Αριθμός 893/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Μαρία - Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Των καλούντων - εκκαλούντων-εναγόντων: 1) Π. Μ. του Λ., 2) Χ. - Ο. Λ. του Τ. - Σ., 3) Ι. Φ. του Μ., 4) Μ. Δ. του Α. και 5) Ε. Τ. του Γ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του καθ'ου η κλήση - εφεσίβλητου - εναγομένου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ειδικώς εν προκειμένω και από τον Ειδικό Διαχειριστή του συνόλου των στοιχείων του Ενεργητικού και Παθητικού της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και των θυγατρικών της που μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο, ο οποίος εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της Σοφίας Διαμαντοπούλου, πληρεξούσιας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, (που ανακάλεσε την δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2006 αγωγή των ήδη καλούντων - εκκαλούντων κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση ΑΕ", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 221147/6097/20-12-2006. Εκδόθηκαν η 1420/2008 μη οριστική του ως άνω δικαστηρίου και κατόπιν η 2114/2009 οριστική απόφαση αυτού, κατόπιν δε ασκήσεως εφέσεως των εναγόντων, η 4810/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη καλούντες -εκκαλούντες - ενάγοντες με την από 6-2-2012 αίτησή τους και εκδόθηκε επ' αυτής η 639/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 4658/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως δικαστήριο της παραπομπής, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν τόσο το ήδη καθ'ου η κλήση - εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικός διάδοχος της εναγόμενης-εφεσίβλητης εταιρίας, με την από 19-10-2016 αίτησή του όσο και οι ήδη καλούντες - εκκαλούντες - ενάγοντες με την από 31-10-2016 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 139/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης των εκκαλούντων -εναγόντων ήδη καλούντων και, κατά παραδοχή της αίτησης αναίρεσης του ήδη καθ'ου η κλήση καθολικού διαδόχου της εφεσίβλητης - εναγομένης, ανήρεσε εν μέρει την ανωτέρω απόφαση (4658/2015) και κράτησε προς ουσιαστική εκδίκαση την υπόθεση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος. Ήδη με την από 06-07-2021 κλήση τους οι καλούντες -εκκαλούντες - ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι), επανέφεραν την υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία - Μάριον Δερεχάνη. Ο πληρεξούσιος των καλούντων -εκκαλούντων - εναγόντων ζήτησε την παραδοχή της έφεσης και της αγωγής τους και προέβαλε τον ισχυρισμό περί διακοπής της παραγραφής, ενώ η πληρεξούσια του καθ'ου η κλήση -εφεσίβλητου - εναγόμενου ζήτησε την απόρριψή της έφεσης και προέβαλε ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, κάθε δε διάδικος ζήτησε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 16.12.2005 και με αριθμό κατάθεσης 221147/6097/20.12.2006 αγωγή τους, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση ΑΕ" (ΕΡΤ Α.Ε.), καθολικός διάδοχος της οποίας είναι το ήδη καθ' ου η κλήση Ελληνικό Δημόσιο, οι ήδη καλούντες εκκαλούντες (5 τον αριθμό, που αφορούν εν προκειμένω, εκ των αρχικώς 7 εναγόντων), αφού ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν, το έτος 1988 ο πέμπτος εξ αυτών και το έτος 1993 οι λοιποί (σημειωτέον ότι η αναφορά των εναγόντων γίνεται με βάση την αρίθμηση της προκείμενης δίκης), από την εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση ΑΕ" (ΕΡΤ ΑΕ), με συμβάσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου-εξωτερικής συνεργασίας, στην πραγματικότητα όμως με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, καθόσον παρείχαν τις υπηρεσίες τους συνεχώς και αδιαλείπτως για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών της εναγομένης, ως μέλη της χορωδίας της, απασχολούμενοι υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες και όρους, παρέχοντας ίσης αξίας και ποιότητας εργασία, με τους κατονομαζόμενους στην αγωγή συναδέλφους τους, οι οποίοι απασχολούνται στην εναγομένη ως χορωδοί με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς όμως να λαμβάνουν τις ίδιες αποδοχές με εκείνους και ότι μετά την έναρξη ισχύος του π.δ/τος. 164/2004 και την υποβολή των σχετικών αιτήσεων για υπαγωγή τους στη ρύθμιση του προεδρικού αυτού διατάγματος, η εναγομένη έκρινε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 αυτού (ότι δηλαδή οι αλλεπάλληλες διαδοχικές σχέσεις που τους συνέδεαν με την εναγομένη συνιστούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι κάλυπταν με την απασχόλησή τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες της) και τους ενέταξε στο τακτικό προσωπικό της με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από 01.11.2006 και ότι η εναγομένη, πριν από την ένταξή τους σε θέσεις ΙΔΑΧ, κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, που παρείχαν εργασία του αυτού αντικειμένου και της ίδιας ποιότητας και ίσης αξίας‚ κάτω από τις ίδιες συνθήκες, χωρίς τη συνδρομή λόγου που να δικαιολογεί τη διαφοροποίησή τους, τους κατέβαλε μικρότερες αποδοχές από αυτές που κατέβαλε στους χορωδούς, που απασχολούνταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησαν, μετά από νόμιμο περιορισμό του αρχικώς καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που αντιστοιχούν στις διαφορές μεταξύ αφενός των μεγαλύτερων αποδοχών για μισθούς και επιδόματα εορτών και άδειας, που έπρεπε να είχε καταβάλει κατά τα έτη 1995, 1997 έως και 2005, βάσει αυτών που λάμβαναν οι αντίστοιχοι εργαζόμενοι της ειδικότητάς τους που απασχολούνται σε αυτή με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, για τον προσδιορισμό των οποίων πρέπει να συνυπολογισθούν η προϋπηρεσία, τα προσόντα και η οικογενειακή κατάσταση του καθενός) και αφετέρου των αποδοχών που πράγματι τους κατέβαλε, σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων έργου που είχαν καταρτίσει, κυρίως με βάση τις αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, άλλως, επικουρικά, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1420/2008 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου και κατόπιν η 2114/2009 οριστική απόφαση αυτού, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατά την κυρία βάση της ως ουσία αβάσιμη και κατά την επικουρική ως μη νόμιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες άσκησαν (την από 17.11.2009 και με αριθμό κατάθεσης 10871/2009) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 4810/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (σε τριμελή σύνθεση), με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής οι εκκαλούντες-ενάγοντες άσκησαν την από 06.02.2012 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 639/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου της αίτησης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναιρέθηκε η άνω προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που ειδικότερα αναφέρονται σε αυτή και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Το δικαστήριο της παραπομπής, δικάζοντας εκ νέου την υπόθεση (έφεση), εξέδωσε την 4658/2015 απόφασή του, με την οποία, αφού έκρινε ότι νόμιμα συνεχίζει την δίκη στη θέση της ΕΡΤ ΑΕ το Ελληνικό Δημόσιο νόμιμα εκπροσωπούμενο ως καθολικός διάδοχός της, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, τη δέχθηκε εν μέρει κατά την κυρία βάση της, ενώ απέρριψε την ένσταση παραγραφής για τις αξιώσεις των ετών από το 2001 και παλαιότερα που είχε υποβάλει η εναγομένη κατά παραδοχή της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής των εναγόντων. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν αμφότεροι οι διάδικοι αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης και συγκεκριμένα το Ελληνικό Δημόσιο (ως καθολικό διάδοχο της εναγομένης εταιρίας ΕΡΤ Α.Ε.) την από 19.10.2016 και με αριθμό κατάθεσης 899/25.10.2016 αίτηση αναίρεσης και οι ενάγοντες (ανωτέρω πέντε, εκτός δηλαδή της 1ης και του 4ου εξ αυτών που δεν ήταν διάδικοι στην αναιρετική δίκη), την από 31.10.2016 και με αριθμό κατάθεσης 922/31.10.2016 αίτηση αναίρεσης. Επί των αιτήσεων αναιρέσεως αυτών εκδόθηκε η 139/2020 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία αφενός απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αίτηση αναίρεσης των εναγόντων και αφετέρου, κατά παραδοχή των λόγων αναίρεσης του καθολικού διαδόχου της εναγομένης 1. από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι απορρέει δεδικασμένο από την 179/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εντεύθεν το Εφετείο είχε την υποχρέωση να αποφανθεί αυτοτελώς με βάση τις προϋποθέσεις, των οποίων έγινε επίκληση με την ένδικη αγωγή και 2. από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της (παραδοχής της αντένστασης των εναγόντων) διακοπής της παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων, που ανάγονται στα ένδικα έτη μέχρι και το έτος 2001, με τις αναφερόμενες προγενέστερες τρεις αγωγές, που άσκησαν οι ίδιοι (ενάγοντες) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών η πρώτη και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι λοιπές, με αριθμούς κατάθεσης 2363/2000, 4480/2002 και 5682/2004 αντιστοίχως, και δη ως προς το γεγονός της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής βάσης των αγωγών αυτών με την ένδικη, αναιρέθηκε εκ νέου η τελευταία απόφαση (4658/2015) του εφετείου (ως δικαστηρίου της παραπομπής) κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή και κατ' αυτό που απέρριψε την ένσταση παραγραφής, κατά παραδοχή της αντένστασης περί διακοπής της παραγραφής. Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ διακράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση, ενώπιόν του (του αναιρετικού τμήματος), σε νέα συζήτηση που θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Επομένως οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες νομίμως με την από 06.07.2021 κλήση τους επισπεύδουν την περαιτέρω συζήτηση της ανωτέρω υποθέσεως, δηλαδή για επανεκδίκαση της έφεσης, ως προς τα κεφάλαια, στα οποία αναφέρεται η παράβαση, για την οποία εχώρησε η αναίρεση. Κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, για το ορισμένο της, που αποτελεί αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για την περαιτέρω έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας αυτής, πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία, που αναφέρονται στα άρθρα 111 και 118 ΚΠολΔ: α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που την θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. Στην αγωγή, επίσης, αναφέρεται: α) προκειμένου σε δίκες περιουσιακών στοιχείων, η χρηματική αξία του αντικειμένου και β) τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου. Η με το άνω εκτιθέμενο περιεχόμενο και αίτημα αγωγή περιέχει τα αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ και ειδικότερα περιέχει αναφορά των συμβάσεων εργασίας, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, του χρόνου κατάρτισης αυτών, των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας τους, του είδους της παρασχεθείσας εργασίας, τα προσόντα τους, το ονοματεπώνυμο, το είδος εργασίας και τις συνθήκες υπό τις οποίες προσέφεραν την εργασία τους κατονομαζόμενοι εργαζόμενοι της εναγομένης, συνδεόμενοι με αυτήν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ώστε η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση των εναγόντων έναντι αυτών, να συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, του χρονικού διαστήματος για το οποίο οφείλονται οι δεδουλευμένες αποδοχές και οι λοιπές παροχές, η προϋπηρεσία, η οικογενειακή κατάσταση και τα τυπικά προσόντα ενός εκάστου των εναγόντων (σχετικά και η ΑΠ 790/2013). Ενώ δεν ήταν αναγκαίο, για το ορισμένο αυτής, να αναφέρεται η ένταξη, και με ποια κριτήρια, εκάστου των εναγόντων σε συγκεκριμένο μισθολογικό κλιμάκιο, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εναγόμενο. Επομένως, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και τα αντίθετα ισχυριζόμενα από το εναγόμενο εφεσίβλητο είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-04-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση "έργου", που υποκρύπτει την παροχή εξαρτημένης εργασίας), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ) κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου (ή "έργου"). Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί. Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του π.δ/τος 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολούμενων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ή "έργου", που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία), οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 και ήταν ενεργείς κατ' αυτήν (19-07-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών (η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται είτε διοικητικά από τον οικείο φορέα, με αίτηση που ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος, είτε δικαστικά, με την άσκηση της αντίστοιχης αγωγής). Προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του ως άνω άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004, επακολούθησε ο ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι οι εργαζόμενοι, που εμπίπτουν στην εξαίρεση, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ΙΔΑΧ, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη με την οποία είχαν προσληφθεί. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", κατά δε την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης. Από τις διατάξεις αυτές, και ειδικότερα αυτές του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α' και β' του ν. 3320/2005, προκύπτει περαιτέρω ότι για τους απασχοληθέντες στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είτε με δικαστική απόφαση είτε με τη διαδικασία που προβλέπεται στο ως άνω π.δ/μα 164/2004, και καταταγέντες σε οργανικές θέσεις, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, άδειας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κλπ) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσεως στην οποία εντάχθηκαν δικαιούνται αυτοί μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής. Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 π.δ/τος 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ), για το λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσεως στην οποία εντάσσονται από το χρόνο της κατατάξεώς τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον κατά νομοθετική παραχώρηση η πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν εκείνες μόνο τις παροχές, τις οποίες δεν έλαβαν εξαιτίας του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους αυτής ως σύμβασης μίσθωσης έργου (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 139/2020 αναιρετική, ΑΠ 1670/2018). Η θέση αυτή, εξάλλου, δεν αντίκειται στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, η οποία δεν καθορίζει το ύψος των αποδοχών των απασχολούμενων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, αλλά επιτάσσει την αποφυγή δυσμενών διακρίσεων, εφόσον δεν οφείλονται σε αντικειμενικό λόγο και θέτει χρονικό όριο προσαρμογής της εσωτερικής έννομης τάξης των κρατών - μελών προς αυτήν (ΟλΑΠ 16/2017). Επίσης, δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε. Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ. 1 του π.δ/ματος 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει απλής σχέσης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος), ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 110/2017). Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τα επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας (άρθρα 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 139/2020 αναιρετική και 1670/2018). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 § 1 ν. 1730/1987 ιδρύθηκε η Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την μορφή ανώνυμης εταιρείας, η οποία κατά την § 3 του ίδιου άρθρου αποτελεί δημόσια επιχείρηση που ανήκει στον δημόσιο τομέα (ν. 1256/1982), όπως ορίζεται και στο άρθ. 1 § 6 ν. 1256/1982, ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 2, ως σκοπό την οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, καθώς και την συμβολή της με τα μέσα αυτά στην ενημέρωση, την μόρφωση και την ψυχαγωγία του ελληνικού λαού, ενώ δεν επιδιώκει την απόκτηση κέρδους. Κατά τα άρθρα 2, 3, 5, 6 και 7 του Γενικού Κανονισμού του Προσωπικού της, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 § 9 (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθ. 14 § 8 ν. 2328/1995) και 19 § 4 του ν. 1730/1987, εγκρίθηκε με την 8256/22/815/1989 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, δημοσιεύθηκε στο 283Β'/20-4-1989 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβέρνησης και έχει ισχύ νόμου, το προσωπικό της συνδέεται με αυτή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο. Το τακτικό προσωπικό αυτής προσλαμβάνεται σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6 αυτού, για την κάλυψη τακτικών οργανικών θέσεων, μόνο μετά από διαγωνισμό, ειδική δοκιμασία, επιλογή ή συνέντευξη, ο δε επιτυχών πρέπει να δηλώσει εγγράφως ότι δέχεται να προσφέρει στην ίδια την εργασία του, σύμφωνα με τους όρους του Κανονισμού αυτού, των ΕΣΣΕ και των ΔΑ, που ισχύουν για το εν λόγω προσωπικό αυτής και να αναλάβει υπηρεσία εντός τριάντα ημερών από τη γνωστοποίηση της σειράς κατάταξής του, προσκομίζοντας τα απαραίτητα δικαιολογητικά, ενώ, αν δεν συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του αυτές, θεωρείται ότι παραιτείται από την πρόσληψη και ως ημερομηνία πρόσληψης θεωρείται εκείνη, κατά την οποία ο προσλαμβανόμενος αναλαμβάνει υπηρεσία. Στο έκτακτο προσωπικό είναι μόνο εκείνοι που προσλαμβάνονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, όπως ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 7 του κανονισμού αυτού σε οργανικές θέσεις για την κάλυψη ειδικών αναγκών και περιλαμβάνονται α) οι ειδικοί σύμβουλοι - προσωπικό ειδικών θέσεων β) οι δημοσιογράφοι, οι σκηνοθέτες και οι βοηθοί σκηνοθέτες γ) οι ιδιαίτεροι γραμματείς και δ) το προσωπικό, που προσλαμβάνεται για την κάλυψη περιοδικών ή προσκαίρων αναγκών. Στην υπό το στοιχείο β' κατηγορία με την 24621/Ζ2/3289/14-12-1989 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, ΦΕΚ Β' 894, προστέθηκαν και οι χορωδοί. Ειδικότερα ορίσθηκε ότι οι δημοσιογράφοι, οι σκηνοθέτες, οι βοηθοί σκηνοθέτες και οι χορωδοί προσλαμβάνονται με σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου με απόφαση του ΔΣ της ΕΡΤ ΑΕ, μετά από σχετική εισήγηση του αρμοδίου γενικού διευθυντή και ότι στο εν λόγω προσωπικό εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 5 §§ 1α, 2 εδ. α', γ'- η', 3 και 4, 6 §§ 4, 6, 7 και 9, 10 §§ 1 - 3, 8 εδ. α', 11, 15, 17, 19, 22 - 24, 25 §§ 2, 3 και 5 - 12 και 26 - 51 του ανωτέρω Κανονισμού. Κατά τα λοιπά, οι όροι, οι συνθήκες και η αμοιβή της εργασίας τους καθορίζονται με ΣΣΕ ή ΔΑ. Για την πρόσληψη χορωδού απαιτείται ως τυπικό προσόν δίπλωμα ή πτυχίο ωδείου και διετής προϋπηρεσία σε συμφωνική ορχήστρα ή ορχηστρικά - χορωδιακά σύνολα ή τετραετής προϋπηρεσία σε συμφωνική ορχήστρα ή ορχηστρικά - χορωδιακά σύνολα. Επίσης, κατά το άρθρο 8 § 4 του αυτού ως άνω Κανονισμού, κανένας δεν μπορεί να προσληφθεί στην ΕΡΤ ΑΕ ως τακτικός ή έκτακτος υπάλληλος κατά τις διατάξεις του ως άνω κανονισμού, αν δεν υπάρχει αντίστοιχη οργανική θέση με εξαίρεση τις περιπτώσεις του άρθρου 6 § 9 αυτού. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει με σαφήνεια ότι το έκτακτο προσωπικό της ΕΡΤ ΑΕ, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι χορωδοί α) προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ύστερα από απόφαση του ΔΣ αυτής και μετά από προηγούμενη εισήγηση του γενικού διευθυντή σε κενή οργανική θέση, β) οφείλει να δηλώσει εγγράφως ότι αποδέχεται να προσφέρει σ' αυτή την εργασία του, σύμφωνα με τους όρους του Κανονισμού και των ΕΣΣΕ ή ΔΑ, γ) οφείλει ακόμη να αναλάβει εργασία εντός τριάντα ημερών από την γνωστοποίηση της απόφασης του ΔΣ και δ) αν δεν έγινε από τον προσλαμβανόμενο έγγραφη δήλωση αποδοχής της συμβάσεως εργασίας, επέρχεται μεν ακυρότητα αυτής λόγω μη τήρησης του προβλεπομένου από το νόμο έγγραφου τύπου (άρθρο 159 παρ. 1 Α.Κ.), πλην όμως αίρεται αυτή, αν ο τελευταίος ανέλαβε εργασία και έτσι άρχισε να εκπληρώνει τη σύμβαση. Με το άρθρο 3 του ίδιου Κανονισμού ορίζεται ότι δεν αποτελούν προσωπικό της ΕΡΤ ΑΕ και δεν υπάγονται στον κανονισμό της εκείνοι, στους οποίους ανατίθεται για συγκεκριμένη εκπομπή, με έγγραφη σύμβαση, η εκτέλεση ορισμένου και συγκεκριμένου έργου, με τους ειδικότερους όρους που καθορίζονται από το ΔΣ, η δε σύμβαση υπογράφεται από τον αρμόδιο Γενικό Διευθυντή αυτής, μετά από γνώμη τριμελούς επιτροπής σχετικά με την αναγκαιότητα εκτέλεσης του συγκεκριμένου έργου. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται η αμοιβή (εργολαβικό αντάλλαγμα) που ρητά καθορίζεται από την σχετική σύμβαση για το συγκεκριμένο έργο, ανεξάρτητα από τον χρόνο που απαιτείται ή αναλώθηκε για την εκτέλεσή του και εκδίδονται για την αμοιβή τα προβλεπόμενα από τον ΚΒΣ στοιχεία. Οι σχέσεις των εξωτερικών συνεργατών με την ΕΡΤ ΑΕ διέπονται αποκλειστικά από την συγκεκριμένη έγγραφη ατομική σύμβαση έργου και τις οικείες διατάξεις του νόμου (άρθρο 681 επ. ΑΚ) (παρ 1). Η ανάθεση και εκτέλεση του έργου γίνεται αποκλειστικά και μόνο κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού του Κανονισμού και αποκλείεται η μετατροπή με οποιονδήποτε τρόπο της σύμβασης έργου σε σύμβαση εργασίας (παρ. 3) (ΑΠ 933/2013). Εν προκειμένω, απ' όλα τα έγγραφα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες 3042/07.04.2014 ένορκη βεβαίωση της Ε. Π. του Ε., που δόθηκε, με επιμέλεια αυτών (εκκαλούντων εναγόντων), ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη, προ εικοσιτεσσάρων τουλάχιστον ωρών από τη λήψη αυτής, κλήτευση του αντιδίκου των (εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται, διαδόχου της αρχικής εναγομένης) κατ' άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο λήψης αυτής προ του ν. 4335/2015 -άρθρα 12 και 21 εδ. β ΕισΝΚΠολΔ- και άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ (βλ. τις 5365/04.04.2014 και 7085Γ/04.04.2014 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Δ. και Α. Δ.), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι εν προκειμένω πέντε ενάγοντες, Π. Μ., Χ.-Ο. Λ., Ι. Φ., Μ. Δ. και Ε. Τ., κατόπιν επιτυχούς συμμετοχής σε διαδικασία ακρόασης ενώπιον πολυμελούς καλλιτεχνικής επιτροπής συνήψαν με την εναγομένη "Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση ΑΕ" (ΕΡΤ Α.Ε.), η οποία ήδη καταργήθηκε και καθολικός της διάδοχος είναι το Ελληνικό Δημόσιο, που υπεισήλθε εν προκειμένω στη δικονομική θέση αυτής (ΚΥΑ 2/11.06.2013 των Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και Υπουργού Οικονομικών - ΦΕΚ Β' 1414/11-06-2013), διαδοχικές συμβάσεις, χαρακτηριζόμενες ως "σύμβαση έργου εξωτερικής συνεργασίας" και συγκεκριμένα τις εξής συμβάσεις με το αντίστοιχο καθεμίας χρονικό διάστημα: αναφορικά με εκάστη των εναγουσών Π. Μ. και Χ.-Ο. Λ.: 1. 12/7/1993-31/8/1993, 2. 1/9/1993-31/12/1993, 3. 23/12/1993-26/12/1993, 4. 1/1/1994-31/3/1994, 5. 1/4/1994-30/4/1994, 6. 1/5/1994-30/6/1994, 7. 24/5/1994-12/6/1994, 8. 1/7/1994-30/9/1994, 9. 1/10/1994-31/12/1994, 10. 1/1/1995-31/3/1995, 11. 1/4/1995-30/6/1995, 12. 1/7/1995-30/9/1995, 13. 1/10/1995-31/12/1995, 14. 1/1/1996-29/2/1996, 15. 1/3/1996-31/3/1996, 16. 1/4/1996-31/5/1996, 17. 1/6/1996-30/6/1996, 18. 1/7/1996-30/9/1996, 19. 1/10/1996-31/12/1996, 20. 1/3/1997-31/3/1997, 21. 1/4/1997-31/5/1997, 22. 1/6/1997-30/6/1997, 23. 1/7/1997-31/7/1997, 24. 1/9/1997-30/9/1997, 25. 1/10/1997-31/12/1997, 26. 1/1/1998-30/6/1998, 27. 1/7/1998-30/9/1998, 28. 1/10/1998-30/11/1998, 29. 1/12/1998-30/6/1999, 30. 1/7/1999-31/12/1999, 31. 1/1/2000-30/6/2000, 32. 1/7/2000-31/7/2000, 33. 1/9/2000-31/12/2000, 34. 1/1/2001-30/6/2001, 35. 1/7/2001-31/7/2001, 36. 1/9/2001-30/6/2002, 37. 1/7/2002-31/7/2002, 38. 1/9/2002-31/12/2002, 39. 1/1/2003-30/6/2003, 40. 1/7/2003-31/7/2003, 41. 1/9/2003-30/6/2004, 42. 1/7/2004-31/10/2004, 43. 1/11/2004-31/5/2005, 44. 1/6/2005-30/6/2006 και 45. 1/7/2006-31/10/2006, αναφορικά με τον ενάγοντα Ι. Φ.: 1. 12/7/1993-31/8/1993, 2. 1/9/1993-31/12/1993, 3. 23/12/1993-26/12/1993, 4. 1/1/1994-31/3/1994, 5. 1/4/1994-30/4/1994, 6. 1/5/1994-30/5/1994, 7. 1/6/1994-30/6/1994, 8. 24/5/1994-12/6/1994, 9. 1/7/1994-30/9/1994, 10. 1/10/1994-31/12/1994, 11. 1/1/1995-31/3/1995, 12. 1/4/1995-30/6/1995, 13. 1/7/1995-30/9/1995, 14. 1/10/1995-31/12/1995, 15. 1/1/1996-29/2/1996, 16. 1/3/1996-31/3/1996, 17. 1/4/1996-31/5/1996, 18. 1/6/1996-30/6/1996, 19. 1/7/1996-30/9/1996, 20. 1/10/1996-31/12/1996, 21. 1/3/1997-31/3/1997, 22. 1/4/1997-31/5/1997, 23. 1/6/1997-30/6/1997, 24. 1/7/1997-31/7/1997, 25. 1/9/1997-30/9/1997, 26. 1/10/1997-31/12/1997, 27. 1/1/1998-30/6/1998, 28. 1/7/1998-30/9/1998, 29. 1/10/1998-30/11/1998, 30. 1/12/1998-30/6/1999, 31. 1/7/1999-31/12/1999, 32. 1/1/2000-30/6/2000, 33. 1/7/2000-31/7/2000, 34. 1/9/2000-31/12/2000, 35. 1/1/2001-30/6/2001, 36. 1/7/2001-31/7/2001, 37. 1/9/2001-30/6/2002, 38. 1/7/2002-31/7/2002, 39. 1/9/2002-31/12/2002, 40. 1/1/2003-30/6/2003, 41. 1/7/2003-31/7/2003, 42. 1/9/2003-30/6/2004, 43. 1/7/2004-31/10/2004, 44. 1/11/2004-31/5/2005, 45. 1/6/2005-30/6/2006 και 46. 1/7/2006-31/10/2006, αναφορικά με την ενάγουσα Μ. Δ.: 1. 15/2/1993-15/3/1993, 2. 15/3/1993-30/4/1993, 3. 1/5/1993-31/8/1993, 4. 1/6/1993-12/6/1993, 5. 1/9/1993-31/12/1993, 6. 23/12/1993-26/12/1993, 7. 1/1/1994-31/3/1994, 8. 1/4/1994-30/4/1994, 9. 1/5/1994-30/6/1994, 10. 1/7/1994-30/9/1994, 11. 1/1/1995-31/3/1995, 12. 1/4/1995-30/6/1995, 13. 1/7/1995-30/9/1995, 14. 1/10/1995-31/12/1995, 15. 1/1/1996-29/2/1996, 16. 1/3/1996-31/3/1996, 17. 1/4/1996-31/5/1996, 18. 1/6/1996-30/6/1996, 19. 1/7/1996-30/9/1996, 20. 1/10/1996-31/12/1996, 21. 1/3/1997-31/3/1997, 22. 1/4/1997-31/5/1997, 23. 1/6/1997-30/6/1997, 24. 1/7/1997-31/7/1997, 25. 1/9/1997-30/9/1997, 26. 1/10/1997-31/12/1997, 27. 1/1/1998-30/6/1998, 28. 1/7/1998-30/9/1998, 29. 1/10/1998-30/11/1998, 30. 1/12/1998-30/6/1999, 31. 1/7/1999-31/12/1999, 32. 1/1/2000-30/6/2000, 33. 1/9/2000-31/12/2000, 34. 1/1/2001-30/6/2001, 35. 1/7/2001-31/7/2001, 36. 1/9/2001-30/6/2002, 37. 1/7/2002-31/7/2002, 38. 1/9/2002-31/12/2002, 39. 1/1/2003-30/6/2003, 40. 1/7/2003-31/7/2003, 41. 1/9/2003-30/6/2004, 42. 1/7/2004-31/10/2004, 43. 1/11/2004-31/5/2005, 44. 1/6/2005-30/6/2006 και 45. 1/7/2006-31/10/2006, και αναφορικά με τον ενάγοντα Ε. Τ.: 1. 11/10/1988 - 21/12/1988, 2. 15/2/1993-15/3/1993, 3. 15/3/1993-30/4/1993, 4. 1/5/1993-31/8/1993, 5. 1/6/1993-12/6/1993, 6. 1/9/1993-31/12/1993, 7. 23/12/1993-26/12/1993, 8. 1/1/1994-31/3/1994, 9. 1/4/1994-30/4/1994, 10. 1/5/1994-30/6/1994, 11. 1/5/1994-12/5/1994, 12. 24/5/1994-12/6/1994, 13. 1/7/1994-30/9/1994, 14. 1/10/1994-31/12/1994, 15. 1/1/1995-19/1/1995, 16. 1/1/1995-31/3/1995, 17. 1/4/1995-30/6/1995, 18. 1/7/1995-30/9/1995, 19. 1/10/1995-31/12/1995, 20. 1/1/1996-29/2/1996, 21. 1/3/1996-31/3/1996, 22. 1/4/1996-31/5/1996, 23. 1/6/1996-30/6/1996, 24. 1/7/1996-30/9/1996, 26. 1/10/1996-31/12/1996, 26. 1/3/1997-31/3/1997, 27. 1/4/1997-31/5/1997, 28. 1/6/1997-30/6/1997, 29. 1/7/1997-31/7/1997, 30. 1/9/1997-30/9/1997, 31. 1/10/1997-31/12/1997, 32. 1/1/1998-30/6/1998, 33. 1/7/1998-30/9/1998, 34. 1/10/1998-30/11/1998, 35. 1/12/1998-30/6/1999, 36. 1/7/1999-31/12/1999, 37. 1/1/2000-30/6/2000, 38. 1/7/2000-31/7/2000, 39. 1/9/2000-31/12/2000, 40. 1/1/2001-30/6/2001, 41. 1/7/2001-31/7/2001, 42. 1/9/2001-30/6/2002, 43. 1/7/2002-31/7/2002, 44. 1/9/2002-31/12/2002, 45. 1/1/2003-30/6/2003, 46. 1/7/2003-31/7/2003, 47. 1/9/2003-30/6/2004, 48. 1/7/2004-31/10/2004, 49. 1/11/2004-31/5/2005, 50. 1/6/2005-30/6/2006 και 51. 1/7/2006-31/10/2006, και εργάστηκαν ως χορωδοί-μέλη της χορωδίας της (ΕΡΤ Α.Ε.), σε καθορισμένους απ' αυτήν τόπο και χρόνο (συγκεκριμένο ωράριο), που όριζε η Διεύθυνση τμήματος μουσικών συνόλων, υπό τις εντολές και την εποπτεία των προϊσταμένων τους. και η πληρωμή τους γινόταν, όχι ανάλογα με την πρόοδο του εκτελούμενου έργου, όπως προβλεπόταν στις έγγραφες συμβάσεις που υπέγραψαν οι διάδικοι, αλλά κάθε μήνα. Τα ως άνω χαρακτηριστικά ως και ο μεγάλος αριθμός των συμβάσεων, η μεγάλη αθροιστικά διάρκεια αυτών για καθένα ενάγοντα και το ότι οι διακοπές μεταξύ των συμβάσεων, όπου υπήρχαν, ήταν ιδιαίτερα μικρές και σε καμία περίπτωση δεν διαρκούσαν άνω των τριών μηνών (πλην της πρώτης σύμβασης του Ε. Τ. που απείχε περί τα τέσσερα χρόνια από τη δεύτερη όμοια αυτού και ως εκ τούτου ήταν ανεξάρτητη των επόμενων και η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη για το χαρακτηρισμό των λοιπών συμβάσεων αυτού, ούτε αναιρεί τον χαρακτηρισμό αυτών) προσδίδουν το χαρακτήρα σ' αυτές σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και όχι με συμβάσεις έργου Η χρονικά πρώτη, για καθένα από τους ενάγοντες σύμβαση (για τον Ε. Τ. η δεύτερη κατά σειρά μη λαμβανομένης υπόψη της πρώτης κατά τα ανωτέρω) υπογράφηκε πριν από την έναρξη ισχύος (στις 06.04.2001) των διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα η μετατροπή σε αορίστου χρόνου των συμβάσεων των εργαζομένων με σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και των απασχολούμενων με συμβάσεις έργου. Επομένως με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα και παρά το διαφορετικό χαρακτηρισμό που έδωσαν οι διάδικοι στις συμβάσεις ("σύμβαση έργου εξωτερικής συνεργασίας") το δικαστήριο κρίνει (ΟλΑΠ 7 και 8/2011), ότι η έννομη σχέση που τους συνέδεε, ήταν αυτή της -απλής, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα- εξαρτημένης εργασίας. Το δε γεγονός ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν σε περιόδους που ενέπιπταν χρονικά μεταξύ τους εκτός από την εναγόμενη και από άλλους εργοδότες, όπως τον Ο. Μ. Μ., Π. Ο. Δ. Κ., το ίδρυμα Κ.. Κ. και το Ε. Φ., δεν ασκεί έννομη επιρροή, ενόψει του ότι: α) οι εκκαλούντες - ενάγοντες δεν απασχολούνταν σε οργανικές θέσεις στην εναγομένη, με αποτέλεσμα να μην καταλαμβάνονται από την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 15 παρ. 4 του ν. 1730/1987 (ΑΠ 850/2022), σε κάθε δε περίπτωση το άρθρο αυτό δεν προβλέπει καμία συνέπεια όσον αφορά το χαρακτήρα της έννομης σχέσης που συνέδεε τους ενάγοντες με την ΕΡΤ Α.Ε. και β) το ωράριο εργασίας τους δεν διέφερε από αυτό των χορωδών που συνδέονταν με την ΕΡΤ Α.Ε. με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, κατατάχθηκαν, από 01.11.2006, σε οργανικές θέσης της εναγομένης, διότι το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) με την 1543/2005 απόφαση του έκρινε ότι οι ανωτέρω πληρούσαν τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004. Επομένως, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, για το προγενέστερο της κατάταξής τους χρονικό διάστημα δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών τους. Εφόσον δε πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τα ανωτέρω, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ. 1 του π.δ/ματος 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείρισή τους. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι ενάγοντες αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης και επομένως απλής σχέσης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος), ούτε με τις, επικουρικώς επικαλούμενες, διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως τους ενάγοντες. Η θέση δε αυτή, δεν αντίκειται στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, η οποία δεν καθορίζει το ύψος των αποδοχών των απασχολούμενων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, αλλά επιτάσσει την αποφυγή δυσμενών διακρίσεων, εφόσον δεν οφείλονται σε αντικειμενικό λόγο και θέτει χρονικό όριο προσαρμογής της εσωτερικής έννομης τάξης των κρατών - μελών προς αυτήν, ούτε στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος) διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας, σύμφωνα με τα προπαρατιθέμενα στη νομική σκέψη. Όμως, μετά την παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως (δηλαδή υπήρξε απλή σχέση εργασίας) οι εργαζόμενοι αυτοί - ενάγοντες δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τα επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα και άδειας (άρθρα 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας. Επομένως έπρεπε να απορριφθεί η, βασιζόμενη στην αρχή της ισότητας και ίσης μεταχείρισης, κυρία βάση της αγωγής, καθώς και η επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση αυτής αναφορικά με τις διαφορές των αποδοχών ως ουσιαστικά αβάσιμες και να ερευνηθεί η επικουρική βάση ως προς το αίτημα για καταβολή των επιδομάτων εορτών και αδείας βάσει της απλής σχέσης εργασίας που είναι νόμιμη σύμφωνα με τα προπαρατιθέμενα. Στις αποδοχές όμως των εναγόντων για τον υπολογισμό των ανωτέρω επιδομάτων δεν θα συμπεριληφθούν και οι μισθολογικές προσαυξήσεις, λόγω προσωπικών συνθηκών (επιδόματα γάμου, παιδιών και ασθένειας παιδιών), ενόψει του ότι, η μερικώς αναιρεθείσα 4658/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε το σχετικό αίτημα συνυπολογισμού αυτών, δεν αναιρέθηκε κατά τούτο (του μη συνυπολογισμού δηλαδή στις αποδοχές των εναγόντων των επιδομάτων προσωπικών συνθηκών - απορρίφθηκε σχετικός αναιρετικός λόγος), και συνεπώς παραμένει σε ισχύ ως προς το μέρος αυτό και δεν θα εξετασθεί από το Δικαστήριο τούτο, το οποίο δεσμεύεται από την αναιρετική (139/2020) απόφαση κατά το άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά το μέρος που απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής εκ της αρχής της ισότητας και ίσης μεταχείρισης και την επικουρική βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αναφορικά με τις διαφορές αποδοχών, ορθά έκρινε και ο υποστηρίζων τα αντίθετα σχετικός λόγος έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, κατά το μέρος όμως που απέρριψε την επικουρική, εκ της απλής σχέσης εξαρτημένης εργασίας, βάση της αγωγής αναφορικά με τα επιδόματα εορτών και αδείας έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή των άνω διατάξεων κατά τον βάσιμο, περί τούτου, λόγο της έφεσης των εναγόντων. Κατά το άρθρο 263 ΑΚ "Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ως επανέγερση της αγωγής νοείται η έγερση νέας αγωγής με τους ιδίους διαδίκους και με την ιδία ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα δε ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε στην προηγουμένη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διατάξεως, που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (ΑΠ 215/2011, 932/2007). Ο ενάγων, δικαιούχος της απαιτήσεως, προς αντίκρουση της ενστάσεως του εναγομένου περί παραγραφής της αξιώσεώς του, δύναται να προτείνει τον ισχυρισμό (αντένσταση) περί διακοπής της παραγραφής με την έγερση της αγωγής. Απαραίτητες, επομένως, προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 263 ΑΚ, είναι η τελεσίδικη απόρριψη της προηγουμένης αγωγής για λόγους τυπικούς, δηλαδή για λόγους που δεν ανάγονται στη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της διαγνωστέας απαίτησης, ή η παραίτηση από την αγωγή και η άσκηση νέας, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών, αγωγής με τους αυτούς διαδίκους και την αυτή ιστορική και νομική αιτία (ΑΠ 1581/2017). Από δε τα άρθρα 262 παρ. 1 και 269 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την πληρότητα ενστάσεως ή αντενστάσεως και το παραδεκτό αυτής από απόψεως χρόνου προβολής της, απαιτείται τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν να προβάλλονται με επάρκεια κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως από τον ενιστάμενο ή αντενιστάμενο και συγχρόνως να διατυπώνεται από αυτόν και αίτημα απορρίψεως για την αιτία αυτή της αγωγής ή της ενστάσεως (ΑΠ 215/2011, 1773/2011, 1372/2010, 624/2003). Επομένως, για την πληρότητα της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής και το παραδεκτό της πρέπει κατά την πρώτη σε πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως να προταθούν από τον αντενιστάμενο ενάγοντα τα άνω περιστατικά, που, αν αποδειχθούν αληθινά, επιφέρουν τη διακοπή της παραγραφής, και συγχρόνως να διατυπώνεται αίτημα περί απορρίψεως της ενστάσεως περί παραγραφής για την αιτία αυτή (ΑΠ 1463/2014). Εν προκειμένω αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ένδικη από 16.12.2006 (με αριθμό κατάθεσης 221147/6097/20.12.2006) αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη στις 21.12.2006 (βλ. 7150β'/21.12.2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Δ.) με αποτέλεσμα οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων που ανάγονται προ του έτους 2001 (ήτοι έως 31.12.2000) να έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή των άρθρων 247, 250 περ. 17, 253 σε συνδ. με 251 ΑΚ, κατά μερική παραδοχή της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης περί του ότι οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από το έτος 1995 έως και το έτος 2001 έχουν υποκύψει σε πενταετή παραγραφή, που παραδεκτώς προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με τις προτάσεις της ως εφεσίβλητη. Ο ισχυρισμός των εναγομένων, περί διακοπής της παραγραφής με τις αναφερόμενες κατωτέρω τέσσερις αγωγές, από το δικόγραφο των οποίων παραιτήθηκαν με τη, με την, από 19.06.2008, κλήση τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 24.06.2008, που συνιστά ένσταση νόμιμη περί διακοπής της παραγραφής, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 261 και 363 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ενόψει του ότι δεν υπάρχει πλήρης ταύτιση των προγενέστερων αγωγών με την ένδική ως προς την ιστορική και νομική αιτία. Ειδικότερα, οι (μεταξύ των άλλων) ενάγοντες επέδωσαν στην εναγομένη: 1) στις 07.09.1998, την, από 27.07.1998, με αριθμό κατάθεσης 1938/1998, αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης με την οποία επικαλέστηκαν ότι η σχέση εργασίας τους με την εναγομένη ως χορωδών, παρά τον χαρακτηρισμό της σύμβασης ως έργου, ήταν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και τους οφείλει για το έτος 1995 τα αναφερόμενα ποσά (μεταξύ των άλλων) για επίδομα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, 2) στις 29.12.2000, την από 20.12.2000, με αριθμό κατάθεσης 2363/22.12.2000, αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης, με την οποία, επικαλούμενοι ότι τους συνδέει με την εναγομένη από τις 14.12.1989 εκ του νόμου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθώς με τον ΓΚΠ αυτού αποφασίστηκε η ένταξή τους ως χορωδών, απασχολούμενων ήδη σ' αυτή με συμβάσεις έργου, στο έκτακτο προσωπικό αυτής που κατείχε οργανικές θέσεις, άλλως τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ζήτησε καθένας από αυτούς, διαφορές αποδοχών (συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων εορτών και αδείας) για το έτος 1995, 3) στις 31.12.2002, την από 17.12.2002, με αριθμό κατάθεσης 4480/2002, αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης, με την οποία, επικαλούμενοι ότι τους συνδέει με την εναγομένη από τις 14.12.1989 εκ του νόμου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθώς με τον ΓΚΠ αυτού αποφασίστηκε η ένταξή τους ως χορωδών, απασχολούμενων ήδη σ' αυτή με συμβάσεις έργου, στο έκτακτο προσωπικό αυτής που κατείχε οργανικές θέσεις, άλλως τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι από 14.12.1989 έχουν ήδη καταταγεί στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης και να υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλλει στον καθένα ως διαφορές αποδοχών (συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων Χριστουγέννων για τα έτη 1997, 1998, 2000, 2001 και 2002, Πάσχα για τα έτη 1998, 1999, 2001 και 2002 και αδείας για τα έτη 1998, 2001 και 2002) για τα έτη 1997 έως και 2002 το ποσό των 17.691,82 ευρώ, και 4) στις 31.12.2004, την από 30.12.2004, με αριθμό κατάθεσης 5682/2004, αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης με την οποία, επικαλούμενοι ότι οι συμβάσεις έργου που κατήρτισαν με την εναγομένη εν τοις πράγμασι αποτελούν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησαν να τους καταβάλει η εναγομένη ως αποδοχές που αντιστοιχούν σε απασχολούμενους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης, από το έτος 1993 έως την άσκηση της αγωγής το ποσό των 223.200 ευρώ στον καθένα (χωρίς περαιτέρω διευκρινήσεις ούτε ως προς το είδος των αποδοχών ούτε ως προς κάθε έτος), από τα δικόγραφα των οποίων παραιτήθηκαν με την από 19.06.2008 κλήση τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη την 24.06.2008. Όμως οι ανωτέρω αγωγές δεν ταυτίζονται με την ένδικη ως προς την ιστορική και νομική βάση τους, όπως απαιτεί το άρθρο 263 ΑΚ, για τη διακοπή της παραγραφής, αφού, με την ένδικη αγωγή οι ενάγοντες, μετά την παραδοχή ότι υπήρξε παροχή, ακύρως, εξαρτημένης εργασίας, ήτοι απλή σχέση εργασίας, δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τα άνω επιδόματα, όχι όμως και τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος πριν την κατάταξή τους, σε οργανικές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004 και 1 παρ. 4 του ν. 3320/2005, ενώ οι ανωτέρω αγωγές έχουν ως βάση η μεν 1η το χαρακτηρισμό των συμβάσεων έργου ως εργασίας αορίστου χρόνου και βάσει αυτών αίτημα επιδίκασης των σχετικών επιδομάτων, η 2η και η 3η την εκ του νόμου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση με εγκυρότητας αυτής τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και η 4η το χαρακτηρισμό των συμβάσεων έργου ως εργασίας αορίστου χρόνου και εντεύθεν την επιδίκαση αποδοχών (χωρίς να προκύπτει αν σ' αυτές περιέχονται και τα επιδόματα εορτών και αδείας). Επομένως δεν υφίσταται ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας των άνω αγωγών με την ένδικη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι ενάγοντες δικαιούνται, εκ της απλής σχέσης εξαρτημένης εργασίας, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με βάση την ειδικότητα τους (χορωδοί), για τα έτη 2001 έως και 2005, τα επιδόματα Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας. Με βάση τις συμβάσεις που είχε υπογράψει έκαστος, ελάμβανε συνολικά τα ποσά που αναφέρει για κάθε έτος στην αγωγή, το ύψος των οποίων δεν αμφισβητείται ειδικά από το Ελληνικό Δημόσιο και συνεπώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συνομολογείται (261 ΚΠολΔ). Στην πραγματικότητα όμως το συνολικό ετήσιο ποσό κάθε σύμβασης δεν καταβάλλετο εφάπαξ αλλά διαιρείτο δια του αριθμού των μηνών κάθε σύμβασης και το ποσό που προέκυπτε από την διαίρεση αυτή καταβάλλετο κάθε μήνα στους ενάγοντες, αποτελώντας ουσιαστικά τον μηνιαίο μισθό του, με βάση τον οποίο θα υπολογισθούν τα επιδόματα εορτών και αδείας, τα οποία δικαιούται κάθε ενάγων σύμφωνα με τον νόμο [χωρίς να συμπεριλαμβάνονται για τον υπολογισμό αυτών οι μισθολογικές προσαυξήσεις, λόγω προσωπικών συνθηκών (επιδόματα γάμου, παιδιών και ασθένειας παιδιών), όπως προαναφέρθηκε]. Αυτά ανέρχονται 1) Το επίδομα Πάσχα σε μισό μηνιαίο μισθό καταβλητέο την Μεγάλη Τετάρτη, για τους ενάγοντες, που εργάστηκαν ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1 Ιανουαρίου έως 30 Απριλίου ή το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού για κάθε 8 ημέρες εργασίας, αν η εργασία δεν διήρκεσε ολόκληρο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, υπολογιζόμενο με βάση τις καταβαλλόμενες αποδοχές 15 ημέρες πριν το Πάσχα, 2) Το επίδομα Χριστουγέννων σε ένα μηνιαίο μισθό καταβλητέο στις 21 Δεκεμβρίου για τους ενάγοντες που εργάστηκαν ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1 Μαΐου έως 31 Δεκεμβρίου ή τα 2/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε 19 ημέρες εργασίας, αν η εργασία δεν διήρκεσε ολόκληρο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, υπολογιζόμενο με βάση τις καταβαλλόμενες αποδοχές στις 10 Δεκεμβρίου και 3) ποσό ίσο με τις αποδοχές αδείας, που δεν μπορεί όμως να υπερβεί τις 15 ημέρες, δηλαδή μισό μηνιαίο μισθό για επίδομα αδείας, το οποίο θα υπολογισθεί με βάση τις αποδοχές του μηνός Δεκεμβρίου, αφού ποτέ η ΕΡΤ δεν χορήγησε άδεια στους ενάγοντες. Ειδικότερα οι ενάγοντες για επιδόματα εορτών και αδείας δικαιούνται με βάση το αίτημα της αγωγής και τις αποδοχές, που ελάμβανε έκαστος, τα ακόλουθα ποσά: 1. Η Π. Μ.: Για το έτος 2001 δεν ζητεί τα ανωτέρω επιδόματα. Για το έτος 2002 είχε μηνιαίο μισθό (8.874,37 € : 12 μήνες =) 739,53 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται από 369,765 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 739,53 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.479,06 ευρώ. Για το έτος 2003 είχε μηνιαίο μισθό (8.431,50 € : 12 μήνες =) 702,62 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 351,31 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 702,62 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.405,24 ευρώ. Για το έτος 2004 είχε μηνιαίο μισθό (9.762,48 € : 12 μήνες =) 813,54 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 406,77 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 813,54 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.627,08 ευρώ και για το έτος 2005 είχε μηνιαίο μισθό (10.140,48 € : 12 μήνες =) 845,04 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 422,52 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 845,04 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.690,08 ευρώ. Συνολικά επομένως δικαιούται (1.479,06 + 1.405,24 + 1.627,08 + 1.690,08 =) 6.201,46 ευρώ. 2. η Λ. Χ. - Ο.: Για το έτος 2001 είχε μηνιαίο μισθό (8.099,78 € : 12 μήνες =) 674,98 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 337,49 ευρώ και για επίδομα δικαιούται Χριστουγέννων 674,98 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.349,96 ευρώ. Για το έτος 2002 είχε μηνιαίο μισθό (8.874,99 € : 12 μήνες =) 739,58 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 369,79 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 739,58 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.479,16 ευρώ. Για το έτος 2003 είχε μηνιαίο μισθό (8.431,50 €: 12 μήνες =) 702,62 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 351,31 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 702,62 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.405,24 ευρώ. Για το έτος 2004 είχε μηνιαίο μισθό (9.762,48 € : 12 μήνες =) 813,54 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 406,77 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 813,54 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.627,08 ευρώ και για το έτος 2005 είχε μηνιαίο μισθό (10.140,48 € : 12 μήνες =) 845,04 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 422,52 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 845,04 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.690,08 ευρώ. Συνολικά επομένως δικαιούται (1.349,96 + 1.479,16 + 1.405,24 + 1.627,08 + 1.690,08 =) 7.551,52 ευρώ. 3. ο Ι. Φ.: Για το έτος 2001 είχε μηνιαίο μισθό (8.099,78 € : 12 μήνες =) 674,98 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 337,49 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων δικαιούται 674,98 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.349,96 ευρώ. Για το έτος 2002 είχε μηνιαίο μισθό (8.874,99 € : 12 μήνες =) 739,58 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 369,79 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 739,58 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.479,16 ευρώ. Για το έτος 2003 είχε μηνιαίο μισθό (8.431,50 € : 12 μήνες =) 702,62 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 351,31 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 702,62 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.405,24 ευρώ. Για το έτος 2004 είχε μηνιαίο μισθό (9.762,48 € : 12 μήνες =) 813,54 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 406,77 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 813,54 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.627,08 ευρώ και για το έτος 2005 είχε μηνιαίο μισθό (10.140,48 : 12 μήνες =) 845,04 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 422,52 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 845,04 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.690,08 ευρώ. Συνολικά επομένως δικαιούται (1.349,96 + 1.479,16 + 1.405,24 + 1.627,08 + 1.690,08 =) 7.551,52 ευρώ. 4. η Μ. Δ.: Για το έτος 2001 είχε μηνιαίο μισθό (7.994,17 € : 12 μήνες =) 666,18 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 333,09 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων δικαιούται 666,18 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.332,36 ευρώ. Για το έτος 2002 είχε μηνιαίο μισθό (8.874,99 € : 12 μήνες =) 739,58 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 369,79 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 739,58 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.479,16 ευρώ. Για το έτος 2003 είχε μηνιαίο μισθό (8.431,50 € : 12 μήνες =) 702,62 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 351,31 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 702,62 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.405,24 ευρώ. Για το έτος 2004 είχε μηνιαίο μισθό (9.762,48 € : 12 μήνες =) 813,54 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 406,77 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 813,54 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.627,08 ευρώ και για το έτος 2005 είχε μηνιαίο μισθό (10.140,48 € : 12 μήνες =) 845,04 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 422,52 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων δικαιούται 845,04 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.690,08 ευρώ. Συνολικά επομένως δικαιούται (1.332,36 + 1.479,16 + 1.405,24 + 1.627,08 + 1.690,08 =) 7.533,92 ευρώ και 5. ο Ε. Τ.: Για το έτος 2001 είχε μηνιαίο μισθό (8.099,78 € : 12 μήνες =) 674,98 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 337,49 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων δικαιούται 674,98 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.349,96 ευρώ. Για το έτος 2002 είχε μηνιαίο μισθό (8.874,99 € : 12 μήνες =) 739,58 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 369,79 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 739,58 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.479,16 ευρώ. Για το έτος 2003 είχε μηνιαίο μισθό (8.431,50 € : 12 μήνες =) 702,62 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 351,31 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων δικαιούται 702,62 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.405,24 ευρώ. Για το έτος 2004 είχε μηνιαίο μισθό (9.762,48 € : 12 μήνες =) 813,54 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται 406,77 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 813,54 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.627,08 ευρώ και για το έτος 2005 είχε μηνιαίο μισθό (10.140,48 € : 12 μήνες =) 845,04 ευρώ και συνεπώς για καθένα των επιδομάτων Πάσχα και αδείας δικαιούται από 422,52 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων δικαιούται 845,04 ευρώ, ήτοι συνολικά 1.690,08 ευρώ. Συνολικά επομένως δικαιούται (1.349,96 + 1.479,16 + 1.405,24 + 1.627,08 + 1.690,08 =) 7.551,52 ευρώ. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση των ανωτέρω (2ης, 3ης, 5ου, 6ης και 7ου) εναγόντων εκκαλούντων, να εξαφανισθεί ως προς αυτούς η εκκαλούμενη απόφαση καθ' ο μέρος απορρίφθηκε η επικουρική εκ της απλής σχέσης εξαρτημένης εργασίας βάση της αγωγής αναφορικά με τα επιδόματα εορτών και αδείας ως και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων, η οποία, με την κατά τα άνω εν μέρει εξαφάνιση της εκκαλουμένης, συνεξαφανίζεται και αυτή προκειμένου να επαναπροσδιοριστούν αυτά (δικαστικά έξοδα) στο σύνολό τους από το δικάζον την έφεση δικαστήριο και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο για κατ' ουσίαν έρευνα, ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες, κατά το αντίστοιχο μέρος αυτής που έγινε δεκτή η έφεση, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τους 2η, 3η, 5ο, 6η και 7ο ενάγοντες (ανωτέρω εκκαλούντες - αναιρεσίβλητους), η οποία είναι νόμιμη κατά τα ανωτέρω, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και, ενόψει του πρωτοδίκως περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της αρχικώς εναγομένης ΕΡΤ Α.Ε., να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών τα ανωτέρω ποσά, όπως αναφέρεται στο διατακτικό, με τον νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε ειδικότερου ποσού, που είναι η 30η Απριλίου κάθε έτους για το επίδομα Πάσχα, η 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους για το επίδομα Χριστουγέννων και επίσης η 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους για το επίδομα αδείας και μέχρι την εξόφληση. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας (πρωτόδικης και παρούσας δίκης) πρέπει να συμψηφιστούν εν όλω μεταξύ τους λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 22 παρ. 2 β ν. 3693/1957). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ κατ' αντιμωλία των διαδίκων ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσίαν την, από 17.11.2009 και με αριθμό κατάθεσης 10871/2009, έφεση των 2ης, 3ης, 5ου, 6ης και 7ου των εκκαλούντων - αντίστοιχων εναγόντων. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 2114/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες, καθ' ο μέρος απορρίφθηκε η επικουρική εκ της απλής σχέσης εξαρτημένης εργασίας βάση της αγωγής αναφορικά με τα επιδόματα εορτών και αδείας ως και ως προς τη διάταξή της, περί δικαστικών εξόδων. ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ την από 16.12.2005 και με αριθμό κατάθεσης 221147/6097/20.12.2006, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες (εκκαλούντες) κατά το αντίστοιχο μέρος αυτής που έγινε δεκτή η έφεση και ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ την ουσία της υπόθεσης κατά τούτο. ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή ως προς τους δεύτερη (2η), τρίτη (3η), πέμπτο (5ο), έκτη (6η) και έβδομο (7ο) ενάγοντες. ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικός διάδοχος της αρχικής εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση Α.Ε." (ΕΡΤ ΑΕ), υποχρεούται να καταβάλει στους άνω ενάγοντες, με το νόμιμο τόκο από την αναφερόμενη στο σκεπτικό της απόφασης δήλη ημέρα και μέχρι την εξόφληση, τα ακόλουθα ποσά: 1. στην (2η) Π. Μ. έξι χιλιάδες διακόσια ένα ευρώ και σαράντα έξι λεπτά (6.201,46 €), 2. στην (3η) Λ. Χ. - Ο. επτά χιλιάδες πεντακόσια πενήντα ένα ευρώ και πενήντα δύο λεπτά (7.551,52 €), 3. στον (5ο) Ι. Φ. επτά χιλιάδες πεντακόσια πενήντα ένα ευρώ και πενήντα δύο λεπτά (7.551,52 €), 4. στην (6η) Μ. Δ. επτά χιλιάδες πεντακόσια τριάντα τρία ευρώ και ενενήντα δύο λεπτά (7.533,92 €) και 5. στον (7ο) Ε. Τ. επτά χιλιάδες πεντακόσια πενήντα ένα ευρώ και πενήντα δύο λεπτά (7.551,52 €). ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ εν όλω τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη