Αριθμός 1773/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Ι. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σεραφείμ Μαραϊτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Ι. του Ι., 2 Δ. Ι. του Ι., 3 Δ. Ι. του Ι. και 4 Φ. χας Ι. Ι., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Τσόνογλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-9-2007 και 15-10-2007 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 49/2011 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-10-2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 1-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιόν λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην άλλων, ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλομένη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να προσδιορίζονται, όχι μόνο σε τι συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως, ποιες αιτιολογίες και για ποιο λόγο είναι ασαφείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές, το ουσιώδες ζήτημα στο οποίο ανάγονται και σε κάθε περίπτωση οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και η διάταξη του ουσιαστικού κανόνα δικαίου που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, της οποίας ορισμένα στοιχεία του πραγματικού και ποια δεν καλύπτονται από τις αιτιολογίες της αποφάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους πρώτο, δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του και τέταρτο λόγους αναιρέσεως ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν τις εξής αιτιάσεις: "Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι δεν προσκόμισα κανένα στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο σύνταξης του επιμάχου συμβολαίου η ΑΤΕ χορηγούσε δάνεια για αγορά αγρών. Όπως ανέφερα και στις προτάσεις μου δεν υπήρχαν πλέον αρχεία στην ΑΤΕ για την εποχή εκείνη. Καταρχήν το γεγονός αυτό, δηλαδή της χορήγησης δανείων για αγορά αγρών με υποθήκευσή τους, ήταν πασίδηλο γεγονός και δεν είχε χρείαν απόδειξης. Πέραν όμως αυτού και πέραν του γεγονότος ότι τούτο βεβαίωσε κατηγορηματικά ο μάρτυρας Λ. Μ., η αντίθετη άποψη είναι εκτός των ορίων της λογικής, αφού οι τράπεζες δανείζουν για να κερδίζουν και στη συγκεκριμένη περίπτωση υποθήκευσε τα πωληθέντα εικονικά ακίνητα και είχε εξασφαλισμένη την επιστροφή του δανείου. Συνεπώς η αξίωση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης να προσκομίσω αποδεικτικά στοιχεία για το απώτερο παρελθόν κατά το οποίο συντάχθηκε το επίμαχο συμβόλαιο και για ένα γεγονός στο οποίο δεν προσφέρει τίποτα, αφού είναι αυταπόδεικτο και σύμφωνο με τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας, είναι εκτός των δικονομικών κανόνων και των κανόνων της ηθικής απόδειξης πέραν των ορίων της λογικής. Κατ' ακολουθίαν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι αναιρετέα κατ' άρθρο 559 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ....Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ενώ διαλαμβάνει μια γενική και λακωνική αναφορά των αποδεικτικών μέσων τα οποία προσκομίστηκαν και τους ισχυρισμούς οι οποίοι προτάθηκαν παρ' όλα αυτά με ανεπαρκείς αιτιολογίες δεν διαψεύδει ούτε τις καταθέσεις των μαρτύρων μου που εξετάστηκαν σε συμβολαιογράφο και με τους οποίους είχα ανταλλάξει τρεις εκ των επιδίκων αγρών, ούτε τις καταθέσεις των δύο αδελφών μας που εξετάστηκαν υπέρ εμού ενώπιον του ακροατηρίου, ούτε και το περιεχόμενο των εγγράφων που αναφέρονται στον αμέσως προηγούμενο λόγο και συνεπώς αναιρετέα εαυτήν κατέστησε κατά την παράγραφο 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση μεταξύ των άλλων, επικαλείται το γεγονός ότι στις ενιαίες δηλώσεις εκμετάλλευσης αγρών και στις συμβάσεις αγοραπωλησίας βάμβακος των αγρών στην θέση …τον εμφανίζω με διαφορετική έκταση σε κάθε φορά. Αυτό πράγματι είναι αληθές αλλά δεν αναιρεί ούτε την ουσία της υπόθεσης, ούτε την κυριότητά μου επί του αγρού αυτού, διότι για λόγους επιδότησης όπως όλοι οι αγρότες έπρατταν προσδιόριζα την έκταση του αγρού μου αυτού σύμφωνα με το οικονομικό όφελος που προσδοκούσα από τις επιδοτήσεις. Συμπληρώνει δε η απόφαση αυτή ότι δεν προσκόμισα ούτε μία φορολογική δήλωση και ειδικότερα του Ε9 από το οποίο να προκύπτει ότι τα επίδικα ακίνητα δήλωνα ως ανήκοντα σε εμένα. Κατ' αντιδιαστολή αναφέρει ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων είχε δηλώσει τα επίδικα ακίνητα στην φορολογική του δήλωση. Αυτό όμως συνέβη μόνο μία φορά και συγκεκριμένα το έτος 2005 ενώ αντίθετα εγώ δήλωνα όλα τα ακίνητα κάθε έτος". Με το περιεχόμενο αυτό, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, εφόσον δεν προσδιορίζονται (έστω και εμμέσως) οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις οι οποίες παραβιάσθηκαν ευθέως και εκ πλαγίου, λόγω της αοριστίας των, είναι απαράδεκτοι. Από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π.17/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ειδικότερα, ότι: "Όπως ανέφερα τόσο στις πρωτόδικες όσο και στις κατ' έφεση προτάσεις μου, προς απόδειξη των ισχυρισμών της αγωγής μου την 16η του μηνός Οκτωβρίου 2008, ημέρα Πέμπτη και ώρα 19.00 μ.μ., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αλιάρτου...και μετά νόμιμη κλήτευση των εναγομένων, εξέτασα τρεις μάρτυρες...οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στην προσκομισθείσα με επίκληση υπ' αριθμ. 6896/2008 ένορκη βεβαίωση... Οι δύο εκ των ανωτέρω μαρτύρων βεβαιώνουν την ανταλλαγή των τριών επιδίκων αγρών. Η ανταλλαγή των τριών εκ των επιδίκων αγρών με τους ως άνω αναφερομένους αγρότες για την εξυπηρέτηση αποκλειστικά και μόνο αμοιβαίων καλλιεργητικών αναγκών είναι προφανώς μια πράξη νομής με διάνοια κυρίου. Η ανταλλαγή αυτή είχε πραγματοποιηθεί 15 έτη περίπου προ της έγερσης της αγωγής και συνεχίζεται μέχρι σήμερα και αποτελεί πράξη νομής και κατοχής διανοία κυρίου, σπουδαίας ουσιαστικής και νομικής σημασίας και μεγάλης και αδιάκοπης διάρκειας. Οι δε εξετασθέντες μάρτυρες με τους οποίους είχα ανταλλάξει τους τρεις εκ των επιδίκων αγρών όχι μόνο επιβεβαιώνουν την ανταλλαγή, αλλά περιγράφουν με ακρίβεια και λεπτομέρεια την έκταση και τα όρια του κάθε αγρού. Συνεπώς, δεχομένη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι κατά το επίδικο διάστημα δεν υπήρξα νομέας και κύριος των αγρών αυτών και μη λαβούσα υπόψη το σπουδαίας νομικής και ουσιαστικής σημασίας γεγονός της ανταλλαγής ευθέως παραβίασε το νόμο και αναιρετέα εαυτήν κατέστησε κατά την παρ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.". Από το ως άνω περιεχόμενο προκύπτει, ότι με τον λόγο αυτόν πλήττονται οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου επί της υποθέσεως και επομένως είναι απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 περ. 11γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται ότι έχει ληφθεί τούτο υπόψη από το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι από τον αριθμό 20 όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο) προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα με επίκληση από τον αναιρεσείοντα προσκομισθέντα δέκα έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύονται οι από εκείνον γενόμενες πράξεις κατοχής και νομής με διάνοια κυρίου. Όμως από την βεβαίωση του Εφετείου ότι τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος στήριξε και σε "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζει ο εκκαλών" (σημ. ο εδώ αναιρεσείων), σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τα ως άνω έγγραφα, από τας οποία μάλιστα μνημονεύονται ιδιαιτέρως α) οι συμβάσεις αγοραπωλησίας σύσπορου βαμβακιού και β) οι ενιαίες δηλώσεις εκμετάλλευσης. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει". Εξ άλλου, η κατά το άρθρο 1045 Α.Κ. κτήση της κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία αποδεικνύεται με όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα και επομένως και με μάρτυρες. Τέλος, η κατά το άρθρο 138 Α.Κ. εικονικότητα της δικαιοπραξίας, ακόμη και τυπικής (άρθρο 158 ΑΚ), καθώς και η ύπαρξη άλλης ισχυρής δικαιοπραξίας που καλύπτεται από αυτή, μπορεί να αποδειχθεί με όλα τα επιτρεπόμενα κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, επομένως και με μάρτυρες. Τούτο δε, διότι η απόδειξη της εικονικότητας, που γίνεται με έγγραφα και μάρτυρες δεν στρέφεται κατά του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, το οποίο αναγνωρίζεται όπως έχει εξωτερικά, αλλά κατά του κύρους της περιεχομένης σε αυτή πράξης, κατά τους ορισμούς του ουσιαστικού νόμου, η οποία έγινε χωρίς πρόθεση παραγωγής αποτελεσμάτων διαφορετικών από τη φαινομένη δικαιοπραξία και συνεπώς δεν ισχύουν, στην περίπτωση έγγραφης ή γενικά τυπικής δικαιοπραξίας, οι περιορισμοί των άρθρων 164 ΑΚ και 393 παρ. 2 ΚΠολΔ (Α.Π. 1890/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε την ένδικη από 23-9-2007 αγωγή κατά του ήδη αποβιώσαντος αδελφού του Ι. Ι., με την οποία εκθέτει, ότι με νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο επώλησε σε αυτόν τους περιγραφόμενους τέσσερις αγρούς και ότι η εν λόγω σύμβαση είναι εικονική, επειδή οι δηλώσεις της βουλήσεως των συμβληθέντων έγιναν όχι σοβαρά, αλλά μόνον φαινομενικά. Ζητεί δε 1) να αναγνωρισθεί η εικονικότητα της συμβάσεως πωλήσεως και 2) επικουρικώς να αναγνωρισθεί κύριος των τεσσάρων αγρών, επειδή ενεμήθη αυτούς με διάνοια κυρίου επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών και κατέστη κύριος με έκτακτη χρησικτησία. Ήδη ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' Κ.Πολ.Δ., εκθέτων ειδικότερα τα εξής: "Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι η υπ' αριθμ. πρωτ. .../1987 άδεια γεώτρησης, της οποίας αντίγραφο προσήγαγα και επικαλέστηκα και η οποία εκδόθηκε στο όνομά μου επί του εκ των επιδίκων αγρών στην θέση …ότι δήθεν από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Λ. Μ. και Λ. Μ. αποδείχθηκε ότι και ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων είχε εκδώσει άδεια γεώτρησης- εννοώντας προφανώς την ίδια γεώτρηση αφού δεύτερη στον ίδιο αγρό απαγορεύεται- στο δικό του όνομα, χωρίς να προσκομίζεται καμία τέτοια άδεια και κανένα σχετικό έγγραφο. Έτσι όμως κρίνασα η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δεχόμενη ανταπόδειξη περιεχομένου εγγράφου με μαρτυρικές καταθέσεις, παρά την σχετική απαγόρευση του άρθρου 393 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετέα εαυτήν κατέστησε κατ' άρθρο 559 παρ. 11 του Κ.Πολ.Δ.". Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη βάση, καθόσον, όπως αναφέρθηκε στην αρχή, τόσον η κτήση της κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία, όσον και η εικονικότητα της δικαιοπραξίας, οι οποίες ενδιαφέρουν στην προκειμένη υπόθεση, αποδεικνύονται με όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα και επομένως και με μάρτυρες. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 20-10-2011 αίτηση των Μ. Ι., Δ. Ι., Δ. Ι. και Φ. Ι., για αναίρεση της υπ' αριθ. 49/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ