Αριθμός 1373/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δ. Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δ. Κοντογιάννη Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Τ. το γένος Χ. Ο., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δ. Βαρελά. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε με την παρουσία και της γραμματέως και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Νοεμβρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5632/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 373/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Ιουνίου 2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 17 Απριλίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 741/27-7-2012 αιτήσεως για αναίρεση της 373/27-1-2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη 741/27-7-2012 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 373/27-1-2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ'επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 188006/10150/8-11-2006 αγωγή η δι' αυτής ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εδίωκε την λύση του υφισταμένου μετά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος γάμου τους για τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 1439 παρ.1 ΑΚ λόγο διαζυγίου, επικαλούμενη προς θεμελίωση της αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης τους γεγονότα, συνδεόμενα με το πρόσωπο του εναγομένου, τα οποία πράγματι επέφεραν στη συγκεκριμένη περίπτωση ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, ώστε η εξακολούθησή της να είναι αφόρητη για εκείνη, με χρονική αναγωγής τους μέχρι την αρχική διάστασή τους στις 11-8-2011, καταλήγοντας ότι υπό τις αυτές συνθήκες διατηρήθηκε η έγγαμη συμβίωσή τους κατά την επανασύνδεσή τους κατά μήνα Αύγουστο του έτους 2004 μέχρι 23-4-2006, όταν εκ νέου οριστικά διακόπηκε. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 5632/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 9562/13-10-2009 έφεση του εναγομένου, η 373/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ'ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο σύμφωνα με τους Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας στο ... στις 7-5-1978. Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν δύο (2) τέκνα, το Δ. και το Χ., ηλικίας σήμερα 31 και 28 ετών, αντίστοιχα. Για αρκετό χρονικό διάστημα οι σχέσεις τους ως συζύγων ήταν αρμονικές και ο γάμος τους εμφανιζόταν ως επιτυχημένος χωρίς προβλήματα. Μετά τη γέννηση των τέκνων τους οι σχέσεις των διαδίκων εκτραχύνθηκαν σε τόσο μεγάλο βαθμό, έτσι ώστε διαβίωναν καθημερινά σε καθεστώς πλήρους ψυχικής απομονώσεως που κατέληγε σε εχθρικές μεταξύ τους διαμάχες. Ειδικότερα, ο εναγόμενος -εκκαλών επεδείκνυε ανάρμοστη και αντισυζυγική συμπεριφορά και δημιουργούσε καθημερινά επεισόδια σε βάρος της, χωρίς σοβαρό λόγο, κατά τα οποία την εξύβριζε, την απειλούσε και χειροδικούσε κατ' αυτής, με αποτέλεσμα επανειλημμένα να έχουν κληθεί και έχουν επιληφθεί τα αρμόδια αστυνομικά όργανα. Επίσης, η απρεπής αυτή συμπεριφορά του στράφηκε και εναντίον των τέκνων τους. Ειδικότερα, όταν το μήνα Νοέμβριο του έτους 1995 το μεγαλύτερο τέκνο τους, Δ., ζήτησε να εγγραφεί σε φροντιστήριο για να προετοιμασθεί για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, ο εναγόμενος του το απέκλεισε με τη δικαιολογία ότι δεν είχε λεφτά. Έτσι η ενάγουσα αναγκάσθηκε να εργάζεται ως υπάλληλος σε φαρμακευτική εταιρεία και με αυτόν τον τρόπο παρείχε στο τέκνο της τα δίδακτρα του φροντιστηρίου (βλ. το εκκαθαριστικό σημείωμα του έτους 1996 που προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος, στο οποίο δηλώνονται εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες της συζύγου του για πρώτη φορά, ένα από τα προηγούμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 1991 έως 1994, που επίσης αυτός προσκομίζει και επικαλείται, προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν δήλωσε εισόδημα από εργασία ή άλλη πηγή κατά τα έτη αυτά). Εξαιτίας της ως άνω απρεπούς συμπεριφοράς του εναγομένου η ενάγουσα στις 11-1-2001 αποχώρησε από τη συζυγική εστία και μέχρι το μήνα Αύγουστο του έτους 2004-τελούσαν σε διάσταση διαμένοντας σε χωριστές οικίες. Τo μήνα Αύγουστο του έτους 2004 οι διάδικοι επανασυνδέθηκαν και άρχισαν να συμβιώνουν σε διαμέρισμα που απέκτησαν, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, στην ... και επί της οδού ... αριθμ…. Η εκ νέου όμως συμβίωση των διαδίκων δεν επέφερε καμία βελτίωση στις μεταξύ τους σχέσεις, καθόσον τα προβλήματα συνεχίσθηκαν εξαιτίας της επαναλαμβανόμενης κακής συμπεριφοράς του εναγομένου προς τη σύζυγο του και τα τέκνα τους, με αποτέλεσμα στις 23-4-2006 να αναγκασθούν τόσο η ενάγουσα όσο και τα τέκνα τους να αποχωρήσουν από την οικογενειακή στέγη και έκτοτε οι διάδικοι ζουν χωριστά. Παρόλα αυτά ο εναγόμενος μετά το χωρισμό τους εξακολουθεί να παρενοχλεί την ενάγουσα και το τέκνο τους Δ. μεταβαίνοντας έξω από την οικία, όπου αυτοί διαμένουν, επιπλέον δε δεν παραλείπει να ακολουθεί και να παρενοχλεί την ενάγουσα, όποτε τη βλέπει να βαδίζει στο δρόμο. Από τα παραπάνω παραπτώματα του εναγομένου ήταν δυνατόν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να επέλθει και επήλθε πράγματι, τόσον ισχυρός κλονισμός στη σχέση του γάμου των διαδίκων, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσεως τους να αποβαίνει πλέον αφόρητη για την ενάγουσα". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, για το παραδεκτό της οποίας κατατέθηκε το κατά την διάταξη του άρθρου 495 παρ.4 ΚΠολΔ παράβολο (4428951 σειρά Χ/27-7-2012 διπλ. εισπρ.), και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι'αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΚΠολΔ 216 παρ.1, 262 παρ.1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ 14 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ο οποίος ιδρύεται όταν, κατά παράβαση δικονομικής διατάξεως, παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποσοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο της αγωγής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1439 παρ.1 ΑΚ, όπως ισχύει μετά το ν. 1329/1983, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Δημιουργείται, δηλαδή, ο λόγος αυτός διαζυγίου, όταν συντρέξουν αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα σχετιζόμενα με το πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δύο συζύγων, ανεξάρτητα αν οφείλονται ή όχι σε υπαιτιότητα, τα οποία πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση επέφεραν ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, ώστε η εξακολούθηση της να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Τα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα, που κατέστησαν αφόρητη στη συγκεκριμένη περίπτωση την εξακολούθηση της για τον ενάγοντα, θα πρέπει συνεπώς να συνδέονται αιτιωδώς με το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων. Αν τα κλονιστικά γεγονότα συνδέονται και με τους δύο συζύγους, δεν έχει σημασία ποιος από τους δύο συζύγους βαρύνεται περισσότερο με τον κλονισμό του γάμου, εκτός αν εκείνο που αφορά τον εναγόμενο είναι μηδαμινό σε σχέση με εκείνο που αφορά τον ενάγοντα. Αν ο κλονισμός του γάμου προήλθε από γεγονότα που αφορούν αποκλειστικά τον ενάγοντα, δε γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διάζευξης, ακόμη και αν στην περίπτωση αυτή έχει κλονισθεί αντικειμενικώς η έγγαμη σχέση και ο γάμος είναι κατ'ουσίαν νεκρός. Δεν αποκλείεται να αποδεικνύεται ότι ο κλονισμός εξακολουθεί να υπάρχει, παρά την επανασυμβίωση των διαδίκων συζύγων μετά από προηγηθείσα διάστασή τους. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές η υπό το ιστορούμενο στην αρχή της παρούσης περιεχόμενο αγωγή της αναιρεσίβλητης ορθώς κρίθηκε από τη προσβαλλόμενη απόφαση ορισμένη, ως περιέχουσα τα αναγκαία προς θεμελίωσή της στο άρθρο 1439 παρ.1 ΑΚ πραγματικά περιστατικά, με άμεση δικονομική συνέπεια, υποστηρίζουσα τα αντίθετα η προβαλλόμενη με τον πρώτο κατά σειρά αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμη. ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 (Ολ ΑΠ 2/2008). Μη λήψη πάντως δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών και με βάση αυτό αν λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν. Με τον τέταρτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη (α) τα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 1991-1997, από τα οποία προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη δεν εργάσθηκε κατά το έτος 1996 και ότι ο αναιρεσείων είχε καταβάλλει κατά τα έτη 1994-1996 τα αναφερόμενα κατά περίπτωση χρηματικά ποσά για δίδακτρα των τέκνων τους, (β) το .../26-2-2002 συμβόλαιο, κατά το περιεχόμενο του οποίου με την διατυπούμενη σύμβαση πωλήσεως περιήλθε στην κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα των διαδίκων το με στοιχ.Β1 διαμέρισμα της επί της οδού ... στην Παλλήνη, πολυκατοικίας αντί τιμήματος, το οποίο διατέθηκε αποκλειστικά από τον αναιρεσείοντα, χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή της αναιρεσίβλητης, χρόνο κατά τον οποίο κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι διάδικοι ήταν σε διάσταση και (γ) η επιστολή προς την αναιρεσίβλητη του αδελφού της, από το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαιώνονται οι αρνητικοί της αγωγής της ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος. Ο αναιρεσείων ανταποκρίνεται ήδη στην απορρέουσα από την διάταξη του άρθρου 568 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ δικονομική του υποχρέωση προσκομίσεως των εν λόγω εγγράφων, αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, για να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών και με βάση αυτό αν λήφθηκαν υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Από τη βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι κατά τον σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσεώς της έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αδιστάκτως καθίσταται βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη τα εν λόγω έγγραφα, με ειδική αναφορά και αξιολόγηση του ενδιαφέροντος και αφορώντος τα εισοδήματα της αναιρεσίβλητης του έτους 1995 εκκαθαριστικού σημειώματος οικονομικού έτους 1996 και μνεία του περιεχομένου του .../26-2-2002 συμβολαίου, με άμεση δικονομική συνέπεια η εν λόγω αναιρετική αιτίαση να ελέγχεται ως αβάσιμη. 'Ομοια αρνητικά αξιολογείται η διατυπούμενη με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη, δοθέντος ότι, κατά τις αιτιολογίες της, στην περί πραγμάτων κρίση της κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες δόθηκαν κατ'αίτηση του αναιρεσείοντος και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα. Στην παράλληλα προβαλλόμενη πλημμέλεια ότι δεν ορκίσθηκε ο μάρτυρας της αναιρεσίβλητης κατά τον οριζόμενο από την θρησκεία του τύπο (κοράνι), κατά την διατυπωθείσα περί τούτου βούλησή του, προσήκει ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αρ.11α ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, στο πραγματικό του οποίου εμπίπτει και η λήψη υπόψη της άκυρης καταθέσεως του μάρτυρα λόγω παραλείψεως ορκίσεώς του. Αξιολογείται όμως προεχόντως ως απαράδεκτη η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, εφόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, ούτε σε κάθε περίπτωση, βεβαιώνεται, ότι ο θεμελιωτικός αυτής ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 562 παρ.2), χωρίς παράλληλα να συντρέχουν οι εξαιρετικές περιπτώσεις της εν λόγω διατάξεως και ιδία ότι πρόκειται περί ισχυρισμού που αφορά την δημοσία τάξη, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι από τα προσκομιζόμενα ήδη πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι από τον εν λόγω μάρτυρα δόθηκε ο προβλεπόμενος από το άρθρο 408 παρ.3 ΚΠολΔ πολιτικός όρκος. ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη επαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Περαιτέρω κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνδέονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνονται με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα, σχετιζόμενα με το πρόσωπο του αναιρεσείοντος, τα οποία πράγματι είναι ικανά να επιφέρουν και επέφεραν στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ισχυρισμό κλονισμό στην έγγαμη σχέση των διαδίκων, ώστε η εξακολούθησή της να είναι αφόρητη για την αναιρεσίβλητη, πραγματικά περιστατικά τα οποία δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 1439 παρ.1 ΑΚ παραδοχή της κατά του αναιρεσείοντος απευθυνομένης αγωγής της. Επομένως οι διατυπούμενες με τον απομένοντα προς έρευνα τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 1439 παρ.1 ΑΚ, ελέγχονται ως αβάσιμες. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει, στο ποσό των 2700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 παρ. 4). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 741/27-7-2012 αίτηση για αναίρεση της 373/27-1-2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ