Αριθμός 1037/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Δ. του Σ., συζ. Β. Μ., κατοίκου ..., 2) Δ. Δ. του Σ., 3) Α. Δ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Καστάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 212/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 87/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον, με την από 1-6-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η από 01-06-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθ. 87/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 2-3-2012 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας αγωγή κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι επικαλούμενοι παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο κτήσης ζήτησαν την αναγνώριση της κυριότητάς τους επί των επίδικων ακινήτων, την οποία αμφισβητεί το εναγόμενο και την διόρθωση των σχετικών ανακριβών πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του οικείου κτηματολογικού γραφείου. Το ως άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την υπ' αριθ. 212/2014 οριστική απόφαση του, έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 26-2-2015 έφεση, η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν από το Μονομελές Εφετείο Κερκύρας με την εκδοθείσα, κατά την ίδια διαδικασία, επίσης, αντιμωλία των διαδίκων, προαναφερθείσα αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (ΑΠ 96, 251 και 1027/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται, πέραν της συγκεκριμένης διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται με πληρότητα και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1027/2019, 873/2018, 1413/2017 ). Η από τον παραπάνω λόγο αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 562 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως, άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία κείμενα εκτός του αναιρετηρίου, ούτε βέβαια από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, (ΑΠ 1326/2015, ΑΠ 607/2013). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του και τον δεύτερο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του, το αναιρεσείον προβάλλει αιτιάσεις εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των αναφερόμενων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι, αφού δεν καθορίζονται τα αποδιδόμενα στην απόφαση νομικά σφάλματα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ενώ δεν εκτίθενται με πληρότητα και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και φέρεται να συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου. Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, το αναιρετήριο να περιλαμβάνει, εκτός των άλλων, και τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, όπως και την εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά. Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης κατά τα δεύτερα σκέλη τους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες της εκ πλαγίου παραβίασης των αναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Πλην όμως, δεν παρατίθενται κατά τρόπο πλήρη οι σχετικές ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης, ούτε εξειδικεύονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο οι πλημμέλειες που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Με βάση τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη της προσβαλλομένης απόφασης από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Συνεπώς και οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, είναι αόριστοι ως απαράδεκτοι. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι στο σύνολό τους. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις περί δεδικασμένου (Α.Π. 169/2019, 889/2018, 1410/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 περ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των άρθρων 322 επ ΚΠολΔ, δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου εκ της υπ'αριθμ. 95/1998 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας, η οποία επικυρώθηκε και με την υπ'αριθμ. 146/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτήν με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις περί δεδικασμένου. Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος ως αόριστος και ως προς τη διαλαμβανόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον για να είναι ορισμένος δεν αρκεί να αναφέρεται (μόνον) ενάριθμα η καταλογιζόμενη πλημμέλεια, αλλά πρέπει επακριβώς να αναπτύσσεται κατά το περιεχόμενό της (ΑΠ 301/2020). Συνεπώς, ο τρίτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους που προέβαλαν με τις προτάσεις τους, σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-6-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 87/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων εις βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ