Αριθμός 1554/2023 α ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ: Α) Της αναιρεσείουσας: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ - ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χριστοδούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.)", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και Β) Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (e-Ε.Φ.Κ.Α.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, όπως μετονομάστηκε ο "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.)", ως οιονεί καθολικός διάδοχος του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: υπό εκκαθάριση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χριστοδούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσιβλήτου "... ΕΠΕ - ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5752/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3187/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 4540/2021 του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της υπ' αριθ. 3187/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 4540/2021 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 14-12-2021 και 14-2-2022 αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 205/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο συζητήθηκαν: Α) η από 14.12.2021 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας-εφεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΠΕ - ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" και Β) η από 14.2.2022 αίτηση αναίρεσης μετά του από 1.12.2022 πρόσθετου λόγου αυτής του εκκαλούντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" - ΕΦΚΑ" (όπως ήδη μετονομάσθηκε σε "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e-ΕΦΚΑ)") ως οιονεί καθολικού διαδόχου του εναγόμενου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΙΚΑ)". Οι αιτήσεις αυτές, που στρέφονται κατά της αυτής, υπ` αριθ. 3187/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 4540/2021 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου), πρέπει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). ΙΙ. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα εταιρία "... ΕΠΕ - ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" (ήδη αναιρεσείουσα της υπό στοιχ. Α' αίτησης αναίρεσης και αναιρεσίβλητη της υπό στοιχ. Β' αίτησης αναίρεσης), άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εναγόμενων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΙΚΑ)", του οποίου τελευταίο οιονεί καθολικό διάδοχο είναι το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e-ΕΦΚΑ)" (ήδη αναιρεσίβλητο της υπό στοιχ. Α' αίτησης αναίρεσης και αναιρεσείον της υπό στοιχ. Β' αίτησης αναίρεσης), 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)", ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΙΚΑ)" και 3) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ"(7η ΔΥΠε), ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)", την από 9.3.2017 αγωγή της, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι ως άνω εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλουν νομιμοτόκως, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το ποσό των 31.439,17 ευρώ, που συνίσταται σε οφειλή τους για πωληθέντα από αυτήν, με τιμολόγια, ιατρικά (οστομικά) υλικά στο εναγόμενο ΙΚΑ, χωρίς να υφίσταται έγκυρη σύμβαση μεταξύ της ίδιας (ως πωλήτριας) και του τελευταίου (ως αγοραστή). Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5752/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (κατά την τακτική διαδικασία), με την οποία αυτή (αγωγή), ως προς τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης των τελευταίων, ενώ έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς το ΝΠΔΔ (e-ΕΦΚΑ), που υπεισήλθε στη θέση του πρώτου εναγόμενου ΝΠΔΔ "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" (ως τελευταίο οιονεί καθολικό διάδοχό του), το οποίο υποχρέωσε να καταβάλει στην ενάγουσα το ανωτέρω αιτηθέν ποσό των 31.439,17 ευρώ με το νόμιμο τόκο σε ποσοστό 6% από την 9.11.2007, ήτοι την επομένη της επίδοσης της από 2.11.2007 (και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 40140/2007) αρχικώς ασκηθείσας αγωγής της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, που τελικώς, κατόπιν άσκησης έφεσης από το ΙΚΑ κατά της πρωτόδικης απόφασης του ως άνω δικαστηρίου, απορρίφθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθ. 1440/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Κατά της απόφασης αυτής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το ΝΠΔΔ (e-ΕΦΚΑ), που υπεισήλθε στη θέση του πρώτου εναγόμενου ΙΚΑ, άσκησε την από 18.9.2019 έφεσή του, ζητώντας την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής ως προς αυτό. Επί της ανωτέρω έφεσης εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθ. 3187/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 4540/2021 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου), με την οποία, κατά παραδοχή του 7ου λόγου έφεσης (και αφού απορρίφθηκαν οι λοιποί λόγοι αυτής), εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση μόνο ως προς τη διάταξή της για την έναρξη τοκογονίας του ήδη επιδικασθέντος κεφαλαίου από την 9.11.2007 και υποχρεώθηκε το εναγόμενο ΕΦΚΑ (ήδη μετονομασθέν σε e-ΕΦΚΑ) να καταβάλει στην ενάγουσα το επιδικασθέν (με την πρωτόδικη απόφαση) ποσό των 31.439,17 ευρώ με το νόμιμο, όμως, τόκο από την επομένη της επίδοσης της ένδικης (από 9.3.2017) αγωγής της και μέχρι την πλήρη εξόφληση, υπολογιζόμενο με επιτόκιο 6% ετησίως. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης α) η εφεσίβλητη-ενάγουσα εταιρία άσκησε την κρινόμενη υπό στοιχ. Α' αίτηση αναίρεσης, η οποία, ως κατατεθείσα την 15.12.2021, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από την έκδοσή της, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε την 11.5.2020 χωρίς να προκύπτει επίδοση αυτής στον αναιρεσείουσα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) το εκκαλούν-εναγόμενο ΝΠΔΔ (e-ΕΦΚΑ) άσκησε την κρινόμενη υπό στοιχ. Β' αίτηση αναίρεσης, η οποία, ως κατατεθείσα την 14.2.2022, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η τελευταία επιδόθηκε στο αναιρεσείον την 11.1.2022, όπως συνομολογείται από το ίδιο (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνυπολογιζόμενου, κατά τη διαδρομή της προθεσμίας, και του χρόνου αναστολής των δικαστικών προθεσμιών για τέσσερις ημέρες, ήτοι για το χρονικό διάστημα από την 25.1.2022 έως και την 28.1.2022, δυνάμει της από 28.1.2022 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 14/29.1.2022), που κυρώθηκε με το Ν. 4890/2022, με το άρθρο όγδοο της οποίας, με το τίτλο "Ρυθμίσεις για τις πολιτικές δίκες", ορίσθηκε ότι "το χρονικό διάστημα από τις 25 Ιανουαρίου 2022 έως και τις 28 Ιανουαρίου 2022, κατά το οποίο ανεστάλη η λειτουργία δικαστηρίων και εισαγγελιών λόγω ανωτέρας βίας δυνάμει των υπ` αρ. 4034/24.1.2022 (Β` 186) και 4035/26.1.2022 (Β` 190) αποφάσεων του Υπουργού Δικαιοσύνης, δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ενώπιον δικαστηρίων και συναφών εξωδίκων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων..." (πρβλ. ΑΠ 536/2017). Κατά συνέπεια οι ανωτέρω αιτήσεις είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ, επίσης, παραδεκτώς ασκήθηκε και ο από 1.12.2022 πρόσθετος (της υπό στοιχ. Β' αίτησης) λόγος αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ στην γραμματεία του Αρείου Πάγου την 1.12.2022 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη εταιρία την 5.12.2022 (βλ. την υπ' αριθ. 10528/5.12.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Α. Γ.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (την 15.5.2023), αφού αφορά στο ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττεται και με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολΔ). Επομένως, οι ως άνω υπό στοιχ. Α' και Β' αιτήσεις αναίρεσης καθώς και το δικόγραφο του πρόσθετου λόγου της δεύτερης αυτών, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙΙ. Με το Ν. 3918/2.3.2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις", προκειμένου (όπως αναφέρεται στην Εισηγητική του Έκθεση) να εξασφαλισθεί η ισότιμη πρόσβαση όλων των ασφαλισμένων σε ενιαίο σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας και να επιτευχθεί η σύμπραξη όλων των μονάδων πρωτοβάθμιας υγείας του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) με τις υπάρχουσες δομές όλων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), στο πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας ενιαίου δικτύου πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, ορίστηκαν και τα ακόλουθα: Στο άρθρο 17 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011: "1. Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (εφεξής ΕΟΠΥΥ ή Οργανισμός), το οποίο αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης... Η έναρξη λειτουργίας του Οργανισμού ορίζεται έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. 2. Στον ΕΟΠΥΥ μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του ΙΚΑ με το σύνολο του εξοπλισμού του, οι Κλάδοι Υγείας του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και του Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ), ο Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (ΟΠΑΔ), όπως διαμορφώθηκε με τις διατάξεις του ν. 3655/2008, ως προς τις παροχές σε είδος. 3... 4. ... 5. ...". Στο άρθρο 18: "1. Σκοπός του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας είναι α. Η παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, συνταξιούχους και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών τους, των μεταφερόμενων φορέων, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 30 Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας του παρόντος νόμου... 2. Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται στους ασφαλισμένους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ: α) από τις Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, β) από τους συμβεβλημένους με το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, τον ΟΑΕΕ και τον ΟΠΑΔ ιατρούς και γ) από τους ιατρούς των Κέντρων Υγείας και των Περιφερειακών Ιατρείων... 3. ... 4. ...". Στο άρθρο 23: "1. Οι υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥ διακρίνονται σε Κεντρική και Περιφερειακές. Α.... Β. α. Τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥ αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες ΙΚΑ-ΕΤΑΜ που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης, καθώς και οι περιφερειακές υπηρεσίες των λοιπών εντασσόμενων φορέων και κλάδων υγείας που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος. Από τις περιφερειακές υπηρεσίες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εξαιρούνται οι υπηρεσίες νοσοκομειακής υποστήριξης, οι οποίες μεταφέρονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. β. Η ένταξη των περιφερειακών υπηρεσιών των μεταφερόμενων φορέων στον ΕΟΠΥΥ, σύμφωνα με το άρθρο 17 του παρόντος, δύναται να είναι σταδιακή και πραγματοποιείται με την έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, στην οποία καθορίζεται και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης". Περαιτέρω, με το άρθρο 29 του ίδιου ως άνω Ν. 3918/2011 ορίστηκε ότι: "1.Α) Ο ΕΟΠΥΥ αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. 2 ... 3. Οι συμβάσεις των εντασσόμενων φορέων εξακολουθούν να ισχύουν έναντι του ΕΟΠΥΥ", ενώ με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου ορίστηκε ότι: "Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων συνεχίζονται από τον ΕΟΠΥΥ, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του ΕΟΠΥΥ". Κατ' εξουσιοδότηση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 23 παρ. 1 Ββ' του Ν. 3918/2011 εκδόθηκε η Υ.Α. Φ.80000/οικ.32115/2009 (Β' 3010/29.12.2011), με την οποία μεταφέρθηκαν, από 1.1.2012, στον ΕΟΠΥΥ από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες που δεν αποτελούσαν οργανικές μονάδες και λειτουργούσαν μέχρι τότε ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του Ιδρύματος κλπ., οι οποίες αποτελούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του Π.Δ. 266/1989, μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του ΙΚΑ. Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν συνάγεται ότι με το άρθρο 17 του Ν. 3918/2011 συστήθηκε ως ΝΠΔΔ ο ΕΟΠΥΥ, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, στους συνταξιούχους και στα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που εντάχθηκαν σε αυτόν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ότι ο ΕΟΠΥΥ, κατά το άρθρο 29 παρ. 1 και 9 και 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου, αποτελεί καθολικό διάδοχο των ΦΚΑ, που εντάσσονται σε αυτόν, στα οποία περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως προς τις παροχές υγείας σε είδος, οι δε συμβάσεις των εντασσομένων φορέων εξακολουθούν να ισχύουν έναντι του ΕΟΠΥΥ, ο οποίος συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Επομένως, μετά το Ν. 3918/2011, για τις προμήθειες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ του προγενέστερου του νόμου αυτού χρονικού διαστήματος, αν οι προμήθειες αυτές αφορούν τον κλάδο υγείας του ΙΚΑ, συνεχίζει τις σχετικές δίκες, ως καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ΕΟΠΥΥ (ΑΠ 407/2023, ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 465/2019, ΣτΕ 759/2020). Τα ανωτέρω δεν μεταβλήθηκαν με το Ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (ΠΕΔΥ), αλλαγή σκοπού ΕΟΠΥΥ και λοιπές διατάξεις", ο οποίος άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 56 αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (17.2.2014), και ορίζει στην παρ. 2 του άρθρου 1, με τον τίτλο "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας", που εντάσσεται στο πρώτο κεφάλαιο του νόμου, ότι: "Στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) συνιστάται Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (ΠΕΔΥ) που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (ΔΥΠε) της Χώρας" και στο άρθρο 2 ότι: "1. Τα Κέντρα Υγείας και οι λοιπές Μονάδες παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας των ΔΥΠε αποτελούν τις δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του ΠΕΔΥ. 2. ... 3. Οι Μονάδες παροχής υπηρεσιών ΠΦΥ του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ) μεταφέρονται και εντάσσονται στην οργανωτική δομή των ΔΥΠε ως αποκεντρωμένες μονάδες τους, εξαιρουμένων των Φαρμακείων του ΕΟΠΥΥ, τα οποία παραμένουν και λειτουργούν στον Οργανισμό. 4. ...", γιατί, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 και 21 παρ. 4, 5, 6, 8 και 9 του νόμου αυτού, για τις συμβάσεις προμηθειών του κλάδου υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που μεταβιβάστηκαν στον ΕΟΠΥΥ με το Ν. 3918/2011, εξακολουθεί να νομιμοποιείται ο ΕΟΠΥΥ και δεν νομιμοποιούνται οι αντίστοιχες ΔΥΠε (ΑΠ 407/2023, ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 465/2019, ΣΤΕ 759/2020). Στη συνέχεια, με το άρθρο 51 παρ. 1 του Ν. 4387/12.5.2016 συστήθηκε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ) και έδρα την Αθήνα, το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, και ορίστηκε ότι από 1.1.2017, που αρχίζει η λειτουργία του, εντάσσονται σ' αυτό αυτοδίκαια οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΦΚΑ), που αναφέρονται στο άρθρο 53 επ. του ιδίου νόμου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έως τότε υφιστάμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, όπως αυτό είχε παραμείνει μετά την ίδρυση του ΕΟΠΥΥ και την ένταξη των νοσοκομείων του στο ΕΣΥ με το άρθρο 32 του ανωτέρω Ν. 3918/2011, των οποίων ΦΚΑ ο ΕΦΚΑ καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος. Ως σκοπός του ΕΦΚΑ ορίστηκε η κάλυψη των υπακτέων στην ασφάλισή του προσώπων για τους ασφαλιστικούς κινδύνους που προβλέπονται από την οικεία νομοθεσία με την προβλεπόμενη στο νόμο αυτόν χορήγηση: α. μηνιαίας κύριας σύνταξης, λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους ασφαλισμένους ή/και στα μέλη της οικογενείας τους, β. η χορήγηση προσυνταξιοδοτικών και άλλων παροχών στους συνταξιούχους... γ. παροχών ασθένειας σε χρήμα, δ. ειδικών προνοιακών επιδομάτων και ε. κάθε άλλης παροχής σε χρήμα ή υπηρεσιών, για τις οποίες καθίσταται αρμόδιος ο ΕΦΚΑ ενώ με το άρθρο 51Α' παρ. 1 του ιδίου νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 46702020, που άρχισε να ισχύει από 1.3.2020, ο ΕΦΚΑ μετονομάσθηκε, από την 1.3.2020, σε "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης", αποκαλούμενος στο εξής "e-ΕΦΚΑ". Στη συνέχεια, ο Ν. 4430/31.10.2016, στην παρ. 1 του άρθρου 52 αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο "Εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), ως καθολικού διαδόχου των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης", όρισε ότι: "1α) Ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ) θα χρηματοδοτηθεί από τον Κρατικό Προϋπολογισμό τα οικονομικά έτη 2016 και 2017 για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Οργανισμού, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 30.4.2016 προς τα Φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κ.λπ.), "φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κ.λπ." [όπως το εντός εισαγωγικών τμήμα προστέθηκε με το άρθρο 34 παρ. 4 περ. α' του Ν. 4447/2016]... β) Ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ΕΟΠΥΥ νοούνται εκείνες που αφορούν τα πριν τις 31.12.2012 έτη και για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση, κατά το χρόνο υποβολής, παραστατικά στοιχεία και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί", ενώ στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου 52 όριζε ότι: "4. Η εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Οργανισμού που πραγματοποιείται από ΦΚΑ των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον ΕΟΠΥΥ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 29 παρ. 10 του Ν. 3918/2011, όπως ισχύει, διενεργείται το αργότερο έως 30.6.2017". Η τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 52 του Ν. 4430/2016 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 97 παρ. 1α του Ν. 4486/7.8.2017 ως ακολούθως: "4. Μετά τις 30.6.2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ΕΟΠΥΥ που προέρχονται από ΦΚΑ, των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον ΕΟΠΥΥ, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΦΚΑ. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, συνεχίζονται από τον ΕΦΚΑ, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν και εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του ΕΦΚΑ. Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ και οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΟΠΥΥ και εξοφλούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο". Επακολούθησε ο Ν. 4578/3.12.2018, ο οποίος, στο άρθρο 12 αυτού, που φέρει τον τίτλο "Εκκαθάριση και πληρωμή ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των ΦΚΑ που εντάχθηκαν στον ΕΟΠΥΥ", όπως η περίπτ. α' της παρ. 1 αυτού συμπληρώθηκε από τότε που άρχισε να ισχύει με το άρθρο 44 του Ν. 4611/17-5-2019, όρισε τα εξής: "1. α) Ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που εντάχθηκαν στον ΕΟΠΥΥ προς τα φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κ.λπ.), φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κ.λπ., και προς ασφαλισμένους των ΦΚΑ, εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον ΕΦΚΑ μέχρι 31.12.2019. Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του πρώην ΟΠΑΔ/Τομέας Ασφαλισμένων Δημοσίου, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ, οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον ΕΟΠΥΥ και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του και εξοφλούνται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 52 του ν. 4430/2016 .... β) Ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, νοούνται εκείνες που αφορούν τα έτη από 1.1.2006 και εντεύθεν, για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα, κατά περίπτωση, παραστατικά ή αποδεικνύεται η παροχή των υπηρεσιών ή η παραλαβή των προϊόντων και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί έως την έναρξη ισχύος του παρόντος". Επίσης, με το άρθρο 13 του ως άνω Ν. 4578/2018, υπό τον τίτλο "Νομική παράσταση ΕΦΚΑ υπέρ ΕΟΠΥΥ" ορίστηκε ότι: "1. Σε δίκες που αφορούν αξιώσεις ή υποχρεώσεις των κλάδων υγείας που μεταφέρθηκαν στον ΕΟΠΥΥ, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 17 του Ν. 3918/2011, την παρ. 17 του άρθρου 13 του Ν. 4052/2012 .. και το εδάφιο 1β της υποπαραγράφου ΙΒ.1 της παρ. ΙΒ` του άρθρου μόνου του Ν. 4093/2012 ..., στις οποίες διάδικος είναι το πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, νυν ΕΦΚΑ, ή/και ο ΕΟΠΥΥ, ο ΕΦΚΑ εξακολουθεί να νομιμοποιείται στη διεξαγωγή των δικών αυτών και η νομιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση ένδικων μέσων, μέχρι και την αμετάκλητη περάτωσή τους. Η νομική θέση του ΕΟΠΥΥ στις δίκες αυτές δεν θίγεται. Οι αποφάσεις δεσμεύουν τον ΕΟΠΥΥ και εκτελούνται υπέρ και εις βάρος του. 2. Οι διατάξεις του παρόντος καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δίκες". Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, μετά τις 30.6.2017, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 52 παρ. 4 του Ν. 4430/2016, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1 α' του Ν. 4486/2017, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ΕΟΠΥΥ που προέρχονται από ΦΚΑ, των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον ΕΟΠΥΥ, όπως είναι και το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, όπως προαναφέρθηκε (πλην εκείνων του πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ), "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφαλίσεως (ΕΦΚΑ)" και οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις συνεχίζονται από τον ΕΦΚΑ, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και, συνεπώς, στις δίκες αυτές δεν νομιμοποιείται να παραστεί ο ΕΟΠΥΥ, αλλά ο ΕΦΚΑ και ήδη ο e-ΕΦΚΑ (ΑΠ 407/2023, ΑΠ 1990/2022, ΣτΕ 759/2020). Από την γενικότητα της διατύπωσης της ανωτέρω διάταξης και από τον σκοπό, που επιδιώκει, συνάγεται ότι στις ληξιπρόθεσμες αυτές απαιτήσεις του ΕΟΠΠΥ, που "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφαλίσεως (ΕΦΚΑ)" συμπεριλαμβάνονται και οι κατ' αυτού απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως είναι και οι απαιτήσεις από άκυρες συμβάσεις προμήθειας ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού, που είχε συνάψει με προμηθευτές του το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μέχρι και την 31.12.2011, οπότε, στην περίπτωση αυτή, το ως άνω ΝΠΔΔ είναι υποχρεωμένο να αποδώσει στον πωλητή, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), την ωφέλεια την οποία αποκόμισε από τα αγαθά που αγόρασε, η οποία συνίσταται στο ποσό που θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο για την αγορά των ίδιων αγαθών (ΑΠ 431/2018, ΑΠ 766/2014). Εξάλλου, ο νομοθέτης αποβλέποντας στην εξόφληση όλων των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που εντάχθηκαν από 1.1.2012 στον ΕΟΠΥΥ, όρισε με το άρθρο 12 του Ν. 4578/2018, ότι οι υποχρεώσεις αυτές "εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον ΕΦΚΑ" μέχρι 31.12.2019 (πλην εκείνων του πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ), ήδη δε, μετά από διαδοχικές παρατάσεις, μέχρι τις 31.12.2022, δυνάμει της ΥΑ60855/2022 (ΦΕΚ Β' 3354/2022), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 85 Ν. 4825/2021. Περαιτέρω, με το άρθρο 13 του ιδίου νόμου επιλύθηκαν θέματα νομικής παράστασης του ΕΦΚΑ υπέρ ΕΟΠΥΥ σε εκκρεμείς δίκες, τις οποίες καταλαμβάνουν οι διατάξεις του άρθρου αυτού, και ορίστηκε ότι η νομική θέση του ΕΟΠΥΥ στις δίκες αυτές δεν θίγεται και ότι οι αποφάσεις δεσμεύουν τον ΕΟΠΥΥ και εκτελούνται σε βάρος του. Η διάταξη, όμως, αυτή, σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες ρυθμίσεις, πρέπει να ερμηνευθεί ότι δεν αφορά τις εκκρεμείς δίκες του ΕΟΠΥΥ που συνεχίζονται από τον ΕΦΚΑ και αφορούν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ΕΟΠΥΥ, οι οποίες προέρχονται από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που οι κλάδοι υγείας τους εντάχθηκαν, με την παρ. 2 του άρθρου 17 του Ν. 3918/2011, στον ΕΟΠΥΥ, και οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του ιδίου άρθρου 52 του Ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α του Ν. 4486/2017, "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΦΚΑ" (που, άλλωστε, και δυνάμει των νεότερων διατάξεων του άρθρου 12 του Ν. 4578/2018 "εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον ΕΦΚΑ"), αλλά εκείνες τις εκκρεμείς δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου, πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ), οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον ΕΟΠΥΥ, με τις ίδιες διατάξεις, αλλά δεν μεταφέρθηκαν, μετά τις 30.6.2017, προς εξόφληση στον ΕΦΚΑ, γιατί εξαιρέθηκαν ρητώς, κατά τα ανωτέρω (άρθρο 52 παρ. 4 Ν. 4430/2016, όπως ισχύει, και άρθρο 12 Ν. 4578/2018), και εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον ΕΟΠΥΥ και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του (ΑΠ 407/2023, ΑΠ 1990/2022, ΑΠ 222/2022, ΑΠ 624/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), άλλως ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος, η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας. Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή, ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 915/2021, ΑΠ 42/2021). Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "... Η ένδικη αξίωση προέρχεται από πώληση και παράδοση υλικών από την ενάγουσα-εφεσίβλητη εταιρία στο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "ΙΚΑ- ΕΤΑΜ" κατά το χρονικό διάστημα από 29.4.2004 έως 16.12.2005 ήτοι πριν την ένταξη του τελευταίου στον ΕΟΠΥΥ... Ο ΕΟΠΥΥ δυνάμει του νόμου 3918/2011 αρχικά κατέστη καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για την επίδικη αξίωση. Επίσης στη συνέχεια δυνάμει των... διατάξεων του ν. 4238/2014 επήλθαν αλλαγές στη διόρθωση και το σκοπό του ΕΟΠΥΥ και συστήθηκε το Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας σύμφωνα με τις οποίες (διατάξεις) όλες οι υπηρεσίες υγείας που εντάχθηκαν στις Δ.Υ.ΠΕ αποτελούν αποκεντρωμένες μονάδες αυτών. Επίσης με την με αριθμό Γ.Π./οικ16339 απόφαση του Υφυπουργού Υγείας ορίστηκε η Χωροταξική Κατανομής ανά Υγειονομική Περιφέρεια των υφισταμένων Μονάδων Υγείας του ΕΟΠΥΥ, οι οποίες μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των Δ.Υ.ΠΕ της Χώρας. Ωστόσο, με τη διάταξη της παρ. 5 του ν. 4238/2014... ορίσθηκε ότι για τις συμβάσεις που είχαν υπογράφει με το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και αφορούσαν σε προμήθεια ιατρικού υλικού για τις ανάγκες των μονάδων του και στη συνέχεια των φορέων του ΕΟΠΥΥ οι οποίες είχαν εκτελεσθεί μέχρι 31.12.2014 (όπως δηλαδή οι επίδικες), συνεχίζουν να επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΟΠΥΥ από τον οποίο εξακολουθεί να διενεργείται η ενταλματοποίηση και εκτελούνται σε βάρος του... Κατά συνέπεια, εφόσον οι ένδικες συμβάσεις καταρτίστηκαν μεταξύ της ενάγουσας και του "Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ.", και δεδομένου ότι τα ένδικα είδη παραδόθηκαν προσηκόντως σε υπηρεσίες αυτού έως και το έτος 2005 και πάντως πριν από τις 31.12.2014, οι σχετικές αξιώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή βάρυναν αρχικά τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ως καθολικό διάδοχο του "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ."... Ωστόσο δυνάμει του άρθρου 97 του ν. 4486/2017, με το οποίο αντικαταστάθηκε η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 52 του ν 4430/2016, μετά τις 30.6.2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ΕΟΠΥΥ που προέρχονται από ΦΚΑ των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΦΚΑ, ενώ εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις συνεχίζονται από τον ΕΦΚΑ χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Επομένως σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη το νομικό πρόσωπο με την επωνυμία ΕΦΚΑ ως απώτερος καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ νομιμοποιείται να εναχθεί για την επίδικη αξίωση και όχι το δεύτερο εναγόμενο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία ΕΟΠΥΥ... Επομένως ορθώς η εκκαλουμένη απόφαση... έκανε δεκτή την αγωγή για το εκκαλούν νομικό πρόσωπο. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλημμέλεια και ο πρώτος, δεύτερος και ο πέμπτος (ως προς το μέρος που αφορά την παθητική νομιμοποίηση του εκκαλούντος) λόγοι έφεσης, που αφορούν την έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του εκκαλούντος..., πρέπει να απορριφθούν... Ειδικότερα για το δεύτερο λόγο έφεσης σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη διάταξη της παρ 4 του άρθρου 52 του ν 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 97 του ν.4486/2017, εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ΕΟΠΥΥ που προέρχονται από ΦΚΑ των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ συνεχίζονται από τον ΕΦΚΑ χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και επομένως νομίμως το ΕΦΚΑ συνέχισε την δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου χωρίς να επέλθει διακοπή αυτής, ως απώτερος καθολικός διάδοχος του αρχικού εναγομένου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ "e-ΕΦΚΑ" και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που κρίνοντας ομοίως, είχε απορρίψει τον ισχυρισμό του περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτού ως προς την ένδικη αγωγική αξίωση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 52 παρ. 4 του Ν. 4430/2016, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 97 παρ. ια' του Ν. 4486/2017, η οποία ήταν εφαρμοστέα και, επίσης, ορθά δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 του Ν. 4578/2018, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, ενώ, τέλος, ορθά ερμήνευσε και την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 4578/2018, αφού, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη εταιρία είχε ληξιπρόθεσμη απαίτηση κατά του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ποσού 31.439,17 ευρώ με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, από τις αναφερόμενες στην απόφαση άκυρες συμβάσεις πώλησης οστομικών υλικών, οι οποίες καταρτίσθηκαν και εκτελέστηκαν μέχρι τον κρίσιμο χρόνο της 31.12.2011 και δεν είχαν εξοφληθεί μέχρι τις 30.6.2017 τόσο από το αρχικά εναγόμενο ΙΚΑ, όσο και από τον οιονεί καθολικό διάδοχό του, ΕΟΠΥΥ, και συνεπώς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, η εκκρεμής ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δίκη, αφορώσα στις ανωτέρω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που μεταβιβάστηκαν στον ΕΟΠΥΥ με το Ν. 3918/2011 (και παρέμειναν σε αυτόν και μετά το Ν. 4238/2014 αφού δεν μεταφέρθηκαν στις ΔΥΠε) συνεχίστηκε νομίμως πλέον από τον ΕΦΚΑ (και ήδη τον "e-ΕΦΚΑ"), στον οποίο οι υποχρεώσεις αυτές μεταφέρθηκαν και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του, χωρίς να επέλθει διακοπή της δίκης, και ο οποίος πλέον μόνος νομιμοποιείται παθητικά στην ένδικη υπόθεση, χωρίς να παύσει μεταγενέστερα η νομιμοποίηση αυτή του ΕΦΚΑ δυνάμει του άρθρου 13 του Ν. 4578/2018, όπως εσφαλμένως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, γιατί το άρθρο αυτό δεν αφορά στις ανωτέρω ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις κατά του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που μεταβιβάστηκαν στον ΕΟΠΥΥ και κατά το άρθρο 52 παρ. 4 του Ν. 4430/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. ια' του Ν. 4486/2017, "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΦΚΑ", αλλά εκείνες τις εκκρεμείς δίκες που έχουν ως αντικείμενο τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκος Ναύτου, πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ), οι οποίες εντάχθηκαν μεν στον ΕΟΠΥΥ, αλλά δεν μεταφέρθηκαν μετά τις 30.6.2017 προς εξόφληση στον ΕΦΚΑ, γιατί εξαιρέθηκαν ρητά, και ως εκ τούτου εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον ΕΟΠΥΥ και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του. Επομένως οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της υπό στοιχ. Β' αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο (μοναδικός) πρόσθετος λόγος αυτής, εξεταζόμενοι ως σύνολο, με τους οποίους το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθ. 1 (και όχι και από τους αριθ. 9, 14 και 19, όπως το ίδιο επικαλείται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι. ΙV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, 215 παρ. 1 εδ. α' και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για επιδίκαση χρηματικής απαίτησης δεν είναι μόνο διαδικαστική πράξη αλλά έχει και χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας όχλησης που εμπεριέχει πρόσκληση του δανειστή απευθυντέα προς τον οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής ανεξαρτήτως του διαδικαστικού χαρακτήρα της ως στοιχείου άσκησης της αγωγής και μέσου έναρξης της δίκης, ώστε, ως εναρκτήρια αυτής διαδικαστική πράξη, να συνεπάγεται την τοκογονία του ληξιπροθέσμου χρέους χωρίς την υπερημερία του εναγόμενου οφειλέτη (ΑΚ 346) και ως όχληση να καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο υπό την επιφύλαξη της ένστασης του άρθρου 342 ΑΚ και υπόχρεο να πληρώσει το νόμιμο τόκο υπερημερίας όχι ως άμεσο αποτέλεσμα της αγωγής, η οποία δεν έχει τέτοια συνέπεια, αλλά της όχλησης που όταν ασκείται με την αγωγή της οποίας δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο, ούτε τη νομική φύση της, ούτε την αυτοτέλειά της έναντι της αγωγής αποβάλλει. Το ως άνω αποτέλεσμα της όχλησης που έγινε με την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής προς τον οφειλέτη δεν ανατρέπεται αν η αγωγή αυτή απορριφθεί για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξίωσης, αλλά στην έλλειψη δικονομικών προϋποθέσεων, συνεπαγομένων ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής ή απαράδεκτο αυτής (π.χ. λόγω αοριστίας). Αντίθετα, αν η αγωγή απορριφθεί για ουσιαστικό λόγο, το ανωτέρω αποτέλεσμα της περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία δεν διατηρείται, αφού στην περίπτωση αυτή η όχληση δεν αφορά σε νόμιμη ή βάσιμη απαίτηση (ΑΠ 234/2022, ΑΠ 160/2021). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο ενάγων, του οποίου προγενέστερη αγωγή, που είχε επιδοθεί νομίμως, απορρίφθηκε λόγω έλλειψης δικονομικής προϋπόθεσης, δικαιούται να λάβει τόκους από την επίδοση εκείνης της αγωγής, η οποία δεν εξέλιπε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας, εφόσον με νεότερη αγωγή επιδιώκει την επιδίκαση της ίδιας απαίτησης (ΑΠ 585/2020, ΑΠ 178/2016). Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 294, 295 παρ. 1, 297 ΚΠολΔ παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, που έχει ως αποτέλεσμα το ότι η αγωγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα, συνεπάγεται την ανατροπή εξ υπαρχής μόνο των αποτελεσμάτων που επήλθαν με και από την άσκηση αυτής, δεν αφορά όμως και την επίδοση της αγωγής κατά το μέρος που η επίδοσή της έχει χαρακτήρα όχλησης, δημιουργική υπερημερίας του οφειλέτη και οφειλής για αντίστοιχους τόκους σύμφωνα με το άρθρο 345 ΑΚ (ΟλΑΠ 13/1994, ΑΠ 234/2022). Επομένως ο ενάγων, ο οποίος με προγενέστερη αγωγή του, επιδοθείσα νομίμως, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, είχε ζητήσει την επιδίκαση της ίδιας απαίτησης, που ενασκεί με τη νέα αγωγή, δικαιούται να λάβει τόκους από την επίδοση της πρώτης αγωγής, η οποία δεν εξέλιπε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας (ΑΠ 520/2023, ΑΠ 234/2022, ΑΠ 1418/2018). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986 ορίζεται, ότι, αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 1406/1983, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε. Ακολούθως, το ζήτημα αυτό ρυθμίσθηκε με το άρθρο 41 Ν. 3659/2008, το οποίο ορίζει ότι "αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή αφότου καταστεί τελεσίδικη η επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε". Σύμφωνα λοιπόν με τη νεότερη αυτή διάταξη, η ανωτέρω δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία αφετηριάζεται, αν η απορριπτική απόφαση είναι από την έκδοσή της τελεσίδικη ή εκδόθηκε κατ' έφεση από δικαστήριο του δεύτερου βαθμού, από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, όχι μόνον όταν εκδίδεται επί της ασκηθείσης αγωγής απορριπτική απόφαση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, αλλά και όταν ο ενάγων, αντιλαμβανόμενος ότι άσκησε την αγωγή του ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, ασκήσει νέα αγωγή ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, χωρίς να αναμείνει την έκδοση απόφασης, αφού και με τον τρόπο αυτό πραγματώνεται ο σκοπός της ανωτέρω διάταξης, που συνίσταται στη σε σύντομο διάστημα επίλυση των εκκρεμών υποθέσεων και στην προστασία των ενδιαφερομένων, οι οποίοι με την εσφαλμένη άσκηση βοηθήματος ενώπιον Δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, κινδυνεύουν να παραγραφεί η αξίωσή τους (ΑΠ 520/2023, ΑΠ 234/2022). Τέλος, κατά το άρθρο 263 ΑΚ "Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή". Από τη διάταξη δε αυτή προκύπτει, ότι η νέα αγωγή, για να έχει το ανωτέρω αποτέλεσμα, απαιτείται να έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία (ΑΠ 234/2022, ΑΠ 43/2015). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της υπό στοιχ. Α' αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται από την αναιρεσείουσα εταιρία στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 340, 345, 346 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 9 παρ. 4 Ν. 1649/1986 και 41 Ν. 3659/2008, κρίνοντας εσφαλμένα ότι η παραίτηση αυτής (αναιρεσείουσας) από τα δικόγραφα των από 30.3.2012 και από 2.5.2012 αγωγών της (στρεφόμενων η πρώτη κατά του ΙΚΑ και η δεύτερη κατά του ΕΟΠΥΥ ως διαδόχου του ΙΚΑ) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε ως αποτέλεσμα την άρση των συνεπειών της από 2.11.2007 αρχικής αγωγής της ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την έναρξη της τοκογονίας και ότι η ένδικη από 9.3.2017 αγωγή της δεν ασκήθηκε εντός διμήνου από την επίδοση σ' αυτήν της τελεσίδικης απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την προηγούμενη αγωγή της για έλλειψη δικαιοδοσίας, ώστε να θεωρηθεί ότι αυτή (ένδικη αγωγή) ως προς την έννομη συνέπεια της έναρξης τοκογονίας, ασκήθηκε κατά τον χρόνο άσκησης της από 2.11.2007 αγωγής της. Επίσης, με το δεύτερο λόγο της υπό στοιχ. Β' (αντίθετης) αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 251, 263, 346 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 9 παρ. 4 Ν. 1649/1986 και 41 Ν. 3659/2008, κρίνοντας εσφαλμένα ότι η παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικόγραφο των από 30.3.2012 και από 2.5.2012 αγωγών της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν είχε ως αποτέλεσμα την άρση των συνεπειών της από 2.11.2007 προηγούμενης αγωγής της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τη διακοπή της παραγραφής της ένδικης αξίωσης της αντιδίκου του και απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του (που πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης) ότι η αξίωση αυτή της τελευταίας έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ. 6 Ν. 1846/1951. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αριθ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ανωτέρω ζητήματα: α) της διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξίωσης και β) της έναρξης της τεκνογονίας του επιδικασθέντος ποσού, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη) αρχικά άσκησε κατά του ΙΚΑ την από 2-11-2007 και με αριθμό κατάθεσης 40140/2007 αγωγή της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, μεταξύ άλλων και, για την επίδικη αξίωση με την ίδια πραγματική και νομική αιτία και τα ίδια ακριβώς αιτήματα με την ένδικη αγωγή καθώς εκτός από τη βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης (η από 2.11.2007 αγωγή της) περιείχε και τη βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η αγωγή αυτή επιδόθηκε στο ΙΚΑ την 8-11-2007... και έτσι διεκόπη η παραγραφή των απαιτήσεών της και άρχισε να διαδράμει νέος χρόνος πενταετούς παραγραφής. Επί της ανωτέρω αγωγής εξεδόθη η με αριθμ. 12544/2009 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και κατόπιν εφέσεων του ΙΚΑ η με αριθμ. 1440/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών η οποία την απέρριψε τελεσίδικως ελλείψει δικαιοδοσίας κρίνοντας ότι η υπό κρίση διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρία των 22.3.2012. Στη συνέχεια η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε κατά του ΙΚΑ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30/3/2012 (ΓΑΚ .../2012 ΕΑΚ .../2012) αγωγή της, για την ίδια ακριβώς απαίτηση, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο ΙΚΑ την 10.4.2012..., ήτοι εντός του διμήνου που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 9 παρ.4 του ν. 1649/1986 και του άρθρου 41 του ν. 3659/2008. Δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίσθηκε μετά από αναβολή η δικάσιμος της 25.1.2015 κατά την οποία η συζήτησή της ματαιώθηκε λόγω εκλογών. Την αγωγή αυτή επανέφερε η ενάγουσα-εφεσίβλητη με την από 4.12.2015 κλήση της (ΓΑΚ .../2015 ΕΑΚ .../2015) την οποία επέδωσε στο ΙΚΑ... και έλαβε δικάσιμο την 22.3.2017. Επίσης η ενάγουσα-εφεσίβλητη άσκησε κατά του ΕΟΠΥΥ, ο οποίος είχε καταστεί στο μεταξύ καθολικός διάδοχος ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κλάδου υγείας του ΙΚΑ (άρθρα 17 και 29 του ν. 3918/2011), την από 2.5.2012 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για την ίδια επίσης απαίτηση, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο την 2.5.2012... ήτοι εντός του διμήνου από την επίδοση της τελεσίδικης απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Δικάσιμος για την αγωγή αυτή ορίσθηκε η 10.10.2012 και μετά από αναβολή η 25.1.2012 οπότε και ματαιώθηκε λόγω εκλογών. Η ενάγουσα-εφεσίβλητη επανέφερε τη συζήτησή της με την από 25.2.2015 κλήση της (ΓΑΚ .../2015 ΕΑΚ .../2015) η οποία έλαβε δικάσιμο την 22.3.2017 και επιδόθηκε στον ΕΟΠΥΥ... Επομένως αφού η ενάγουσα άσκησε τις ανωτέρω αγωγές ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων εντός διμήνου από την κοινοποίηση της απόφασης που απέρριψε τελεσίδικα την πρώτη αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, για έλλειψη δικαιοδοσίας, λογίζεται ως προς όλες τις έννομες συνέπειες τους (ήτοι και για τη διακοπή της παραγραφής) ότι ασκήθηκαν κατά το χρόνο της άσκησης της αρχικής από 2.11.2007 αγωγής που απορρίφθηκε. Στη συνέχεια η ενάγουσα παραιτήθηκε από τις ανωτέρω αγωγές και κλήσεις με τα κάτωθι δικόγραφα: 1. Με το από 1.3.2017 δικόγραφο παραίτησης παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 30.3.2012 αγωγής κατά του ΙΚΑ το οποίο δικόγραφο επιδόθηκε την 7.3.2017... 2. Με το από 1.3.2017 δικόγραφο παραίτησης παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 4.12.2015 Κλήσης κατά του ΙΚΑ το οποίο δικόγραφο επιδόθηκε στο εναγόμενο την 7.3.2017... 3. Με το από 1.3.2017 δικόγραφο παραίτησης παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 24.4.2012 αγωγής κατά του ΕΟΠΥΥ το οποίο δικόγραφο επιδόθηκε στο εναγόμενο την 7.3.2017... 4. Με το από 1.3.2017 δικόγραφο παραίτησης παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 25.2.2015 Κλήσης κατά του ΙΚΑ το οποίο δικόγραφο επιδόθηκε στο εναγόμενο την 7.3.2017... Στη συνέχεια το εφεσίβλητο άσκησε την ένδικη από 9.3.2017 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία επιδόθηκε στο εφεσίβλητο την 30.3.2017... ήτοι εντός εξαμήνου από την παραίτηση από το δικόγραφο των ανωτέρω αναφερόμενων αγωγών οπότε κατ' άρθρο 263 παρ. 2 ΑΚ (που εφαρμόζεται και εν προκειμένω...) οι συνέπειες της διακοπής της παραγραφής με την αρχικώς ασκηθείσα ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων αγωγή διατηρούνται. Συνεπώς, ο τρίτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος... Περαιτέρω με τον έβδομο λόγο έφεσης το εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον-αναιρεσίβλητο) ισχυρίζεται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη επιδικάζοντας τόκους υπερημερίας για το κεφάλαιο των 31.439,17 ευρώ από 9.11.2007 επομένη της ημέρας επίδοσης της αρχικής από 2.11.2007 αγωγής ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αφού...θα έπρεπε να επιδικασθούν τόκοι από την άσκηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ΝΔ/τος 496/1974 σύμφωνα με την οποία για την έναρξη της τοκοδοσίας οφειλής Ν.Π.Δ.Δ. απαιτείται επίδοση αγωγής...και κρίνεται και ουσιαστικά βάσιμος αφού η παραίτηση της ενάγουσας από το δικόγραφο των από 30.03.2012 και 24.4.2012 αγωγών της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε ως συνέπεια την άρση των συνεπειών της άσκησής τους ως διαδικαστικών πράξεων αναδρομικά... επομένως και την άρση των συνεπειών της από 2.11.2007 αγωγής ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την έναρξη της τοκοδοσίας. Εξάλλου η ένδικη αγωγή δεν ασκήθηκε εντός διμήνου από την επίδοση της με αριθμ. 1440/2011 τελεσίδικης απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την από 2.11.2007 αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας (επίδοση που έλαβε χώρα την 22.3.2012) ώστε να θεωρηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ.4 του ν. 1649/1986 και 41 του ν. 3659/2008 ότι η ένδικη αγωγή λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες της επομένως και της έναρξης της τοκογονίας ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης της από 2.11.2007 αγωγής... Σημειωτέον ότι το θέμα της παραγραφής που εξετάσθηκε ανωτέρω είναι διαφορετικό γιατί εκεί ρητά η διάταξη το άρθρου 263 ΑΚ αναφέρει στην παρ. 2 για το θέμα της διακοπής της παραγραφής με την άσκηση αγωγής εκ μέρους του δικαιούχου, ότι αν ο δικαιούχος που παραιτήθηκε από προηγούμενη αγωγή εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες η παραγραφή θεωρείται ότι διεκόπη με την προηγούμενη αγωγή. Κάτι ανάλογο όμως δεν προβλέπεται για την έναρξη της τοκοδοσίας αφού με την παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής αίρονται οι συνέπειές της και επομένως και η έναρξη της τοκοδοσίας κατ' άρθρο 346 ΑΚ. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση όρισε ως χρόνο έναρξης της τοκοδοσίας την 9.11.2007 έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το ζήτημα της διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξίωσης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 251, 263, 346 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 9 παρ. 4 Ν. 1649/1986 και 41 Ν.3659/2008, οι οποίοι ήταν εφαρμοστέοι και εφαρμόστηκαν στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον η παραίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας από τα δικόγραφα των από 30.3.2012 και 2.5.2012 αγωγών της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν είχε ως αποτέλεσμα την άρση των συνεπειών της άσκησής τους αναδρομικά, καθώς και την άρση των συνεπειών της αρχικής από 2.11.2007 αγωγής της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το ζήτημα της διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξίωσής της, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ένδικη από 9.3.2017 αγωγή της ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την παραίτηση αυτής (αναιρεσίβλητης) από τα δικόγραφα των από 30.3.2012 και από 2.5.2012 προγενέστερων για την ίδια απαίτηση αγωγών της (που είχαν ασκηθεί εντός του διμήνου που προβλέπουν τα άρθρα 9 παρ. 4 Ν. 1649/1986 και 41 Ν. 3659/2008), με αποτέλεσμα, κατ' άρθρο 263 εδ. β' ΑΚ, να διατηρούνται οι συνέπειες της διακοπής της παραγραφής με τις προηγουμένως ασκηθείσες (εντός του προβλεπόμενου από τις ανωτέρω διατάξεις διμήνου) ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων αγωγές της κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη. Επομένως ο δεύτερος λόγος της υπό στοιχ. Β' αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 (και όχι και από τους αριθ. 9, 14 και 19, όπως το ίδιο ισχυρίζεται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος. Αντιθέτως, έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το ζήτημα της έναρξης της τοκογονίας της επιδικασθείσας απαίτησης, με το να δεχθεί, δηλαδή, ότι η παραίτηση της αναιρεσείουσας από τα δικόγραφα των από 30.3.2012 και 2.5.2012 αγωγών της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε ως αποτέλεσμα την άρση των συνεπειών της άσκησής τους αναδρομικά, επομένως και την άρση των συνεπειών της από 2.11.2007 αγωγής της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το ζήτημα της έναρξης της τοκογονίας, καθώς και ότι η ένδικη αγωγή δεν ασκήθηκε εντός διμήνου από την επίδοση της τελεσίδικης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου που απέρριψε την πρώτη αγωγή της αναιρεσείουσας για έλλειψη δικαιοδοσίας, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Και τούτο διότι, η αναιρεσείουσα εταιρία, εφόσον η (πρώτη) από 2.11.2007 αγωγή της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε τελεσιδίκως λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και εφόσον οι νεότερες από 30.3.2012 και 2.5.2012 αγωγές της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν στις 10.4.2012 και 2.5.2012, αντίστοιχα, ήτοι εντός της ανατρεπτικής προθεσμίας των δύο μηνών του άρθρου 9 παρ. 4 Ν 1649/1986 από την επίδοση της 1440/2011 τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης του Διοικητικού Εφετείου (22.3.2012), επιδίωκε δε με αυτές την επιδίκαση της ίδιας απαίτησής της, οι αγωγές αυτές λογίζονται ως προς όλες τις έννομες συνέπειές τους ότι ασκήθηκαν κατά τον χρόνο εκείνης που απορρίφθηκε, με συνέπεια να δικαιούται η αναιρεσείουσα να λάβει τόκους υπερημερίας από την επίδοση της πρώτης, από 2.11.2007, αγωγής, η οποία δεν έπαυσε ως όχληση, δημιουργική υπερημερίας, ενώ, εξάλλου, η γενομένη την 7.3.2017 νομότυπη παραίτηση αυτής από τα δικόγραφα των ανωτέρω αγωγών της, που έχει ως αποτέλεσμα ότι οι εν λόγω αγωγές θεωρούνται ως μη ασκηθείσες, δεν συνεπάγεται και την ανατροπή της επελθούσης όχλησης, δημιουργικής υπερημερίας του αναιρεσιβλήτου και οφειλής του για τόκους υπερημερίας από την επίδοση της πρώτης από 2.11.2007 αγωγής, καθόσον η αναιρεσείουσα με την από 9.3.2017 ένδικη αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ασκήθηκε νομότυπα εντός εξαμήνου από την ως άνω παραίτηση, επιδιώκει την επιδίκαση της ίδιας απαίτησής της, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, το αποτέλεσμα της όχλησης, που έγινε με την επίδοση της αγωγής, δεν ανατρέπεται, αν η αγωγή απορριφθεί για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξίωσης, ενώ και η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής δεν αφορά την επίδοση της αγωγής κατά το μέρος που αποτελεί όχληση, δημιουργική της υπερημερίας του οφειλέτη και οφειλής για τόκους υπερημερίας. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της υπό στοιχ. Α' αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα εταιρία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος. V. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 917/2020) όχι, όμως, και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλούμενης απόφασης, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες αυτής αναφορικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (ΑΠ 407/2023, ΑΠ 81/2022, ΑΠ 62/2019). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο ανωτέρω λόγος (από τον αριθ. 8), αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα με τον λόγο έφεσης ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 531/2022, ΑΠ 1293/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό στοιχ. Β' αναίρεσης, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 (και όχι από τους αριθ. 1, 9, 14 και 19, όπως το ίδιο επικαλείται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν "επιλήφθηκε" του όγδοου λόγου έφεσής του, με τον οποίο είχε προβάλει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κηρύξει την εναντίον του απόφασή του προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 10.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αλυσιτελής, γιατί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως τελεσίδικη, είναι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 2 περ. α' του ΚΠολΔ εκτελεστή, και, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω όγδοο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ και ρητά τον απέρριψε. VΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 2 του ΑΚ προκύπτει ότι το εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης κατά απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος, με ρητή διάταξη, καταλαμβάνει και τις σχέσεις, που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 407/2023, ΑΠ 306/2017). Ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γίνεται με βάση το νόμο, που όφειλε να εφαρμόσει το ουσιαστικό δικαστήριο, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται. Κατ' εξαίρεση ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας θα γίνει με νόμο μεταγενέστερο εκείνου, αν ο τελευταίος έχει αναδρομική ισχύ και ορίζει ότι εφαρμόζεται και επί των τελεσιδίκως κριθέντων ή στις δίκες που είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή δεν έγιναν αμετάκλητες, με την προϋπόθεση ότι η διάταξη για αναδρομική ισχύ δεν προσκρούει σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, Σύνταγμα, ΕΣΔΑ κλπ. (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 1628/2017). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Κ.Δ. της 26.6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου": "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 45 Ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α' 65/24.4.2019) ορίσθηκε ότι: "Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως. Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α)...β)...γ)...Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος" (παρ. 1). "Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων..." (παρ. 2). Με την ως άνω ρύθμιση του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 τροποποιήθηκε το πλαίσιο για την τοκοφορία των οφειλών του Δημοσίου, με μείωση του επιτοκίου από το έως τότε ισχύον έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, στο ύψος που ορίζεται στην εν λόγω νέα διάταξη, επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, το (προ)ισχύον νόμιμο επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου (ύψους 6% ετησίως), εκτός του γεγονότος ότι κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό για τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες λόγω του αμετάβλητου χαρακτήρα του, δεν προσαρμόζεται στο εκάστοτε χρηματοοικονομικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ρυθμού απονομής δικαιοσύνης και επίσης, με την ρύθμιση αυτή ενοποιήθηκε η έως τώρα υφιστάμενη νομοθεσία και καθιερώνεται ενιαίος τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου (νόμιμου και υπερημερίας), για τις σχετικές οφειλές αυτού, ανεξάρτητα από την αιτία τους, με αναφορά στο επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), το οποίο ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ενδίκου βοηθήματος (γένεση επιδικίας), πλέον των προτεινόμενων εκατοστιαίων μονάδων (ΑΠ 1303/2022). Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου 45 του ανωτέρω Ν. 4607/2019, που ορίζει ότι οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο νόμος αυτός δημοσιεύθηκε την 24η Απριλίου 2019, συνάγεται ότι στις υποθέσεις, οι οποίες είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την 24η Απριλίου 2019, το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου μέχρι και τις 30.4.2019 θα υπολογίζεται σε ποσοστό 6% ετησίως, σύμφωνα με την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 21 του Δ/τος της 26.6/10.7.1944 και από 1.5.2019 θα υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 (ΑΠ 407/2023, ΑΠ 1303/2022). Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και για τον ΕΦΚΑ, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 62 παρ. 3 Θ' του Ν. 4387/2016, που ορίζει ότι ο ΕΦΚΑ έχει τα ουσιαστικά, δικονομικά και οικονομικά προνόμια του Δημοσίου (ΑΠ 643/2023, ΑΠ 407/2023). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της υπό στοιχ. Β' αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ "e-ΕΦΚΑ" προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 21 του από 26.6/10.7.1944 διατάγματος "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019, που έχει ισχύ και για τον ΕΦΚΑ και έτσι το υποχρέωσε να καταβάλει τόκο, για το μετά την 1.5.2019 χρονικό διάστημα, με επιτόκιο 6% ετησίως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και όχι με το επιτόκιο του άρθρου 45 Ν. 4607/2019, που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς δίκες. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού η νέα ως άνω ρύθμιση του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019, έχοντας ημερομηνία έναρξης ισχύος την 24.4.2019, ίσχυε τόσο κατά τον χρόνο συζήτησης της έφεσης του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου (4.2.2020), όσο και κατά το χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (11.5.2020) και καταλάμβανε και την εκκρεμή στις 24.4.2019 ένδικη αξίωση της ενάγουσας-εφεσίβλητης εταιρίας (και ήδη αναιρεσίβλητης), για επιδίκαση τόκου, κατά το μέρος που η αξίωση αυτή ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου και, συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του παρέλειψε να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρ. 45 Ν. 4607/2019, που ήταν εφαρμοστέα και για τον ΕΦΚΑ, για το μετά την 1.5.2019 χρονικό διάστημα, αν και ήταν υποχρεωμένο να το κάνει και αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με την αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, κατά το μέρος που η κρίση του αυτή (περί τοκοδοσίας) αφορά στο χρονικό διάστημα μετά την 1.5.2019, αφού από τότε και μεταγενέστερα ο οφειλόμενος από το Δημόσιο και, συνεπώς, και από τον ΕΦΚΑ τόκος υπολογίζεται με βάση τη νεότερη και ειδική ρύθμιση του άρθρ. 45 Ν. 4607/2019 και όχι κατά το άρθρο 21 του "Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο δεν είναι εφαρμοστέο για το χρονικό αυτό διάστημα. V ΙΙ. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτές τόσο η υπό στοιχ. Α' αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή του ως άνω κριθέντος ως βασίμου μοναδικού λόγου αυτής, όσο η υπό στοιχ. Β' αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή του ως άνω κριθέντος ως βασίμου πέμπτου λόγου αυτής και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 4540/2021 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου) μόνο κατά το κεφάλαιο των τόκων αναφορικά με το επιδικασθέν με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις χρηματικό ποσό. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει αυτή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και, στη συνέχεια, να γίνει δεκτή η από 9.3.2017 αγωγή της ενάγουσας εταιρίας (ήδη αναιρεσείουσας στην υπό στοιχ. Α' αίτηση αναίρεσης και αναιρεσίβλητης στην υπό στοιχ. Β' αίτηση αναίρεσης) και να υποχρεωθεί το ΝΠΔΔ "e-ΕΦΚΑ" (ήδη αναιρεσίβλητο στην υπό στοιχ. Α' αίτηση αναίρεσης και αναιρεσείον στην υπό στοιχ. Β' αίτηση αναίρεσης), που συνεχίζει την δίκη ως τελευταίο οιονεί καθολικό διάδοχο του αρχικά πρώτου εναγόμενου ΙΚΑ, να καταβάλει στην ενάγουσα το επιδικασθέν ποσό των 31.439,17 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 9.11.2007 και μέχρι την εξόφληση, με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως για το διάστημα έως και την 30.4.2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 Ν. 4607/2019 για το διάστημα από 1.5.2019 και εφεξής. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα εταιρία του καταβληθέντος από αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου. Το αναιρεσείον, όμως, ΝΠΔΔ "e-ΕΦΚΑ" δεν υποχρεούται, κατ' άρθρο 62 παρ. 3 περ. Θ του Ν. 4387/2016 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 Ν. 4445/2016), σε κατάθεση του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παραβόλου, για την άσκηση αίτησης αναίρεσης και, για το λόγο αυτό, δεν διαλαμβάνεται σχετική διάταξη στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας, καθώς και αυτών της παρούσας δίκης, πρέπει να συμψηφιστούν, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας της ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν καθώς και της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 178 παρ. 1, 179, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 3187/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 4540/2021 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου) κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, ήτοι την από 9.3.2017 και με αριθ. έκθ. κατάθ. 519816/2596/2017 αγωγή, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο των τόκων. Υποχρεώνει το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (e-ΕΦΚΑ)", ως διάδοχο του αρχικά εναγόμενου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΙΚΑ)", να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρία "... ΕΠΕ - ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" το επιδικασθέν ποσό των τριάντα ενός χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα εννέα ευρώ και δέκα επτά λεπτών (31.439,17 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την 9.11.2007 και μέχρι την εξόφληση, με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως για το διάστημα έως και την 30.4.2019 και με το επιτόκιο του άρθρου 45 Ν. 4607/2019 για το διάστημα από 1.5.2019 και εφεξής. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα εταιρία "... ΕΠΕ - ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου. Συμψηφίζει, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ