Αριθμός 944/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της καλούσας-καθ' ης η κλήση: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" κατόπιν διάσπασης της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς, σύμφωνα με την 45089/16-4-2021 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ουρανίας Μπάρλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις Του καθ'ού η κλήση-καλούντος: Γ. Κ. του Λ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Ρουπακιώτη, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 507/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 7727/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 16-5-2014 αίτησή του. Εκδόθηκε η 440/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρεί και παραπέμπει για περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 3426/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-2-2020 αίτησή της. Εκδόθηκε η 459/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κρατεί την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση και αναβάλλει την έκδοση απόφασης προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα δικάσιμο, επιμελεία διαδίκων. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση ο καθ'ού η κλήση-καλών με την 21-6-2022 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις συνδυασμένες διατάξεις, των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, που ορίζουν ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος "δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα", της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία "νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας" και της παρ.2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 σύμφωνα με την οποία "η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδάφιο β` ΚΠολΔ", προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ` ουσίαν λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα. Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ` ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ.2 και 570 παρ.2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β` ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ` ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 1450/2022, 1794/2022, 1196/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 21.6.2022 κλήση του καλούντος - αναιρεσιβλήτου Γ. Κ. νομίμως εισάγεται προς συζήτηση η από 28.11.2011 έφεση του καλούντος κατά της υπ' αριθμ. 507/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 459/2022 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού με την οποία, αφού αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 3426/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί μετά από αναίρεση, με την 439/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, της προηγούμενης υπ' αριθμ. 7727/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ακολούθως, κρατήθηκε η υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 εδ.τελ. του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012. Με την προσβαλλόμενη με την έφεση πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε η από 22.11.2006 αγωγή αυτού κατά της αρχικώς εναγομένης - εφεσίβλητης Εμπορικής Τράπεζας, στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος δια συγχωνεύσεως η καθ' ης η κλήση - αναιρεσείουσα ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Από την κατά το άρθρο 561 αριθμ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, αναφορικά με τη δικαστική πορεία αυτής, προκύπτουν τα εξής: Ο καλών άσκησε την από 22.11.2006 αγωγή του με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της αποφάσεως της πρώην Εμπορικής Τράπεζας για την απόλυσή του, άλλως της αποφάσεως της Τράπεζας να τον θεωρήσει οικειοθελώς αποχωρήσαντα λόγω αδικαιολόγητης απουσίας του επί 30 συνεχείς εργάσιμες ημέρες, καθώς και να υποχρεωθεί η τελευταία να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και να του καταβάλει το ποσό των 19.550 ευρώ, ως αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 8.9.2006 έως 8.4.2007, με το νόμιμο τόκο. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 507/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη, και μετά από άσκηση εφέσεως εκ μέρους του ήδη αναιρεσιβλήτου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7727/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της απόφασης της ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας για οικειοθελή αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκε αυτή να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με την απειλή χρηματικής ποινής, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα περί καταβολής μισθών υπερημερίας ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας. Μετά την άσκηση αντιθέτων αιτήσεων αναίρεσης εκδόθηκαν α) επί της αίτησης της ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας ως καθολικής διαδόχου δια συγχωνεύσεως της αρχικώς εναγομένης Εμπορικής Τράπεζας, η υπ' αριθμ. 439/2016 απόφαση του Τμήματος τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών για ανεπάρκεια αιτιολογιών όσον αφορά την καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσείουσας Τράπεζας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου και β) επί της αίτησης του αναιρεσιβλήτου η υπ' αριθμ. 440/2016 απόφαση του Τμήματος τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς την απόρριψη του κεφαλαίου της αγωγής για καταβολή μισθών υπερημερίας λόγω αοριστίας. Στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμό 3426/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης με αριθμό 507/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή η ως άνω αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της γενόμενης καταγγελίας εκ μέρους της αναιρεσείουσας Τράπεζας, υποχρεώθηκε αυτή να απασχολεί τον αναιρεσίβλητο με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα αρνήσεως καθώς και να του καταβάλει το ποσό των 19.550 ευρώ για μισθούς υπερημερίας. Κατά της απόφασης αυτής του Εφετείου της παραπομπής (3426/2019) η Τράπεζα και ήδη καθ' ης η κλήση, άσκησε την από 28.2.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2167/218/3.3.2020) αίτηση αναίρεσης (2η αναίρεση), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 459/21.3.2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθμ. 3426/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως δικαστηρίου της παραπομπής για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών. Πιο συγκεκριμένα, η ΑΠ 459/2022 δέχθηκε, ότι ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι, ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου της παραπομπής ο αναιρεσίβλητος απουσίασε από την αναιρεσείουσα Τράπεζα κατά το διάστημα από 30.6.2006 έως 30.8.2006, λόγω του ότι έπασχε από καταθλιπτική συνδρομή, εντούτοις το Δικαστήριο της παραπομπής κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η απουσία του αυτή υπήρξε δικαιολογημένη, παρά το ότι η Τράπεζα του είχε επισημάνει το αδικαιολόγητο της απουσίας του σύμφωνα με το άρθρο 31 του Οργανισμού της. Ακολούθως η ανωτέρω υπ' αριθμ. 459/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου της παραπομπής (3426/2019) κράτησε την υπόθεση κατ' άρθρο 580 αριθμ. 3 ΚΠολΔ, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, προκειμένης 2ης αναίρεσης, και προς τούτο ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης, προκειμένου, με την επιμέλεια των διαδίκων, να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα δικάσιμο, κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου διαδίκου (όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ), ώστε οι διάδικοι να διαμορφώσουν τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους. Κατά το άρθρο 31 παρ. 3 εδ. β του Οργανισμού της αρχικά εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 3239/1955 και των ν.δ. 3755/1957, 186/1969, 1198/1972 και 73/1974 και εγκρίθηκε με την 46806/10314/1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, με αποτέλεσμα να έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, η εργασιακή σύμβαση μεταξύ της εναγομένης και του προσωπικού της, η οποία είναι ορισμένου χρόνου, λύεται εκτός άλλων περιπτώσεων και ένεκα αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του μισθωτού επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, θεωρούμενης ως οικειοθελούς αποχωρήσεως. Δηλαδή η διάταξη αυτή από τη συνεχή απουσία του μισθωτού επί τριάντα εργάσιμες ημέρες συνάγει, κατά πλάσμα του νόμου, ότι ο μισθωτός αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του μόνο εφόσον η συνεχής αυτή απουσία του είναι αδικαιολόγητη (Α.Π. 221/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: "Ότι ο ενάγων προσλήφθηκε στις 20.7.1979 από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις και τη 11.2.1991 τοποθετήθηκε Προϊστάμενος Γραφείου Καταθέσεων στο κατάστημα ... με δικαίωμα β' υπογραφής. Την 7.2.2005 αποσπάσθηκε στη Περιφερειακή Διεύθυνση … και την 6.10.2005 τοποθετήθηκε στο κατάστημα ….. Από το 2005 ο ενάγων άρχισε να παρουσιάζει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα λαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή. Έλαβε αναρρωτικές άδειες για τα διαστήματα 11.1.2006-25.1.2006 και από 11.2.2006-25.2.2006 καθόσον έπασχε από αγχώδη διαταραχή και διαταραχή πανικού. Η κατάσταση της υγείας του ενάγοντος οφείλετο και στο γεγονός ότι η σύζυγός του, υπάλληλος της εναγομένης, το 2005 είχε πέσει θέμα 2 ληστειών, με αποτέλεσμα και η ίδια να έχει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Σύμφωνα με την από 30.6.2006 ιατρική γνωμάτευση του Αναπληρωτή Διευθυντή - ψυχιάτρου του Ψ.Ν.Α. Χ.. Γ., αναφέρεται ότι ο ενάγων βρέθηκε να πάσχει από καταθλιπτική συνδρομή με έντονα συνοδά συμπτώματα άγχους και σωματόμορφες διαταραχές (ζάλη, υπέρταση, κεφαλαλγία) και ότι εκτός της δέουσας φαρμακευτικής αγωγής κρίνεται αναγκαία η λήψη σχετικής άδειας 2 μηνών και η παρακολούθηση υποστηρικτικής ψυχοθεραπείας. Πλην όμως ο ενάγων, παρ' ότι απουσίασε από την εργασία του τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα από 30.6.2006 έως 28.8.2006, δεν αποδείχθηκε ότι ενημέρωσε για το πρόβλημα υγείας του το Διευθυντή του καταστήματος ..., στο οποίο υπηρετούσε, με την άμεση προσκόμιση της προαναφερθείσης ιατρικής βεβαίωσης ή ότι είχε λάβει άδεια ασθενείας μετά από απόφαση της Υγειονομικής Επιτροπής, όπως προγενέστερα για το χρονικό διάστημα από 11.1.2006 έως 25.1.2006, την οποία προσκόμισε στις 31.8.2006 στον κλάδο ασθενείας Τ.Α.Π.Ε.ΤΕ. Περαιτέρω το γεγονός ότι ο ενάγων δεν ενημέρωσε για την απουσία του συνάγεται και από τις συνεχείς επιστολές του Προϊσταμένου του καταστήματος ... προς την Περιφέρεια Αθηνών για την αδικαιολόγητη απουσία του ενάγοντος, ο οποίος είχε συμπληρώσει έως 16.8.2006 αδικαιολόγητη απουσία τριάντα τριών (33) εργασίμων ημερών και ο Σύμβουλος Διεύθυνσης της εναγομένης με το από 18.8.2006 ειδικό σημείωμά του προς τη Διεύθυνση Επιθεώρησης επισημαίνει την αδικαιολόγητη απουσία του ενάγοντος για τριάντα πέντε πλέον εργάσιμες ημέρες και ζητεί την εφαρμογή του άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού, σύμφωνα με το οποίο η αδικαιολόγητη απουσία πέραν των τριάντα εργάσιμων ημερών θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση του υπαλλήλου. Επιπλέον η εναγομένη στις 21.8.2006 επέδωσε στον ενάγοντα την υπ' αριθμ. 7591/4808/17.8.2006 επιστολή της, με την οποία του υπενθύμιζε ότι απουσίαζε από την εργασία του από 30.6.2006 συνεχώς και αδικαιολόγητα καθώς και τις συνέπειες της απουσίας του με την αναφορά του περιεχομένου του άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού της εναγομένης, πλην όμως ο ενάγων επέδειξε αδιαφορία. Στη συνέχεια, στις 31.8.2006 η Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης εισηγείται προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής τη λύση της σύμβασης του ενάγοντος κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού της, η οποία εγκρίθηκε από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο και στις 8.9.2006 η εναγομένη με την υπ' αριθμ. 7908/4907/6.9.2006 επιστολή της, ανακοίνωσε στον ενάγοντα τη λύση της σύμβασής του λόγω της αδικαιολόγητης απουσίας του, θεωρούμενης ως οικειοθελούς αποχώρησής του. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι η απουσία του ενάγοντος καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα υπήρξε αδικαιολόγητη, καθ' όσον ο ενάγων επέδειξε αδιαφορία και όταν ακόμα η εναγομένη τον ενημέρωσε για τις συνέπειες της συμπεριφοράς του σύμφωνα με το προλεχθέν άρθρο 31 του Οργανισμού Προσωπικού της, προσκομίζοντας τελικά στις 31.8.2006 την ανωτέρω ιατρική βεβαίωση στο ταμείο υγείας του, η οποία δεν λήφθηκε υπ' όψη λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της. Συνακόλουθα, η εναγομένη ενήργησε σύννομα εφαρμόζοντας το άρθρο 31 του Οργανισμού Προσωπικού και όχι κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, αφού, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων επέδειξε πλήρη αδιαφορία προς ενημέρωση της εναγομένης των προβλημάτων υγείας του. Επομένως, κατά τα προαναφερθέντα, η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Κατόπιν αυτού, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 507/2010 οριστική απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, δεν έσφαλε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών με την έφεσή του είναι απορριπτέα και αβάσιμα. Πρέπει συνεπώς να απορριφθεί η έφεση και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ μεταξύ των. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων. Δέχεται τυπικά και Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 28.1.2011 (αριθμ. καταθ. 808/2011) έφεση κατά της υπ' αριθμ. 507/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών). Και Συμψηφίζει εξ ολοκλήρου τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, καθόσον αφορά στην ως άνω αγωγή. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ