Αριθμός 950/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαύρο Μαυρουδή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Τ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γεωργόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 187/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 1981/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-11-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και 6 του Νόμου 765/1943 προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνον εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή εργασίας και στον μισθό που συμφωνήθηκε και ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες στον εργαζόμενο, αναφορικά με τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί σ` αυτό εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς τις οδηγίες του, δηλαδή κρίσιμο στοιχείο είναι ο μονομερής καθορισμός από τον εργοδότη του χρόνου και του τόπου, κατά τον οποίον ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του, άσχετα με το εάν ο εργοδότης ασκεί το δικαίωμα αυτό ή αφήνει περιθώριο πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον το τελευταίο δεν εξικνείται μέχρι την κατάλυση της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας αντιστοίχως δικαιώματος υπηρεσιακής δράσεως, ελεύθερης από τον έλεγχο του εργοδότη. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, γιατί εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει, για τον υποβαλλόμενο σ` αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεως του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει, κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΑΠ 1432/2018, ΑΠ 312/2011, ΑΠ 229/2011). Τέτοια σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να συναφθεί και μεταξύ συγγενών ή φίλων, αλλά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να διαπιστώνεται ότι συντρέχουν οι όροι της σύμβασης αυτής, μεταξύ των οποίων και η νομική εξάρτηση του μισθωτού από τον εργοδότη (ΑΠ 13/2022, ΑΠ 180/2000). Από την εκτίμηση δε των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης, είναι δυνατόν να αποκλείεται η ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας, όταν η εργασία παρέχεται από ελευθεριότητα, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις παροχής εθελοντικής εργασίας χωρίς αντάλλαγμα για φιλανθρωπικούς ή άλλους λόγους, στην κατά παράκληση παροχή υπηρεσιών χωρίς αντάλλαγμα για εκπαιδευτικούς σκοπούς, στην περιστασιακή απασχόληση σε επιχείρηση φιλικού προσώπου χωρίς συγκεκριμένο ωράριο και συγκεκριμένα καθήκοντα, στο πλαίσιο της φιλικής σχέσης του απασχοληθέντος με τον επιχειρηματία, ακόμη και αν κατά καιρούς καταβάλλεται στον πρώτο αμοιβή για την εκτέλεση ορισμένων εξωτερικών εργασιών, με σκοπό την κάλυψη δαπανών ή την οικονομική ενίσχυση αυτού, χάριν της φιλίας (ΑΠ 693/2013), στην οικειοθελή παροχή υπηρεσιών σε πολιτικό κόμμα ή σε πολιτευόμενο πρόσωπο για ιδεολογικούς λόγους ή λόγω γνωριμίας, στην οικειοθελή παροχή υπηρεσιών σε τρίτο χωρίς αμοιβή, αλλά με την προσδοκία (ως απώτερο κίνητρο) μιας (άτυπης) αντιπαροχής, όπως σύναψη μνηστείας ή γάμου, μελλοντική οικονομική εξασφάλιση, προσδοκία μελλοντικών παροχών από τρίτο (δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα) στον ίδιο ή σε συγγενικό του πρόσωπο, κατόπιν αναμενομένων ως εκ της θέσης ή της ιδιότητάς του ενεργειών του προς ον η παροχή των εν λόγω υπηρεσιών προσώπου (ΑΠ 13/2022). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών της πρώτης έφεσης και εφεσίβλητος της δεύτερης έφεσης (ήδη αναιρεσείων) προσέλαβε το έτος 1994 την ενάγουσα- αδελφή του και ήδη εφεσίβλητη της πρώτης έφεσης και εκκαλούσα της δεύτερης έφεσης (ήδη αναιρεσίβλητη), στην επιχείρηση οβελιστηρίου- καφενείου που αυτός διατηρεί στην …. Πιερίας, προκειμένου να την απασχολήσει ως σερβιτόρα. Από 1-1-2010 η ενάγουσα συμφωνήθηκε ότι θα εργαζόταν με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, επί 40 ώρες εβδομαδιαία με μηνιαίο μισθό 900 ευρώ, που αποτελούσε τις καθαρές αποδοχές της, καθώς ο εναγόμενος παρέλειπε τη νόμιμη αναγγελία της πρόσληψης και την ασφάλιση της ενάγουσας, εκτός από μία μικρή χρονική περίοδο. Στην πραγματικότητα όμως η ενάγουσα παρείχε την εργασία της επί επτά ήμερες την εβδομάδα για οκτώ ώρες κάθε μέρα, από 07:30 έως 15:30 κατά τους μήνες Οκτώβριο έως Απρίλιο και από 06:30 έως 14:30 κατά τους μήνες Μάιο έως Σεπτέμβριο. Τα καθήκοντά της περιλάμβαναν την προετοιμασία ροφημάτων και φαγητών στην κουζίνα και το σερβίρισμα στους πελάτες του καταστήματος. Η επιχείρηση του εναγόμενου ανήκε, στον συνήθη τύπο οικογενειακού καφεστιατορίου σε χωριό, που λειτουργεί επτά ήμερες την εβδομάδα από νωρίς το πρωί μέχρι τη νύχτα και παρείχαν τις υπηρεσίες τους περισσότερα μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του και συγκεκριμένα η σύζυγος του, οι γονείς του, οι αδελφές του Ά. και Ε. (ενάγουσα). καθώς και τουλάχιστον μία υπάλληλος, η Β. Δ.. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι και η ενάγουσα, όπως και τα υπόλοιπα μέλη της ευρύτερης οικογένειας του, παρείχε τις υπηρεσίες της αυτοβούλως και από ελευθεριότητα και χωρίς να υπάρχει σύμβαση εργασίας και, χωρίς να παρέχεται. μισθός, δεν κρίνεται πειστικός. Ούτε το ότι οι γονείς και η σύζυγός του (που εργάζεται στον Δήμο…) παρείχαν τις υπηρεσίες τους περιστασιακά και για λιγότερες ώρες από την ενάγουσα ασκεί επιρροή, ούτε το γεγονός ότι είναι αδελφή του εργοδότη της, αφού σύμβαση εργασίας μπορεί, να συναφθεί και μεταξύ συγγενών, ενώ κρίσιμο εν προκειμένω είναι ότι ο εναγόμενος έδινε δεσμευτικές οδηγίες στην ενάγουσα, η οποία συμμορφωνόταν πλήρως σ' αυτές, καθορίζοντας τον χρόνο της εργασίας και το αντικείμενό της, ασκώντας εποπτεία και έλεγχο επ' αυτής, καθώς και το ότι της κατέβαλε τακτικά μισθό, που αποτελούσε εξάλλου το μόνο εισόδημα της ενάγουσας και επομένως η σχέση που συνέδεε την ενάγουσα με τον εναγόμενο ήταν της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι η ενάγουσα εργαζόταν διαρκώς πέραν του νόμιμου ωραρίου, δηλαδή περισσότερο από 8 ώρες ημερησίως, καθόσον στην επιχείρηση του εναγόμενου παρείχαν τις υπηρεσίες τους περισσότερα πρόσωπα, ένα εκ των οποίων και η προαναφερθείσα μισθωτή υπάλληλος, που εργαζόταν τα βράδια, μετά το πέρας της εργασίας της ενάγουσας και έτσι ανάγκη για εργασία της ενάγουσας πέραν του 8ώρου υπήρχε, και η ενάγουσα όντως εργάστηκε πέραν αυτού, μόνο κατ' εξαίρεση, όταν δηλαδή υπήρχε πελατεία περισσότερη από το συνηθισμένο, όπως σε γιορτές ή αν μεταδιδόταν από την τηλεόραση αθλητικός αγώνας, χωρίς όμως να προκύπτει ποιες ήταν αυτές οι μέρες, ούτε συγκεκριμένα ούτε έστω κατά μέσο όρο εβδομαδιαίως, μηνιαίως ή ετησίως. Η ενάγουσα δεν εργάστηκε τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 2014, αφού το κατάστημα του εναγόμενου είχε υποστεί ζημίες από πυρκαγιά το Σάββατο 1-3-2014, γεγονός που δεν αμφισβητείται. Κατά τα τέλη του έτους 2014, η ενάγουσα, προβληματισμένη από το ότι δεν λάμβανε το σύνολο των αποδοχών που δικαιούνταν, εν όψει μάλιστα της εργασίας της καθημερινά και από το ότι ο εναγόμενος παρέλειπε να την ασφαλίζει, ζήτησε συμβουλή δικηγόρου και άρχισε να διαμαρτύρεται στον εναγόμενο. Ο τελευταίος, για να εκμεταλλευτεί και τη δυνατότητα επιδότησης, κατάρτισε με την ενάγουσα την από 13-3-2015 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα θα εργαζόταν ως σερβιτόρα, με το σύστημα της εξαήμερης εργασίας, από Δευτέρα έως Σάββατο από 08:00 έως 14:40, με μικτές αποδοχές ευρώ 586,08. Η σύμβαση αυτή όμως ήταν εικονική, αφού η ενάγουσα συνέχισε να παρέχει την εργασία της με τους ίδιους όρους όπως και πριν. Τελικά η εν λόγω σύμβαση καταγγέλθηκε στις 30-9-2016, με την καταγγελία επίσης να είναι εικονική και να οφείλεται στη λήξη του προγράμματος επιδοτήσεων από το οποίο ωφελούνταν ο εναγόμενος, η δε ενάγουσα συνέχισε να εργάζεται στην επιχείρηση του εναγόμενου χωρίς καμία μεταβολή στις συνθήκες εργασίας της και η εικονική αυτή σύμβαση εργασίας και η εξίσου εικονική καταγγελία της δεν ασκούν επιρροή εν προκειμένω. Ο χρόνος της φερόμενης ισχύος της σύμβασης αυτής ήταν και ο μόνος χρόνος κατά τον οποίο ο εναγόμενος ασφάλισε την ενάγουσα, χωρίς εντούτοις να ασκεί και αυτό κάποια επιρροή, δεδομένου ότι με την αγωγή της η ενάγουσα ζητά τις καθαρές και όχι τις μικτές αποδοχές της. Τελικά, η ενάγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της στις 31-1-2018, προκειμένου να λειτουργήσει δική της ομοειδή επιχείρηση σε άλλο σημείο της περιοχής.... Ο εναγόμενος κατέβαλε στην ενάγουσα, όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, μόνο το ποσό των ευρώ 900 κατά μήνα ως μισθό, χωρίς καμία άλλη συμφωνία. Δεδομένου ότι η ενάγουσα εφοδιάστηκε με πιστοποιητικό υγείας στις 3-9-2014, η σύμβαση μέχρι τον χρόνο εκείνο ήταν άκυρη. Για τον χρόνο κατά τον οποίο η ενάγουσα παρείχε την εργασία της με βάση άκυρη σύμβαση (1-1-2010 έως 3-9-2014) δικαιούται την προσαύξηση 75% λόγω εργασίας κατά την Κυριακή ή αργία, την προσαύξηση λόγω υπερωριακής εργασίας, την άδεια και την αποζημίωση αδείας, καθώς και τα επιδόματα (δώρα) εορτών, στηριζόμενη ευθέως στις διατάξεις που θεσπίζουν τις παραπάνω αξιώσεις, χωρίς ανάγκη προσφυγής στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αντίθετα, για την εργασία της τα Σάββατα, καθώς και για την αποζημίωση λόγω μη χορήγησης ημέρας ανάπαυσης, η ενάγουσα έχει αξίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τόκοι δε οφείλονται από την επίδοση της αγωγής. Με βάση τα παραπάνω και λαμβανομένων υπόψη ότι στον συμφωνημένο μηνιαίο μισθό της ενάγουσας αντιστοιχεί ημερομίσθιο ύψους ευρώ 900 X 1/25 = 36, και ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργάστηκε πέραν του νόμιμου ωραρίου της, άρα τα σχετικά κονδύλια της αγωγής της είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα, πρέπει να γίνουν οι εξής υπολογισμοί:...". Ακολουθούν υπολογισμοί α) για την απασχόλησή της κατά τα Σάββατα, για την οποία προσδιορίζει ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται το ποσό των 14.148 ευρώ, β) για τη απασχόλησή της κατά τις Κυριακές και για τη μη λήψη ρεπό, για την οποία προσδιορίζει ότι δικαιούται το ποσό των 21.318,88 ευρώ, γ) για την απασχόλησή της κατά τις αργίες, για την οποία προσδιορίζει ότι δικαιούται το ποσό των 2.810,26 ευρώ, από το οποίο της επιδικάζει το πόσο των 2.769,49 που αιτούταν με την αγωγή της, δ) για αποδοχές και επίδομα αδείας, που προσδιορίζει στο ποσό των 9.360 ευρώ συν του ποσού των 97,50 ευρώ για το έτος 2018, ε) για δώρα εορτών, που προσδιορίζει στο ποσό των 11.310,88 ευρώ, ενώ απορρίπτει κατ' ουσία το κονδύλιο για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωριακή εργασία. Στη συνέχεια, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει: "... Η επιχείρηση του εναγόμενου είναι οικογενειακή, με την έννοια ότι περισσότερα μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του παρέχουν σε αυτή τις υπηρεσίες τους, αυτό όμως δεν εμποδίζει τον χαρακτηρισμό της σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ο εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος τη συγγενική του σχέση με την ενάγουσα, απέφευγε να της καταβάλλει, εκτός από τον συμφωνημένο μισθό, και όλα τα παραπάνω ποσά που αυτή δικαιούνταν, καθώς και να την ασφαλίζει στον οικείο φορέα κοινωνικής ασφάλισης. Η ενάγουσα αρχικά δεν διαμαρτυρόταν, κατά το έτος 2014 όμως επισκέφτηκε δικηγόρο ο οποίος την πληροφόρησε για τα δικαιώματά της, οπότε η ενάγουσα απαίτησε από τον εναγόμενο να της καταβάλει ό,τι της όφειλε μέχρι τότε. Ο ενάγων αναγνώρισε ότι οφείλει και άλλα ποσά πλέον του καταβαλλόμενου μισθού, διαβεβαίωσε όμως την ενάγουσα πολλές φορές, ενώπιον και του συζύγου της, επικαλούμενος άλλοτε οικονομική δυσχέρεια και άλλοτε τη συγγενική τους σχέση, ότι θα τα κατέβαλε. Τις διαβεβαιώσεις του αυτές επανέλαβε ο εναγόμενος και κατά το έτος 2015 και κατά το έτος 2018, οπότε η ενάγουσα έπαυσε να πιστεύει τον εναγόμενο και κατήγγειλε τη μεταξύ τους εργασιακή σχέση. Οι αναγνωρίσεις αυτές από τον εναγόμενο των οφειλών του, που έγιναν πριν την παραγραφή των επίδικων αξιώσεων της ενάγουσας, επιφέρουν την κατ' άρθρο 260 ΑΚ διακοπή της παραγραφής, έστω και αν ο εναγόμενος δεν αναγνώρισε ότι οφείλει συγκεκριμένα ποσά, διότι η αναγνώριση αναφέρεται σε συγκεκριμένη αξίωση, χωρίς να χρειάζεται ν' αναφέρεται το ακριβές ποσό, ενώ δεν εξετάζεται αν η ενέργεια του οφειλέτη έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ούτε αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξιώσεως ή σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 873 ΑΚ, ούτε απαιτείται η ενέργεια αυτή να υποβληθεί σε κάποιον τύπο ή να γίνει δεκτή από τον δανειστή. Συνεπώς, απορριπτέα στην ουσία της είναι η ένσταση παραγραφής του εναγόμενου και αντίστοιχα δεκτή κατ' ουσίαν η αντένσταση της διακοπής της παραγραφής της ενάγουσας και επομένως απορριπτέος ως αβάσιμος και ο σχετικός λόγος της πρώτης εφέσεως, όπως και αυτός περί καταχρηστικής εκ μέρους της ενάγουσας άσκησης δικαιώματος, καθόσον τα επικαλούμενα από τον εναγόμενο περιστατικά (μακροχρόνια αδράνεια της ενάγουσας και δυσβάστακτες σ' αυτόν συνέπειες) δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας....". Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε κατ' ουσίαν την από 27.12.2021 έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος και την από 30.12.2021 αντίθετη έφεση της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης κατά της 187/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 30.12.2020 αγωγή της αναιρεσίβλητης, υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 25.067,59 ευρώ και αναγνωρίσθηκε ότι υποχρεούται αυτός να της καταβάλει το ποσό των 33.937,16, με το νόμιμο τόκο από τις ειδικότερα προσδιοριζόμενες σ' αυτήν ημερομηνίες. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την επίκληση ότι, σύμφωνα και με τις παρατιθέμενες στον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης παραδοχές, δεν διαλαμβάνονται σε αυτές πραγματικά περιστατικά ως προς τη συνδρομή των κριτηρίων για το χαρακτηρισμό της μεταξύ των διαδίκων σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και δη περιστατικά που καταδεικνύουν τη νομική εξάρτηση της αναιρεσίβλητης -εργαζόμενης από τον αναιρεσείοντα - εργοδότη. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Και τούτο διότι, με τις ως άνω παραδοχές, όπως αυτές διαλαμβάνονται ανωτέρω και την κρίση που παρήχθη από αυτές, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 648 επ., 652 ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που αναπτύσσονται στην ανωτέρω νομική σκέψη, καθότι διέλαβε ανεπαρκείς και παράλληλα αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της έννομης σχέσης που συνέδεε τις διαδίκους και τις συνθήκες κατάρτισης αυτής, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καταστήσει ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας, ενώ δέχεται απερίφραστα ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ήδη από το έτος 1994 προσέλαβε και απασχόλησε την ενάγουσα- αδελφή του και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως σερβιτόρα, αντί μηνιαίων αποδοχών που συμφωνήθηκαν, στις 1.1.2010, στο ποσό των 900 ευρώ, καθαρά, χωρίς, μάλιστα, ο αναιρεσείων εργοδότης να προβεί σε νόμιμη αναγγελία της πρόσληψής της και στην ασφάλισή της, διαλαμβάνει στην απόφασή του πραγματικά περιστατικά από τα οποία δεν καταδεικνύονται με σαφήνεια το είδος και η ποιότητα της δέσμευσης και της εξάρτησης της αναιρεσίβλητης-εργαζόμενης από τον αναιρεσείοντα -εργοδότη - αδελφό της ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας της, το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να δίνει δεσμευτικές για την αναιρεσίβλητη οδηγίες και εντολές ως προς τις συνθήκες παροχής της εργασίας της και να ελέγχει τη συμμόρφωσή της προς τις οδηγίες αυτές, καθώς και η έκταση και ο βαθμός της αντίστοιχης υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης. Επιπλέον, τα επιχειρήματα τα οποία το Εφετείο χρησιμοποιεί για την ενίσχυση των ως άνω ανεπαρκών παραδοχών του, ότι "η επιχείρηση του αναιρεσείοντος που είναι οικογενειακή, με την έννοια ότι περισσότερα μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του παρέχουν σε αυτή τις υπηρεσίες τους, αυτό όμως δεν εμποδίζει τον χαρακτηρισμό της σχέσης που συνέδεε του διαδίκους ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου" και ότι "η επιχείρηση του εναγομένου (αναιρεσείντος) ανήκει στο συνήθη τύπο οικογενειακού καφεστιατορίου σε χωριό, που λειτουργεί επτά ημέρες την εβδομάδα από νωρίς το πρωί μέχρι τη νύχτα και παρείχαν τις υπηρεσίες τους περισσότερα μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του και συγκεκριμένα η σύζυγός του, οι γονείς του, οι αδελφές του Ά. και Ε. (ενάγουσα- αναιρεσίβλητη), καθώς και τουλάχιστον μία υπάλληλος, η Β. Δ..." και τα οποία επιδέχονται και αντίστροφη ανάγνωση, όχι μόνο δεν αίρουν τη διαπιστούμενη ασάφεια, αλλά την επιτείνουν. Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αρκούμενο μόνο στην παραδοχή του ότι το γεγονός της απασχόλησης και των λοιπών μελών της ευρύτερης οικογένειας του αναιρεσείοντος, δεν ασκεί επιρροή και δεν αναιρεί το χαρακτήρα της σχέσης των διαδίκων ως εξαρτημένης σύμβασης εργασίας και ότι έδινε αυτός (αναιρεσείων) δεσμευτικές οδηγίες στην αναιρεσίβλητη, χωρίς περαιτέρω, να περιλαμβάνει περιστατικά από τα οποία να καταδεικνύεται το είδος και η ποιότητα της δέσμευσης και της εξάρτησης της αναιρεσίβλητης, καθώς, επίσης, ενόψει και των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, να περιλαμβάνει περιστατικά από τα οποία να δεικνύεται η αναγκαιότητα της πρόσληψης της αναιρεσίβλητης εκ μέρους του αναιρεσείοντος, και μάλιστα για επτά ημέρες την εβδομάδα, χωρίς ρεπό και για οκτώ ώρες κάθε μέρα, αφού ήδη απασχολούνταν, εκτός του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, τέσσερα επιπλέον άτομα του ευρύτερου οικογενειακού κύκλου του και η Β. Δ., ως υπάλληλος της επιχείρησης, η οποία λειτουργούσε στο χωριό … Πιερίας, ως οικογενειακή επιχείρηση. Έτσι, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι από τις 4.2.1994 ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων προσέλαβε την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αντί μηνιαίων αποδοχών, που συμφωνήθηκαν στις 1.1.2010 στο ποσό των 900 ευρώ και την απασχόλησε έως και τις 3.1.2018, που αποχώρησε αυτή οικειοθελώς για να λειτουργήσει δική της ομοειδή επιχείρηση σε άλλο σημείο της περιοχής, επί επτά ημέρες την εβδομάδα και για οκτώ ώρες την ημέρα, δεν έχουν το αναγκαίο περιεχόμενο που προσδιορίζεται από τους εφαρμοστέους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 648 επ., 652 και 6 του ν. 765/1943, σχετικά με το χαρακτηρισμό της επίδικης έννομης σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και τις συνθήκες κατάρτισης αυτής και δεν καλύπτουν πλήρως το πραγματικό τους. Κατά συνέπεια, ο ως άνω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος. Επομένως, κατά παραδοχή των πρώτου λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, (ΑΠ 9/2023) πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1981/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει στο ποσό των δύο χιλίων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ