2015, ανακλητική απόφαση της Δ.Ι.Σ., περιέχουσα σύστοιχη αιτιολογία, δεν πάσχει ακυρότητας και συνιστά νόμιμη διοικητική πράξη. Με το περιεχόμενο αυτό, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, ως προς το παρόν σκέλος του δεν ιδρύεται και είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο, και υπό τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο δικόγραφο, έλαβε υπόψη του τον έβδομο λόγο της έφεσης και τον απέρριψε. Οι δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί των εφαρμοστέων ουσιαστικών διατάξεων και του σύννομου της από 10-12-2014 εγκριτικής απόφασης της Δ.Ι.Σ και του ανεπίδεκτου ανάκλησής της με την μεταγενέστερη, από 4-2-2015 απόφασής της, συνιστούν επιχειρήματα που αντλούνται από το νόμο, τα οποία δεν έχουν αυτοτέλεια και δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ.8 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο εξέτασε το σχετικό, έβδομο, λόγο της έφεσης, έλαβε υπόψη όλους τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, σχετικά με τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 47 παρ. 1 του Ν. .../1977, 16 παρ. 4 του αριθ. 8/1979 Κανονισμού της Δ.Ι.Σ., καθώς και για την εγκυρότητα της από 4-2-2015 ανακλητικής απόφασης της Δ.Ι.Σ., και απέρριψε αυτούς, που θεμελίωναν τον έβδομο λόγο της έφεσης, όπως και αυτόν, στο σύνολό του. IV. Κατά, τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια οι πραγματικές διαπιστώσεις, δηλαδή οι παραδοχές της ελάσσονος πρότασης, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (Ολ. ΑΠ 18/2005, Ολ. ΑΠ 57/2000, ΑΠ 53/2019, ΑΠ 25/2019, ΑΠ 29/2019, ΑΠ 1326/2015). Ο λόγος αυτός αναίρεσης καθιδρύεται και στην περίπτωση ιδιωτικής σύμβασης του άρθρου 361 ΑΚ, που περιέχεται σε έγγραφο, όταν οι συμβαλλόμενοι προβαίνουν σε διαφορετική ερμηνεία της δικαιοπραξίας. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια της δήλωσης βούλησης. Οι διατάξεις των άρθρων αυτών παραβιάζονται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, ακόμα και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές προς εξεύρεση της αληθινής βούλησης των δικαιοπρακτούντων, ή δεν παραθέτει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή του (ΑΠ 208/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 419/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται τις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή να εντοπίζονται οι αντιφάσεις. Επίσης πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και ο προταθείς ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός με τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αυτόν (ΑΠ 326/2018, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 116/2012, ΑΠ 601/2011, ΑΠ 1206/2008). Ο παρών λόγος, αλλά και αυτός από τον αριθ.1, δεν ιδρύονται επί παραβάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 1687/013, ΑΠ 608/2008, ΑΠ 1140/2005, ΑΠ 405/2004). Ακόμη, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαιρεί το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 38/2019). Ως έγγραφα, για την ίδρυση του παρόντος λόγου, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ, ως αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1044/2013, ΑΠ 256/2012, ΑΠ 1134/2011) και δεν αποτελούν έγγραφα διαδικαστικά δικόγραφα (ΑΠ 42/2014, ΑΠ 243/2012). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 του Ν. .../1977 "Τα εκκλησιαστικά ακίνητα, επί των οποίων έχουν ανεγερθή οικοδομαί, χρησιμοποιούνται ως γραφεία Μητροπόλεων ή Ενοριακών Ναών, Κατοικία Αρχιερέων ή εφημερίων ή τα οποία εξυπηρετούν αμέσως ή εμμέσως την εκπλήρωσιν φιλανθρωπικών ή μορφωτικών σκοπών της Εκκλησίας της Ελλάδος ή νομικών προσώπων αυτής, εκποιούνται λόγω προφανούς εκκλησιαστικής ωφελείας, κατόπιν αποφάσεως της Δ.Ι.Σ., εκδιδομένης τη προτάσει του οικείου Αρχιερέως". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.4 του αριθ.8/1979 Κανονισμού της Δ.Ι.Σ. "Πάσα εκποίησις ακινήτου ή κινητού του Ι. Ναού ως και η σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επί του ακινήτου αυτού, γίνεται δια δημοπρασίας μετά προηγούμενη εκτίμηση της αξίας αυτών, μη απέχουσα εξαμήνου από της ημέρας της δημοπρασίας ...". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κ.Πολ.Δ, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού ο παρεμπίπτων έλεγχος δεν εκτείνεται στην ακύρωση της διοικητικής πράξης, ούτε στην απόκρουση της εκτελεστότητάς της, αλλά απλώς τα πολιτικά δικαστήρια δεν την εφαρμόζουν στην συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 171/2006, ΑΠ 40/2001, ΑΠ 1172/1985). Τέλος, κατά το άρθρο 167 ΑΚ, η δήλωση της βούλησης έχει νομική ενέργεια μόνο αφότου περιέλθει στο πρόσωπο στο οποίο απαιτείται να απευθυνθεί. Κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 236 και 237 του ίδιου Κώδικα, αν για να είναι έγκυρη μια δικαιοπραξία χρειάζεται η συγκατάθεση τρίτου (συναίνεση), αυτή παρέχεται με δήλωση προς το ένα ή το άλλο μέρος και η ανάκλησή της επιτρέπεται μέχρις ότου επιχειρηθεί η δικαιοπραξία και δηλώνεται προς εκείνο από τα μέρη προς το οποίο είχε δοθεί η συναίνεση. Η ανάκλησή της αποκλείεται αν αυτό συνάγεται από την ίδια τη συναίνεση ή από την έννομη σχέση στην οποία στηρίζεται η συναίνεση. Σύμφωνα με το άρθρο 238 ΑΚ, η συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση), εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, ανατρέχει στο χρόνο της δικαιοπραξίας. Από την αναδρομική ενέργεια δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα που τρίτοι απέκτησαν πριν από την έγκριση. Οι κανόνες της έγκρισης, που προβλέπεται από το πιο πάνω άρθρο, έχουν εφαρμογή και στις διαδικαστικές πράξεις (ΑΠ 187/1985, ΑΠ 215/1984, ΑΠ 1315/1982). 1. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, το αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, διατεινόμενο ότι εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 του Ν. .../1977, διαλαμβάνοντας ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της. Με το τρίτο σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, το αναιρεσείον βάλει κατά της απόφασης του Εφετείου, ισχυριζόμενο ότι απέρριψε τον έβδομο (κατ' ορθήν εκτίμηση του αναιρετηρίου) λόγο της έφεσής του, παραβιάζοντας την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 47 παρ.1 Ν. .../1977, δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της, καθώς και την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 16 παρ.4 του Κανονισμού της Δ.Ι.Σ., την οποία παρέλειψε να εφαρμόσει, με αποτέλεσμα να δεχθεί ως έγκυρη και νόμιμη την ανάκληση της από 10-12-2014 απόφασης της Δ.Ι.Σ., εγκριτικής της άσκησης αγωγής για ακύρωση του επιδίκου προσυμφώνου. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά την εξέταση του έβδομου λόγου της έφεσης, αφού παρέθεσε τις διατάξεις των άρθρων 47 παρ.1 του Ν. .../1977 και 16 παρ.4 του Κανονισμού 8/1979 της Δ.Ι.Σ και αφού έκρινε ότι αποτελεί τον κανόνα η δια δημοπρασίας εκποίηση ενοριακού ακινήτου και σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται η απ' ευθείας εκποίησή του, κατά το άρθρο 47 παρ.1 του Ν. .../1977, διέλαβε, στην ελάσσονα πρότασή της, την εξής παραδοχή: ".... Επομένως, η υπόσχεση δια του προσυμφώνου τελεί υπό την αίρεση ότι κατά τον χρόνο εκπλήρωσης της υπόσχεσης θα πληρούνται οι προϋποθέσεις για την κατ' εξαίρεση απ' ευθείας εκποίηση, άνευ δημοπρασίας και το ένδικο υπ' αριθμ. .../2007 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο όπου τα δύο μέρη έθεσαν σαν αποκλειστικό όρο ότι η πώληση θα πραγματοποιηθεί εντός 4 μηνών από τον θάνατο της Παναγιώτας χήρας Βέλλιου τελεί υπό τις επιπλέον προϋποθέσεις της παρ. Γ του άρθρου 47 του Ν. .../1977, οι οποίες εάν δεν πληρούνται, κωλύεται και η απ' ευθείας εκποίηση. Όθεν το ως άνω προσύμφωνο ερμηνευόμενο σύμφωνα προς τη διάταξη 47 παρ.1 ν. .../1977 τελεί υπό την πρόσθετο εκ του νόμου αίρεση της παροχής αδείας εκ της Δ.Ι.Σ., και δεν κρίνεται παράνομο ή άκυρο. Ενόψει τούτων, η ανακλητική απόφαση της Δ.Ι.Σ περιέχουσα σύστοιχη αιτιολογία δεν πάσχει ακυρότητας και συνιστά νόμιμη διοικητική πράξη". Το Εφετείο, δηλαδή, με τις ως άνω ειδικότερες παραδοχές, δεν έκρινε αν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 47 παρ.1 Ν..../1977, για την απ' ευθείας, χωρίς δημοπρασία, εκποίηση του ακινήτου που αναφέρεται στο επίδικο προσύμφωνο, αλλά έκρινε, στα πλαίσια εξέτασης του παρεμπίπτοντος ζητήματος της εγκυρότητος της ανακλητικής απόφασης της Δ.Ι.Σ (άρθρο 2 Κ.Πολ.Δ), ότι αυτή συνιστά νόμιμη, αιτιολογημένη, διοικητική πράξη. Άλλωστε, η από 15-10-2013 ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος πρωτοδίκως είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, για έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της έγκρισης από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο της απόφασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου για έγερση της αγωγής και το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους της από 5-11-2015 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ήτοι δεν εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ώστε να κρατήσει και να δικάσει κατ' ουσίαν την αγωγή (άρθρο 535 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς το δεύτερο και το τρίτο σκέλος του, στηρίζονται στην αναληθή προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε την ουσιαστική συνδρομή των όρων του άρθρου 47 παρ.1 του Ν. .../1977 για την κατάρτιση του επιδίκου με αριθ. .../2007 συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, για την απ' ευθείας εκποίηση του ακινήτου που αφορά, οι οποίοι όροι δεν συνέτρεχαν και ότι ήταν εφαρμοστέα η διάταξη της παρ.4 του άρθρου 16 του αριθ.8/1979 Κανονισμού της Δ.Ι.Σ., που απαιτεί δημοπρασία και είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. 2. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, που παραθέτει το αναιρεσείον, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 62, 63, 73, 237 και 222 του Κ.Πολ.Δ, καθώς και της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 238 ΑΚ, συνιστάμενη στο γεγονός ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του το με αριθ. Πρωτ. .../9-2-2015 έγγραφο της Δ.Ι.Σ., που περιείχε ανάκληση της από 10-12-2014 απόφασής της για έγκριση άσκησης αγωγής ακύρωσης του επιδίκου προσυμφώνου και απέρριψε έτσι, ως αλυσιτελή, το σχετικό τρίτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον παραπονέθηκε πως η πρωτόδικη απόφαση απαραδέκτως είχε λάβει υπόψη της το παραπάνω έγγραφο, το οποίο δεν είχε νόμιμα προσκομισθεί. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, ορθά εκτιμούμενος, υπάγεται στον αριθμό 559 αριθ.11 περ. β' Κ.Πολ.Δ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο "παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν", δηλαδή που δεν έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους. Κατά τη διάταξη του άρθρου 529 Κ.Πολ.Δ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Αν το Εφετείο δεν αποκρούσει τις νέες αποδείξεις ως απαράδεκτες, δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία και συνεπώς δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος (ΑΠ 731/2014, ΑΠ 896/2014, ΑΠ 2035/2013, ΑΠ 1352/2012). Επομένως, αφού στην κρινόμενη περίπτωση το Εφετείο έκρινε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι παραδεκτά προσκομίστηκε, με νόμιμη επίκληση, το πιο πάνω με αριθ. Πρωτ. .../9-2-2015 έγγραφο της Δ.Ι.Σ., στη δευτεροβάθμια δίκη και το έλαβε υπόψη του, σύμφωνα με το άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ο παρών, τρίτος λόγος, της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. 3. Περαιτέρω, με τον τέταρτο (κατ' ορθήν αρίθμηση, τρίτο στο αναιρετήριο) λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, το αναιρεσείον αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου το σφάλμα της παραβίασης, δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής τους, των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 96, 104, 105, 223 και 522 του Κ.Πολ.Δ, και της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 238 ΑΚ, ισχυριζόμενο ότι με το πρακτικό του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, που εγκρίθηκε με απόφαση του Μητροπολιτικού Συμβουλίου και με το οποίο εγκρίθηκε η άσκηση της έφεσης και ο διορισμός πληρεξουσίου δικηγόρου, προς υποστήριξη αυτής, πληρώθηκαν εγκύρως οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για την άσκηση της ένδικης αγωγής. Επίσης με τον πέμπτο (κατ' ορθήν αρίθμηση, τέταρτο στο αναιρετήριο) λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, το αναιρεσείον αποδίδει ωσαύτως στην απόφαση του Εφετείου το σφάλμα της παραβίασης, δια της εσφαλμένης ερμηνείας και μη ορθής εφαρμογής τους, των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 236, 237, 238 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 2, 9 και 12 του αριθ.8/1979 Κανονισμού της Δ.Ι.Σ., διατεινόμενο ότι συνέτρεχαν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις άσκησης της ένδικης αγωγής, καθόσον η σχετική απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, της 10-4-2014, εγκρίθηκε με την αριθ. .../22-12-2014 πράξη της Δ.Ι.Σ, η οποία ήταν ανεπίδεκτη ανάκλησης, ώστε η μεταγενέστερη από 9-2-2015 απόφαση της Δ.Ι.Σ, να μην συνιστά έγκυρη ανάκληση της προηγούμενης, από 10-12-2014 απόφασής της, καθόσον η έγκριση που είχε δοθεί παράγει αμέσως έννομες συνέπειες και δεν ανακαλείται. Εξάλλου, με τον έκτο (κατ' ορθήν αρίθμηση, πέμπτο στο αναιρετήριο) λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και κατά το τρίτο, επικουρικό, σκέλος του, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 62, 63, 67, ..., 237, 215 Κ.Πολ.Δ, καθώς και των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 167, 236, 237, 238 ΑΚ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις με την παραδοχή του ότι η από 10-12-2014 εγκριτική απόφαση της Δ.Ι.Σ. ανακλήθηκε εγκύρως με την μεταγενέστερη από 4-2-2015 απόφασή της, παρότι η ενέργεια της πράξης για την οποία είχε παρασχεθεί η έγκριση, δηλαδή η άσκηση της ένδικης αγωγής, είχε ήδη ολοκληρωθεί. Επικουρικά, διατείνεται ότι το Εφετείο που δέχθηκε ως έγκυρη απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, της 10-4-2014, εγκρίθηκε με την αριθ. .../22-12-2014 πράξη της Δ.Ι.Σ., η οποία ήταν ανεπίδεκτη ανάκλησης, ώστε η μεταγενέστερη από 9-2-2015 απόφαση της Δ.Ι.Σ να μην συνιστά έγκυρη ανάκληση της προηγούμενης, από 10-12-2014 απόφασής της, καθόσον η έγκριση που είχε δοθεί παράγει αμέσως έννομες συνέπειες και δεν ανακαλείται. Εξάλλου, με τον έκτο (κατ' ορθήν αρίθμηση, πέμπτο στο αναιρετήριο) λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και κατά το τρίτο, επικουρικό, σκέλος του, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 62, 63, 67, ..., 237, 215 Κ.Πολ.Δ, καθώς και των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 167, 236, 237, 238 ΑΚ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις με την παραδοχή του ότι η από 10-12-2014 εγκριτική απόφαση της Δ.Ι.Σ. ανακλήθηκε εγκύρως με την μεταγενέστερη από 4-2-2015 απόφασή της, παρότι η ενέργεια της πράξης για την οποία είχε παρασχεθεί η έγκριση, δηλαδή η άσκηση της ένδικης αγωγής, είχε ήδη ολοκληρωθεί. Επικουρικά, διατείνεται ότι το Εφετείο που δέχθηκε ως έγκυρη την ανάκληση, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, για ουσιώδες ζήτημα, στερώντας έτσι την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Οι παραπάνω, τέταρτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, ως προς τις αιτιάσεις τους με τις οποίες αποδίδουν στην απόφαση του Εφετείου σφάλματα παραβίασης αμιγώς δικονομικών διατάξεων, δεν ιδρύονται και είναι απαράδεκτοι, διότι, όπως προαναφέρθηκε στις νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης, από τους αριθ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ ελέγχεται η παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, με τις προεκτεθείσες παραδοχές που διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση στον ελάσσονα συλλογισμό της, στις οποίες στήριξε το αποδεικτικό της πόρισμα περί έλλειψης της διαδικαστικής προϋπόθεσης της έγκρισης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος, προς άσκηση της ένδικης από 15-10-2013 αγωγής και με τις ειδικότερες παραδοχές της, ότι την 18-9-2014 που συζητήθηκε η αγωγή αυτή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν υπήρξε έγκριση της σχετικής, από 10-4-2014 απόφασης του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο, η δε από 10-12-2014 απόφαση της Δ.Ι.Σ, που ενέκρινε την άσκηση αγωγής, κατόπιν άσκησης ιεραρχικής προσφυγής, ανακλήθηκε με την από 4-2-2015 μεταγενέστερη απόφασή της και ότι με την από 10-12-2014 απόφαση της Δ.Ι.Σ εγκρίθηκε η απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου περί παροχής αδείας (συναίνεσης) για την άσκηση αγωγής και δεν εγκρίθηκε η ήδη ασκηθείσα αγωγή, ότι δηλαδή δεν πρόκειται για έγκριση κατά την έννοια του άρθρου 238 ΑΚ, ειδικότερη παραδοχή που διαλαμβάνεται για την απόρριψη του τέταρτου λόγου της έφεσης, η απόφαση του Εφετείου περιέχει πλήρεις, εμπεριστατωμένες και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δεν την αποστερούν από τη νόμιμη βάση της και δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις που επικαλείται το αναιρεσείον δια εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής τους και ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 238 ΑΚ, η οποία, με βάση τις πραγματικές παραδοχές, της απόφασης, δεν ήταν εφαρμοστέα. Επομένως, ο τέταρτος, ο πέμπτος και ο έκτος, ως προς το πρώτο και τρίτο σκέλος του, αναιρετικοί λόγοι, είναι αβάσιμοι. Τέλος, με τον έκτο αναιρετικό λόγο, ως προς το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραμόρφωσης εγγράφου και συγκεκριμένα της αριθ. .../22-12-2014 απόφασης της Δ.Ι.Σ, διαγιγνώσκοντας εσφαλμένα το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και καταλήγοντας σε πόρισμα διαφορετικό, αναφορικά με την εγκριθείσα απόφαση για την άσκηση της αγωγής και την παράσταση και εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθόσον με την ανωτέρω απόφαση παρασχέθηκε αναδρομικώς έγκριση για την άσκηση της ένδικης αγωγής. Ο παρών αναιρετικός λόγος, ως προς το σκέλος του αυτό, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, ένεκα αοριστίας, διότι το αναιρεσείον δεν παραθέτει και δη κατά λέξη, το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου που φέρεται να παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος (ΑΠ 662/2014, ΑΠ 1563/2014, ΑΠ 1044/2013, ΑΠ 1288/2012, ΑΠ 333/2011), ούτε προσκομίζει το έγγραφο αυτό, για να εκτιμηθεί το περιεχόμενό του, με επισκόπηση κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, προς διαπίστωση της βασιμότητας του λόγου αναίρεσης (ΑΠ 1563/2014, ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, κρίνοντας ότι απαραδέκτως ασκήθηκε η ένδικη αγωγή του, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, διάταξη που δεν επικαλείται το αναιρεσείον, εξετάζεται όμως αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-05-2017 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Ενορία Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου ...", για αναίρεση της με αριθμό 4886/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2022. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ