Αριθμός 1002/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Β. του Α., κατοίκου Χ. Α.. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μυροφόρα Ραφαηλίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Π. Τ. του Β., κατοίκου Α. Α.. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Ψωμιάδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2771/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 97/2019 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-7-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 1 του ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' του ν.δ. 118/1973, προκύπτει ότι χρηματική κατάθεση σε κοινό ανοικτό λογαριασμό τράπεζας στο όνομα δύο ή περισσοτέρων είναι εκείνη που περιέχει τον όρο, ότι μπορεί να γίνει χρήση, δηλαδή ανάληψη από τον κοινό αυτό λογαριασμό, από έναν ή περισσότερους από εκείνους στο όνομα των οποίων έγινε η κατάθεση, γιατί βάσει της καταθέσεως αυτής η κυριότητα περιέρχεται μεν στην Τράπεζα, σύμφωνα με τα άρθρα 806 και 830 του ΑΚ και το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.δ. της 17-7-/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων Εταιρειών" (Ολ.ΑΠ 1092/1991), αλλά καθένας από εκείνους, στο όνομα των οποίων έγινε η κατάθεση, δικαιούται κατ' αρχήν να απαιτήσει και να αναλάβει εξ ιδίου δικαίου και όχι ως αντιπρόσωπος άλλου, κατ' άρθρο 211 ΑΚ, το σύνολο ή μέρος της καταθέσεως, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών συνδικαιούχων, οπότε γίνεται κύριος των αναληφθέντων χρημάτων και είναι αδιάφορο σε ποιον πράγματι από τους καταθέτες ανήκαν τα χρήματα, όπως αδιάφορη είναι και η μεταξύ των καταθετών σχέση που οδήγησε σε κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, η οποία μόνο ενοχικές αξιώσεις μπορεί να δημιουργήσει σε βάρος εκείνου από τους δικαιούχους του κοινού λογαριασμού που προέβη στην ανάληψη των χρημάτων (ΑΠ 1054/2021, ΑΠ 1800/2012). Περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 411, 489, 490, 491 και 493 του ΑΚ προκύπτει, ότι κατά του αναλαβόντος τα χρήματα από τον κοινό λογαριασμό ο μη αναλαβών έχει αξίωση εκ του νόμου, λόγω της δημιουργούμενης ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής, ποσού ίσου προς το ήμισυ της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα εφ' ολοκλήρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους αυτού που δεν προέβη στην ανάληψη (ΑΠ 290/2020, ΑΠ 431/2019, ΑΠ 1095/2018, ΑΠ 351/2018, ΑΠ 1764/2017), εξαίρεση, της οποίας το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως έχει ο διάδικος, ο οποίος προβάλλει περιστατικά που θεμελιώνουν το ως άνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 877/2008, ΑΠ 1031/2003, ΑΠ 855/2002, ΑΠ 1563/2000). Η εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού αποτελεί το λόγο, για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική. Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντας του, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και τα χρήματα, τα οποία έχει καταθέσει σ` αυτόν. Κατ` αντιδιαστολή, η εσωτερική σχέση είναι χαριστική όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (ΑΠ 539/1992). Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρη ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση (ΑΠ 204/2023, ΑΠ 671/2022, ΑΠ 1001/2012). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 713, 719, 977 εδ. α', 211 και 1034 του ΑΚ συνάγεται, ότι παράδοση της νομής, για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού πράγματος, συντελείται και με την προαντιφώνηση της νομής του, όταν στα πλαίσια συμβάσεως εντολής ο εντολοδόχος, ως αντιπρόσωπος του εντολέα του για ενέργεια νομικών πράξεων διαχειρίσεως της περιουσίας του τελευταίου, αποκτά από κοινό τραπεζικό λογαριασμό τους τα κατατεθέντα χρήματα, εξ ιδίου μεν δικαίου όσον αφορά τη σχέση με τη θεματοφύλακα τράπεζα, αλλά δυνάμει της έννομης σχέσης εντολής γεννάται αμέσως υποχρέωσή του να παραδώσει την με αντιφώνηση νομής κατοχή των χρημάτων από τον ίδιο προς τον αντιπροσωπευόμενο αληθινό νομέα και κύριο τούτων (ΑΠ 1800/2012). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είπε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ4/2005, ΑΠ2032/2022). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 636/2023, ΑΠ 773/2022). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 789/2023, ΑΠ 500/2023). Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "... Οι διάδικοι τέλεσαν θρησκευτικό γάμο στις 13-1-2007 στον Πειραιά και αρχικά μέχρι το τέλος περίπου του 2008 εγκαταστάθηκαν στην εκεί ευρισκόμενη ιδιόκτητη οικία της ενάγουσας. Τον Δεκέμβριο του 2005, δηλαδή ένα περίπου έτος προ του γάμου τους, ανοίχθηκε στην "ALPHA ΒΑΝΚ", o 254.00.2101.14…. λογαριασμός με αρχικό ποσό κατάθεσης 600 ευρώ, από τον οποίο πραγματοποιήθηκαν όλες επίδικες αναλήψεις. Ο λογαριασμός αυτός ήταν εξαρχής κοινός.... και είναι γεγονός, χωρίς αυτό να ασκεί ουσιώδη επιρροή, ότι δεν χρησιμοποιείτο έκτοτε για τη μισθοδοσία του εναγομένου-μέχρι τουλάχιστον το έτος 2015-αφού ούτε τέτοια αιτιολογία αναγράφεται στα προσκομιζόμενα και από τον ίδιο αντίγραφα της κίνησής του ούτε προκύπτει η πίστωσή του έστω, σε μηνιαία βάση, με σταθερό ποσό, που να αντιστοιχεί στα δηλωθέντα ή προκύπτοντα εισοδήματά του. Μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2008 δε, δεν εμφάνισε αξιόλογη κίνηση, και το υπόλοιπό του τον Μάρτιο του έτους 2008 ήταν μηδενικό. Ο λογαριασμός αυτός τροφοδοτήθηκε ως επί το πλείστον από χρηματικά διαθέσιμα της ενάγουσας, χωρίς και το γεγονός αυτό να είναι πρωταρχικής σημασίας, αφού δεν επιδρά στη λειτουργία του κοινού λογαριασμού, κατά τη σχετική σκέψη που προεκτέθηκε, αλλά έχει αποδεικτική αξία για την αξιολόγηση της εσωτερικής σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους, όπως θα αναπτυχθεί στη συνέχεια. Ειδικότερα, μετά από προτροπή του εναγομένου και λόγω της εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του, αλλά όχι με διάθεση δωρεάς προς αυτόν, και προκειμένου να καταστεί δυνατή η αξιοποίηση των διαθέσιμων κεφαλαίων της, δια της τοποθετήσεώς τους σε προθεσμιακό λογαριασμό, η ενάγουσα μετέφερε σταδιακά στον συγκεκριμένο λογαριασμό σημαντικά ποσά, που προέρχονταν είτε από κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε με τη μητέρα της και τον θείο της Δ. Δ., είτε από εκποίηση περιουσιακών της στοιχείων, είτε τέλος από μισθώματα οικίας που η ίδια είχε εκμισθώσει σε τρίτους. Έτσι, στις 30-4-2008 πιστώθηκε με το ποσό των 25.000 ευρώ, το οποίο προήλθε από ανάληψη στις 29-4-2008 από τον υπ'αριθμ. 189/949291-… λογαριασμό της μητέρας της ενάγουσας στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, στον οποίο είχε οριστεί και η ίδια ως συνδικαιούχος, στις 27-8-2008 πιστώθηκε με το ποσό των 50.000 ευρώ, μετά από ανάληψη στις 26-8-2008 από τον υπ'αριθμ. 0026.0242.24.010000…. λογαριασμό στην Τράπεζα "Eurobank του προαναφερθέντος θείου της, στον οποίο είχε επίσης οριστεί αυτή ως συνδικαιούχος, και την ίδια ημέρα το ποσό των 28.800,91 ευρώ, τον υπ'αριθμ. 132-002101-005….. λογαριασμό της μητέρας της στην Alpna Τράπεζα, με συνδικαιούχο και πάλι την ίδια, και συνολικά με το ποσό των 103.800, 91 ευρώ. Σημειώνεται ότι στο κείμενο της εκκαλουμένης, παρ' ότι ορθώς μνημονεύεται το συγκεκριμένο ποσό, δεν γίνεται καμία αναφορά στο ότι το επιμέρους ποσό των 25.000 ευρώ μεταφέρθηκε, ως ανωτέρω, στις 30-4-2008. Επίσης, αποδείχθηκε ότι στις 2-7-2009, η ενάγουσα προέβη στην πώληση του υπ'αριθμ, 3 διαμερίσματός της του α'ορόφου της επί της διασταυρώσεως των οδών Κ. αρ.41 και Ν. αρ.93 στον Πειραιά, πολυκατοικίας, επιφάνειας 87,60 τμ, στην Α. Α., αντί του τιμήματος των 100.000 ευρώ, εκ του οποίου, κατά τη συμφωνία των συμβαλλομένων, 10.000 ευρώ καταβλήθηκαν στις 16-6-2009, 40.000 ευρώ σε μετρητά κατά την υπογραφή του συμβολαίου ενώ το απομένον ποσό των 50.000 ευρώ θα καταβάλλετο μέσω δανείου που η αγοράστρια επρόκειτο να λάβει από την "Alpha" Τράπεζα. Το ποσό της πρώτης και τελευταίας δόσης, μεταφέρθηκαν και αυτά στον επίμαχο λογαριασμό, στις 22-6-2009 και στις 14-9-2009, αντίστοιχα. Επιπλέον, στον ίδιο λογαριασμό κατατέθηκε και το ποσό των 103.768 ευρώ, που αποτελούσε το αναλογούν, στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητάς της επί του υπό στοιχ. ΑΙ διαμερίσματος του α' ορόφου της επί της οδού Φαβιέρου στον Πειραιά πολυκατοικίας, επιφάνειας 66 τμ, τίμημα αγοράς του από τους Ι. Ψ. και Κ. Ψ.. Οι ανωτέρω άλλωστε καταθέσεις, με εξαίρεση εκείνη των 25.000 αλλά και των 40.000 ευρώ, συνομολογήθηκαν από τον εναγόμενο με τις πρωτόδικες προτάσεις του, στο περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται και με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατατεθείσες. Στον ίδιο λογαριασμό κατατίθετο το ενοίκιο του διαμερίσματος του β' ορόφου της πολυκατοικίας επί της οδού Φαβιέρου, που η ενάγουσα εκμίσθωσε για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως και τον Ιούλιο του 2014 στον Ι. Β. και στη συνέχεια στο Δ. Μ., ύψους αρχικά 600 ευρώ και στη συνέχεια 550 και τελικώς 500 ευρώ. Συνολικά, για την αιτία αυτή κατατέθηκαν από τον Ι. Β., 7.200 ευρώ για καθένα από τα έτη 2009, 2010 και 2011, 6.018,80 ευρώ το έτος 2012, 5.525,50 ευρώ το έτος 2013, 3.495,14 ευρώ το έτος 2014, έως τον Σεπτέμβριο, και 1.670 ευρώ από τον Ιούλιο έως το τέλος του έτους 2015 από τον μετέπειτα μισθωτή Δ. Μ., μέσω τραπέζης, ήτοι συνολικά το ποσό των 38.310,44 ευρώ. Παράλληλα, η ενάγουσα διατήρησε και το λογαριασμό της μισθοδοσίας της στη Eurobank (υπ'αριθμ. 0026.Ο202.33. Ο2ΟΟ557….). Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε η κατάθεση ή μεταφορά χρηματικών ποσών, προερχόμενων από ίδια κεφάλαια του εναγομένου, με εξαίρεση ενδεχομένως το ποσό των 6.000 ευρώ συνολικά, που κατατέθηκε στις 2-2-2009 δηλαδή 3 ημέρες μετά την εκποίηση ακινήτου του (οικοπέδου μετά ισόγειας οικίας) στη Σαλαμίνα, αντί του τιμήματος των 50.000 ευρώ, από το οποίο έλαβε προκαταβολή ύψους 8.000 ευρώ από τον αγοραστή σε μετρητά κατά την υπογραφή του συμβολαίου. Αναφορικά δε με τις λοιπές, 98 συνολικά μηνιαίες δόσεις, καταβλητέες από την 1-2-2009 και εντεύθεν, ποσού 300 ευρώ οι 36 πρώτες και 500 ευρώ οι λοιπές, δεν αποδείχθηκε κατάθεσή τους, ολικά ή μερικά στον επίμαχο λογαριασμό. Άλλωστε, ο εναγόμενος την εποχή που εισέπραττε τις δόσεις ήταν τυπικά άνεργος, και ελάμβανε από τον Απρίλιο του έτους 2009 και για ένα έτος, το επίδομα ανεργίας του ΟΑΕΔ, ύψους 450 ευρώ μηνιαίως, ενώ εργαζόταν άτυπα σε μία επιχείρηση "τατουάζ" και συνεργαζόταν και με έναν τεχνικό υπολογιστών για τη δημιουργία ιστοσελίδων, αποκομίζοντας συνολικά το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, τα οποία, όπως και το ποσό της εκάστοτε καταβληθείσας δόσης, συνεισέφερε, όπως είναι ευνόητο, για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών. Επισημαίνεται πάντως, ότι, μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2008, που ο λογαριασμός εμφάνιζε ήδη μηδενικό υπόλοιπο, έγιναν και κάποιες καταθέσεις με την κάρτα αυτόματης ανάληψης που κατείχε ο εναγόμενος και ήταν συνδεδεμένη με τον λογαριασμό, και συγκεκριμένα, το ποσό των 200 ευρώ στις 7-11-2006, των 600 ευρώ, στις 17-4-2007, των 500 ευρώ στις 2 3-7-2007, των 800 ευρώ στις 3-8-2007 των 700 ευρώ στις 4-9-2007, ήτοι συνολικά το ποσό των 3.300 ευρώ. Με βάση όσα προεκτέθηκαν, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, εκτιμάται ότι, αρχικά, κατά το άνοιγμα του λογαριασμού, δεν υπήρχε κάποια ιδιαίτερη συμφωνία ρυθμίζουσα την εσωτερική σχέση των διαδίκων, ως συνδικαιούχων του λογαριασμού και, επομένως, καθένας από αυτούς είχε αξίωση έναντι του άλλου στο ήμισυ του αναληφθέντος από αυτόν ποσού, που την επίδικη περίοδο περιορίζεται, κατά τον αντίστοιχο αγωγικό ισχυρισμό, στο ποσό των 600 ευρώ. Ως εκ τούτου, με βάση τη σχετική σκέψη περί κοινού λογαριασμού, η ενάγουσα δικαιούται το ήμισυ τουλάχιστον των 600 ευρώ, που είχε αρχικά κατατεθεί σε αυτόν, δηλαδή 300 ευρώ. Στη συνέχεια, όμως, από τη στιγμή δηλαδή που ο αυτός άρχισε να τροφοδοτείται με σημαντικά χρηματικά ποσά, υπήρξε και μάλιστα προηγήθηκε συμφωνία των διαδίκων, που αποτέλεσε και την αιτία των μεταφορών, ότι ο εναγόμενος, ο οποίος εκδήλωνε έντονο ενδιαφέρον για τις αποδόσεις τραπεζικών καταθέσεων εν γένει και φαινόταν γνώστης αυτών, διατηρώντας μάλιστα, κατά τα λεγόμενά του, σχέσεις με άτομα από τον τραπεζικό χώρο, μεταξύ των οποίων και ο τότε διευθυντής της Alpha Bank στο υποκατάστημα της Δραπετσώνας, θα διαχειριζόταν το συγκεκριμένο λογαριασμό, προκειμένου να προβεί σε επωφελή τοποθέτηση των χρηματικών διαθεσίμων του, κυρίως δια προθεσμιακής κατάθεσης, χωρίς να μπορεί να προβαίνει κατά βούληση σε αναλήψεις χρημάτων για οποιονδήποτε λόγο ακόμη και για την κάλυψη καθημερινών κοινών αναγκών των διαδίκων, παρά μόνον μετά από προηγούμενη συγκεκριμένη εντολή της ενάγουσας. Άλλωστε, η συγκέντρωση όλων των χρηματικών αποθεμάτων σε έναν λογαριασμό ενισχύει την παραδοχή αυτή, καθώς μάλιστα, όπως αποδείχθηκε, η ενάγουσα ενδιαφερόταν για την απόκτηση νέου ακινήτου στο μέλλον, που θα χρησιμοποιείτο ως οικογενειακή στέγη, με δεδομένο ότι τα δύο διαμερίσματα που είχε λάβει ως αντιπαροχή, ήταν μικρής σχετικά επιφάνειας (66 και 87 τμ), και ευελπιστούσε ότι με την αυξημένη απόδοση του κεφαλαίου της αυτό θα καθίστατο δυνατό. Η διαχείριση αυτή, όμως, όπως είναι ευνόητο, προϋπέθετε δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας εκ μέρους του, ώστε να μπορεί αυτός να αξιολογεί τα οικονομικά δεδομένα κάθε χρονική στιγμή και να προβαίνει αναλόγως σε τοποθέτηση των χρημάτων σε μία ή περισσότερες προθεσμιακές καταθέσεις, επιλέγοντας τον καταλληλότερο κατά τη γνώμη του, χρόνο διάρκειας καθεμίας, αλλά έχοντας παράλληλα υποχρέωση να ενημερώνει την ενάγουσα και να συμμορφώνεται προς τις τυχόν αντίθετες υποδείξεις της. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε, ο ισχυρισμός του εναγομένου, προταθείς και πρωτοδίκως, περί σύναψης σύμβασης δωρεάς μεταξύ των διαδίκων, αναφορικά με το ποσό του κοινού λογαριασμού, το οποίο, επομένως, αυτός, ως συνδικαιούχος, μπορούσε να διαθέσει ελεύθερα και, σε κάθε περίπτωση, περί ανάλωσης των χρηματικών διαθεσίμων του, κατόπιν συμφωνίας τους, για την εξυπηρέτηση κοινών αλλά και ατομικών αναγκών αμφοτέρων, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ότι δεν είχε συναφθεί σύμβαση εντολής μεταξύ των διαδίκων, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, καθ'όλη τη διάρκεια λειτουργίας του κοινού λογαριασμού, και ότι όλα τα χρήματα του λογαριασμού διατέθηκαν, για την κάλυψη των αναγκών των διαδίκων, κατόπιν συμφωνίας τους, όπως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ο πρώτος λόγος της υπό στοιχ. Α έφεσης να γίνει δεκτός ως βάσιμος και κατ' ουσίαν. Τελικώς, διαρκούσης της οικονομικής κρίσης, μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής της με τον εναγόμενο τον Απρίλιο του έτους 2016, η ενάγουσα δεν ενδιαφέρθηκε να προβεί σε τέτοια αγορά ακινήτου, θεωρούσε ευλόγως ότι η ανάλωση ολόκληρου του κεφαλαίου της ή σημαντικού μέρους αυτής ήταν επίφοβη. Η ίδια δε, δείχνοντας εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου της και έχοντας την πεποίθηση ότι τα χρήματα του κοινού λογαριασμού είχαν τοποθετηθεί πράγματι σε προθεσμιακή κατάθεση, όπως αυτός τη διαβεβαίωνε, ουδέποτε τον ήλεγξε, δεν χρησιμοποίησε τη χρεωστική κάρτα που εκδόθηκε στο όνομά του και ήταν συνδεδεμένη με αυτόν, ούτε διέθετε άλλη πιστωτική ή χρεωστική κάρτα στην ίδια Τράπεζα συνδεδεμένη επίσης με αυτόν. Μάλιστα η ίδια φέρεται ότι αγνοούσε ότι είχε ζητηθεί η έκδοση χρεωστικής κάρτας στο όνομα του εναγομένου, δεδομένου ότι επρόκειτο ουσιαστικά για έναν λογαριασμό αποταμιευτικό, από τον οποίο δεν θα αντλούνταν χρήματα. Άλλωστε, σύμφωνα με μαρτυρίες στενών φιλικών προσώπων της ενάγουσας, με τα οποία οι διάδικοι διατηρούσαν και οικογενειακές σχέσεις, το ζευγάρι ζούσε μετρημένα, χωρίς υπερβολές, δεν πραγματοποιούσε ταξίδια στο εξωτερικό ούτε προέβαινε σε πολυτελείς δαπάνες. Έτσι, το οικογενειακό τους εισόδημα αρκούσε για την κάλυψη των πάσης φύσεως αναγκών τους. Συγκεκριμένα, από τις προσκομιζόμενες φορολογικές δηλώσεις των διαδίκων αποδεικνύεται ότι τα δηλωθέντα καθαρά εισοδήματα της ενάγουσας από την εργασία της αλλά και την είσπραξη ενοικίων από το 2009 και μετά, και του εναγομένου, ανήλθαν αντίστοιχα, μετά και την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου εισοδήματος, για το οικονομικό έτος 2008, στο ποσό των 14.163,73 (14.943,27 - 779,54) και των 16.758,35 (18.572,35 - 1.814) ευρώ, ήτοι συνολικά 30.922,08 ευρώ άλλως 2.576 ευρώ μηνιαίως, για το οικονομικό έτος 2009, στο ποσό των 13.603,67 (14.025,30 - 421 ,63) ευρώ και των 17.789,65 (19.619,87 - 1.830,22) ευρώ, ήτοι συνολικά 31.393,32 ευρώ άλλως 2.616 ευρώ μηνιαίως, για το οικονομικό έτος 2010, στο ποσό των 29,699 (35.166,94 -5.468,21) και των 4.265 ευρώ, αντίστοιχα, ήτοι συνολικά 33.964 ευρώ άλλως 2.830 ευρώ μηνιαίως, και στη συνέχεια, τα εισοδήματα της ενάγουσας, αφού ο εναγόμενος ήταν τυπικά άνεργος, για το οικονομικό έτος 201 1 ανήλθαν στο ποσό των 30.135,71 (35.727,81 5.592,10) ευρώ άλλως 2.51 1 ευρώ μηνιαίως, για το οικονομικό έτος 2012, στο ποσό των 25.826 (36.340,04 - 7.513,67) ευρώ, άλλως 2.152 ευρώ μηνιαίως, για το οικονομικό έτος 2013 στο ποσό των 27.197 (33.903,30 - 6.706,68) ευρώ άλλως 2.266 ευρώ μηνιαίως, για το οικονομικό έτος 2014 στο ποσό των 29.687 (34.057,1 1- 4.370,27) άλλως 2.474 ευρώ μηνιαίως, και για το φορολογικό έτος 2014, στο ποσό των 29.020 (33.437,56 - 4,41724) ευρώ άλλως 2.418 ευρώ μηνιαίως, για το φορολογικό έτος 2015, τα δηλωθέντα εισοδήματα από την εργασία της ανήλθαν σε 20,968 (24.538,23 - 3.570) ευρώ και από μισθώματα, στο ποσό των 11 .700 ευρώ, και συνολικά, αφαιρούμενου του αποτελέσματος της εκκαθάρισης που ήταν χρεωστικό, στο ποσό των 30.938 (20.968 + 1 1.700 - 1.730) ευρώ άλλως των 2.578 ευρώ μηνιαίως και για το φορολογικό έτος 2016, εντός του οποίου επήλθε και η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, στο ποσό των 30.070 (20.769 + 1 1.7602.459) άλλως 2.506 ευρώ μηνιαίως. Για τον υπολογισμό, ωστόσο, του πραγματικού εισοδήματος των διαδίκων με το οποίο καλύπτονταν οι οικογενειακές ανάγκες τους, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το μίσθωμα του ενός εκ των διαμερισμάτων κατατίθετο στον κοινό λογαριασμό και ότι ο εναγόμενος ακόμη και την περίοδο που εμφανιζόταν ως άνεργος είχε εισοδήματα. Έτσι, το διαθέσιμο μέσο μηνιαίο εισόδημά τους από την τέλεση του γάμου τους, ανήλθε σε 2.576 ευρώ το έτος 2007, σε 2.616 το έτος 2008, σε 3.480 [2.830-600 ευρώ (ενοίκιο) + 1.250 (300 δόση εκ του τιμήματος πώλησης ακινήτου του εναγομένου + 450 επίδομα ΟΑΕΔ + 500 αμοιβή από εργασία] ευρώ το έτος 2009, σε 3.161 (2.511 600 + 1.250) ευρώ μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2010, που επιδοτείτο από τον ΟΑΕΔ και σε 2.711 (2.51 1- 600 + 800) ευρώ έκτοτε και μέχρι το τέλος του ίδιου έτους, σε 2.352 [2.152-600 + 800] ευρώ για το έτος 201 1, σε 2.766 [2.266 -501 (6 018 : 12) + (500 ευρώ δόση τιμήματος + 500 ευρώ εισόδημα εργασίας)] ευρώ το έτος 2012, σε 2.974 [2.474- 500 + 1.000 (500 ευρώ δόση τιμήματος + 500 ευρώ εισόδημα εργασίας)] ευρώ το έτος 2013, σε 3.127 [2.418 - 291 (3.495,14 : 12) + 1.000] ευρώ το έτος 2014 και σε 3.539 [2.578 - 139 (1.670 12) + 1.100 (500 δόση τιμήματος + 600 ευρώ από νέα μισθωτή εργασία)] ευρώ, το έτος 2015. Παράλληλα, από την τέλεση του γάμου τους δηλώνονται δύο οχήματα, το ένα εκ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και σε προηγούμενη φορολογική δήλωση της ενάγουσας, αμφότερα δε τα οχήματα αυτά δηλώνονται σταθερά μέχρι το φορολογικό έτος 2014. Κατά το έτος αυτό, ένα εκ των δύο αυτών οχημάτων μεταβιβάζεται από τον εναγόμενο ο οποίος προβαίνει μετά τη μεταβίβαση αυτή σε αγορά έτερου μεταχειρισμένου (τύπου 0pel Corsa). Οι διάδικοι, όπως ήδη εκτέθηκε, μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2008 διέμεναν στην πατρογονική οικία της ενάγουσας, απαλλασσόμενοι από τη δαπάνη ενοικίου και έκτοτε σε μισθωμένα διαμερίσματα, και, συγκεκριμένα, αρχικά σε διαμέρισμα στην επιφάνειας 145 τμ, προβαίνοντας στην αλλαγή της εξωτερικής του πόρτας, κόστος 1.000 ευρώ, το οποίο συμψήφισαν με οφειλόμενα μισθώματα, ύψους 600 ευρώ μηνιαίως, και από τον Ιούλιο του έτους 2013, σε διαμέρισμα στον Πειραιά, αντί μηνιαίου μισθώματος 630 ευρώ. Επιπλέον, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 2008 έως τον Ιανουάριο του 2010 εκμίσθωναν επιπλωμένη εξοχική οικία στη Σύρο, αντί του μηνιαίου μισθώματος των 300 ευρώ. Ο εναγόμενος, επίσης, κατά τη διάρκεια της συμβίωσής τους και μέχρι το τέλος του έτους 2014, προέβη σε αγορές 14 συνολικά- δικύκλων, τα οποία μεταπωλούσε μετά από χρήση τους εντός χρονικού διαστήματος κατά κανόνα συντομότερου του έτους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ανά διαστήματα φέρεται ότι κατείχε περισσότερες από μία δίκυκλες μοτοσικλέτες, τις οποίες μάλιστα ουδέποτε δήλωσε στις φορολογικές του δηλώσεις. Η ενασχόλησή του αυτή υποδηλώνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και εξοικείωση με την αγορά των μοτοσικλετών, και, κατά τα λεγόμενά του, ουδέποτε χρειάστηκε να δαπανήσει χρήματα εξ ιδίων κεφαλαίων για την αγορά τους. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι η ενάγουσα στις 2-5-2007 αγόρασε ένα αυτοκίνητο, εργοστασίου προέλευσης, Ford, τύπου Maverick, αντί του τιμήματος των 29.789 ευρώ, δίδοντας προκαταβολή 8.000 ευρώ και λαμβάνοντας για το απομένον ποσό χρηματοδότηση, η εξόφληση της οποίας θα γινόταν σε 48 μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από τον Ιούνιο του έτους 2007, ύψους 351,21 ευρώ η καθεμία, τις οποίες αρχικά και μέχρι και τον Ιούνιο του 2009 κατέβαλε τοις μετρητοίς από τα τρέχοντα εισοδήματά της και από τον Ιούλιο του έτους 2009 μέσω πάγιας εντολής από τον κοινό λογαριασμό, ενώ η τελευταία δόση, ήταν ποσού 10.655,70 ευρώ. Τελικώς, φέρεται ότι διακανονίστηκε και αυτή, σε μηνιαίες δόσεις των 358,30 ευρώ η καθεμία, που εξακολούθησαν να καταβάλλονται μέσω όμοιας πάγιας εντολής, έως και τον Αύγουστο του έτους 2013, κατά τον οποίο η καταβληθείσα δόση ανήλθε σε 25 ευρώ. Οι πάγιες εντολές δόθηκαν, ενόσω κατατίθετο στον κοινό λογαριασμό το ένα εκ των δύο ενοικίων που η ενάγουσα εισέπραττε και υπερκάλυπτε το ποσό της δόσης, και το συνολικό ποσό τους ανήλθε σε 15.985,43 [8.077,83 (351,21 Χ 23 μήνες ) + 7.882,6 (358,30 Χ 22 μήνες) + 25] ευρώ. Ακόμη, μετά από εντολή της προς τον εναγόμενο ο τελευταίος εξόφλησε στις 14-10-2009 τον οφειλόμενο από την ίδια ΦΠΑ στην εργολήπτρια εταιρεία "Ε. Τ. και Σ. Ε.", ύψους 31.600 ευρώ, για την κατασκευή της πολυκατοικίας της οδού Φαβιέρου που ανεγέρθη με το σύστημα της αντιπαροχής. Πεισθείσα από τις υποδείξεις του εναγομένου μάλιστα, ρύθμισε οφειλές της προς την Εφορία των ετών 2014-2015, για την αποπληρωμή τους επίσης σε δόσεις. Τον Απρίλιο του έτους 2016, διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, με την αποχώρηση του εναγομένου από τη συζυγική οικία. Τότε η ενάγουσα απευθύνθηκε στην Τράπεζα που τηρείτο ο κοινός λογαριασμός, του οποίου έλαβε αντίγραφο με αναλυτική κίνηση. Διαπίστωσε έτσι ότι ο εναγόμενος, είχε προβεί σε αναλήψεις χρημάτων μέσω ΑΤΜ και Τραπέζης ενώ έχουν καταχωρηθεί και αγορές μέσω της χρεωστικής κάρτας που είχε στη διάθεσή του, και ότι τελικώς το διαθέσιμο υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν 71,16 ευρώ. Οι αναλήψεις χρημάτων μέσω ΑΤΜ, από τον Μαϊο του έτους 2008 έως και τον Μάρτιο του έτους 2016, έχουν ως εξής : 1) το έτος 2008, 7.630, 1 .700, 500, 1 .010, 1 .600, 5.100, 2.000 και 1.480 ευρώ, κατά τους αντίστοιχους μήνες και συνολικά 21.020 ευρώ, άλλως 2.627,5 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο, 2) για το έτος 2009, 1.260, 3.100, 3.300, 2.150, 2.500, 4.700, 3.800, 2.300, 3.050, 3.180, 3.860 και 2.970 ευρώ κατά τους αντίστοιχους μήνες και συνολικά 36.170 ευρώ άλλως 3.014 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο, 3) για το έτος 2010, 2.810, 4.200, 3.280, 2.200, 4.390, 5.730, 5.080, 4.160, 3.580, 4.090, 4.240 και 6.330 ευρώ κατά τους αντίστοιχους μήνες και συνολικά 50.090 ευρώ άλλως 4.174,16 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο, 4) για το έτος 2011 6.659, 3.600, 6.180, 3.380, 5.170, 5.030, 4.400, 3.960, 7.160, 4.1 10, 7.280 και 5.260 ευρώ κατά τους αντίστοιχους μήνες και συνολικά 62.189 ευρώ άλλως 5.182,41 ευρώ μηνιαίως, κατά μέσο όρο, 5) για το έτος 2012, 50.070 ευρώ άλλως 4.172,5 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο, 6) για το έτος 2013, 5.090 ευρώ άλλως 424 ευρώ κατά μέσο όρο μηνιαίως, 7) για το έτος 2014, 3.1 15 άλλως 260 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο, 8) για το έτος 2015, 2.630 ευρώ άλλως 219,16 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο, και για το έτος 2016, μέχρι τον Απρίλιο, το ποσό των 1.400 ευρώ άλλως 350 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο. Επομένως, οι συνολικές αναλήψεις ανήλθαν στο ποσό των 231.774 ευρώ. Επίσης, πραγματοποιήθηκαν αγορές, ύψους : 1) το έτος 2008, 2.852,7 ευρώ από τον Ιούνιο έως και τον Δεκέμβριο, άλλως 407,5 ευρώ μηνιαίως, κατά μέσο όρο, 2) το έτος 2009, 9.452,27 ευρώ άλλως 787,68 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο, 3) το έτος 2010, 9.413,25 ευρώ, άλλως 784,43 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο, 4) το έτος 201 1, 10.183,28 ευρώ άλλως 848,60 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο, 5) το έτος 2012, 9 574,30 ευρώ, άλλως 797,85 ευρώ μηνιαίως κατά μέσο όρο, 6) το έτος 2013, το ποσό των 293,72 ευρώ, το έτος 2014, 55 ευρώ, το έτος 2015, 109,47 ευρώ και το 2016, μέχρι τον Απρίλιο, 328,66 ευρώ, δηλαδή συνολικά 42.262,65 ευρώ. Οι παραπάνω αναλήψεις ανά μήνα αλλά και οι αγορές υπερβαίνουν τα αντίστοιχα καθαρά εισοδήματα των διαδίκων, δεν δικαιολογούνται πειστικά από τον εναγόμενο, ο οποίος δεν προβαίνει, ούτε ενδεικτικά έστω, σε επεξήγηση του τρόπου ή λόγου ανάλωσης σημαντικών ποσών (πχ. για ταξίδια, αγορές επίπλων, ηλεκτρικών ειδών κλπ), ενώ ακόμη και αν κάποιες αγορές αφορούσαν γυναικεία είδη, δεν αποδεικνύεται ότι έγιναν από την ενάγουσα ή για λογαριασμό της, κατόπιν σχετικής εντολής προς τον εναγόμενο. Εξάλλου, αντίκειται στη λογική η ενάγουσα να ήταν σύμφωνη με τη σταδιακή ανάλωση όλων των χρηματικών διαθεσίμων της, και μάλιστα σε διάστημα λίγων μόλις ετών. Τα στοιχεία αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτή δεν γνώριζε τις ενέργειες του εναγομένου και δεν είχε κανένα λόγο να ελέγξει το λογαριασμό, αφενός λόγω της εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του και αφετέρου διότι είχε την εντύπωση ότι αυτός είναι αποταμιευτικός και μόνον, οπότε οι μόνες κινήσεις θα ήταν εκείνες των προθεσμιακών καταθέσεων. Τέλος, πραγματοποιήθηκαν και οι ακόλουθες αναλήψεις από υποκαταστήματα Τραπεζών, αυτοπροσώπως από τον εναγόμενο, για τις οποίες εκδόθηκαν σχετικά παραστατικά, που φέρουν την υπογραφή του και συγκεκριμένα, στις 5-5-2008, 3.000 ευρώ, στις 8-5-2008 12.000 ευρώ, στις 80102008 1.500 ευρώ, στις 8-12-2008, 300 ευρώ, στις 22-12-2008, 1.000 ευρώ, στις 4-22009, 200 ευρώ, στις 20-2-2009, 300 στις 17-9-2009, 2.100 την 1-10-2009, 1.400 ευρώ, στις 28-12-2009, 606 ευρώ, την 1-4-2010, 800 στις 8-4-2010, 500 στις 6-12-2010, 15.900 στις 16-12-2010, 1.600 στις 31-1-201 1, 1.500 ευρώ, στις 16-3-2011, 1.000 ευρώ, στις 31-5-201 1, 3.600 ευρώ), στις 28-7-201 Ι, 2.000 ευρώ, στις 10-8-2011, 3.500 στις 10-10-201 1, 1.500 και στις 14-5-2012, 3.600 ευρώ, δηλαδή συνολικά 54.906 ευρώ. Από όλα όσα προεκτέθηκαν αποδεικνύεται ότι τα χρήματα που μεταφέρθηκαν στον κοινό λογαριασμό και αναλήφθηκαν από τον εναγόμενο, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 305.879,35 (25.000 + 50.000+ 28.800,91 + 10.000 + 103.768 + 50.000 + 38.310,44) ευρώ. Μέρος αυτών, τοποθετήθηκε πράγματι, κατά τα συμφωνηθέντα, σε προθεσμιακές καταθέσεις, χωρίς, όμως, να επαναμεταφερθεί στο σύνολό του μαζί με ολόκληρο το προϊόν της αποδόσεώς τους, στον κοινό λογαριασμό, κατά το περιεχόμενο της εντολής. Αφαιρουμένου δε του ποσού της πάγιας εντολής για την πληρωμή του αυτοκινήτου της ενάγουσας και εκείνου που ο εναγόμενος ανέλαβε κατ'εντολή της για την πληρωμή ΦΠΑ, προκύπτει κατά τα λοιπά υπόλοιπο 258.293, 92 (305.879,35 - 15.985,43- 31.600) ευρώ), το οποίο αυτός ανέλαβε-είτε από τον ίδιο τον λογαριασμό είτε από τις προθεσμιακές καταθέσεις- κατά παράβαση της δοθείσας προς αυτόν εντολής, ιδιοποιούμενος αυτό παρανόμως, δηλαδή εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση της ενάγουσας, δια της ενσωματώσεώς του στην περιουσία του, διότι, μετά την, εξ ιδίου δικαίου ως συνδικαιούχου κοινού λογαριασμού, ανάληψη επί μέρους ποσών αυτού και μέρους του προϊόντος ρευστοποίησης των προθεσμιακών καταθέσεων, γεννήθηκε αυτομάτως η από τη σύμβαση εντολής και προαντιφωνήσεως της νομής των χρημάτων, που ενυπήρχε στη συμφωνία των συμβαλλομένων, υποχρέωση παραδόσεως της κατοχής τους στη δυνάμει της συμβατικής σχέσης κυρία και νομέα αυτών ενάγουσα. Στο ποσό αυτό, θα πρέπει να προστεθεί το ήμισυ του αρχικώς υπάρχοντος υπολοίπου των 600 ευρώ, και εκείνο των 40.000 ευρώ, που αφορούσε τη δεύτερη δόση του τιμήματος της πώλησης του προαναφερθέντος διαμερίσματος της ενάγουσας προς την Α. Α., και τοποθετήθηκε σε προθεσμιακό λογαριασμό αλλά ουδέποτε αποδόθηκε στην ενάγουσα, καθώς και το ποσό των 346,72 ευρώ, που πιστώθηκε στις 29-12-2008 και αφορούσε τόκους, των 335,89 ευρώ, που πιστώθηκε στις 29-1-2009 ως απόδοση προθεσμιακής κατάθεσης, των 227,54 ευρώ, που πιστώθηκε στις 3-3-2009, των 171 ευρώ, που πιστώθηκε στις 3-4-2009, των 177,30 ευρώ, που πιστώθηκε στις 4-5-2-2009, των 106,02 ευρώ, που πιστώθηκε στις 3-7-2009, των 83,70 ευρώ, που πιστώθηκε στις 6-8-2009, των 254,40 ευρώ, που πιστώθηκε στις 30-9-2009, των 288,58 ευρώ, που πιστώθηκε στις 2-11-2009, των 270,30 ευρώ, που πιστώθηκε στις 2-12-2009, των 306,07 ευρώ, που πιστώθηκε στις 4-1-2010, των 1.000,52, που πιστώθηκε στις 26-4-2010, των 371,67 ευρώ, που πιστώθηκε στις 21-6-2010, των 485,29 ευρώ, που πιστώθηκε στις 23-7-2010, των 334,95 ευρώ, που πιστώθηκε στις 23-8-2010, των 327,08 που πιστώθηκε στις 23-9-2010, των 450,13 ευρώ, που πιστώθηκε στις 25-10-2010, των 424,97 ευρώ, που πιστώθηκε στις 25-1 1-20101 των 402,34 ευρώ, που πιστώθηκε στις 27-12-2010 και των 349,37 ευρώ, που πιστώθηκε στις 27-1-201 1 ως απόδοση προθεσμιακών καταθέσεων, δηλαδή συνολικά 6.714,42 ευρώ, καθώς και ως προς τα επιμέρους αυτά ποσά, αφής στιγμής μεταφέρθηκαν στον κοινό λογαριασμό, εναγόμενος δεν είχε δικαίωμα ανάληψής τους, παρά μόνον στο πλαίσιο της δοθείσας προς αυτόν εντολής, την οποία και παρέβη αναλαμβάνοντάς τα στο σύνολό τους, αφού ουδέποτε του δόθηκε τέτοια εντολή. Επομένως, το συνολικό ποσό που ο εναγόμενος ιδιοποιήθηκε παρανόμως και κατά παράβαση της σχέσης εντολής που τον συνέδεε με την ενάγουσα, ανήλθε σε 305.236,73 [305.308,34 (258.293,92 + 300 + 40.000 + 6.714,42) - 71 ,61] ευρώ. Πλέον αυτών, αποδείχθηκε, ότι ο εναγόμενος κατά την αποχώρησή του αφαίρεσε 30 χρυσές λίρες Αγγλίας που ανήκαν στην ενάγουσα, αξίας, κατά τον χρόνο της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων (16-4-2017, το ορθόν 2016), οπότε εκδηλώθηκε οριστικά η βούληση ιδιοποιήσεώς τους, με βάση την ισοτιμία χρυσής λίρας-ευρώ, σύμφωνα με το δελτίο τιμών χρυσού και χρυσών νομισμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος της 15-4-2017, 299,14 ευρώ εκάστη και συνολικά 8.974 ευρώ. Αντιθέτως, και δεδομένης της ρητής και κατηγορηματικής άρνησης του εναγομένου, με το δικόγραφο της έφεσής του αλλά και με τις προτάσεις του, δεν αποδείχθηκε η αφαίρεση κοσμημάτων της ενάγουσας εκ μέρους του και μάλιστα η τοποθέτησή τους αρχικά σε τραπεζική θυρίδα κατά το βάσιμο σχετικό πρώτο λόγο της υπό στοιχ. Β έφεσής του, με την εξαίρεση που ήδη αναφέρθηκε (χρυσές λίρες), καθώς και εκείνη που ακολουθεί. Πέραν της σχεδόν πανομοιότυπης διατύπωσης στις ένορκες βεβαιώσεις των προαναφερθέντων μαρτύρων, η μαρτυρία τους είναι εξόχως αόριστη και δεν αποδεικνύεται ούτε ο αριθμός, ούτε το είδος αλλά ούτε και η αξία των κοσμημάτων αυτών, με εξαίρεση ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια, 18 καρατίων, κρεμαστά με διαμάντια και ζαφείρια, αξίας 800 ευρώ περίπου, τα οποία είχε δωρίσει στην ενάγουσα το ζεύγος Τ…., όταν εκείνη βάφτισε τον υιό τους. Αποδείχθηκε, τέλος, ότι, από τις παραπάνω παράνομες και υπαίτιες πράξεις του εναγομένου, η ενάγουσα στενοχωρήθηκε και ταλαιπωρήθηκε, συνεπώς, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει, αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτές τελέσθηκαν, το είδος της προσβολής, ο αντίκτυπός τους, η έκταση της βλάβης της ενάγουσας και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, να της επιδικασθεί, το ποσό των 1.000 ευρώ, αναφορικά με την υπεξαίρεση των χρυσών λιρών και του ζεύγους των σκουλαρικιών, και των 10.000 ευρώ, αναφορικά με τα υπεξαιρεθέντα χρήματα, και συνολικά των 11.000 ευρώ, που κρίνεται εύλογο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής,και, λόγω της γενομένης εκ μέρους της επιφύλαξης, των 10.956 ευρώ, αμφότερα δε τα ποσά από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση, απορρίπτοντας αφενός την αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αναφορικά με τα επιμέρους ποσά που, κατά παράβαση της δοθείσας εντολής, ο εναγόμενος ιδιοποιήθηκε παρανόμως, και το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της εντεύθεν ηθικής βλάβης της ενάγουσας, πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, και αφετέρου, δεχόμενη αυτήν, ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης που η ενάγουσα υπέστη από την υπεξαίρεση χρυσών λιρών, κοσμημάτων και οικογενειακών κειμηλίων, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, αντίστοιχα. Συνεπώς, πρέπει, γενομένου δεκτού του σχετικού μοναδικού λόγου της υπό στοιχ. Α έφεσης της ενάγουσας, όπως αυτός αναπτύσσεται σε ένδεκα επιμέρους συνολικά λόγους, και της υπό στοιχ. Β έφεσης, ως βάσιμων και κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη στο σύνολό της, αναγκαίως δε και κατά την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της που θα καθορισθεί από την αρχή. Ακολούθως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), να γίνει δεκτή η αγωγή, ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωριστεί ότι o εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα για τις μνημονευόμενες στο σκεπτικό αιτίες, το ποσό των 305.236,73 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την παράνομη και αντισυμβατική ιδιοποίηση του συγκεκριμένου ποσού, και το ποσό των 10.956 ευρώ, όπως αναλύεται στο σκεπτικό, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, από την υπεξαίρεση του παραπάνω ποσού αλλά και των μνημονευόμενων στο σκεπτικό κινητών πραγμάτων (χρυσών λιρών και κοσμημάτων), ήτοι συνολικά το ποσό των 316.192,73 με το νόμιμο τόκο, από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση...". Mε βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε κατ' ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, αφού απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το κεφάλαιο της αποζημίωσης για τη ζημία της αναιρεσίβλητης εκ της παράνομης αφαίρεσης των κινητών της πραγμάτων λόγω μη υποβολής αιτήματος για αυτούσια απόδοσή τους σε συνδυασμό με την έλλειψη επίκλησης συνδρομής εννόμου προς τούτο (αποζημίωση εις χρήμα) συμφέροντος, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης εν μέρει κατ' ουσίαν, τόσο κατά την εξ αναγωγής εκ της εσωτερικής των διαδίκων σχέσεως (εντολής) βάση της, όσο και κατά την εξ αδικοπραξίας βάση αυτής, λόγω της υπεξαίρεσης των κεφαλαίων και των κινητών πραγμάτων της αναιρεσίβλητης, και αναγνώρισε ότι ο αναιρεσείων οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 316.192,73 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 2 ν. 5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1ν.δ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.Δ'στ'α του ν.δ. 118/1973, 493 , 713, 714, 719, 914, 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 375 ΠΚ, των οποίων συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις τους, χωρίς να αρκεσθεί σε λιγότερα στοιχεία από όσα οι διατάξεις αυτές απαιτούν για την εφαρμογή τους, καθόσον στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που ανελέγκτως έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, που δικαιολογεί την παραδοχή της ένδικης αγωγής, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ το σύνολο του κατατεθέντος στον ένδικο κοινό τραπεζικό λογαριασμό χρηματικού ποσού ανήκε στην αναιρεσίβλητη, προερχόμενο από την απαλλοτρίωση της προσωπικής της περιουσίας και ατομικά εισοδήματά της εξ άλλων πηγών, και η εσωτερική σχέση που συνέδεε τους διαδίκους (πρώην συζύγους), συνδικαιούχους του εν λόγω κοινού λογαριασμού, δεν ήταν σύμβαση δωρεάς, αλλά εκείνη της σύμβασης εντολής της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα για διαχείριση, μόνον, των κατατιθέμενων στον λογαριασμό χρημάτων της διά της επωφελούς τοποθέτησής τους σε προθεσμιακό λογαριασμό, με προαντιφώνηση της νομής τους, χωρίς να μπορεί να προβαίνει κατά βούληση σε αναλήψεις χρημάτων για οποιονδήποτε λόγο, παρά μόνον μετά από προηγούμενη συγκεκριμένη εντολή της αναιρεσίβλητης, παρ' όλα αυτά ο αναιρεσείων απέσυρε από τον κοινό λογαριασμό και ιδιοχρησιμοποίησε το σύνολο του κατατεθέντος χρηματικού ποσού, χωρίς την εντολή ή συγκατάθεση της αναιρεσίβλητης, αθετώντας την από την άνω εσωτερική σχέση συμβατική υποχρέωσή του ως εντολοδόχου προς απόδοση στην αναιρεσίβλητη του αναληφθέντος ποσού, το οποίο απέκτησε με βάση την ανωτέρω σύμβαση εντολής, και ιδιοποιούμενος εν συνεχεία αυτό παράνομα, διότι μετά την εξ ιδίου δικαίου ως συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού ανάληψη του ένδικου ποσού, γεννήθηκε αυτομάτως η από τη σύμβαση προαντιφώνησης υποχρέωση παραδόσεως της κατοχής του στη δυνάμει της συμβατικής σχέσης κυρία και νομέα των χρημάτων αναιρεσίβλητη, επί πλέον δε, μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης ο αναιρεσείων αφαίρεσε και τα λοιπά αναφερόμενα κινητά κυριότητάς της (χρυσές λίρες, κόσμημα), τα οποία ενσωμάτωσε χωρίς δικαίωμα στην περιουσία του, διαπράττοντας έτσι και την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ιδιαίτερα ως προς την εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων διαδίκων, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο πιο πάνω αποδεικτικό της πόρισμα, δηλαδή αφενός μεν ότι από την εσωτερική σχέση που συνέδεε τους συνδικαιούχους του λογαριασμού διαδίκους, συνισταμένη στην αποκλειστική εντολή της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα να διαχειριστεί τα κατατιθέμενα από αυτή χρηματικά ποσά τοποθετώντας αυτά σε προθεσμιακές καταθέσεις, με σκοπό την απόκτηση μεγαλύτερης οικογενειακής στέγης, την οποίαν παραβίασε ο αναιρεσείων αναλαμβάνοντας και ιδιοποιούμενος το σύνολο των χρημάτων του κοινού λογαριασμού, γεννήθηκε το εξ αναγωγής δικαίωμα της αναιρεσίβλητης προς απόδοση του αναληφθέντος χρηματικού ποσού, αφετέρου δε ότι από την σε βάρος της υπεξαίρεση εκ μέρους του αναιρεσείοντος των κατατεθέντων στον κοινό λογαριασμό χρημάτων της αλλά και των ιδιαίτερης αξίας κινητών της πραγμάτων, δικαιούται η αναιρεσίβλητη χρηματικής αποζημιώσεως προς αποκατάστασή της ζημίας της, καθώς και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη Ειδικότερα, δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα: α) ότι ο επίμαχος κοινός λογαριασμός που άνοιξαν οι διάδικοι ένα έτος πριν το γάμο τους με αρχικό ποσό κατάθεσης 600 ευρώ, ουδέποτε εμφάνισε αξιόλογη κίνηση μέχρι τον Απρίλιο του 2008 και το Μάρτιο του 2008 είχε μηδενικό υπόλοιπο, β) ότι στο λογαριασμό αυτό η αναιρεσίβλητη κατά προτροπή του αναιρεσείοντος συζύγου της λόγω της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του, αλλά όχι με διάθεση δωρεάς προς αυτόν, μετέφερε σταδιακά τα αναλυτικώς αναφερόμενα σημαντικά χρηματικά ποσά από κοινούς λογαριασμούς που διατηρούσε με τη μητέρα της και με το θείο της Δ..Δ., αλλά και από εκποίηση περιουσιακών της στοιχείων και από μισθώματα οικίας που είχε η ίδια εκμισθώσει σε τρίτους, ώστε να αξιοποιηθούν τα κεφάλαιά της αυτά σε προθεσμιακό λογαριασμό και να αυξηθούν προκειμένου να προβεί μελλοντικά στην αγορά ακινήτου κατάλληλου για οικογενειακή τους στέγη, γ) ότι ο αναιρεσείων, πλην του ποσού των 6.000 ευρώ που κατέθεσε στις 2-2-2009 (μέρους του εισπραχθέντος τμηματικά σε 98 μηνιαίες δόσεις τιμήματος των 50.000 ευρώ από την πώληση ακινήτου του στη Σαλαμίνα) και του συνολικού ποσού των 3.300 ευρώ που είχε προγενεστέρως τμηματικά καταθέσει από 7-11-2006 ως 4-9-2007 (πριν δηλαδή να καταστεί το υπόλοιπο του λογαριασμού ως ανωτέρω μηδενικό, με τις αντίστοιχες αναλήψεις του, μέχρι τον Απρίλιο του 2008), ουδεμία άλλη κατάθεση έκανε στον κοινό λογαριασμό, δ) ότι ο αναιρεσείων ήταν τυπικά άνεργος και εισέπραττε επίδομα ανεργίας του ΟΑΕΔ 450 ευρώ μηνιαίως, εργαζόταν δε άτυπα σε επιχείρηση "τατουάζ" και με τεχνικό υπολογιστών για κατασκευή ιστοσελίδων αποκομίζοντας 500 ευρώ μηνιαίως, τα οποία συνεισέφερε για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών, ε) ότι τα παρατιθέμενα εισοδήματα των διαδίκων (πλην των επίμαχων ως άνω χρηματικών ποσών της αναιρεσίβλητης) κάλυπταν τις καθημερινές ανάγκες τους, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, διότι το ζευγάρι ζούσε μετρημένα, χωρίς υπερβολές, πολυτελείς δαπάνες και ταξίδια στο εξωτερικό, στ) ότι από τη στιγμή που ο λογαριασμός άρχισε να τροφοδοτείται με σημαντικά χρηματικά ποσά, υπήρξε και μάλιστα προηγήθηκε συμφωνία των διαδίκων, που αποτέλεσε και την αιτία των μεταφορών, ότι ο αναιρεσείων θα διαχειριζόταν το συγκεκριμένο λογαριασμό, προκειμένου να προβεί σε επωφελή τοποθέτηση των χρηματικών διαθεσίμων του, κυρίως δια προθεσμιακής κατάθεσης, χωρίς να μπορεί να προβαίνει κατά βούληση σε αναλήψεις χρημάτων για οποιονδήποτε λόγο ακόμη και για την κάλυψη καθημερινών κοινών αναγκών των διαδίκων, παρά μόνον μετά από προηγούμενη συγκεκριμένη εντολή της αναιρεσίβλητης, με παράλληλη υποχρέωση να ενημερώνει την αναιρεσείουσα σχετικά με τις προθεσμιακές καταθέσεις και να συμμορφώνεται προς τις αντίθετες υποδείξεις της, ζ) ότι λόγω της οικονομικής κρίσης και μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τον Απρίλιο του 2016, με την αποχώρηση του αναιρεσείοντος από τη συζυγική οικία, η αναιρεσίβλητη δεν προέβη στην αγορά ακινήτου, αλλά είχε την πεποίθηση, δείχνοντας εμπιστοσύνη στον σύζυγό της και στις διαβεβαιώσεις του, ότι τα κεφάλαιά της είχαν τοποθετηθεί υπό μορφήν προθεσμιακής κατάθεσης σε αποταμιευτικό λογαριασμό, από τον οποίον δεν αντλούνταν χρήματα και ουδέποτε τον ήλεγξε, η) ότι μετά τη διάσπαση της έγγαμης σχέσης η αναιρεσίβλητη διαπίστωσε από ενημέρωση που ζήτησε από την τράπεζα, ότι αναλήφθηκε τμηματικά από τον κοινό λογαριασμό εκ μέρους του αναιρεσείοντος το σύνολο των επίμαχων ως άνω χρηματικών ποσών, ύψους 305.879,35 ευρώ, (πλην ποσού 71,61 ευρώ που απέμεινε υπόλοιπο), αφαιρουμένου δε του ποσού των 15.985,43 και 31.600 ευρώ, που αναλήφθηκε κατ' εντολή της για συγκεκριμένες πληρωμές, προκύπτει υπόλοιπο 258.293,92 ευρώ, το οποίο ο αναιρεσείων, κατά παράβαση της ως άνω εντολής, εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση της αναιρεσίβλητης, ανέλαβε από τον κοινό λογαριασμό και από τη ρευστοποίηση των προθεσμιακών καταθέσεων, στις οποίες είχε τοποθετήσει μέρος των κεφαλαίων αυτών της συζύγου του, μαζί με τους τόκους ύψους 6.714,42 ευρώ, και το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα με την ενσωμάτωσή του στην περιουσία του, παραβιάζοντας έτσι την υποχρέωσή του προς παράδοσή του στην αναιρεσίβλητη κατά τη μεταξύ τους ως άνω συμφωνία, θ) ότι ο αναιρεσείων αφαίρεσε από την κατοχή της αναιρεσίβλητης κατά την αποχώρησή του από την κατοικία τους, στις 16-4-2016, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, 30 χρυσές λίρες συνολικής αξίας 8.974 ευρώ, με βάση την ισοτιμία τους προς το ευρώ κατά τον κρίσιμο χρόνο και ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια με διαμάντια και ζαφείρια αξίας 800 ευρώ που είχε δωρίσει στην αναιρεσίβλητη το ζεύγος Τ…., όταν βάφτισε το γιό τους. Επομένως, ο αντίθετος, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ.1 και 19, με την αιτίαση (κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση) της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των περί εντολής (713 επ.ΑΚ) ουσιαστικών διατάξεων, όσον αφορά την εσωτερική σχέση των συνδικαιούχων του επίδικου λογαριασμού διαδίκων πρώην συζύγων, ως γενεσιουργού λόγου του αναγωγικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης (493 ΑΚ), χωρίς, σημειωτέον και να μνημονεύει κατ' αριθμόν, τα αντίστοιχα άρθρα του ΑΚ, αλλά και διότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, (τις οποίες ωστόσο δεν προσδιορίζει ), είναι (ανεξαρτήτως της κατά τα άνω αοριστίας τους) αβάσιμοι. Εξάλλου, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 πλημμέλεια, παραθέτοντας απλώς το πραγματικό του αντίστοιχου κανόνα δικαίου, χωρίς όμως να προσδιορίζει σε τί συνίσταται η επικαλούμενη από αυτόν πλημμέλεια, είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος. Διδάγματα της κοινής πείρας, είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ, αντίθετα, ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός, περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 461/2021, ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 752/2017, ΑΠ 43/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με το να δεχθεί, ότι υπήρχε μεταξύ των διαδίκων σχέση εντολής όσον αφορά τα επίδικα χρηματικά ποσά που κατέθεσε η αναιρεσίβλητη στον κοινό λογαριασμό, ενώ κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων συζύγων είναι εκείνη της δωρεάς. Όμως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρονται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ούτε και ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, είναι απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίκληση της παραβιάσεως ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (που ούτε και αυτές προσδιορίζονται) και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πλήττεται με αυτόν, στην πραγματικότητα, η εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία της υπόθεσης πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/1010, ΑΠ246/2018), η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και, ως εκ τούτου, η επικαλούμενη παραβίαση δεν έχει σχέση με ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005, ΑΠ 426/2010), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ 185/2004, ΑΠ 1503/2005). Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 215/2005). Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 557/2004, 1258/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, το Εφετείο δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων σχετικά με την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση εντολής και προαντιφώνησης της νομής, συνισταμένη στη διαχείριση των κατατιθέμενων στον κοινό λογαριασμό κεφαλαίων της αναιρεσίβλητης με την επωφελή τοποθέτησή τους σε προθεσμιακές καταθέσεις, η κρίση του δε αυτή δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των εν λόγω δηλώσεων βουλήσεως, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και, άρα, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 §1 Κ.Πολ.Δ.). Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν όφειλε να προσφύγει ούτε και προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και, επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ862/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως, (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 118/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το τέταρτο μέρος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι "δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και επιβεβαιώθηκαν από τις αναλυτικές κινήσεις λογαριασμών, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι απαράδεκτος καθόσον ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αλλά συνιστά επίκληση αποδεικτικού μέσου και του περιεχομένου αυτού, και σε κάθε περίπτωση αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό, που δεν ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται νομίμου βάσεως, αφενός μεν διότι απέρριψε ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του (τον οποίον, σημειωτέον, ουδόλως προσδιορίζει κατά περιεχόμενο), με εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη αιτιολογία, αφετέρου δε διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς του, παραβιάζοντας κανόνα ουσιαστικού δικαίου" (τον οποίον ομοίως δεν προσδιορίζει). Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (κατ' άρθρο 561 αρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, δεν ιδρύεται πλημμέλεια ούτε από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εκ του αρ. 8 του αυτού άρθρου, αφού (ανεξαρτήτως της αοριστίας του λόγω της έλλειψης παράθεσης των μη ληφθέντων υπόψη κατά την αιτίασή του ισχυρισμών του), με τις εν λόγω αιτιάσεις επιχειρείται, υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης των επικαλούμενων αναιρετικων πλημμελειών, να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 692/2020, ΑΠ 816/2019, ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/2011), χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ205/2023, ΑΠ 223/2022, ΑΠ 1539/2022, AΠ 1507/2021, ΑΠ 559/2020). Εν προκειμένω, με τον τρίτο, κατά το πρώτο και πέμπτο σκέλος, λόγο αναιρέσεως από την προαναφερόμενη διάταξη, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι: "αυτός ήταν σε θέση να συνεισφέρει στις οικογενειακές δαπάνες με το εισόδημα που αποκόμιζε από το επίδομα ανεργίας και την άτυπη απασχόλησή του σε επιχείρηση τατουάζ και δημιουργίας ιστοσελίδων, ότι η αναιρεσίβλητη δεν συμμετείχε στα οικογενειακά έσοδα με ανάλωση των επίδικων κεφαλαίων της, ότι δεν κατέθεσε τμηματικά 4 ποσά από τη μισθοδοσία του συνολικού ύψους 1.000 ευρώ, παρά τις αντίθετες αποδείξεις, ότι ο ίδιος ανέλαβε το σύνολο των επιδίκων κεφαλαίων της, ενώ αυτά αναλώθηκαν για τις οικογενειακές τους ανάγκες, ότι κατά την αποχώρησή του αφαίρεσε από την κατοχή της με σκοπό να τις ιδιοποιηθεί 30 χρυσές λίρες Αγγλίας", καίτοι, από το σύνολο των αποδείξεων προκύπτει, ότι δεν παραβίασε τη συγκεκριμένη σχέση εντολής που δέχθηκε η προσβαλλόμενη ούτε και διέπραξε υπεξαίρεση σε βάρος της αναιρεσίβλητης. Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται λεπτομερώς τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επί πλέον, ο ανωτέρω λόγος είναι και απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω επικαλούμενα προς θεμελίωσή του δεν συνιστούν "πράγμα" ή "ζήτημα" αλλά απλούς αρνητικούς ισχυρισμούς που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, καθώς και επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς υποστήριξη των απόψεών του και, συνεπώς, δεν θεμελιώνουν λόγο από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος, επίσης, δεν μπορεί να θεμελιωθεί απλώς στο γεγονός ότι το Εφετείο, μετά τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την αξιολόγηση αυτών, κατέληξε σε παραδοχή διαφορετικών γεγονότων από εκείνα που θεωρεί αληθινά ο αναιρεσείων, ακόμη και εάν έσφαλε στην κρίση του. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και εφόσον όλες οι λοιπές αιτιάσεις, που είναι διάσπαρτες σε όλους του λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την επίκληση παραβάσεων αναιρετικών λόγων, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔικ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 977/2017), πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (αρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-7-2019 αίτηση του Β. Σ. για αναίρεση της με αριθμό 97/2019 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ