Αριθμός 394/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία «Κ. και Σ. Δ. Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και 2) Δ. Κ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω δικηγορικής εταιρείας, αφού ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων:1) εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Δ. και Σ. Ο..Ε..", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στους Γαργαλιάνους Μεσσηνίας και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλίας Κοπανά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 2) της εταιρείας με την επωνυμία "N. Ε. Μ. Α.Ε.", ως καθολικής διαδόχου δια απορροφήσεως της εταιρείας "N. Ε. Π. Α.Ε." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Σπυρίδωνα Αρώνη και Διονύσιου Λιβιεράτου, που κατέθεσαν προτάσεις Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 115/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, αφού συνεκδικάσθηκαν, η 2225/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-12-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Mε την από 1.12.2019 και αριθ. εκθ. κατάθ. 11601/1130/5.12.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, υπ` αριθ. 2225/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564, 566 και 569 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ίδιου Κώδικα να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. 2. Κατά το άρθρο 92 παρ. 3 και 5 εδ. α του κώδικα δικηγόρων που κυρώθηκε με το ν.δ. 3024/1954 και εφαρμόζεται λόγω του εν προκειμένω κρίσιμου χρόνου: "Επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι' εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας. Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνη τα 20% του αντικειμένου της δίκης" (παρ. 3). "Η κατά τ' ανωτέρω συμφωνία, η εξαρτώσα την αμοιβήν εκ της εκβάσεως της δίκης, τότε μόνον ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωσιν να διεξαγάγη την δίκην μέχρι τελεσιδικίας χωρίς εν αποτυχία να λάβη αμοιβήν τινα ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλον βαθμόν συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος" (παρ. 5 εδ. α). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του επιτρέπεται συμφωνία κατά την οποία η δικηγορική αμοιβή θα εξαρτάται από την έκβαση της δίκης ή από το αποτέλεσμα της εργασίας του δικηγόρου, καθώς και συμφωνία περί αμοιβής "δι εκχωρήσεως" μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας, οπότε η αμοιβή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Η συμφωνία όμως αυτή (εργολαβία δίκης) είναι έγκυρη όταν περιέχει ρητώς, προς άρση κάθε αμφιβολίας, τον όρο ότι ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ή την ανατεθείσα εργασία μέχρι περατώσεως αυτής και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάβει αμοιβή. Αν δεν περιέχεται ο ουσιώδης αυτός όρος, η συμφωνία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη, μη συνεπαγόμενη αποτελέσματα (άρθρα 174 και 180 ΑΚ), η δε αγωγή περί καταβολής δικηγορικής αμοιβής βάσει τέτοιας συμφωνίας χωρίς τον προαναφερόμενο όρο, είναι μη νόμιμη. Και ναι μεν στην παρ. 5 του ως άνω άρθρου (92 του κώδικα περί δικηγόρων) γίνεται λόγος περί αναλήψεως υποχρεώσεως προς διεξαγωγή δίκης μέχρι τελεσιδικίας και ελλείψεως δικαιώματος αμοιβής σε περίπτωση αποτυχίας, το αυτό όμως πρέπει να ισχύσει και στην περίπτωση συμφωνίας που εξαρτά την αμοιβή από το αποτέλεσμα της εργασίας, ανεξάρτητα από τη διεξαγωγή ή μη δίκης, διότι και στην περίπτωση αυτή συντρέχει ο ίδιος λόγος, δηλαδή η προστασία νομικής συμπαραστάσεως και βοήθειας από δικηγόρο χάριν του γενικότερου συμφέροντος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 170 του ίδιου κώδικα αν έχει συμφωνηθεί αμοιβή και ανακληθεί αδικαιολόγητα η εντολή προς το δικηγόρο, ο εντολέας υποχρεούται να εκτελέσει αμέσως όλες τις υποχρεώσεις του από τη συμφωνία. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, επί εργολαβίας δίκης ή εξώδικων εργασιών, ο όρος της συμφωνίας ότι σε περίπτωση αποτυχίας ο δικηγόρος δεν θα λάβει οποιαδήποτε αμοιβή, καθώς και επί αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, η με βεβαιότητα προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερόμενης αιρέσεως της επιτυχημένης διεξαγωγής της δίκης ή της υποθέσεως, αποτελούν γεγονότα θεμελιωτικά του δικαιώματος του δικηγόρου για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής (ΑΠ 1774/2002). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 170 του κώδικα δικηγόρων συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτης προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι. Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη. Στην περίπτωση αυτή, αν δηλαδή ο εντολέας ανακάλεσε την εντολή και αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εντολοδόχου του δικηγόρου, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του δικηγόρου κατά το άρθρο 57 ΑK ούτε για αδικοπραξία κατά την έννοια άρθρων 914 και 932 του ίδιου κώδικα, εκτός αν η ανάκληση έγινε με πρόθεση και υπό περιστάσεις προσβολής της προσωπικότητας του δικηγόρου ή σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις κατά κατάχρηση δικαιώματος, όπως όταν η ανάκληση γίνεται χωρίς οποιοδήποτε συμφέρον του δικαιούχου, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα από καθαρή κακοβουλία και επιφέρει βλάβη στα συμφέροντα του εντολοδόχου δικηγόρου (ΑΠ 1800/2017 932/2017, 1388/2015, 328/2003). Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, 27/1998). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημά της (ΟλΑΠ 2/2019). Το ορισμένο ή αόριστο και το νόμιμο ή μη του δικογράφου της αγωγής, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται σ` αυτή και αποτελούν την ιστορική της βάση, εκτιμάται μεν κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν ανάγει σε λόγο αναιρέσεως την εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, εάν όμως το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη γεγονότα εκτός της αγωγής ή αγνόησε τέτοια περιεχόμενα σ` αυτή, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στη δίκη ως αναγκαία για τη νομιμότητά της, ιδρύεται αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1309/2020, 430/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της ένδικης αγωγής, το οποίο εκτιμάται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο, σ' αυτό εκτίθενται ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει της από 8.2.2012 σύμβασης εντολής η πρώτη εναγόμενη εταιρεία, δια του νομίμου εκπροσώπου της, ανέθεσε στην πρώτη ενάγουσα δικηγορική εταιρεία την διεκπεραίωση υπόθεσής της κατά της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, για αποζημίωση από τη διακοπή της σύμβασης αποκλειστικής διανομής που είχε καταρτιστεί μεταξύ τους, συντασσόμενου προς τούτο του από 8.2.2012 ιδιωτικού συμφωνητικού. Ότι, στο τελευταίο, κατά τα διαλαμβανόμενα αναλυτικά σ' αυτή (ένδικη αγωγή), η πρώτη ενάγουσα αποδέχθηκε την εντολή και ανέλαβε να διεκπεραιώσει την υπόθεση δια των συνεργατών της, ενώ συμφωνήθηκε ως αμοιβή της ποσοστό 20%, πλέον ΦΠΑ 23% επί του ποσού που θα εισέπραττε η πρώτη εναγόμενη (κεφάλαιο, τόκοι, δικαστική δαπάνη), ότι για τον υπολογισμό του 20% λαμβάνονται υπόψη τυχόν φερόμενες προς συμψηφισμό απαιτήσεις του εντολέα με ανταπαιτήσεις της αντιδίκου, ότι η εν λόγω συμφωνία θα ισχύει μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ενώ σε περίπτωση μη επιτυχούς έκβασης της δίκης η εντολοδόχος- πρώτη ενάγουσα δικηγορική εταιρεία δεν θα δικαιούτο αμοιβής, ότι η εν λόγω συμφωνία θα ισχύει ανεξάρτητα από τον τρόπο επίλυσης της διαφοράς (δικαστική- εξωδικαστικά- συμβιβαστικά), αρκούσης προς τούτο της ενέργειας έστω και μιας πράξης, ότι απαγορεύεται στην εντολέα- πρώτη εναγόμενη να συμβιβαστεί με τη δεύτερη εναγόμενη χωρίς τη σύμπραξη και έγγραφη συναίνεση της εντολοδόχου, ενώ ο οποιοσδήποτε γενόμενος συμβιβασμός ή κατάργηση της δίκης, θα είναι άκυρος, ότι, αν. παρά την ως άνω απαγόρευση, η εντολέας συμβιβαστεί με την δεύτερη εναγόμενη- αντίδικό της, η εντολοδόχος- πρώτη ενάγουσα δικαιούται να λάβει ως αμοιβή το παραπάνω ποσοστό, όχι στο συμβιβαστικό αντάλλαγμα αλλά στο αιτούμενο με την αγωγή ποσό, ενώ ρητά συμφωνήθηκε ότι η εντολέας δεν έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την ως άνω εντολή, καθώς η τελευταία αφορά και το συμφέρον της εντολοδόχου. Ότι στα πλαίσια της ως άνω εντολής η πρώτη ενάγουσα επιμελείτο τη σύνταξη αγωγής κατά της δεύτερης εναγόμενης, με την οποία θα διεκδικούσε τη διαφορά μεταξύ καταβληθείσας και εύλογης αμοιβής, ανερχόμενης για τα τελευταία πέντε έτη, στο ποσό των 150.000 ευρώ, για διαφυγόντα κέρδη τουλάχιστον ενός έτους, ύψους 80.000 ευρώ, για αναπόσβεστες επενδύσεις τουλάχιστον 100.000 ευρώ, για αποζημίωση πελατείας τουλάχιστον 100.000 ευρώ και για ηθική βλάβη τουλάχιστον 100.000 ευρώ, αναμένοντας, προς τούτο, από την πρώτη εναγόμενη στοιχεία για τα τελευταία πέντε 4έτη της συνεργασίας της με την δεύτερη εναγόμενη (τζίρους, κόστος διανομής, μικτά κέρδη και καθαρά κέρδη). Ότι η δεύτερη εναγόμενη απέστειλε στην πρώτη εναγόμενη την από 14.2.2012 επιστολή, με την οποία την ενημέρωνε ότι για τη συνέχιση της μεταξύ τους συνεργασίας έπρεπε η τελευταία (πρώτη εναγόμενη) να προβεί εντός πέντε εργασίμων ημερών σε εξόφληση του οφειλόμενου προς αυτήν (δεύτερη εναγόμενη) ποσού των 207.451,92 ευρώ. Ότι, ενώ η πρώτη ενάγουσα είχε ήδη συντάξει απαντητική επιστολή προς τη δεύτερη εναγόμενη και ανέμενε την ορισθείσα την 21.2.2012 συνάντηση με το νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγόμενης, προκειμένου να οριστικοποιηθεί το κείμενο και να αποσταλεί, ο τελευταίος ανακοίνωσε την ίδια ανωτέρω ημερομηνία (21.2.2012) στον διαχειριστή της πρώτης ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας, ότι με την μεσολάβηση του νέου αποκλειστικού διανομέα ήλθε σε συμβιβασμό με τη δεύτερη εναγόμενη και συμφώνησαν, η τελευταία να συμψηφίσει- διαγράψει την προαναφερθείσα προς αυτήν οφειλή και παράλληλα να προσληφθεί αυτός ως επόπτης στον νέο αποκλειστικό διανομέα, που θα αναλάβει τις περιοχές της. Ότι υπογράφηκε και πρακτικό/συμφωνητικό συμβιβασμού, όπως συνηθίζεται σ' αυτές τις περιπτώσεις, με βάση το οποίο η πρώτη εναγόμενη παραιτήθηκε των αξιώσεών της κατά της δεύτερης εναγόμενης. Ότι η επίτευξη του συμβιβασμού χωρίς την σύμπραξη και έγγραφη συναίνεση της πρώτης ενάγουσας επήλθε αφενός λόγω εκμετάλλευσης από το διαχειριστή της πρώτης εναγόμενης των συμβουλών που έδωσε ο υπογράφων την ένδικη αγωγή δικηγόρος- δεύτερος ενάγων- σχετικά με τις διεκδικούμενες απαιτήσεις και του γεγονότος ότι υπέγραψε με την πρώτη ενάγουσα συμφωνητικό εργολαβικής δίκης και αφετέρου λόγω της επιδίωξης της δεύτερης εναγόμενης να κλείσει ανοιγόμενα μέτωπα με διανομείς και ταυτόχρονα να βλάψει τα συμφέροντα της πρώτης ενάγουσας, η οποία είχε ασκήσει και άλλες αγωγές εναντίον της από άλλους διανομείς της. Ότι, η πρώτη εναγόμενη με την από 22.2.2012 εξώδικη δήλωσή της προς την πρώτη ενάγουσα ανακάλεσε τη δοθείσα, κατά τα ανωτέρω, προς αυτήν εντολή, ζητώντας της να μην προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης, ενώ πρότεινε, συγχρόνως, σ' αυτήν (πρώτη ενάγουσα) ως αμοιβή της για το χρόνο που της διέθεσε η πρώτη ενάγουσα κατά τη συνάντησή τους την 8.2.2012. Ότι, οι εναγόμενες εταιρείες με τις παραπάνω αντισυμβατικές, παράνομες και ανήθικες ενέργειές τους, ήτοι την αδικαιολόγητη και χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελία της συμφωνίας εργολαβίας δίκης, ματαίωσαν την άσκηση της προαναφερόμενης αγωγής από την πρώτη ενάγουσα σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης, η οποία, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, θα ευδοκιμούσε και θα γινόταν τελεσιδίκως δεκτή ως προς όλα τα (αγωγικά) αιτήματά της, συνολικού ποσού 530.000 ευρώ και συνεπώς παρεμπόδισαν την πλήρωση της αίρεσης, ήτοι της επιτυχημένης διεξαγωγής της συγκεκριμένης δίκης μέχρι τελεσιδικίας και την ως εκ τούτου απόληψη από αυτήν της συμφωνηθείσας εργολαβικής της αμοιβής ποσού 106.000 ευρώ (530.000 Χ 20%). Ότι με την παραπάνω αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά τους οι εναγόμενες εταιρείες προσέβαλαν την επαγγελματική τιμή, την υπόληψη, τη φήμη και την προσωπικότητα τόσο της πρώτης ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας όσο και του δεύτερου ενάγοντος, δικηγόρου, ως επαγγελματία με πολυετή εμπειρία και επιστημονική θητεία, με αποτέλεσμα να υποστούν (ενάγοντες) ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση. Ζήτησαν δε, εκτός των άλλων, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, α) στην πρώτη ενάγουσα : 1) το ποσό των 106.000 ευρώ, το μεν με βάση την σύμβαση εντολής και τις διατάξεις του Κώδικα περί δικηγόρων, το δε, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις και επικουρικά το ποσό των 41.490,38 ευρώ ως ματαιωθείσα εργολαβική αμοιβή επί του, εκ ποσού 207.451,92 ευρώ, επιτευχθέντος, μεταξύ των εναγόμενων συμβιβασμού και 2) το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που αυτή υπέστη και β) στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη, με τον νόμιμο τόκο, όλα τα ανωτέρω ποσά, από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 115/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν, αφού απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη ως αόριστη κατά το μέρος που η πρώτη ενάγουσα με την κύρια βάση της αγωγής, ερειδόμενη στην σύμβαση εντολής, ζητούσε την καταβολή του ποσού των 106.000 ευρώ και ως μη νόμιμη ως προς το ίδιο ποσό, ερειδόμενη στην αδικοπρακτική ευθύνη της (πρώτης εναγόμενης), ως προς τη δεύτερη εναγόμενη ως μη νόμιμη ως προς όλες τις βάσεις της και αιτήματά της και ως προς τον δεύτερο ενάγοντα επίσης ως μη νόμιμη ως προς αμφότερες των εναγομένων, έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς την πρώτη εναγόμενη κατά την επικουρική της βάση και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 37.000 ευρώ ως εργολαβική αμοιβή, που αντιστοιχούσε στο 20% του επιτευχθέντος μεταξύ των εναγόμενων συμβιβασμού (185.000 Χ 205%), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν οι από 28.9.2016 και αριθ. κατάθ. 3915/2016 και από 28.6.2017 και αριθ. κατάθ. 5516332/503036/2017 αντίθετες εφέσεις και το Εφετείο κρίνοντας την τελευταία απέρριψε τα αιτήματα της ένδικης αγωγής, τα στηριζόμενα στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, και ειδικότερα με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, κατά το μέρος που η πρώτη ενάγουσα με την ένδικη αγωγή στρέφεται κατά των εναγόμενων αιτούμενη την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικαιολόγητη ανάκληση της δοθείσας προς αυτήν εντολής, είναι κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα, καθόσον η ανάκληση της εντολής από τον εντολέα δεν συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914 και 932 ΑΚ ούτε και προσβολή της προσωπικότητας αυτής (πρώτης ενάγουσας) κατ' άρθρο 57 ΑΚ, οι δε εκτιθέμενες στην αγωγή περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η ανάκληση της εντολής δεν συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της πρώτης ενάγουσας, ώστε να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ούτε οι εκτιθέμενες στην αγωγή περιστάσεις συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, ενώ αυτή (πρώτη ενάγουσα) δεν επικαλείται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η ανάκληση της εντολής έγινε με πρόθεση προσβολής της και υπό περιστάσεις προσβολής της προσωπικότητάς της. Επιπλέον, δεν επικαλείται ότι έγινε από κακοβουλία της πρώτης εναγόμενης, εξαιτίας προηγούμενης ενέργειας αυτής (πρώτης ενάγουσας) αντίθετης προς τις εντολές της (πρώτης εναγόμενης) και ποίας ακριβώς, ενώ, σε κάθε περίπτωση, τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν δύναται να θεμελιώσουν το πραγματικό του κατ' άρθρο 919 ΑΚ κανόνα δικαίου, αφού η επικαλούμενη συμπεριφορά τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης των εναγόμενων δεν συνιστά συμπεριφορά συμπαιγνίας αυτών (εναγόμενων) με αυτοτελή σκοπό βλάβης της πρώτης ενάγουσας. Περαιτέρω, κατά το μέρος που η ένδικη αγωγή ασκείται από τον δεύτερο ενάγοντα, ο οποίος αιτείται την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ανάκληση της ως άνω εντολής, είναι, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα, καθόσον η ανάκληση της εντολής από τον εντολέα δεν συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914 και 932 ΑΚ ούτε και προσβολή της προσωπικότητας αυτού (δεύτερου ενάγοντος), κατ' άρθρο 57 ΑΚ, οι δε εκτιθέμενες στην αγωγή περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η ανάκληση της εντολής, δεν συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του δεύτερου ενάγοντος Δικηγόρου, ώστε να δικαιούται αυτός χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε τα ως άνω αιτήματα της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμα δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες της υπό στοιχεία (2) έφεσης με τον δεύτερο λόγο της έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα .......". Με την κρίση του αυτή το εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 170 του κώδ. Περί δικηγόρων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 298, 914, 919, 932 ΑΚ, αφού έκρινε ότι με το περιεχόμενο που αναφέρθηκε πιο πάνω η αγωγή, αφορούσε σύμβαση εργολαβίας δίκης κατά τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων, που μπορούσε να ανακληθεί οποτεδήποτε, οι δε εκτιθέμενες στην αγωγή περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η ανάκληση της εντολής από την εντολέα- πρώτη εναγόμενη δεν συνιστούν αδικοπραξία τόσο γι' αυτή όσο και για τη δεύτερη εναγόμενη κατά την έννοια των άρθρων 914 και 919 ΑΚ ούτε παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της πρώτης ενάγουσας και του δεύτερου ενάγοντα-δικηγόρου, κατά την έννοια του άρθρου 57 και 932 ΑΚ ώστε να δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ούτε οι εκτιθέμενες στην αγωγή περιστάσεις συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια του 281 ΑΚ, αλλά ανάκληση εντολής που μπορούσε να γίνει οποτεδήποτε, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράνομη, ανήθικη και καταχρηστική συμπεριφορά των εναγόμενων, ακόμη και αληθών υποτιθέμενων των εκτιθέμενων στην ένδικη αγωγή περιστατικών, ότι δηλαδή η δεύτερη εναγόμενη γνώριζε για την ύπαρξη του εργολαβικού δίκης και παρά ταύτα προέβη σε συμβιβασμό με την πρώτη εναγόμενη, χωρίς τη σύμπραξη και έγγραφη συναίνεση της πρώτης ενάγουσας, δεδομένου ότι η σύναψη ή μη συμβιβασμού μεταξύ των εναγόμενων αφορά τις μεταξύ τους εμπορικές σχέσεις και την προώθηση των δικών τους συμφερόντων και δεν θίγουν τα δικαιώματα και συμφέροντα των εναγόντων και ιδία της πρώτης ενάγουσας από την σύμβαση εργολαβίας δίκης, η οποία προέβλεπε εργολαβική αμοιβή ακόμη και σε περίπτωση συμβιβασμού, και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για "συμπαικτική συμπεριφορά" των εναγόμενων με σκοπό βλάβης των συμφερόντων της πρώτης ενάγουσας, δηλαδή για συμπεριφορά που αντίκειται στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και τις επιταγές της έννομης τάξης. Πλέον τούτων, ακόμη και αν η επίτευξη του ως άνω συμβιβασμού, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, έγινε μετά από αξιοποίηση των συμβουλών του δεύτερου ενάγοντος- δικηγόρου προς τον διαχειριστή της πρώτης εναγόμενης σχετικά με τις διεκδικούμενες απαιτήσεις, δεν μπορεί να γίνει λόγος για πράξη που θίγει την προσωπικότητα, τη φήμη και το μέλλον του δεύτερου ενάγοντος- διαχειριστή της πρώτης ενάγουσας, καθόσον δεν υπήρχε σαφής και ορισμένη επίκληση περιστατικών που ήσαν ικανά να επιφέρουν ηθική μείωση στον δεύτερο ενάγοντα δικηγόρο ή να τον εκθέσουν στο επαγγελματικό του περιβάλλον. Και πράγματι, τα περιστατικά που επισημαίνονται αμέσως παραπάνω, υποτιθέμενα αληθινά, δεν ενέχουν ιδιαίτερη απαξία για το πρόσωπο δικηγόρου, λόγω της ανάκλησης της εντολής προς την πρώτη ενάγουσα, διότι συνδέονται αναπόφευκτα με οποιαδήποτε παρόμοια περίπτωση. Επομένως ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αγωγή ως προς τα προαναφερθέντα αιτήματά της ήταν μη νόμιμη. Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίον οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε ως προς ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, κατά τα προεκτεθέντα, δεν έλαβε υπόψη σημαντικότατους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, οι οποίοι θεμελίωναν τα προαναφερόμενα αιτήματά τους, αναφέρονταν στην ένδικη αγωγή και εξειδίκευαν τις ειδικές περιστάσεις και την συμπαικτική συμπεριφορά των εναγόμενων με σκοπό και αποτέλεσμα την βλάβη στα εύλογα και νόμιμα συμφέροντά τους. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι με βάση όσα εκτίθενται στην ένδικη αγωγή και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη του όσα οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί για τη θεμελίωση των ως άνω αγωγικών αιτημάτων τους, τα οποία, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν, δεν αρκούσαν για την κατάφαση των ειδικών περιστάσεων που καθιστούσαν την ανάκληση της εντολής από την πρώτη εναγόμενη καταχρηστική. 3. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1410/2017, 701/2011, 121/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη". Ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (ΑΠ 1811/2009). Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1708/2014, ΑΠ 204/2011). Δεν συνιστά επιδίκαση μη αιτηθέντος η μερική παραδοχή της αγωγής (ΑΠ 677/2019, 805/2017, ΑΠ 252/2005). Ο λόγος παραδεκτά προτείνεται το πρώτον στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 α ΚΠολΔ, διότι αφορά ελάττωμα της απόφασης, που δεν υπήρχε κατά την τελευταία συζήτηση (ΑΠ 219/2009). Αν το σφάλμα έγινε με την πρωτόδικη απόφαση και δεν προβλήθηκε με λόγο έφεσης, δεν μεταβιβάστηκε δηλαδή στο εφετείο το σχετικό κεφάλαιο, πρέπει να ασκηθεί αναίρεση (και) κατά της πρωτόδικης απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τον αναιρετικό έλεγχο : "Η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, που είναι καθολική διάδοχος της εταιρείας με την επωνυμία "N. Ε. Π. ΑΕ", έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, μεταξύ άλλων, τη βιομηχανική επεξεργασία γάλακτος και την παρασκευή παγωτών. Για τη διανομή και διάθεση των προϊόντων της τόσο η δικαιοπάροχος της ανωτέρω δεύτερης εναγόμενης όσο και η ίδια χρησιμοποιούν δίκτυο διανομέων, οι οποίοι διανέμουν κατ' αποκλειστικότητα τα προϊόντα τους σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό η ανωτέρω δεύτερη εναγόμενη κατήρτισε από το έτος 2000 με την πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία σύμβαση εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου, αρχικά μονοετούς στη συνέχεια διετούς και τέλος τριετούς διαρκείας, δυνάμει της οποίας η ανωτέρω πρώτη εναγόμενη είχε αναλάβει αποκλειστικά τη διανομή και διάθεση των παγωτών της δεύτερης εναγόμενης στα σημεία πώλησης στην περιοχή της επαρχίας …. του Νομού Μεσσηνίας. Όμως, με την πάροδο των ετών το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πρώτης εναγόμενης από την εμπορική τους συνεργασία ανήλθε το έτος 2011 σε 207.451,92 ευρώ. Λόγω της κατάστασης αυτής, η δεύτερη εναγόμενη απαίτησε την καταβολή του ανωτέρω χρηματικού ποσού, άλλως θα προέβαινε στην καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης εμπορικής συνεργασίας. Για το λόγο αυτό η πρώτη εναγόμενη εταιρεία, δια του νομίμου εκπροσώπου της Δ. Δ., απευθύνθηκε στην πρώτη ενάγουσα δικηγορική εταιρεία, με την οποίαν κατήρτισε την από 8.2.2012 έγγραφη σύμβαση εντολής, δυνάμει της οποίας ανέθεσε στην τελευταία (πρώτη ενάγουσα) τη διεκπεραίωση υπόθεσης αυτής (πρώτης εναγόμενης) κατά της δεύτερης εναγόμενης για αποζημίωση από τη διακοπή της προαναφερθείσας σύμβασης διανομής, που είχε συναφθεί μεταξύ τους. Η πρώτη ενάγουσα αποδέχθηκε την εντολή και ανέλαβε να διεκπεραιώσει την εν λόγω υπόθεση, ενώ συμφωνήθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα θα ελάμβανε ως αμοιβή ποσοστό 20% πλέον ΦΠΑ 23% επί του ποσού που η πρώτη εναγόμενη- εντολέας θα εισέπραττε (κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη), καθώς και ότι τα πάσης φύσεως έξοδα θα βαρύνουν τον εντολέα. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι η ανωτέρω συμφωνία θα ίσχυε μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, ανεξάρτητα από τον τρόπο επίλυσης της διαφοράς, δηλαδή είτε δικαστικά, είτε εξωδικαστικά- συμβιβαστικά, αρκούσης προς τούτο της ενέργειας έστω και μιας πράξης, καθώς και ότι απαγορεύεται στην πρώτη εναγόμενη- εντολέα να συμβιβαστεί με τη δεύτερη εναγόμενη χωρίς την σύμπραξη και έγγραφη συναίνεση της πρώτης ενάγουσας - εντολοδόχου και ότι σε αντίθετη περίπτωση, ο χωρίς τη συναίνεση της τελευταίας γενόμενος συμβιβασμός ή κατάργηση της δίκης θα είναι άκυρος. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι αν παρά την ως άνω απαγόρευση, η πρώτη εναγόμενη- εντολέας συμβιβαστεί με τη δεύτερη εναγόμενη, η εντολοδόχος- πρώτη ενάγουσα δικαιούται να λάβει το παραπάνω ποσοστό όχι στο συμβιβαστικό αντάλλαγμα, αλλά στο αιτούμενο με τη σχετική αγωγή ποσό, ενώ ρητά συμφωνήθηκε ότι η εντολέας- πρώτη εναγόμενη δεν έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δοθείσα, κατά τα ανωτέρω εντολή, καθότι αυτή αφορά και το συμφέρον της εντολοδόχου. Στο πλαίσιο αυτό της εργολαβικής σύμβασης, η πρώτη ενάγουσα δικηγορική εταιρεία ασχολήθηκε με τη σύνταξη αγωγής, για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης, κατά 'της δεύτερης εναγόμενης, με αντικείμενο αποζημίωση από τη διακοπή της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, διεκδικώντας κονδύλια που θα αφορούσαν στη διαφορά μεταξύ καταβληθείσας και εύλογης αμοιβής για τα τελευταία πέντε έτη της μεταξύ τους εμπορικής συνεργασίας, σε διαφυγόντα κέρδη από τη διακοπή της μεταξύ τους συνεργασίας, σε αναπόσβεστες επενδύσεις, αποζημίωση πελατείας και ηθική βλάβη αυτής (πρώτης εναγόμενης). Για την ολοκλήρωση όμως, της σύνταξης της ανωτέρω αγωγής και την κατάθεση αυτής, η πρώτη ενάγουσα ανέμενε να της προσκομίσει η πρώτη εναγόμενη διάφορα απαραίτητα στοιχεία, όπως τζίρους, κόστος διανομής, μικτά και καθαρά κέρδη, τα οποία ουδέποτε η τελευταία της προσκόμισε. Ωστόσο, η δεύτερη εναγόμενη, η οποία, στο μεταξύ, είχε διακόψει τη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με την πρώτη εναγόμενη, αφού ως όρο συνέχισης αυτής έθετε την καταβολή της οφειλής της τελευταίας προς αυτή, ύψους 207.451,92 ευρώ, απέστειλε σ' αυτήν (πρώτη εναγόμενη) την από 14.2.2012 επιστολή, με την οποία καλούσε την τελευταία (πρώτη εναγόμενη) να προβεί εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών στην εξόφληση του ανωτέρω χρηματικού ποσού, προκειμένου να καταστεί εφικτή η συνέχιση της μεταξύ τους εμπορικής συνεργασίας. Η πρώτη εναγόμενη απέστειλε αυθημερόν την ανωτέρω επιστολή στην πρώτη ενάγουσα δικηγορική εταιρεία, προκειμένου αυτή να συντάξει απαντητική επιστολή προς την δεύτερη εναγόμενη. Και ενώ η πρώτη ενάγουσα είχε συντάξει την εν λόγω απαντητική επιστολή και ανέμενε την ορισθείσα κατά την 21.2.2012 συνάντηση με τον νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγόμενης, προκειμένου να οριστικοποιηθεί το κείμενο και να αποσταλεί, ο τελευταίος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον διαχειριστή της πρώτης ενάγουσας- δεύτερο ενάγοντα Δικηγόρο- και του ανακοίνωσε ότι, με τη διαμεσολάβηση του νέου αποκλειστικού διανομέα ήλθε σε συμβιβασμό με την δεύτερη εναγόμενη και συμφωνήθηκε μεταξύ τους, η τελευταία να συμψηφίσει- διαγράψει την προαναφερθείσα οφειλή της προς αυτήν ποσού 207.451,92 ευρώ, και αυτός (ανωτέρω διαχειριστής της πρώτης εναγόμενης) να προσληφθεί ως επόπτης στο νέο αποκλειστικό διανομέα που να αναλάβει τις περιοχές αποκλειστικής διανομής των προϊόντων της. Παράλληλα η πρώτη εναγόμενη απέστειλε στην πρώτη ενάγουσα την από 22.2.2012 εξώδικη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε στην τελευταία την 23.2.2012 ...... με την οποίαν ανακάλεσε τη δοθείσα, κατά τα ανωτέρω, εντολή προς αυτήν για διενέργεια οποιασδήποτε πράξεως σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης, δηλώνοντας συγχρόνως σ' αυτή (πρώτη ενάγουσα) ότι διατίθεται να της καταβάλει στην αντιστοιχούσα αμοιβή της για τον αναλωθέντα για λογαριασμό της χρόνο κατά τη συνάντηση της 8.2.2012. Ακολούθως, την 24.2.2012 καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης εναγόμενης το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, όπου, κατά τα διαλαμβανόμενα σ' αυτό προς αποφυγή δικαστικών αμφισβητήσεων και διενέξεων συμφωνήθηκε να καταβάλει η δεύτερη εναγόμενη στην πρώτη (εναγόμενη), σε ολοσχερή εξόφληση κάθε υποχρέωσής της (δεύτερης εναγόμενης) προς αυτήν (πρώτη εναγόμενη) το ποσό των 185.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23% (.....). Από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ανάκληση της, κατά τα ανωτέρω δοθείσας εντολής, ήταν παντελώς αδικαιολόγητη και έγινε προς το σκοπό να αποστερήσει την πρώτη ενάγουσα, από την αμοιβή της, που ήταν σίγουρη γι' αυτήν, αφού ήταν απολύτως βέβαιη και ασφαλής (δεδομένου ότι μέχρι τότε είχε διεξάγει επιτυχώς πολλές δίκες διανομέων της δεύτερης εναγόμενης), η επιτυχής έκβαση της δίκης επί της αγωγής που, κατά τα αναφερόμενα στην από 8.2.2012 έγγραφη σύμβαση εντολής, θα ασκούσε αυτή (πρώτη ενάγουσα) για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, αν εξακολουθούσε η σχετική διαδικασία και δεν ανακαλείτο η ανωτέρω εντολή από την πρώτη εναγόμενη λόγω του, κατά τα ανωτέρω, επιτευχθέντος συμβιβασμού με την δεύτερη εναγόμενη. Η πρώτη εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ανάκληση της εν λόγω εντολής είναι δικαιολογημένη και έγινε για σπουδαίο λόγο, καθόσον από την ημερομηνία που δόθηκε αυτή στην πρώτη ενάγουσα (8.2.2012) έως την ημερομηνία ανάκλησης αυτής (22.2.2012), η τελευταία σε ουδεμία ενέργεια προέβη, προκειμένου να απαντήσει άμεσα στην από 14.2.2012 επιστολή της δεύτερης εναγόμενης προς αυτήν όπου την καλούσε εντός πέντε ημερών να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 207.451,92 ευρώ, στο οποίο ανήρχετο το προαναφερθέν χρέος της, άλλως θα προχωρούσε σε καταγγελία της μεταξύ τους αποκλειστικής διανομής, επιδεικνύοντας κατά τον τρόπο αυτό αδράνεια και αδιαφορία. Όσα ανωτέρω ισχυρίζεται η πρώτη εναγόμενη κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, αν ληφθεί υπόψη το μικρό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της δοθείσας, κατά τα ανωτέρω εντολής προς την πρώτη ενάγουσα (8.2.2012) και της ανάκλησης αυτής (22.2.2012), καθώς και μεταξύ της επιστολής της δεύτερης εναγόμενης προς την πρώτη εναγόμενη (14.2.2012) και του εν συνεχεία επιτευχθέντος, μεταξύ τους συμβιβασμού (21.2.2012). Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, η πρώτη ενάγουσα ανέμενε την προσκόμιση, από τον διαχειριστή της πρώτης εναγόμενης, των προαναφερόμενων στοιχείων (τζίροι, κόστος διανομής, μικτά και καθαρά κέρδη), τα οποία ήσαν αναγκαία προκειμένου αυτή (πρώτη ενάγουσα) να προβεί στη σύνταξη ορισμένης και νόμιμης αγωγής και εν τέλει δεν προσκομίστηκαν. Περαιτέρω, η πρώτη εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ανάκληση της δοθείσας, κατά τα ανωτέρω, εντολής προς την πρώτη ενάγουσα έγινε για το λόγο ότι η τελευταία δεν κατέθεσε σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ενόψει, μάλιστα, και του κινδύνου κατάπτωσής της, εκ ποσού 100.000 ευρώ, εγγυητικής επιστολής για την περίπτωση που αυτή (πρώτη εναγόμενη) δεν κατέβαλλε, εντός της ανωτέρω προθεσμίας των πέντε ημερών, την προαναφερθείσα προς αυτήν (δεύτερη εναγόμενη) οφειλή της ποσού 207.451,92 ευρώ. Ο εν λόγω ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς, όπως προκύπτει από την από 8.2.2012 έγγραφη σύμβαση εντολής, δεν συγκαταλέγεται σ' αυτή και η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για τη μη κατάπτωση και είσπραξη της εγγυητικής επιστολής από την δεύτερη εναγόμενη, παρά μόνο αντικείμενο αυτής υπήρξε η άσκηση αγωγής αποζημίωσης από τη διακοπή της σύμβασης αποκλειστικής διανομής εις βάρος της δεύτερης εναγόμενης, ενώ ακόμη και αν υποτεθεί ότι η εν λόγω δικαστική ενέργεια, ήτοι η κατάθεση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης συγκαταλέγεται στην ως άνω έγγραφη σύμβαση εντολής, η πρώτη ενάγουσα δεν θα μπορούσε να καταθέσει τέτοια αίτηση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η τελευταία ανέμενε την προσκόμιση των ανωτέρω στοιχείων από την πρώτη εναγόμενη, τα οποία ουδέποτε προσκομίσθηκαν από την τελευταία. Σύμφωνα, δε με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, εφόσον η ανάκληση από την πρώτη εναγόμενη της δοθείσας, κατά τα ανωτέρω, εντολής προς την πρώτη ενάγουσα είναι αδικαιολόγητη, η εντολέας- πρώτη εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στην εντολοδόχο- πρώτη ενάγουσα τη συμφωνηθείσα εργολαβική της αμοιβή επί του ποσού του επιτευχθέντος συμβιβασμού, ήτοι του ποσού των 185.000 ευρώ, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 37.000 ευρώ (ήτοι 185.000 χ 20%.....)". Υπό τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης της πρώτης ενάγουσας- εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ως αβάσιμο και την έφεσή της κατ' ουσίαν κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατά τα προεκτεθέντα. Με την εν λόγω κρίση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης και του ύψους του ποσού του συμβιβασμού μεταξύ της τελευταίας και της δεύτερης εναγόμενης, ανερχόμενου κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης στο ποσό των 185.000 ευρώ, επί τη βάσει του οποίου υπολογίστηκε και η συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή, ήτοι το ποσό των 37.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 20% επί του ως άνω ποσού του συμβιβασμού. Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 3 και 5 εδ. α' και 170 του κώδικα περί δικηγόρων, γι` αυτό και ο περί του αντιθέτου και από το αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις του ίδιου λόγου με τις οποίες η πρώτη αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες το Εφετείο έκρινε ότι η ανάκληση της εντολής ήταν αδικαιολόγητη και όχι καταχρηστική και επιπλέον αυτή (ανάκληση) ήταν μόνο ενέργεια της πρώτης εναγόμενης και όχι κατά συμπαιγνία με την δεύτερη εναγόμενη με αποτέλεσμα να περιορισθεί η ευθύνη μόνο στην πρώτη εναγόμενη, ενώ εις ολόκληρον ευθύνεται και η δεύτερη εναγόμενη, είναι απαράδεκτες, αφού το Εφετείο δεν προέβη σε έρευνα της ουσίας της υπόθεσης ως προς τη βάση της ένδικης αγωγής την ερειδόμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και δεν διατύπωσε, ως προς το ζήτημα αυτό, αποδεικτικό πόρισμα, αλλά την απέρριψε ως προς την εν λόγω βάση της, κατά τα προεκτεθέντα, ως νομικά αβάσιμη. 4. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, η πρώτη αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθότι ενώ με τον πρώτο λόγο της έφεσής της παραπονέθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με το να της επιδικάσει το ποσό των 37.000 ευρώ (185.000 Χ 20%), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, δεχόμενο εν μέρει την ένδικη αγωγή της ως κατ' ουσίαν βάσιμη, άφησε αδίκαστη αίτηση αυτής, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και πάλι δεν δίκασε αυτή. Ειδικότερα αιτιάται ότι παρότι ζητούσε ως δικηγορική αμοιβή της επικουρικά και για την περίπτωση απόρριψης του κυρίου αιτήματος της καταβολής του ποσού των 106.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 20% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής (530.000 Χ 20%), την οποίαν θα ασκούσε κατά της πρώτης εναγόμενης, την καταβολή του ποσού των 42.490,38 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 20% επί του εκ 207.451,92 ευρώ ποσού της οφειλής της πρώτης εναγόμενης προς την δεύτερη εναγόμενη, που αποσβέστηκε δια συμψηφισμού, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το Εφετείο, όπως προκύπτει τόσο από το διατακτικό, όσο και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν δίκασε το αίτημα αυτό, αλλά άλλο αίτημα θεμελιούμενο σε διαφορετικά (μη προταθέντα) περιστατικά, που αφορά την δικαιούμενη εργολαβική δικηγορική αμοιβή της επί του εισπραχθέντος από την πρώτη εναγόμενη ποσού των 185.000 ευρώ. Ωστόσο, το Εφετείο με το να απορρίψει τον ως άνω λόγο της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενο ότι η εντολέας- πρώτη εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στην εντολοδόχο- πρώτη ενάγουσα τη συμφωνηθείσα εργολαβική δικηγορική αμοιβή της επί του ποσού του επιτευχθέντος συμβιβασμού με την δεύτερη εναγόμενη, ήτοι επί του ποσού των 185.000 ευρώ, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 37.000 ευρώ (185.000 Χ 20%), εφόσον η ανάκληση από την πρώτη εναγόμενη της δοθείσας εντολής προς την πρώτη ενάγουσα ήταν αδικαιολόγητη, δεν άφησε αδίκαστο αίτημα, καθότι η πρώτη ενάγουσα, σύμφωνα και με το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, ζητούσε το ποσό των 41.490,38 ευρώ ως ματαιωθείσα εργολαβική δικηγορική αμοιβή επί του, εκ ποσού 207.451,92 ευρώ, επιτευχθέντος, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, μεταξύ των εναγόμενων συμβιβασμού, το δε Εφετείο, αφού ερεύνησε τα πραγματικά περιστατικά κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε ότι το ποσό του επιτευχθέντος συμβιβασμού ανερχόταν στο ποσό των 185.000 ευρώ και έτσι δέχθηκε εν μέρει το σχετικό αίτημα. Η μερική παραδοχή όμως του αιτήματος της αγωγής δεν ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ` ΚΠολΔ και συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί κατ` ουσίαν. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, που ασκείται επικουρικά ως προς το πρώτο σκέλος αυτού, η πρώτη αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η πρώτη ενάγουσα δικαιούται ως εργολαβική δικηγορική αμοιβή το ως άνω ποσό των 37.000 ευρώ αντί του ποσού των 41.490,38 ευρώ, δεν έλαβε υπόψη της τον ουσιώδη αυτοτελή αγωγικό ισχυρισμό ότι δικαιούται εργολαβική δικηγορική αμοιβή για το ποσό της οφειλής της δεύτερης εναγόμενης προς την πρώτη εναγόμενη από 207.451,92 ευρώ, που αποσβέστηκε δια συμψηφισμού. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον εν λόγω ισχυρισμό και τον απέρριψε σιωπηρά με την αποδοχή ότι μετά τον επιτευχθέντα συμβιβασμό το ύψος της οφειλής της δεύτερης εναγόμενης προς την πρώτη εναγόμενη ανερχόταν στο ποσό των 185.000 ευρώ, κατά τα προεκτεθέντα. Κατ` ακολουθίαν και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1.12.2019 και αριθ. κατάθ.11601/1130/5.12.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 2225/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ