Αριθμός 862/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ... ..." με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αυγέρο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ...υ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2019 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/10/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολιπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 218/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 119/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο, διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος, κατά την μετ` αναβολή συζήτηση, διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, για να παραστεί σ` αυτήν, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και, επομένως, δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ` αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1601/2017). Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ` αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ` αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011). Στη προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την επωνυμία "... ΑΕ" εταιρεία δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, κατά την στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο, προσδιορισθείσα μετ'αναβολή από την αρχική δικάσιμο της 4ης Οκτωβρίου 2021, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου. Κατά τη παραπάνω αρχική δικάσιμο η αναιρεσείουσα και επισπεύδουσα την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης εταιρεία "... ΑΕ" εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο αυτής Δικηγόρο Αλέξανδρο Βαρλά, και ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης. Επομένως και ενόψει του ότι η εγγραφή της υπόθεσης με πρωτοβουλία του γραμματέως επέχει θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων, πρέπει η αναιρεσείουσα να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση να προχωρήσει ως αν ήταν και αυτή παρούσα (αρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την από 21.10.2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η με αριθμό 26/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Βορείου Αιγαίου που εκδόθηκε κατά τη τακτική διαδικασία, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 15/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...υ. Η τελευταία είχε κάνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν την από 1.12.2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που στρεφόταν κατά της αναιρεσείουσας και της ατομικής επιχείρησης " ... - ΓΡΑΦΕΙΟ ... ..." υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα στην καταβολή του χρηματικού ποσού των 537.883,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματικό αντάλλαγμα για την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εταιρείας παραχώρηση άδειας χρήσης συγκεκριμένου λογισμικού συστήματος, προς πραγματοποίηση κρατήσεων αεροπορικών, ακτοπλοϊκών, σιδηροδρομικών εισιτηρίων καθώς και δωματίων ξενοδοχείων και ενοικιάσεις οχημάτων εκ μέρους της αναιρεσείουσας, ενώ απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν κατά της δευτέρας εναγομένης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 495, 552,553,556,558,564,566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ).Πρέπει επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Σύμβαση δικαιόχρησης (franchising), νοείται η σύμβαση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων που από άποψη οικονομικής λειτουργίας συνιστά μία μέθοδο προωθήσεως προϊόντων ή υπηρεσιών (marketing),βάσει της οποίας η μία επιχείρηση (δικαιοπάροχος ή δότρια-franchisor)παραχωρεί στην άλλη (δικαιοδόχο ή λήπτρια-franchisee), για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα, έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του λεγομένου "συνόλου" ή "πακέτου" δικαιόχρησης, με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες. Ως "πακέτο" δικαιόχρησης νοείται ένα σύνολο δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, τα οποία αφορούν εμπορικά σήματα ή επωνυμίες, διακριτικά γνωρίσματα καταστημάτων, πρότυπα χρήσεως, σχέδια, ευρεσιτεχνίες, υποδείγματα και τεχνογνωσία ή και άλλα συμβατικά δικαιώματα, όπως δικαιώματα προμήθειας προϊόντων από συγκεκριμένους παραγωγούς, δικαιώματα χρήσεως και εκμεταλλεύσεως καταστημάτων, εξοπλισμού κ.λπ. Με τη σύμβαση δικαιόχρησης εντάσσεται ο λήπτης αυτής σε ένα ενιαίο σύστημα διανομής, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ομοιομορφίας προς τα έξω των επιχειρήσεων (καταστημάτων), οι οποίες είναι ενταγμένες στο ίδιο σύστημα δικαιόχρησης. Η σύμβαση δικαιόχρησης περιλαμβάνει για τον δικαιοπάροχο ή δότη τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την παραχώρηση στο λήπτη του δικαιώματος χρήσεως και εκμεταλλεύσεως του "πακέτου", του οποίου το περιεχόμενο προσδιορίζεται επαρκώς στο κύριο μέρος της σύμβασης-πλαίσιο, β) την ένταξη του λήπτη στο σύστημα με την παροχή σε αυτόν της απαιτούμενης τεχνικής και οργανωτικής υποδομής και της ανάλογης εκπαιδεύσεώς του, που μπορεί να επαναλαμβάνεται περιοδικά, γ) τον εφοδιασμό αυτού με πρώτες ύλες, έτοιμα ή ημιέτοιμα προϊόντα, ιδίως όταν αυτά παράγονται από τον δότη, δ) τη συνεχή υποστήριξη του λήπτη, καθ` όλη τη διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως, σε οργανωτικά, τεχνικά, χρηματοδοτικά ή άλλα θέματα, την ανάληψη της υποχρεώσεως διαφημίσεως των προϊόντων του συστήματος και της συντηρήσεως των μηχανημάτων και του εξοπλισμού του καταστήματος του λήπτη. Εξάλλου, στο πλαίσιο της παραπάνω συμβάσεως ο δικαιοδόχος ή λήπτης, ο οποίος πωλεί τα προϊόντα του συστήματος στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο, έχει συνήθως τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την καταβολή εφάπαξ ποσού (entry fee) για την εκ μέρους του δότη παραχώρηση της χρήσεως και εκμεταλλεύσεως της τεχνογνωσίας και των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, β) την περιοδική καταβολή στον δότη ορισμένου ποσοστού από τις εισπράξεις των πωλήσεων καθ` όλη τη διάρκεια της συμβάσεως (royalties), όπου δεν αποκλείεται να ορισθεί και ένα ελάχιστο όριο, ανεξαρτήτως εισπράξεων, γ) την ενεργό προώθηση των πωλήσεων με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της προσωπικής εργασίας και των άλλων μέσων που έχει στη διάθεσή του ο λήπτης, δ) τη συνεισφορά του στην κοινή διαφήμιση του συστήματος και των προϊόντων που αφορά, ε) τη συμμόρφωσή του στις οργανωτικές αρχές του συστήματος και ιδίως το σεβασμό του στην αρχή της ομοιομορφίας, σύμφωνα με την οποία η σύνθεση, παρασκευή, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και γενικά η εικόνα (image) τόσο του καταστήματος όσο και των προϊόντων του συστήματος είναι ενιαία, ανεξάρτητα από τον τόπο ή την αγορά, στην οποία γίνεται η διάθεσή τους, στ) την υποχρέωση του λήπτη να τηρεί το απόρρητο, ως προς το εγχειρίδιο λειτουργίας του συστήματος που του παραχωρήθηκε από τον δότη και ζ) την υποχρέωση του λήπτη να μην διαθέτει ανταγωνιστικά προϊόντα καθ` όλη τη διάρκεια της συμβάσεως και να προμηθεύεται από τον δότη ή από πρόσωπο που θα υποδείξει ο ίδιος τα συμβατικά προϊόντα. Όπως συνάγεται από την φύση της συμβάσεως δικαιόχρησης (franchising) ως σχέσεως διαρκούς συνεργασίας, η σύμβαση αυτή αποτελεί σύμβαση-πλαίσιο, μικτού χαρακτήρα, με την οποία ρυθμίζονται οι κύριες υποχρεώσεις των μερών στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του ΑΚ) και η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο στο επίπεδο του εσωτερικού δικαίου, περιέχει δε, στοιχεία περισσότερων συμβάσεων, όπως μισθώσεως προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρα 638 επ. ΑΚ),παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (άρθρα 648 επ. ΑΚ) και εντολής (άρθρα 713 επ. ΑΚ). Η εκπλήρωση των διαφόρων εκατέρωθεν υποχρεώσεων που προβλέπονται στη σύμβαση δικαιόχρησης προϋποθέτει πολλές φορές τη σύναψη ειδικότερων εκτελεστικών συμβάσεων, όπως πωλήσεως του αναγκαίου εξοπλισμού για τη λειτουργία του συγκεκριμένου καταστήματος, πωλήσεως και προμήθειας των συμβατικών εμπορευμάτων και των πρώτων υλών κ.λπ. Η μη ομαλή εξέλιξη της συμβάσεως αυτής ως διαρκούς ενοχής δημιουργεί πεδίο εφαρμογής των γενικών διατάξεων για την αδυναμία ή την υπερημερία της παροχής του οφειλέτη (άρθρ. 382, 383 επ. ΑΚ), αν υπάρχει αθέτηση κύριας συμβατικής υποχρεώσεως ( ΑΠ 483/2021, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1043/2015). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 11/2017). Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρει κατά τρόπο σαφή τον κανόνα δικαίου, του οποίου η ερμηνεία έγινε εσφαλμένα ή του οποίου έγινε εσφαλμένη εφαρμογή, σε τι συνίσταται η παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και την επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό. Λόγος που δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία είναι απορριπτέος, ως αόριστος (ΑΠ 1282/2010) . Εξ άλλου, από τα άρθρα 68 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ` ιδίαν αυτής λόγων. Θεμελιώνεται δε, στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. 'Ετσι, αν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 394/2012). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο Βορείου Αιγαίου, αφού έκρινε ότι υπό το εκτεθέν περιεχόμενό της και αίτημα, η αγωγή περιελάμβανε όλα τα αναγκαία για τη πληρότητά της πραγματικά στοιχεία και ειδικότερα, ότι η επικαλούμενη με την αγωγή σύμβαση έφερε τα χαρακτηριστικά της σύμβασης δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, η οποία ως μικτή σύμβαση εμπεριέχει και τη σύμβαση πώλησης, αναφέρονταν δε, άπαντα τα αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής, δηλαδή η κατάρτιση της σύμβασης, το περιεχόμενο και οι όροι αυτής, καθώς και το συμφωνηθέν τίμημα για κάθε επί μέρους παροχή υπηρεσιών, τέλος δε, επισυνάπτονταν στην αγωγή και τα σχετικά τιμολόγια όπου εξειδικεύονταν οι επί μέρους χρεώσεις των πάσης φύσεως κρατήσεων και μεταξύ των διαδίκων συναλλαγών, ακολούθως, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" είναι ελληνική θυγατρική εταιρεία της εδρεύουσας στις ... πολυεθνικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία δραστηριοποιείται στην παροχή αυτοματοποιημένων υπηρεσιών ταξιδίων και σχετικών υπηρεσιών κρατήσεων μέσω ηλεκτρονικών συστημάτων κρατήσεων και συγκεκριμένα μέσω του συστήματος παγκόσμιας διανομής "...". Το εν λόγω σύστημα αποτελεί μια βάση δεδομένων, ένα σύστημα-δίκτυο αναζήτησης και πραγματοποίησης κρατήσεων αεροπορικών εισιτηρίων μέσω του οποίου πραγματοποιούνται παγκοσμίως κρατήσεις εισιτηρίων, ξενοδοχείων και ενοικιάσεις αυτοκινήτων. Η πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" δραστηριοποιείται στον τομέα του τουρισμού, διατηρώντας επί 35 έτη γραφείο γενικού τουρισμού στη νήσο .... Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων τους οι ανωτέρω διάδικοι κατήρτισαν μεταξύ τους την από 24.2.2012 σύμβαση πελατών "..." και την υπό την ίδια ημερομηνία τροποποίηση της σύμβασης αυτής, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει μέσω ηλεκτρονικών συστημάτων, αυτοματοποιημένες υπηρεσίες ταξιδίων και υπηρεσίες κρατήσεων μέσω του συστήματος "..." ενώ η πρώτη εναγομένη αποκτούσε δικαίωμα πρόσβασης και χρήσης του ως άνω συστήματος με σκοπό να πραγματοποιεί ταξιδιωτικές κρατήσεις για την ίδια και τους πελάτες της, σύμφωνα με τους όρους που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση και την τροποποίηση αυτής. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 εδ. α της αρχικής σύμβασης ορίστηκε πενταετής η διάρκεια της εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων, με έναρξη ισχύος την 1.3.2012 και προβλέφθηκε ότι μετά τη λήξη της διάρκειας της σύμβασης αυτή θα εξακολουθεί να ισχύει, έως ότου καταγγελθεί... Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη έκανε χρήση των δικαιωμάτων που της παραχωρήθηκαν από τη παραπάνω σύμβαση, αντιστοίχως δε, η ενάγουσα προέβη στην έκδοση των εξής τιμολογίων... συνολικού ύψους 537.883,22 ευρώ ... Η συνεργασία όμως των δύο εταιρειών, στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης, δεν εξελίχθηκε ομαλά, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να καταγγείλει τη σύμβαση στις 22.4.2015, αφού κοινοποίησε προς την πρώτη εναγομένη την από 12.3.2015 εξώδικη διαμαρτυρία, για το λόγο ότι η τελευταία δεν τήρησε τις συμβατικές υποχρεώσεις της, σχετικά με την πληρωμή των ως άνω εκδοθέντων τιμολογίων που αφορούν στη συμφωνηθείσα αμοιβή της για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες της. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η ανωτέρω οφειλή της πρώτης εναγομένης προκύπτει από συγκεκριμένες χρεώσεις κατά τους όρους και συμφωνίες των ανωτέρω συμβάσεων... Η σχετική καταμέτρηση της δραστηριότητας της πρώτης εναγομένης είναι κατά κύριο λόγο, αυτοματοποιημένη, καθώς αφορά στην καταμέτρηση ηλεκτρονικών αρχείων και εντολών, όπως αυτές αποτυπώνονται στο λογισμικό που χρησιμοποιήθηκε.... Εξ άλλου όσον αφορά στην ένσταση μερικού συμψηφισμού με την ένδικη απαίτηση που προέβαλε πρωτοδίκως η πρώτη εναγομένη και επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως, επικαλούμενη δική της ανταπαίτηση από καταβολή οικονομικών κινήτρων, συνολικού ποσού 80.180,40 ευρώ, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 2 της τροποποιητικής σύμβασης, η ενάγουσα συμφωνήθηκε να καταβάλλει στην πρώτη εναγομένη, για κάθε πραγματοποιούμενη μέσω του συστήματος "..." κράτηση, οικονομικό κίνητρο (κίνητρο κρατήσεων) υπολογιζόμενο με βάση το εδάφιο (γ) του ιδίου άρθρου. Πλην όμως, συμφωνήθηκε ότι προκειμένου η πρώτη εναγομένη να εισπράξει το προαναφερθέν κίνητρο κράτησης, πρέπει να είναι ενήμερη σε σχέση με πάσης φύσεως υποχρεώσεις ή οφειλές της έναντι της ενάγουσας, καθώς και ότι σε περίπτωση παραβίασης εκ μέρους της οποιουδήποτε όρου της σύμβασης ( ή της τροποποιητικής αυτής) εφόσον το οφειλόμενο κίνητρο κράτησης δεν έχει ακόμη καταβληθεί, παραιτείται από τη διεκδίκηση του εν λόγω κινήτρου και συνακόλουθα η ενάγουσα απαλλάσσεται από τη σχετική καταβολή του (αρθ. 2 εδ. ε' τροποποιητικής σύμβασης). Εφόσον δε, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πληρούται η τεθείσα από τη σύμβαση, για την καταβολή του εν λόγω κινήτρου, προϋπόθεση της ενημερότητας της πρώτης εναγομένης σε σχέση με τις συμβατικές υποχρεώσεις και οφειλές της έναντι της ενάγουσας, εξαλείφεται το δικαίωμά της για διεκδίκηση του οικονομικού αυτού κινήτρου, το οποίο - καθώς συνομολογείται- δεν της έχει καταβληθεί, ενώ αντίστοιχα απαλλάσσεται η ενάγουσα από τη σχετική υποχρέωση καταβολής του. Κατά συνέπεια είναι αβάσιμη και απορριπτέα η εν λόγω ένσταση συμψηφισμού. Η εκκαλουμένη που κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω και με διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα (αρ. 534 ΚΠολΔ) δεν έσφαλε και κρίνεται αβάσιμος ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος εφέσεως.... Στη προκειμένη περίπτωση, η ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του επιδίκου δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας, την οποία προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με σχετικό λόγο εφέσεως, που περιλαμβάνει ισχυρισμούς περί καλόπιστης πεποίθησής της σχετικά με το γεγονός της παραιτήσεως της ενάγουσας από το σχετικό δικαίωμά της, λόγω του άρθρου 6 της σύμβασης, καθώς και περί επαχθών εις βάρος της συνεπειών λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία ευρίσκεται, είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί, και αληθείς υποτιθέμενοι, δεν συνιστούν κατάχρηση και δεν μπορούν να υπαχθούν στο πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ. Συνεπώς η εκκαλουμένη που έκρινε όμοια, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της άνω διάταξης και κρίνεται αβάσιμος ο παραπάνω λόγος της έφεσης...". Συνακόλουθα η προσβαλλομένη απέρριψε την έφεση στο σύνολό της ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη. Στη προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση υπάγονται στον κανόνα δικαίου του άρθρου 638 ΑΚ (μίσθωση προσοδοφόρου πράγματος) και όχι σε αυτόν που διέπει τη σύμβαση δικαιόχρησης (franchising) και τούτο διότι στη προκειμένη περίπτωση, με την υπόψη σύμβαση παρεσχέθη στην αναιρεσείουσα η άδεια να συμβάλλεται με εμπορικούς ανταγωνιστές της αναιρεσίβλητης, ενώ τη σύμβαση δικαιόχρησης διακρίνει το στοιχείο της αποκλειστικότητος στη χρήση των προϊόντων και δικαιωμάτων του δικαιούχου. Ζήτησε δε, ως εκ του λόγου αυτού την αναίρεση της προσβαλλομένης. Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνεπώς, απαράδεκτος. Τούτο διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ποία η επίδραση του ισχυριζομένου από την ίδια σφάλματος, στο διατακτικό της προσβαλλομένης και πλέον συγκεκριμένα, αν από τον εσφαλμένο κατ' αυτήν νομικό χαρακτηρισμό της μεταξύ των μερών σύμβασης, υφίσταται αυτή βλάβη, υπό την έννοια της συρρίκνωσης των δικαιωμάτων της ή της δημιουργίας υποχρεώσεων που απέρρευσαν από τους όρους της εν λόγω συμφωνίας, πολύ περισσότερο αφού, η παράβαση του νόμου που φέρεται να διαπράττει η αναιρεσιβαλλομένη δεν μπορεί να οδηγεί στην ανατροπή της αποφάσεως αν αυτή (παράβαση) δεν καταλήγει σε βάρος της αναιρεσείουσας, δηλαδή σε βλαπτικό διατακτικό, στοιχείο που δεν εκτίθεται. Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή για να είναι ορισμένη πρέπει, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ΚΠολΔ, να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα, από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ` αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (OλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 966/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1321/2015, AΠ 119/2014, ΑΠ 2015/2014, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 1495/2009, ΑΠ 1631/2009).Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ` αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 43/2022). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με τη προσβαλλομένη απόφασή του εσφαλμένως έκρινε ορισμένη την αγωγή της αναιρεσίβλητης, απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο έφεσης (ένσταση αοριστίας που η αναιρεσείουσα-εναγομένη είχε υποβάλει πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο έφεσης) καθόσον στο αγωγικό δικόγραφο δεν είχαν εξειδικευθεί πλήρως τα επί μέρους στοιχεία, της μεταξύ της ιδίας και της αναιρεσίβλητης σύμβασης, παρά μόνον είχε γίνει παράθεση των επικεφαλίδων επί μέρους συμφωνιών, ενώ παραλείφθηκε επίσης η αναφορά στην εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εκπλήρωση των συμφωνηθέντων και δη της παραχώρησης στην αναιρεσείουσα της άδειας χρήσης και πρόσβασης στο υπόψη λογιστικό σύστημα. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (αρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) του αγωγικού δικογράφου, η αγωγή ήταν αρκούντως ορισμένη, καθόσον διαλαμβάνονταν λεπτομερώς σ'αυτή τα απαιτούμενα για τη πληρότητά της στοιχεία, και συγκεκριμένα, ο χρόνος καταρτίσεως της συμβάσεως, η συμφωνηθείσα διάρκεια αυτής, το αντικείμενό της, ο συμβατικός τρόπος λύσης της με καταγγελία από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος μετά έγγραφη προμήνυση 90 ημερών, οι επί μέρους όροι της σύμβασης σύμφωνα με τους οποίους καθορίζονταν οι συμβατικές υποχρεώσεις της εναγομένης καθώς και οι προϋποθέσεις για την εκ μέρους της είσπραξη προμηθειών, η λειτουργία της σύμβασης μέχρι το έτος 2015 με την εκ μέρους της ενάγουσας παραχώρηση του μισθωθέντος λογισμικού συστήματος, η καταγγελία αυτής εκ μέρους της δότριας αναιρεσίβλητης λόγω παραβίασης των συμβατικών όρων εκ μέρους της λήπτριας αναιρεσείουσας, οι επί μέρους χρεώσεις της τελευταίας με ενσωμάτωση στο αγωγικό δικόγραφο των εκδοθέντων χρεωστικών τιμολογίων, και προαφαίρεση των χρηματικών ποσών που αφορούσαν σε πιστώσεις της, το ακριβές ποσό της τελικής οφειλής και τέλος, το αίτημα να γίνει δεκτή η αγωγή. 'Ετσι, η κατά τα ανωτέρω αναφορά των θεμελιωτικών της ασκούμενης αξίωσης πραγματικών περιστατικών, ανταποκρίνεται στην απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ "ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς" αφού με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις εν λόγω διατάξεις σκοπός, της παροχής δηλαδή, της δυνατότητας στο μεν δικαστήριο να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της αγωγικής αξίωσης, στη δε εναγομένη να αμυνθεί ικανοποιητικώς. Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον περί αοριστίας της ένδικης αγωγής ισχυρισμό της εκκαλούσας, ήδη αναιρεσείουσας επικυρώνοντας τη πρωτοβάθμια απόφαση που είχε κρίνει ορισμένη την αγωγή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης (αληθώς εκ του αριθμού 14) είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ καθιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός εδράζεται στο ότι η απόφαση είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή στηρίζει την κρίση της, σε ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που δεν καλύπτει όλα τα απαιτούμενα, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου, στην περίπτωση, κανόνα δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες) (ΑΠ 821/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 1523/2001, ΑΠ 1267/2002, ΑΠ 720/2003, ΑΠ 90/2004, ΑΠ 463/2004). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η πιο πάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις του νομικού συλλογισμού ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 383/2004), και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, εφ` όσον αυτό εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1547/1995. 'Αρα, χωρεί η εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, κατά νόμο, για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 26/2004, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 463/2004, ΑΠ 15/2006). Ακόμη δε, υφίσταται ο λόγος αναίρεσης από την πιο πάνω διάταξη, όταν η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα της αιτιολογίας εντοπίζεται στο νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών του δικαστή της ουσίας (ΟλΑΠ 12/1995, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1/1992, ΑΠ 865/2003, ΑΠ 1420/2003, ΑΠ 462/2004), αλλά και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα (ΑΠ 1399/2011). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται, στην περίπτωση που προβάλλεται ανεπάρκεια αιτιολογιών ποία αναγκαία στοιχεία λείπουν για τη πληρότητά τους, δηλαδή ποία επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η προσβαλλομένη απόφαση (ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 845/2017, ΑΠ 1401/2010). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης (και κατ' αμφότερα τα σκέλη αυτού) η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, αιτιάται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, παρότι "αντικατέστησε" την αιτιολογία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συναφώς προς την απόρριψη της ενστάσεως συμψηφισμού που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα και ως λόγο έφεσης, "...προσπάθησε ανεπιτυχώς να θεραπεύσει την αναιρετικώς ελεγχόμενη πλημμέλεια της πρωτοβάθμιας όντας εκ νέου αναιτιολόγητη και αναιρετέα..." καθώς και διέλαβε "ανεπαρκέστατη αιτιολογία" ως προς την απόρριψη της ενστάσεως καταχρήσεως δικαιώματος που επαναπρόβαλε ως λόγο έφεσης. Κατά το μέρος που ο λόγος αυτός αφορά στην απόρριψη της ενστάσεως συμψηφισμού, ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας καθόσον η αναιρεσείουσα παραλείπει να εκθέσει στο αναιρετήριο, ενόψει της προβολής ανεπάρκειας αιτιολογιών, ποία αναγκαία στοιχεία λείπουν για τη πληρότητά της, δηλαδή ποία επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η προσβαλλομένη απόφαση, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, καθόσον, με βάση τις παραδοχές της, ότι δηλαδή, εξέλιπε η συμβατική προϋπόθεση της ενημερότητας της εναγομένης εταιρείας ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις και οφειλές της έναντι της ενάγουσας, και ότι ως εκ τούτου εξαλείφθηκε το δικαίωμά της για διεκδίκηση του ποσού που συνιστούσε το οικονομικό της κίνητρο που προέτεινε προς συμψηφισμό, ενώ αντίστοιχα απαλλάχθηκε η ενάγουσα από τη σχετική υποχρέωση καταβολής του, και τούτο με βάση ρητή έγγραφη συμφωνία του άρθρου 2 εδ. ε' της τροποποιητικής σύμβασης που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες το πραγματικό των διατάξεων των άρθρων 442 επ του ΑΚ, αλλά αιτιολόγησε πλήρως, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις με σαφήνεια, την απόρριψη της παραπάνω ενστάσεως, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη παραδοχή. Περαιτέρω, και κατά το μέρος που ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ανεπάρκεια αιτιολογιών στην απόρριψη ως μη νόμιμης της ένστασης κατάχρησης δικαιώματος, που είχε προβάλλει ως λόγο έφεσης, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε αυτοτελή ισχυρισμό ως μη νόμιμο, ως εν προκειμένω, δηλαδή, δεν υπεισήλθε στην κατ' ουσία διερεύνηση αυτού. Συνεπώς προς τα ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (αρθ. 495 παρ. 3Β εδ. δ' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (αρθ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό της παρούσας ειδικότερα οριζόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 21.10.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 26/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ